Παρασκευή 14 Ιουνίου 2019

Κώστας Βάρναλης (1884-1974)-Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου



Αποτέλεσμα εικόνας για βαρναλησ

 ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ



Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου

Δε λυγάνε τα ξεράδιακαι πονάνε τα ρημάδια!Κούτσα μια και κούτσα δυοτης ζωής το ρημαδιό!
5Μεροδούλι, ξενοδούλι!Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι·ούλοι: δούλοι, αφεντικόκαι μ’ αφήναν νηστικό.
Τα παιδιά, τα καλοπαίδια,10παραβγαίνανε στην παίδειαμε κοτρόνια στα ψαχνά,φούχτες μύγα στ’ αχαμνά!
Ανωχώρι, Κατωχώρι,ανηφόρι, κατηφόρι15και με κάμα και βροχή,ώσπου μου ’βγαινε η ψυχή.
Είκοσι χρονώ γομάρισήκωσα όλο το νταμάρικι έχτισα, στην εμπασιά20του χωριού, την εκκλησιά.
Και ζευγάρι με το βόδι(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)όργωνα στα ρέματατ’ αφεντός τα στρέμματα.

25Και στον πόλεμ’ «όλα για όλα»κουβαλούσα πολυβόλανα σκοτώνονται οι λαοίγια τ’ αφέντη το φαΐ.
Και γι’ αυτόνε τον ερίφη30εκουβάλησα τη νύφηκαι την προίκα της βουνό,την τιμή της ουρανό!
Αλλ’ εμένα σε μια σφήναμ’ έδεναν το Μάη το μήνα35στο χωράφι το γυμνόνα γκαρίζω, να θρηνώ.
Κι ο παπάς με την κοιλιά τουμ’ έπαιρνε για τη δουλειά τουκαι μου μίλαε κουνιστός:40—Σε καβάλησε ο Χριστός!
Δούλευε για να στουμπώσειόλ’ η Χώρα κι οι Καμπόσοι.Μη ρωτάς το πώς και τί,να ζητάς την αρετή!
45—Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!—Ντράπου! Τις προγόνοι ντράπου!—Αντραλίζομαι!… Πεινώ!…—Σουτ! Θα φας στον ουρανό!
Κι έλεα: όταν μιαν ημέρα50παρασφίξουνε τα γέρα,θα ξεκουραστώ κι εγώ,του θεού τ’ αβασταγό!
Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!Θα μου δώσουνε μια κόχη,55λίγο πιόμα και σανό,σύνταξη τόσω χρονώ!
Κι όταν ένα καλό βράδυθα τελειώσει μου το λάδικι αμολήσω την πνοή60(ένα πουφ! είν’ η ζωή),
η ψυχή μου θε να δράμειστη ζεστή αγκαλιά τ’ Αβράμη,τ’ άσπρα, τ’ αχερένια τουνα φιλάει τα γένια του! …
65Γέρασα κι ως δε φελούσακι αχαΐρευτος κυλούσα,με πετάξανε μακριάνα με φάνε τα θεριά.
Κωλοσούρθηκα και βρίσκω70στη σπηλιά τον αϊ-Φραγκίσκο:—«Χαίρε φως αληθινόνκαι προστάτη των κτηνών!
Σώσε το γερο κυρ Μέντηαπ’ την αδικιά τ’ αφέντη75συ που δίδαξες αρνίτον κυρ λύκο να γενεί!
Το σκληρόν αφέντη κἄνεαπό λύκο άνθρωπε κάνε!…»Μα με την κουβέντ’ αυτή80πόρτα μού ’κλεισε κι αφτί.
Τότενες το μαύρο φίδιτο διπλό του το γλωσσίδιπίσου από την αστοιβιάβγάζει και κουνάει με βια:
85—«Φως ζητάνε τα χαϊβάνιακι οι ραγιάδες απ’ τα ουράνια,μα θεοί κι οξαποδώκει δεν είναι παραδώ.
Αν το δίκιο θες, καλέ μου,90με το δίκιο του πολέμουθα το βρεις. Οπού ποθείλευτεριά, παίρνει σπαθί.
Μη χτυπάς τον αδερφό σου—τον αφέντη τον κουφό σου!95Και στον ίδρο το δικό σουγίνε συ τ’ αφεντικό.
Χάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,Χάιντε Σύμβολον αιώνιο!Αν ξυπνήσεις, μονομιάς100θά ’ρτει ανάποδα ο ντουνιάς.
Κοίτα! Οι άλλοι έχουν κινήσεικι έχ’ η πλάση κοκκινίσεικι άλλος ήλιος έχει βγεισ’ άλλη θάλασσ’, άλλη γη».

ΠΗΓΗ:
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.