(Απόσπασμα από «ΤΟ ΚΥΠΕΛΛΟ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ»/ アポロの杯/ Aporo no sakazuki - 1952)
Του Κώστα Χατζηαντωνίου
«Η Ελλάδα είναι μια χώρα που ονειρευόμουν εδώ και πολύ καιρό να επισκεφτώ. Καθώς το αεροπλάνο πετούσε πάνω από τη Διώρυγα της Κορίνθου, μετά το Ιόνιο Πέλαγος, είδα τα ελληνικά βουνά λουσμένα στον ήλιο που έδυε και τα εσπερινά σύννεφα να λάμπουν σαν λιωμένος χρυσός πάνω σε ελληνικές πανοπλίες. Πρόφερα το όνομα της Ελλάδας - το όνομα που κάποτε οδήγησε τον Μπάιρον, παγιδευμένο από μια γυναίκα, στο πεδίο της μάχης· το όνομα που έθρεψε το ποιητικό πνεύμα του μισάνθρωπου Χέλντερλιν· αυτό το όνομα που έδωσε θάρρος στον χαρακτήρα της Armance του Σταντάλ καθώς ξεκινούσε τις τελευταίες νότες στην παρτιτούρα της ζωής της.
Από το δημόσιο λεωφορείο που με μετέφερε από το αεροδρόμιο στο κέντρο της πόλης, αντίκρισα μέσα από το παράθυρο την Ακρόπολη της αρχαίας ελληνικής πόλης, κάτω από τα νυχτερινά φώτα. Βρίσκομαι πλέον στην Ελλάδα. Είμαι μεθυσμένος από απέραντη ευτυχία — αν και η οκνηρία μου στην κράτηση ενός αξιοπρεπούς ξενοδοχείου με έχει αναγκάσει να μείνω σε ένα άθλιο πανδοχείο τρίτης κατηγορίας, αν και ο πληθωρισμός κάνει ένα γεύμα σε ένα εστιατόριο πρώτης κατηγορίας να κοστίζει εβδομήντα χιλιάδες δραχμές [σ.μ.: είμαστε στο 1952], αν και είμαι ίσως ο μόνος Ιάπωνας σε αυτή την πόλη, αυτή την ώρα, και ενώ δεν ξέρω λέξη ελληνικά και δεν μπορώ καν να διαβάσω τις πινακίδες των καταστημάτων.
Άφησα την πένα μου να ρέει ελεύθερα. Σήμερα, επιτέλους είδα την Ακρόπολη της αρχαίας ελληνικής πόλης! Είδα τον Παρθενώνα! Είδα τον Ναό του Διός! Στο Παρίσι, χωρίς χρήματα, είχα χάσει σχεδόν κάθε ελπίδα να κάνω αυτό το ταξίδι. Αυτές οι σκηνές εμφανίζονταν συχνά στα όνειρά μου. Γι' αυτό, σας παρακαλώ να με συγχωρήσετε αν αφήσω κάτω την πένα μου για μια στιγμή.





























