Μία συγκινητική μαρτυρία για το φιλολογικό σαλόνι του Παλαμά στο ιστορικό του σπίτι στην Ασκληπιού 3 από τη νεαρή τότε Θεώνη Δρακοπούλου, μετέπειτα ποιήτρια Μυρτιώτισσα (1885-1968). Από τα στοιχεία που μας δίνει, το περιστατικό διαδραματίστηκε κάποιο Σαββατόβραδο ανάμεσα στο 1898 και το 1901:
✒️Καὶ τὰ θυμήθηκα πάλι τ’ ἀλησμόνητα Σαββατόβραδα στό σπίτι τοῦ Παλαμᾶ. Ἤμουν τότε ἕνα κορίτσι νέο, ἀκοινώνητο, ἄγριο σχεδόν. Πουθενά δέν πήγαινα, τά γράμματα δέν τ’ ἀγαποῦσα, ἤμουν κακή μαθήτρια. Μόνο τά τραγούδια [ποιήματα] διάβαζα μέ ἀπληστία, τά ἔννοιωθα, κι ἤμουν μπασμένη στόν κόσμο τῆς Ποίησης, σάν πρωτοδιάβασα τόν Παλαμᾶ.
Ἄχ! πῶς χτυποῦσε ἡ καρδιά μου, ὅταν ἔνα Σαββατόβραδο ἡ ἀδελφή μου μέ πήρε μαζί της γιά νά γνωρίσω κι’ ἐγώ τόν Ποιητή. «Κύττα νά μήν κάνῃς πάλι σάν ἀγριοκάτσικο», μοῦ εἶπε. «Νά μιλᾶς, ὅλοι αὐτοί πού θά ἰδῇς ἐκεῖ εἶναι ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων. Ἄλλος γράφει διηγήματα, ἄλλος δράματα, ἄλλος ποιήματα. Ἔχεις διαβάσει Ξενόπουλο καί Καρκαβίτσα. Ξέρεις ἀπόξω τραγούδια τοῦ Μαλακάση καί τοῦ Πορφύρα. Θἄχῃς λοιπόν πολλά νά πῇς μαζί τους!». Πολλά! Ἐμένα κόπηκε ἡ ἀναπνοή μου πρίν ἀνέβω, καλά καλά, τή στενόμακρη σκάλα τοῦ σπιτιοῦ!
Σάν μπήκαμε στό γραφεῖο τοῦ Ποιητῆ, ἤμουνα παγωμένη. Μέ συστήσανε. Δέ φάνηκε νά μέ πρόσεξε καθόλου, πίσω ἀπ' τό γραφεῖο του μέ τά χέρια διπλωμένα πάνω στό στῆθος. Τά πυκνά του φρύδια τοῦ κρύβανε τά μάτια, καί μόνον ὅταν τύχαινε νά τόν ἐνδιαφέρῃ ἡ συζήτηση πού γινόταν, λάβαινε μέρος μέ πάθος, καί τότε ἡ ματιά του καρφωνότανε πύρινη καί κατάτρωγε τούς συνομιλητές μέ τή λάμψη καί τήν ἐπιβολή της. Μιλοῦσε μ' ὅλο τό κορμί που λές καί ψήλωνε ξαφνικά, ἡ φωνή του θερμή, βαθειά, παλλόμενη, πεισματική πολλές φορές, γέμιζε τό μικρό δωμάτιο, κι' ὅλοι στόν ἦχο της σωπαίνανε μονομιᾶς. Ἀληθινά, ἐκφραστικώτερο τόνο φωνῆς δέν ἄκουσα ποτέ στή ζωή μου. Ἔκλεινε μέσα της ὅλες τίς τρικυμίες, τούς τόνους, τ' ἀναγαλλιάσματα, καί τίς μυστικές λαχτάρες τοῦ Ποιητῆ. Ἦταν μιά φωνή δική του, ψυχική. Ὅμως πολλές φορές ἔπεφτε σέ βύθος καί δέ μιλοῦσε καθόλου ὁλάκερη τή βραδιά. Τότε, καθώς τόν ἔβλεπα ἀπό μακρυά, μοῦ φαινόταν ἀπρόσιτος, ἀνεξιχνίαστος, ἕνας βράχος ἀπ᾿ ἀτσάλι...
[...]
– Τί ἄλλο ξέρετε; [μιλάει ο Γιάννης Καμπύσης (πεζογράφος και ποιητής, 1872-1901)] Ἀπαγγέλνετε ὅπως θά ἤθελα ν᾿ ἀπαγγέλλω κι' ἐγώ. Πέστε μου καί κάτι ἄλλο.
Κι ἄρχισα νά λέω τό «Ξύπνα, ξύπνα» τοῦ Παλαμᾶ, πού ἔγραψε γιά τό πεθαμένο του παιδί [τον μικρό Άλκη (1894-1898)]. Ὁ Καρκαβίτσας, πού βρισκότανε ἐκεῖ κοντά κι ἄκουγε, τρέχει στόν Παλαμᾶ. Σέ λίγο ἔρχεται καί μέ παρακαλεῖ, ἐκ μέρους τοῦ Ποιητῆ, νά τό ξαναπῶ δυνατά γιά νά τ' ἀκούσῃ καί κεῖνος.
Θέ μου, τί ἦταν ἐκείνη ἡ ἀγωνία! Νά σταθῶ ἐκεῖ στή μέση καί να μέ κυττάζουν ὅλοι... κι' ἄν τά χάσω; ἄν ξεχάσω κανένα στίχο; Κι' ὅμως δέ γινότανε ἀλλοιῶς, ἔπρεπε νά τό πῶ, καί τό εἶπα.
Τρεμάμενη, γύρισα νά τόν κυττάξω σάν τέλειωσα. Ἡ αὐλαία τῶν πυκνῶν φρυδιῶν του εἶχε ἀνασηκωθῆ, καί τά μεγάλα του μαῦρα μάτια μέ κύτταζαν τώρα. Δυό δάκρυα κυλοῦσαν ἀπ᾿ αὐτά στο πρόσωπό του...
Μοῦ ἔσφιξε τό χέρι, ὅμως δέ μοῦ εἶπε τίποτε.
«Βουβάθηκ᾽ ὁ Κωστῆς», ἄκουσα μόνον τή γυναῖκα του νὰ λέῃ, κι ἐγώ βρισκόμουνα πιά στόν ἔβδομο οὐρανό. Κι' ἀληθινά, ἄν ἀγάπησα τόσο βαθειά τήν ποίηση, κι' ἄν ἀξιώθηκα κάτι νὰ τῆς προσφέρω κι' ἐγώ, ἄν ἔδωσα μιά τέτοια ἐξαιρετική προσοχή στή λεπτή τέχνη τῆς ἀπαγγελίας, στή βουβή συγκίνησή του τά χρωστῶ. Σ᾽ ἐκεῖνα τά δυό δάκρυα τοῦ Ποιητή.
•Στις φωτογραφίες, η Μυρτιώτισσα (1885-1968) και το ιστορικό σπίτι της Ασκληπιού 3 (ο ποιητής κατοικούσε στο πρώτο πάτωμα). Το σπίτι κατεδαφίστηκε το 1966 παρόλες τις διαμαρτυρίες του πνευματικού κόσμου της εποχής. Στο πολυόροφο κτίριο που υπάρχει σήμερα στη θέση του, στον 4ο όροφο στεγάζεται το Ίδρυμα Παλαμά, όπου φιλοξενούνται μεγάλο μέρος της βιβλιοθήκης και των προσωπικών αντικειμένων του ποιητή, ενώ στο ισόγειο το δημοφιλές βιβλιοπωλείο Πολιτεία.
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.