09 Ιανουαρίου 2026

Η Μ. Καρυστιανού δεν είναι κόμμα. Είναι σύμβολο

Του Δημήτρη Τσίρκα 

Μόλις η Μαρία Καρυστιανού ανακοίνωσε την πρόθεσή της να κάνει κόμμα, έσπευσαν όλοι να αποκωδικοποιήσουν τις δηλώσεις της, να εικάσουν τους πιθανούς συνεργάτες της, ώστε να αποφανθούν για την πολιτική της τοποθέτηση.

Πρόκειται, ωστόσο, για μια λανθασμένη προσέγγιση, τουλάχιστον στην παρούσα φάση. Η Καρυστιανού δεν κρίνεται πρωτίστως από όσα λέει ή από το με ποιους μιλάει, αλλά από το τι συμβολίζει. 

Για ένα πολύ μεγάλο μέρος του κόσμου, που αγγίζει και το 30%, αν πιστέψουμε τις δημοσκοπήσεις, η Καρυστιανού συμβολίζει την απαίτηση για δικαιοσύνη, κάθαρση και την ελπίδα για μια νέα αρχή απέναντι στο παλιό και απαξιωμένο πολιτικό σύστημα.

Πιο δόκιμο είναι να δούμε την περίπτωσή της μέσα από το σχήμα του λαϊκισμού, όχι, όμως, με την αγοραία, αλλά με την τεχνική έννοια του όρου, όπως τον αναλύει ο Λακλάου.

Για τον Λακλάου, ο λαϊκισμός δεν είναι ένα παθολογικό ή περιθωριακό φαινόμενο, αλλά ένας από τους βασικούς τρόπους που συγκροτείται το «πολιτικό» και σχηματίζονται οι πολιτικές ταυτότητες.

Είναι μια λογική συνάρθρωσης που εξηγεί πώς διάφορα ετερογενή αιτήματα ενώνονται πολιτικά και πώς παράγεται η ενότητα που ονομάζουμε «λαό». Ως εκ τούτων, ο λαϊκισμός δεν έχει κάποιο εγγενές πολιτικό ή ιδεολογικό πρόσημο – υπάρχουν δεξιοί και αριστεροί, προοδευτικοί και αντιδραστικοί λαϊκισμοί.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο λαϊκισμός είναι πάντοτε ante portas. Όταν οι δημοκρατικοί θεσμοί (βουλή, κυβέρνηση, κόμματα) ανταποκρίνονται – έστω και μερικώς – στα αιτήματα των διαφόρων κοινωνικών ομάδων, τότε αυτά παραμένουν ασύνδετα και αποσπασματικά.

Ο λαϊκισμός αναδύεται τη στιγμή που οι θεσμοί αποτυγχάνουν ή αρνούνται συστηματικά να ικανοποιήσουν τα κοινωνικά αιτήματα, με αποτέλεσμα αυτά να συσσωρεύονται και η δυσαρέσκεια να γενικεύεται.

Τότε είναι που τα παράπονα αρχίζουν να συνδέονται μεταξύ τους, όχι λόγω του περιεχομένου τους, αλλά της κοινής εμπειρίας αποκλεισμού και ματαίωσης των φορέων τους:

Πχ. οι μισθωτοί που πιέζονται από την ακρίβεια, οι νέοι που δεν μπορούν να αποκτήσουν σπίτι και να ζήσουν από το μισθό τους, οι αγρότες που γονατίζουν από τα χρέη, τα θύματα των Τεμπών που δεν βρίσκουν δικαιοσύνη κ.ο.κ.

Τα παραπάνω αιτήματα είναι διαφορετικά αλλά γίνονται ισοδύναμα από μια κρίσιμη σκοπιά: κανένα από αυτά δεν ικανοποιείται από το «κατεστημένο». 

Παράγεται έτσι μια αλυσίδα ισοδυνάμων η οποία δεν διαγράφει τις διαφορές των ποικιλώνυμων διεκδικήσεων αλλά τις υπαγάγει κάτω από έναν κοινό ανταγωνισμό - η κοινωνία χωρίζεται σε δύο στρατόπεδα: τον λαό και τις ελίτ ή το κατεστημένο. 

Ο ανταγωνισμός εδώ δεν είναι κοινωνιολογικός αλλά λογοθετικός και πολιτικός, η δε «ελίτ» ή «κατεστημένο» παραπέμπουν περισσότερο σε μια συμβολική κατασκευή που συμπυκνώνει πολλαπλά παράπονα, παρά σε μια συγκεκριμένη κοινωνική/πολιτική κατηγορία.

Για να παραχθεί όμως η αλυσίδα ισοδυνάμων πρέπει ένα από τα πολλαπλά αιτήματα να αναδειχθεί σε ηγεμονικό, που σημαίνει, να αδειάσει (μερικώς) από το συγκεκριμένο περιεχόμενό του ώστε να μπορεί να εκφράσει το σύνολο της αλυσίδας. Να γίνει με δυο λόγια, ένα κενό σημαίνον. 

Την εποχή των Αγανακτισμένων, για παράδειγμα, το κενό σημαίνον ήταν η αξιοπρέπεια.

Στην περίπτωση του εγχειρήματος Καρυστιανού, δύο είναι τα σημαίνοντα που διαγωνίζονται για αυτή τη θέση: η δικαιοσύνη και η κάθαρση. Το ποιο θα κυριαρχήσει θα καθορίσει σε σημαντικό βαθμό το πολιτικό και ιδεολογικό του περιεχόμενο. Θα επανέλθουμε σε αυτό.

Χρειαζόμαστε όμως και κάτι τελευταίο για να κλείσει η αλυσίδα - τον ηγέτη. Ο ηγέτης είναι αυτός που ενσαρκώνει τις ελπίδες των δυσαρεστημένων πολιτών οι οποίοι ταυτίζονται μαζί του, όχι μόνο πολιτικά, αλλά, κυρίως, συναισθηματικά. 

Ο ηγέτης δεν επιβάλλει το πολιτικό μήνυμα αλλά γίνεται η επιφάνεια πάνω στην οποία εγγράφονται όλα τα ανικανοποίητα κοινωνικά αιτήματα, όπως συμπυκνώνονται στο ηγεμονικό (κενό) σημαίνον.

Αυτόν τον ρόλο διεκδικεί η Καρυστιανού και έχει μάλιστα τις περισσότερες αξιώσεις από όλους τους άλλους – είναι μια μάνα που έχασε το παιδί της από την εγκληματική ανικανότητα του κράτους. 

Είναι επίσης, η πιο αναγνωρίσιμη εκπρόσωπος του κινήματος των Τεμπών που κατέβασε εκατομμύρια στους δρόμους. Και ασφαλώς δεν είναι πολιτικός, άρα, μέρος του «κατεστημένου». 

Ποιος άλλος, από εκείνη, μπορεί να ενσαρκώσει καλύτερα το αίτημα για δικαιοσύνη (ή κάθαρση); 

Η Καρυστιανού αντιπροσωπεύει αυτό που η Μάργκαρετ Κάνοβαν περιέγραφε ως τη λυτρωτική διάσταση της δημοκρατίας - την υπόσχεση της άμεσης σωτηρίας από τον ίδιο τον λαό, όταν οι παλιοί αντιπροσωπευτικοί θεσμοί (κόμματα, πολιτικοί) αποτυγχάνουν να σταθούν στο ύψος της αποστολής τους.

Είναι επομένως απολύτως αναμενόμενο ότι η Καρυστιανού θα επιχειρήσει να αποστασιοποιηθεί από όλα τα υπάρχοντα κόμματα και πολιτικό προσωπικό και θα αρνηθεί να τοποθετηθεί στο δίπολο αριστερά/δεξιά. 

Όπως αναμενόμενος είναι και ο έντονα συναισθηματικός και ηθικός χαρακτήρας του λόγου της.

Αυτά δεν είναι αδυναμίες, όπως της καταλογίζουν οι επικριτές της, αλλά προϋπόθεση για να επιτελέσει τον ρόλο που διεκδικεί – να γίνει η βασική έκφραση ενός μαζικού λαϊκού κινήματος ανατροπής και αναγέννησης. 

Για ποιον λόγο να περιορίσει το εύρος της απεύθυνσής της διαλέγοντας ιδεολογικό στρατόπεδο; Όταν μάλιστα, η πλειονότητα στις δημοσκοπήσεις απαντά ότι δεν έχει πλέον νόημα η διάκριση αριστερά/ δεξιά. 

Από την άλλη, όπως αναλύει ο Κας Μουντε, ο λαϊκισμός είναι μια «ρηχή» ιδεολογία που στηρίζεται σε απλουστευτικά και ηθικά φορτισμένα δίπολα (ο αγνός λαός απέναντι στη διεφθαρμένη ελίτ), τα οποία δοκιμάζονται έντονα όταν έρχονται αντιμέτωπα με τα θολά νερά της πολιτικής, πόσο μάλλον, της διακυβέρνησης. 

Για αυτό αργά ή γρήγορα προσκολλάται σε μια από τις υπάρχουσες ιδεολογίες (σοσιαλισμό, φιλελευθερισμό, εθνικισμό κλπ.).

Όσο η Καρυστιανού θα αναγκάζεται να τοποθετείται επί συγκεκριμένων θεμάτων στην οικονομία, την εξωτερική πολιτική, την παιδεία, την υγεία κ.ο.κ. τόσο θα διαφαίνεται το πολιτικό της στίγμα. 

Μέχρι στιγμής αποφεύγει αυτόν τον σκόπελο επικαλούμενη μια επιτροπή Σοφών που ετοιμάζει το πρόγραμμα του νέου κόμματος, το οποίο θα είναι – κατά τα λεγόμενά της - ριζοσπαστικό αλλά και ρεαλιστικό. 

Το αν αυτό θα θολώσει το μήνυμα και θα συρρικνώσει την αποδοχή της θα εξαρτηθεί από την ικανότητά της να χειρίζεται τις αντιθέσεις και κυρίως τη δύναμη της συναισθηματικής ταύτισης που έχει χτίσει με τον κόσμο. 

Όσο πιο βαθιά είναι αυτή η ταύτιση, τόσο περισσότερο θα χαλυβδώνεται από τις επιθέσεις των πολιτικών της αντιπάλων, ακόμα και αν στηρίζονται σε πραγματικές αντιφάσεις των θέσεών της. Όπως, δηλαδή, έγινε με τον ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο 2012-2015.

Ξαναγυρνώντας στον Λακλάου, η μορφή στην οποία θα κατασταλάξει το λαϊκιστικό «κίνημα» της Καρυστιανού θα είναι καθοριστική για την πορεία του. Το κρίσιμο ερώτημα εδώ είναι αν ο λαϊκισμός της θα είναι δημοκρατικός ή αυταρχικός.

Ο δημοκρατικός λαϊκισμός έχει συνείδηση ότι η ηγεμονία (ο λαός) που οικοδομεί είναι μερική, ενδεχομενική και διαρκώς αμφισβητήσιμη. Έτσι, η αλυσίδα ισοδυνάμων παραμένει ανοικτή ώστε νέα αιτήματα να μπορούν να προστεθούν και παλιά αιτήματα να χάσουν την κεντρικότητά τους.

Το δε κενό (ηγεμονικό) σημαίνον παραμένει ουσιωδώς κενό – το νόημα εννοιών όπως δικαιοσύνη, δημοκρατία, αξιοπρέπεια, παραμένει ανοικτό, διεκδικούμενο και δεν μετατρέπεται σε αυστηρό δόγμα.

Ομοίως, ο ανταγωνισμός είναι πρωτίστως πολιτικός και όχι ηθικός/ηθικολογικός, το σύνορο που χωρίζει τον λαό από τις ελίτ είναι και αυτό ενδεχομενικό, στρατηγικό και αναθεωρήσιμο, ενώ οι πολιτικοί αντίπαλοι δεν ανάγονται σε υπαρξιακοί εχθροί.

Τέλος, στον δημοκρατικό λαϊκισμό ο ηγέτης συμβολίζει μεν την αλυσίδα ισοδυνάμων, αλλά δεν ενσαρκώνει τον λαό με θεολογικούς όρους. Δεν γίνεται μεσσίας. Μπορεί να αμφισβητηθεί, ακόμα και να αντικατασταθεί χωρίς αυτό να συνιστά «προδοσία».

Ο αυταρχικός λαϊκισμός, αντιθέτως, ξεχνά ή αρνείται την ενδεχομενικότητά του. Αντιμετωπίζει τον λαό όχι ως ανταγωνιστική κατασκευή αλλά ως οντολογική ουσία, συγχέει την αντιπροσώπευση με την ταυτότητα και την ηγεμονία με την κυριαρχία.

Επιπλέον, ηθικοποιεί τον πολιτικό ανταγωνισμό, εμφανίζοντας τους πολιτικούς του αντιπάλους ως εκ φύσεως διεφθαρμένους, παράνομους και εκτός πολιτικής κοινότητας – ως εχθρούς.

Στον αυταρχικό λαϊκισμό, η παραμικρή διαφοροποίηση εκλαμβάνεται ως επικίνδυνη απόκλιση και η δικαιοσύνη εκπίπτει σε τιμωρία των ενόχων, διεφθαρμένων κλπ. 

Η δε ηγεσία ενσαρκώνει τον λαό, εγγυάται την ενότητα του κινήματος και αποτελεί τη μοναδική πηγή αλήθειας, με αποτέλεσμα οποιαδήποτε κριτική απέναντί της να αντιμετωπίζεται ως προδοσία.   

Πολλά λοιπόν θα κριθούν από τον χαρακτήρα που θα αποκτήσει το εγχείρημα της Καρυστιανού: αν ο λαϊκισμός της είναι ανοικτός, συμπεριληπτικός, πλουραλιστικός ή αντίθετα καταλήξει κλειστός, φοβικός, αυταρχικός, που αποκλείει αντί να συνθέτει. 

Αν, εν ολίγοις, το κενό (ηγεμονικό) σημαίνον που θα επικρατήσει είναι η δικαιοσύνη ως αποκατάσταση ή η κάθαρση ως τιμωρία. 

Η επιτυχία του κινήματος των Τεμπών, άλλωστε, στηρίζεται ακριβώς εκεί: στο ότι συμπύκνωσε  τις ματαιώσεις και τις προσδοκίες εκατομμυρίων ανθρώπων στο ανοικτό και συμπεριληπτικό όνομα «δικαιοσύνη». 

Η Καρυστιανού αποτελεί τη φυσική και ηθική ηγεσία αυτού του κινήματος.

Αν, ωστόσο, επιχειρήσει να το μετατρέψει σε ένα κίνημα ηθικής κάθαρσης και τιμωρίας, αν βάλει πίσω το φωτοστέφανο της χαροκαμένης μάνας και υψώσει τη ρομφαία του εκδικητή, θα περιορίσει σημαντικά τη δυναμική του και θα προκαλέσει ισχυρές αντισυσπειρώσεις, όχι μόνο από το κατεστημένο.

Η συγκυρία ευνοεί το εγχείρημά της καθώς βρισκόμαστε στη λαϊκιστική στιγμή του πολιτικού εκκρεμούς, που διαδέχτηκε τη διαχειριστική περίοδο που έφερε τον Μητσοτάκη στην εξουσία. 

Τα ανικανοποίητα αιτήματα συσσωρεύονται και η δυσαρέσκεια μεγαλώνει απέναντι σε μια κυβέρνηση που είναι πλέον συνώνυμη της διαφθοράς, της ανικανότητας και της αδικίας. 

Ταυτόχρονα, τα κόμματα της συστημικής αντιπολίτευσης φαντάζουν περισσότερο ως μέρος του προβλήματος, παρά της λύσης. 

Σε κάθε περίπτωση, τα δύσκολα – αλλά και τα μεγάλα - τώρα αρχίζουν για την Καρυστιανού. 

Σίγουρα ξεκινά με υψηλό ηθικό κεφάλαιο, o κόσμος ζητά απεγνωσμένα ένα νέο «ιερό», αλλά η διαρκής έκθεση και τα ΜΚΔ - ο εικονικός «δήμος» της εποχής μας -  υπονομεύουν κάθε ιερότητα. 

Όσο εύκολα αναδεικνύονται αστέρες, τόσο γρήγορα αποκαθηλώνονται. 

Σκίτσο: Baksy, «Το ξεπούλημα σταματά σήμερα».


ΠΗΓΗ: https://www.facebook.com/share/1A7nchm22E/
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.