Του Βασίλη Λαμπόγλου
Να καθαρω ένα όνομα που τον τελευταίο καιρό μαγαριστηκε,θα ήθελα .
Για τον Βάλια Σεμερτζίδη λέω,τον ζωγράφο του ΕΑΜ που γεννήθηκε το 1911, στο Κρασνοντάρ του Καυκάσου.
Ρωσίδα η μητέρα του (κόρη πλούσιου γαιοκτήμονα), Ελληνοπόντιος ο πατέρας, φιλότεχνος (στον Καύκασο δημιούργησε δικό του κινηματογράφο, μέχρι και Δημοτικό Θέατρο διηύθυνε), αγαπητός και από πολλούς ανθρώπους της Οκτωβριανής Επανάστασης.
Το 1924 η οικογένεια έρχεται στην Αθήνα. Κατοικεί στα Λιπάσματα της Δραπετσώνας (μέχρι το 1941, κατόπιν στη Κοκκινιά) και βιοπορίζεται με το χοροδιδασκαλείο που δημιουργεί ο πατέρας στη Δραπετσώνα και στην Καλλιθέα.
Ο Βάλιας βοηθά την οικογένεια πουλώντας με ένα κασελάκι καραμέλες.
Αγαπώντας από παιδί τη ζωγραφική, «πρωτομυήθηκε» σ' αυτήν από τον συμπατριώτη του ζωγράφο Πετρίδη, πορτρέτα του οποίου φιλοτέχνησε αργότερα.
Κάτοχος της ρωσικής γλώσσας, αλλά αυτοδίδακτος στα ελληνικά, το 1926 εισάγεται στη Σχολή Καλών Τεχνών.
Λόγω βιοποριστικής ανάγκης την εγκαταλείπει, αλλά επιστρέφει το 1928 «οριστικά».
Μετά το τρίχρονο προκαταρκτικό τμήμα μαθητεύει στο εργαστήρι του Κωνσταντίνου Παρθένη, ο οποίος, λόγω του κλειστού χαρακτήρα του και της ανυποχώρητης απαιτητικότητάς του, από τους μαθητές του θεωρούνταν ο «εξαποδώ», ο «παλαβός» της Σχολής.
Αν και αγαπητός μαθητής του «πρωτοπόρου επαναστάτη, μοναδικού δασκάλου», ο Σεμερτζίδης δεν συμμερίζεται τον «προσκολλημένο στη μυθολογία και τη θρησκεία, ιδεαλιστή» Παρθένη.
Αυτό,"ξεκαθαρίστηκε στην Κατοχή, με την Αντίσταση.
Εκεί που η πείνα το '41 και οι εκτελέσεις των Γερμανών ,το παιδί της οικογένειας συντηρητικων πεποιθήσεων ,περνά στο μετωπο της Αριστεράς (το σπίτι του στα Τουρκοβούνια υπήρξε κρυσφήγετο ανταρτών)
Ο Σεμερτζίδης στο ξεκίνημα της Κατοχής ήταν 30 ετών.
Εντάχθηκε στο ΕΑΜ, ανέβηκε στο βουνό - στη Βίνιανη και τα Αγραφα - με άλλους καλλιτέχνες, όταν το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ συγκρότησε καλλιτεχνικό και κινηματογραφικό τμήμα εκεί.
Ανυπομονούσε να σχεδιάσει, να ζωγραφίσει τον αγώνα στις αετοκορφές.
Ηθελε να βρεθεί κοντά στον αγρότη, να δει και να τεκμηριώσει τον αγώνα του.
Είναι χαρακτηριστικό ότι τα σχέδια του βουνού ο ίδιος τα αποκαλεί «ντοκουμέντα» (που περίμεναν υπομονετικά να γίνουν κάποτε έργα μεγάλων διαστάσεων).
"Γι' αυτό ορόσημο μεγάλο στην ιστορία μου - όπως θα έπρεπε να ήταν σ' όλη τη νεοελληνική τέχνη και δυστυχώς δεν είναι - είναι η Κατοχή .
Αλλά κι όταν κάνω ένα τοπίο, αυτή η στάση υπάρχει απέναντι στη ζωή"...(από διάλογο του με τον καθηγητή του πανεπιστημίου της Κρήτης Νίκο Χατζηνικολάου -Ημερολογια 1929-1939)
Ο Σεμερτζίδης έλεγε ότι δεν μπορείς να επινοήσεις μια μορφή «παρά μόνο δουλεύεις βαθιά πιστεύοντας στο περιεχόμενο.
Στο περιεχόμενο θα διαμορφωθεί και η μορφή».
Και αναφέροντας σαν παράδειγμα το έργο του «Ο χορός του Ζαλόγγου» (1939), επισήμαινε: «Το ότι κυβίζεται η μορφή εδώ δεν της αφαιρεί τη ρεαλιστική υπόσταση.
Η ιστορική διάσταση είναι τεράστια μέσα στο έργο.
Σε έργα που πάνε να εκφράσουν τέτοιες στιγμές, δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι που δεν εκφράζει ακριβώς το περιεχόμενο».
Ο Βάλιας ως παιδί της προσφυγιάς θεωρούσε «αδιανόητο, ο διανοούμενος ή ο καλλιτέχνης να μην είναι με το μέρος όλων εκείνων που υποφέρουνε οικονομικά» ελεγε στον Χρ. Αλεξίου, τονίζοντας παρακάτω:
«Ο λαός με τραβούσε .
Η διαφοροποίηση του λαού με ενδιαφέρει».
Και αυτό αποτυπώνεται στις τοιχογραφίες του στο Γυμνάσιο των Κορυσχάδων, για τη Σύνοδο της ΠΕΕΑ-έργα «εξαιρετικό δείγμα άμεσης πολιτικής παρέμβασης» τα χαρακτηρίζει ο Ν. Χατζηνικολάου-, σημειώνοντας μάλιστα ότι σκεπάστηκαν με ασβέστη «όταν το μίσος των ανθρώπων που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή θέλησε να σβήσει κάθε μνήμη, κάθε χνάρι της Εθνικής Αντίστασης.
Ακόμα και το όνομα των Κορυσχάδων προσπάθησαν να αλλάξουν σε "Κυψέλη"».
Στα σχέδια για την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο Καισαριανής, την Πρωτομαγιά του 1944, για τον πίνακα «Ο χορός του Σουκατζίδη», έτσι «που να απεικονίζει κάθε εκτέλεση, στη διάρκεια της κατοχής στην Ελλάδα και σε κάθε άλλη κατεχόμενη χώρα», όπως έλεγε ο ζωγράφος.
Στα σχέδια για τις διαδηλώσεις - γιορτασμούς της απελευθέρωσης και για το αιματοκύλισμά τους στις 3 Δεκέμβρη του 1944.
Στις διώξεις που θα ακολουθήσουν ,ο ζωγράφος δουλεύει τα θέματά του κρυφά. Φτιάχνει αγιογραφίες στις διαστάσεις των «απαγορευμένων» έργων και τα κρύβει πίσω τους.
«Το εργαστήριό μου ήταν σαν εκκλησία», θα πει.
Να ζωγραφίζεις τον αγώνα του ελληνικού λαού και να σκεπάζεις τα έργα μην τα ανακαλύψουν, να συνεχίζεις να πιστεύεις στις αξίες που πίστευες και μετά την ήττα και ταυτόχρονα, να βάζεις πάντα τους υψηλότερους στόχους στην τέχνη σου...
Εκθέσεις με τα έργα του φιλοξενήθηκαν στο Λονδίνο,στο Παρίσι,στο Λιβόρνο, Σουηδία,Νέα Υόρκη,στη Μόσχα,στην Αλεξάνδρεια,στη Λειψία ως χαράκτης, γιατί δούλευε και τον "τσίγκο").
Στη Ρόδο όπου πέρασε χρόνια αρκετά φιλοτέχνησε έργα του που σώζονται ως σήμερα στο επιμελητήριο του νησιού και σε ξενοδοχεία όπως το Αμαρυλλίς και Σπαρταλης (υπάρχει οδός με το όνομα του).
Το 1978 παθαίνει εγκεφαλικό και νεκρώνει το δεξί του χέρι, μαθαίνει να ζωγραφίζει πλέον με το αριστερό , πεθαίνει το 1983 από καρκίνο.
Η "φωτιά" που τον έκαιγε, θαρρώ πως αποτυπώνεται στο κείμενο -με ταιριαστή οδυνηρα συνάφεια σήμερα -από τα ημερολόγια του τον Μάη του 1936:
"Από εδώ και στο εξής οι πίνακές μου θα γίνονται, και ήδη γίνονται, μονάχα με περιεχόμενο που θα έχει την αποστολή να καλυτερέψει τον άνθρωπο.
Θέλω τα έργα μου να προξενούν σε κείνονε που θα τα δει ένα χαμόγελο που ταυτοχρόνως θα του υγραίνει και τα μάτια από πίκρα.
Θα δείξω στους ανθρώπους χωρίς ρητορισμούς και εξεζητήσεις πως {ο άνθρωπος} είναι μικρός, πως είναι υποκριτής, πρόστυχος, δολοφόνος, μα που αυτό δεν είναι λόγος για να μην γίνει καλύτερος.
Είναι τέρας ο άνθρωπος.
Θα του δείξω πως πρέπει να αγαπά, όχι μονάχα τους ομοίους του μα όλους τους πλησίον και όλους πάνω στη γη, καλύτερα απ’ ό,τι αγαπά τον εαυτό του.
Θα ’θελα ακόμα η ερχόμενη έκθεσις που θα κάνω, τα έργα να μην τα πουλώ παρά να φωνάζω όλον το λαό να την δει, να χαρούν τα έργα αυτά και άνθρωποι που δεν μπορούν να τα αγοράσουν.
Εκεί θα τείνω.
Όλες οι προσπάθειές μου θα είναι τέτοιες.
Τώρα μελετώ τον Τολστόι.
Το βιβλίο του για την τέχνη.
Βρίσκω εκεί μέσα όλα ό,τι και εγώ συλλογιζόμουν.
Είναι ένα βιβλίο που ξεσκεπάζει όλωνε την ψευτιά, όλωνε την πλαστογραφία της μέχρι σήμερα τέχνης".
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com











Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.