11 Φεβρουαρίου 2026

Ο Αλαίν ντε Μπενουά πέρα από τις ετικέτες


από Κώστας Χατζηαντωνίου

-6 Φεβρουαρίου 2026

Τη χρονιά που πέρασε (2025), ο Alain de Benoist, πνευματικός ηγέτης του γαλλικού κύκλου της GRECE και της (ευστόχως ή όχι) καλούμενης «νέας δεξιάς» για πάνω από μισό αιώνα, συγγραφέας περισσότερων των εκατό βιβλίων και χιλιάδων άρθρων, σε περίπου τριάντα γλώσσες μεταφρασμένος, αλλά μάλλον στο εκδοτικό... underground, εκδόθηκε από οίκο πρώτης γραμμής στη Γαλλία, τον Fayard. Κατ’ ευτυχή σύμπτωση, εκδόθηκε και από ένα μικρό αλλά ξεχωριστού κύρους εργαστήρι ιδεών στην Ελλάδα, το «Μανιφέστο» του Θεόδωρου Παντούλα, του οποίου θα πρέπει το θάρρος εξαρχής να επαινεθεί, δεδομένων των γνωστών παρ’ ημίν εκδοτικών και αναγνωστικών ηθών.

Αν στη Γαλλία οι συζητήσεις ήταν έντονες, ειδικά επειδή το βιβλίο του Αλαίν ντε Μπενουά, το αφιερωμένο στον Ζαν Ζακ Ρουσσώ (Un autre Rousseau: Lumières et contre-Lumières), προσφέρει μια νέα, θετική ανάγνωση του έργου του στοχαστή των Φώτων, αντικρούοντας σε πολλά σημεία εκείνην της διαφωτιστικής αριστεράς αλλά και των αντεπαναστατών δεξιών συγγραφέων (με πρόλογο του Μισέλ Ονφρέ, παλαιού ειδώλου της αριστερής σκέψης που έχει ριφθεί πολλού από το βάθρο του – κι όχι μόνο επειδή είπε ότι «θα προτιμούσα, αν χρειαζόταν, να έχω δίκιο μαζί με τον Αλαίν ντε Μπενουά παρά άδικο μαζί με τον Μπερνάρ- Ανρί Λεβί»), στην Ελλάδα τα πράγματα είναι πιο… ήσυχα, δικαιώνοντας τον εκδότη που εξαρχής αναρωτιόταν σε ποιον απευθύνεται η νεοελληνική απόδοση τού περί τη «νέα δεξιά» προβληματισμού του Γάλλου διανοούμενου, αφού η εγχώρια δεξιά και ακροδεξιά, κατά πλειοψηφία αγράμματες και ιδιοτελείς, ούτε είχαν ούτε έχουν διάθεση συμμετοχής σε τέτοιες συζητήσεις, η δε αριστερά, με την πνευματική και πολιτική της οκνηρία (παρατηρεί ο Θ. Παντούλας) «επικαλείται απλώς τον προοδευτισμό, τον επηρμένο θησαυρισμό αντιστασιακότητας κι έναν παρωχημένο θετικισμό».

Παρά ταύτα δεν έλειψαν και εδώ διασταυρούμενα πυρά: άλλοι επικεντρώνουν στις απόψεις περί φυσικής ανισότητας και άλλοι στον περιβόητο «παγανισμό» του ντε Μπενουά – επιχειρήματα εύκολα μα ικανά να θολώσουν τα νερά όταν ξεχνούμε ακόμη και τα στοιχειώδη: δεν διαβάζουμε για να εξαγνίσουμε και δεν εκδίδουμε για να καθαγιάσουμε. Τα ρήγματα σε μια μονολιθική σκέψη, αυτήν της ολοκληρωτικής νεωτερικότητας, η οποία επισωρεύει καθημερινώς και αδιαλείπτως συμφορές και τραύματα, είναι ισχυρότατο κίνητρο για την έστω καθυστερημένη παρουσίαση ενός πολυσήμαντου έργου, του οποίου οι ιδέες μόνο θετικά αποτελέσματα θα μπορούσαν να έχουν για ένα ώριμο αναγνώστη. Διότι ο γεννημένος πολιτικά ανάμεσα στα ακόμα σιγοκαίοντα ερείπια χαμένων αποικιακών μαχών (μάχες που σημαδεύτηκαν για τους συμμετέχοντες από αδύναμο ιδεολογικό περιεχόμενο και μια ιστορική διαγραφή των ολοένα και πιο θολών αξιών τους), Alain de Benoist, συλλαμβάνοντας από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 την επιτακτική σημασία της αναψηλάφησης του ευρωπαϊκού πολιτισμού και όσων συναπαρτίζουν αυτόν (εθνοπολιτισμικά, ιστορικά, θρησκευτικά, οικονομικά και επιστημονικά), άνοιξε τον δρόμο στον επαναπροσδιορισμό αξιών που απορρέουν από αυτές τις ταυτοποιήσεις και αφορούν τη σύγχρονη ζωή.

Ο Αλαίν ντε Μπενουά κατάλαβε πολύ νωρίς ότι αυτή η αναψηλάφηση έπρεπε να τοποθετηθεί στο επίπεδο των ιδεών, στο πεδίο της μεταπολιτικής, προκειμένου να μπορέσει στη συνέχεια να ενσωματωθεί αποτελεσματικά στην πολιτική. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ξεκίνησε να αποδομεί αριστερές και δεξιές ιδέες, αποκαλύπτοντας μεθοδικά τις κοινές διανοητικές και ηθικές τους καταβολές, βάσει μιας αδυσώπητης ανάλυσης της εσωτερικής τους λογικής. Αναδεικνύοντας έτσι τις συγγένειες και τις αντιφάσεις τους (με πρώτη τον εξισωτισμό) έφθασε στην απόλυτη απόρριψη κάθε οικουμενισμού, κοσμικού ή θρησκευτικού, ως πρώτο βήμα για την ανοικοδόμηση μιας βάσης αξιών, ικανών να φωτίσουν τον νέο αιώνα που θα ερχόταν, με τις βασικές ιδιότητες της ευρωπαϊκής ιδιοφυΐας. Ως αξίες δε της ανοικοδόμησης που πρότεινε, ξεχώρισε με καθαρότητα και πάντα με πάθος για την ποικιλομορφία των λαών και των πολιτισμών (βάσει μιας απόλυτης άρνησης κάθε υποβάθμισης του Άλλου), την επιστροφή στην ιερότητα της φύσης, την αντικατάσταση της ηθικής της αμαρτίας αλλά και της ωφέλειας από μια ηθική τιμής, την κοινοτική αδελφότητα των τάξεων και την ευρωπαϊκή ενότητα, εδραιωμένη στη δημοκρατία και τις περιφέρειες.

Παρότι με απόλυτη συνέπεια αρνήθηκε να συνεργαστεί με πολιτικά σχήματα της άκρας δεξιάς, η αλήθεια είναι ότι ο ντε Μπενουά δεν γλίτωσε αυτή την «ετικέτα». Ακόμη και η «νέα δεξιά» (πρόταση που διατυπώθηκε πριν από δεκαετίες και από την οποία αποστασιοποιήθηκε όταν κατάλαβε ότι ο κόσμος που αγαπούσε ή απεχθανόταν τον όρο «δεξιά» ήταν αδύνατο να στοχαστεί ελεύθερα και προτιμούσε τις παλαιές εκδοχές που γνώριζε και ήξερε πώς να αποδέχεται ή πώς να απορρίπτει), δεν μπόρεσε ως όρος να βρει ένα νόημα πέρα από το δίπολο Αριστερά- Δεξιά, το οποίο, παρότι παραπειστικό και ξεπερασμένο από την πραγματικότητα, εξακολουθεί να ορίζει τις αντιδράσεις του πλήθους και να χρησιμοποιείται τόσο από απελπισμένους ιδεαλιστές όσο και από αρτηριοσκληρωτιικούς αντικομουνιστές. Ο ατυχής (όπως αποδείχθηκε) όρος «νέα δεξιά», που γεννήθηκε το 1968 (χρονιά κομβική για όλη την ευρωπαϊκή νεολαία), όχι ως πολιτικό κίνημα αλλά ως σχολή σκέψης, μπορεί να προερχόταν από τον συντηρητικό ή και τον αντιδραστικό χώρο (του Βισύ ή και της Αντεπανάστασης), διακινήθηκε ωστόσο από νέους που με πίστη στις ιδέες και στον θεμελιώδη ρόλο αυτών στην εξέλιξη της Ιστορίας, ζητούσαν μιαν άλλη, πιο φυσική προοπτική από την αναπαραγωγή του παλιού ή την απλή αντίδραση στην εξέγερση της αριστεράς. Δεν ήταν στρατηγική για την επιβολή διανοητικής ηγεμονίας, πολλού γε και δει για την αναρρίχηση σε φιλελεύθερα υπουργεία. Ωστόσο δεν έγινε ποτέ σαφές πώς αυτή η ανανέωση ιδεών θα εγκεντριζόταν και στην πολιτική. Διότι η απαξίωση κομμάτων, συνδικάτων και όλων των κλασικών μορφών διεκδίκησης και άσκησης εξουσίας ή ακόμη και αυτή η κατάρρευση των διαχωριστικών γραμμών δεξιάς και αριστεράς, δεν αποκαθήλωσαν το Πολιτικό.

Ας μιλήσουμε όμως λίγο πιο ειδικά για τη συγκεκριμένη έκδοση στην Ελλάδα από το «Μανιφέστο». Βάση της είναι αφιέρωμα του περιοδικού «Eléments» (τεύχος 94, Φεβρουάριος 1999), με τίτλο «Η νέα δεξιά του έτους 2000», εμπλουτισμένο με ένα διαφωτιστικό πρόλογο του εκδότη Θ. Παντούλα και τρία αξιοσημείωτα άρθρα- του Μασσιμιλιάνο Κάπρα (για τις οικονομικές ιδέες της Νέας Δεξιάς), του Κλάουντιο Κάπο (για τον παγανιστικό χαρακτήρα της σχολής) και του ημέτερου Διον. Σκλήρη (για τον άγριο πλουραλισμό των ιδεών του ντε Μπενουά και την προκλητική ιδέα ενός διαλόγου με την ορθόδοξη παράδοση). Η απόσταση του χρόνου, σε κάποιο άλλο πολιτικό δοκίμιο, θα ήταν εξαρχής στοιχείο προβληματικό. Το καταπληκτικό όμως στην περίπτωση αυτής της έκδοσης (και αποκαλυπτικό του βάθους της σκέψης του ντε Μπενουά), είναι πως τίποτε δεν φαίνεται παλιό. Μεταπολιτικό μανιφέστο ή ανθρωπολογικό δοκίμιο, το μικρό αυτό βιβλίο συνιστά πολύτιμο κλειδί όχι τόσο κατανόησης της «νέας δεξιάς» ως μιας πολιτικής και πολιτισμικής κοσμοθεωρίας (που, όπως ήδη είπαμε, δεν βρήκε εφαρμογή άξια λόγου), όσο αποκαθήλωσης των χάρτινων οχυρών μιας διανοητικής δικτατορίας που κρύβεται κακότεχνα πίσω από το αγοραίο μοντέλο ανάπτυξης, πίσω από τις υλιστικές αρχές του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού και κυρίως της καταναλωτικής κοινωνίας, είτε αυτές παρελαύνουν με τα παρδαλά ρούχα του γουόκ είτε ορθώνονται με την μάτσο χυδαιότητα του τραμπικού αμερικανισμού.

Το βιβλίο πραγματεύεται ζητήματα καίρια (όπως η νεωτερικότητα και η μετα- νεωτερικότητα, ο ατομικισμός και οι κοινότητες, η παγκοσμιοποίηση και οι συνέπειές της, η εμπορευματοποίηση του κόσμου, η σχέση ανθρώπου- τεχνολογίας, η ισότητα που διευρύνει τις ανισότητες, η οικολογική κρίση, η αποανάπτυξη κ.ά.), με σπάνια οξυδέρκεια που οδηγεί επαγωγικά στην απόρριψη της ηγεμονίας του οικονομισμού και του ατλαντισμού και στο όραμα μιας μετα- πολιτικής δραστηριότητας που θα επαναθεμελιώσει την Ευρώπη στην κοινοτική ζωή. Οι περιπτώσεις, Οι βάσεις και Οι προσανατολισμοί είναι τα τρία κύρια μέρη του βιβλίου. Η κριτική ανάλυση της εποχής μας, με εγκάρσια διεπιστημονική προσέγγιση για όλες σχεδόν τις συμβατικές διαχωριστικές γραμμές του σύγχρονου κόσμου, αναδεικνύει πώς με την αυτάρεσκη λογική αποκλεισμού κάθε τρίτης εκδοχής των πραγμάτων, δομούνται οι πλασματικές αντιθέσεις που συγκαλύπτουν το ουσιώδες και αναστέλλουν την επιβαλλόμενη ριζική αναθεώρηση τρόπων σκέψης, απόφασης και δράσης. Αξιοποιώντας ακόμη και τα πιο διαφορετικά θεωρητικά κεκτημένα από την ιστορία των ιδεών (προς οργή φυσικά των διαφόρων επιτηρητών της σκέψης που ομονοούν για την παγίωση των ιδεολογικών ορθοδοξιών, ώστε να αποτρέπουν κάθε νέα σύνθεση), η περί τον Αλαίν ντε Μπενουά κοινότητα στοχασμού και εργασίας, έθετε πριν απ’ όλα στο στόχαστρο την περιβόητη «νεωτερικότητα», το πολιτικό και φιλοσοφικό κίνημα των τριών τελευταίων αιώνων της δυτικής ιστορίας. Τι εννοούμε όμως νεωτερικότητα, ειδικά σήμερα;

Ο ντε Μπενουά την εντοπίζει σε πέντε κύριες συγκλίνουσες διεργασίες: α. την εξατομίκευση, μέσω της καταστροφής των παλαιών κοινοτήτων του ανήκειν, β. τη μαζικοποίηση, μέσω υιοθέτησης τυποποιημένων συμπεριφορών και τρόπων ζωής, γ. την αποϊεροποίηση, μέσω της υποχώρησης των μεγάλων θρησκευτικών αφηγήσεων προς όφελος μιας επιστημονικής ερμηνείας του κόσμου, δ. τον εξορθολογισμό, με την κυριαρχία της εργαλειακής σκέψης, μέσω των εμπορικών συναλλαγών και της τεχνολογικής αποτελεσματικότητας, ε. την παγκοσμιοποίηση, μέσω της πλανητικής επέκτασης ενός μοντέλου κοινωνίας που θεωρείται, εμμέσως, ως το μόνο λογικά δυνατό κι επομένως ανώτερο. Η φιλοσοφία αυτή, προφανώς, δεν είναι νέα, έχει παμπάλαιες ρίζες: με πολλούς τρόπους, αντιπροσωπεύει μια εκκοσμίκευση εννοιών και προοπτικών δάνειων από τη χριστιανική μεταφυσική, που όμως μεταφέρθηκαν στην κοσμική ζωή, αφού πρώτα τις εκκένωσαν από κάθε διάσταση υπερβατικότητας.

Η διαδικασία αυτή, δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς, είχε «απελευθερωτικές» διαστάσεις. Οι συνέπειες όμως υπήρξαν τραγικές. Τα άτομα, αποσπασμένα από τις κοινότητες που τα προστάτευαν, δίνοντας νόημα και υπόσταση στην ύπαρξή τους, βρίσκονται πλέον κάτω από το πέλμα τεράστιων μηχανισμών εξουσίας και λήψης αποφάσεων, ενώπιον των οποίων η ελευθερία τους κατέστη τυπική. Υφίστανται την παγκοσμιοποιημένη εξουσία της αγοράς, της τεχνοεπιστήμης ή της επικοινωνίας, χωρίς να μπορούν να αποφασίσουν για την πορεία τους. Επιπροσθέτως, η υπόσχεση της ισότητας έχει υποστεί μια διπλή χρεωκοπία: ο κομμουνισμός την πρόδωσε εγκαθιδρύοντας τα γνωστά δολοφονικά καθεστώτα, ο καπιταλισμός τη γελοιοποίησε νομιμοποιώντας με θεωρητική ισονομία τις πιο απεχθείς οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες. Η νεωτερικότητα διακήρυξε «δικαιώματα», χωρίς να προσφέρει τα μέσα για την ενάσκησή τους. Διόγκωσε τις ανάγκες και δημιουργεί συνεχώς νέες ενώ εξασφαλίζει την πρόσβαση σε αυτές σε μια μικρή μειοψηφία, η οποία τροφοδοτεί την απογοήτευση και την αγανάκτηση όλων των άλλων. Έτσι, η ιδεολογία της προόδου, η οποία ανταποκρινόταν στις προσδοκίες των ανθρώπων, καλλιεργώντας την υπόσχεση ενός ολοένα και καλύτερου κόσμου, κατέρρευσε. Δεν είναι πλέον φορέας ελπίδας αλλά φόβου, παρά την αέναη καινοφάνειά της.

Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα στοχαζόμενος, ο ντε Μπενουά θα ορίσει τον φιλελευθερισμό, την κυρίαρχη ιδεολογία της νεωτερικότητας, ως «κύριο εχθρό». Καταλογίζει στη φιλελεύθερη σκέψη πως αφού κατέστησε την οικονομία αυτόνομη από την ηθική, την πολιτική και την κοινωνία (στις οποίες ήταν ενσωματωμένη κάποτε), ανήγαγε την εμπορική αξία ως υπέρτατη παράμετρο της κοινωνικής ζωής. Η έλευση της «βασιλείας της ποσότητας», επιβραβευμένη από το «αόρατο χέρι» της αγοράς, περιγράφεται ως μετατόπιση από τις οικονομίες της αγοράς στις κοινωνίες της αγοράς, δηλαδή ως επέκταση των νόμων της εμπορικής συναλλαγής σε όλα τα πεδία της ύπαρξης. Ο άνθρωπος όμως, υποστηρίζει ο Αλαίν ντε Μπενουά, ως έμβια περίπτωση εξακολουθεί να είναι ον ριζωμένο, επαπειλούμενο και «ανοιχτό». Η δε ανθρώπινη ύπαρξη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις κοινότητες και τα κοινωνικά σύνολα στα οποία γεννιέται. Η ιδέα μιας πρωτόγονης φύσης στην οποία συνυπήρχαν αυτόνομα άτομα είναι επινόηση: η κοινωνία δεν προκύπτει από ένα συμβόλαιο που συνάπτουν οι άνθρωποι με στόχο τη μεγιστοποίηση του δικού τους συμφέροντος, αλλά από μια αυθόρμητη ένωση. Εδώ ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας της ιδέας της επιστροφής στις κοινότητες και στις πολιτικές συνάξεις ανθρώπινων διαστάσεων, ώστε να καταστεί δυνατή η αντιμετώπιση της περιθωριοποίησης, της διάλυσης του κοινωνικού δεσμού και της απανθρωποποίησης των καιρών μας. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος για να επανανομιμοποιηθεί η δημοκρατία, το κατεξοχήν πολιτικό καθεστώς, πέρα από υφαρπαγές της νομιμότητας, όπως οι πρόσφατες μορφές εξουδετέρωσης της πολιτικής μέσω της «ηθικής» (ιδεολογία ανθρωπίνων δικαιωμάτων), της οικονομίας (εμπορική παγκοσμιοποίηση), του «δικαίου» (κυριαρχία δικαστών) ή των μέσων ενημέρωσης (κοινωνία θεάματος).

Ιδιαίτερα πρέπει να προσεχθεί, νομίζω, το τρίτο μέρος του βιβλίου («Οι Προσανατολισμοί»), το οποίο ξεκινά με τις θέσεις κατά της ομογενοποίησης και του φυλετισμού και υπέρ των ισχυρών ταυτοτήτων και του δικαιώματος στη διαφορά που είναι μια αρχή έγκυρη μόνο λόγω της γενικότητάς της: επιτρέπεται να υπερασπιστεί κανείς τη δική του διαφορά μόνον όταν υπερασπίζεται και τη διαφορά των άλλων. Υποστηρίζοντας τους λαούς στον αγώνα τους κατά του δυτικού ιμπεριαλισμού, ο ντε Μπενουά καταδικάζει τον ρατσισμό που διακρίνει ανώτερες και κατώτερες φυλές ή συνάγει την αξία ενός ατόμου από τη φυλετική του ένταξη, αλλά επισημαίνει και τον αρνητικό χαρακτήρα της μαζικής μετανάστευσης, η οποία συνεπάγεται ουσιαστικά ένα τρόπο καταναγκαστικού ξεριζωμού, τα κίνητρα του οποίου είναι τόσο οικονομικά –μετακινήσεις από τις φτωχές χώρες προς πλούσιες με χαμηλότερη δημογραφική ζωτικότητα– όσο και συμβολικά: ελκυστικότητα του δυτικού πολιτισμού, υποτίμηση των αυτοχθόνων πολιτισμών, καταναλωτικός τρόπος ζωής.

Αυτή η πίστη στη διαφορά αλλά και οι οικονομικές ιδέες του μανιφέστου (που επιζητώντας μια οικονομία στην υπηρεσία του πραγματικού κόσμου, ενάντια στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό, προτείνει ριζοσπαστικά μέτρα, όπως η φορολόγηση στις κινήσεις κεφαλαίων, διαγραφή του χρέους του τρίτου κόσμου, χειραφέτηση των τοπικών οικονομιών από τις επιταγές της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και κυρίως, μια διαδικασία απο- ανάπτυξης για να διασωθεί τελικά ο πλανήτης), είναι προφανές ότι θα μπορούσε να συντελέσει στην υπέρβαση των παλαιών πολιτικών διαιρέσεων και θα είχε ως συνέπεια αναπόφευκτες συγκλίσεις μεταξύ μιας αριστεράς, που θα είναι σε θέση να εγκαταλείψει τον «προοδευτισμό», και μιας δεξιάς που θα καταφέρει να διακόψει τις σχέσεις της με τον αυταρχισμό, τη μεταφυσική της υποκειμενικότητας και τη λογική του κέρδους. Αυτή η σύγκλιση ενάντια στη Νέα Τάξη, θα μπορούσε να κάνει δυνατή την πολιτική αυτονομία που θα εκκινεί από τη βάση, σε μια ομοσπονδιακή Ευρώπη, αφού το έθνος- κράτος είναι πλέον πολύ μεγάλο για να αντιμετωπίσει μικρά προβλήματα και πολύ μικρό για να αντιμετωπίσει τα μεγάλα. «Σε έναν παγκοσμιοποιημένο πλανήτη», γράφει ο Αλαίν ντε Μπενουά, «το μέλλον ανήκει στις μεγάλες ομάδες πολιτισμών που είναι σε θέση να οργανωθούν σε αυτοτελείς περιοχές και να εφοδιαστούν με επαρκή δύναμη για να αντισταθούν στις επιρροές των άλλων. Έτσι η Ευρώπη απέναντι στις ΗΠΑ και στους νέους αναδυόμενους πολιτισμούς, καλείται να οικοδομηθεί σε ομοσπονδιακή βάση, αναγνωρίζοντας την αυτονομία όλων των συνιστωσών της και οργανώνοντας τη συνεργασία μεταξύ των περιφερειών και των εθνών που την απαρτίζουν».

Δεν είμαι καθόλου σίγουρος για τον πραγματισμό της ευχής αυτής. Και θα ήταν λάθος άλλωστε να δούμε τις προτάσεις του ντε Μπενουά ως πνευματικό οδηγό. Πρώτα- πρώτα διότι λείπει το μεταφυσικό κέντρο. Και (όπως πολύ σωστά σημειώνει στον πρόλογό του ο Θ. Παντούλας), «δεν επανακτάται μια πνευματικότητα χωρίς μεταφυσικό κέντρο». Πρόκειται για ένα κενό από το οποίο περνούν στο ενδιαφέρον, όντως, οικοδόμημα της σκέψης του Γάλλου στοχαστή, οι ψυχρές ριπές του μηδενός. Όχι μόνον επειδή αγνοεί την κοινοτική Ορθοδοξία ή την κοσμοϊστορική σημασία του εκχριστιανισμού του Ελληνισμού σε μια σύνθεση που διασώζει την ελληνική έννοια της Φύσης και την κοινοτική επιτέλεση της Πόλης, δηλαδή τα επιτεύγματα που θα μπορούσαν να αντιπαρατεθούν στην παρακμή των καιρών μας. Αλλά γιατί δείχνει να αγνοεί και επιτεύγματα της δικής του φραγκοκαθολικής μυστικής παράδοσης που δεν είναι καθόλου αμελητέα. Κενό σοβαρό λοιπόν που –ίσως– ήταν κρίσιμο και για την τελική αποτυχία της «νέας δεξιάς». Μα όχι αιτία για να προσπεράσουμε αδιάφορα αυτή τη σκέψη, δίνοντας χαρά στη σύγχρονη… μη- σκέψη, που απογοητευμένη από την αποτυχία του νεωτερικού εγχειρήματος, μετατράπηκε σιγά- σιγά σε διανοητική αστυνομία, με αποστολή να αφορίζει όλους όσους απομακρύνονται από τα δόγματα της κυρίαρχης ιδεολογίας. Ο ντε Μπενουά, πολύ πιο έντιμος από «μετανοημένους» επαναστάτες (που έχουν ευθυγραμμιστεί με το σύστημα, διατηρώντας όμως παλιές αγάπες, όπως τη ροπή για εκκαθαρίσεις και αναθέματα) και πολύ πιο σύγχρονος από ιερατεία με επιλεκτική αγανάκτηση, προσπάθησε να κατανοήσει τον αιώνα που έζησε, χωρίς να αναμασά παρωχημένα δόγματα, χωρίς να ανακυκλώνει επιχειρήματα που δεν είναι τίποτα περισσότερο από εργαλεία αποκλεισμού ή απαξίωσης, χωρίς να υποβαθμίζει την πολιτική σε απλή διαχείριση μιας ολοένα και πιο προβληματικής ανάπτυξης που αποκλείει την επιλογή μιας ριζικής αλλαγής της κοινωνίας ή, ακόμη- ακόμη, τη δυνατότητα μιας τίμιας συζήτησης για το νόημα της συλλογικής ζωής.

Και για τούτο αξίζει να τον μελετούμε: διότι πλήρωσε αυτή την εντιμότητα, όπως κάθε άνθρωπος που υποστήριξε «αποκλίνουσες» θέσεις, κατηγορούμενος για συμπάθεια προς ιδέες που παρουσιάζονται ως μπαμπούλες. Οι λογοκριτές ανέκαθεν αρέσκονταν να κυνηγούν προθέσεις. Αν όμως αρχίσουμε να κρίνουμε προθέσεις, οι αντίπαλοί του είναι μάλλον πιο επικίνδυνοι από έναν άνθρωπο ο οποίος κήρυξε την επιστροφή στην κριτική σκέψη και την απόλυτη ελευθερία της έκφρασης. Ενάντια σε κάθε λογοκρισία, ενάντια στις ιδέες μιας χρήσεως ή στη ματαιότητα των εφήμερων τάσεων, ο Αλαίν ντε Μπενουά επιβεβαιώνει περισσότερο από ποτέ την ανάγκη για ελεύθερη σκέψη (έξω αλλά και μέσα στα ματωμένα απόνερα του 19ου και 20ου αιώνα που πνίγουν τις νέες συνθέσεις) και προσκαλεί σε ένα κοινό μέτωπο των ελεύθερων πνευμάτων ενάντια στους κληρονόμους του Ταρτούφου και του Τορκεμάδα. Γιατί η πιο ολοκληρωτική εξουσία δεν είναι αυτή που στερεί την ελευθερία, αλλά εκείνη που μας κάνει να ξεχάσουμε το νόημά της. Εκείνη που εμπορευματοποιεί τα σώματα και τις ψυχές, εκείνη που παρουσιάζεται ως summum bonum αλλά στην πράξη οδηγεί στην άγρια αποπροσωποποίηση (υποδουλώνοντας τον άνθρωπο στην αγορά) και στην αποξένωση, εκείνη που τον καταβαραθρώνει αισθητικά και τον ρίχνει σε μια χρόνια ηθική αμνησία, λίγο πριν παραδώσει το πνεύμα του στην άνοια και το σώμα του σε κάποιο κρεματόριο για να γίνει στάχτη και καπνός.

[Για το βιβλίο Benoist Alain, De – Chapetier Ch. Νέα δεξιά – Μεταπολιτικό Μανιφέστο, Εκδόσεις Manifesto, Αθήνα 2025]


ΠΗΓΗ:https://antifono.gr/benoua-pera-apo-tis-etiketes/?fbclid=IwdGRjcAP2dRhjbGNrA_Z0qGV4dG4DYWVtAjExAHNydGMGYXBwX2lkDDM1MDY4NTUzMTcyOAABHrmvrrpyAU3KBWC5dtCXkhcYbjkQ1XVmr_uLTVkohwn7mL1C2pe5hqaXME1C_aem_9ATzUWg_Smyoxl_Wd1dG7A
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.