Δημοσιεύουμε σε συνέχειες το κεφάλαιο για τον Ιωάννη Καποδίστρια από το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, 1821-2021, Ρέκβιεμ ή Αναγέννηση (Εναλλακτικές Εκδόσεις).
Η οργάνωση του Κράτους
Ο Καποδίστριας έσπευσε να δημιουργήσει κρατικό μηχανισμό, κυριολεκτικώς εξ υπαρχής, εργαζόμενος με πυρετώδεις ρυθμούς. Ο ίδιος είχε αρνηθεί να λαμβάνει τον οποιοδήποτε μισθό και προσπάθησε να επιβάλει την αντίληψη και τους ρυθμούς του σε ολόκληρη τη διοίκηση. Από τα 180 άτομα της κεντρικής διοίκησης διατήρησε μόλις ένδεκα(!) οι οποίοι μαζί με τον κυβερνήτη εργάζονταν ασταμάτητα από τις πέντε το πρωί έως τις δέκα το βράδυ και τις περισσότερες ημέρες κοιμόντουσαν πάνω στα γραφεία τους. Έτσι περιέκοψε αποφασιστικά τις κρατικές δαπάνες στρέφοντας όμως εναντίον του ένα μεγάλο μέρος των άεργων νεαρών λογίων της πρωτεύουσας. Δημιούργησε ενιαία διοικητική μηχανή και περιόδευε διαρκώς σε όλες τις επαρχίες συνομιλώντας κατ’ εξοχήν με τους ίδιους τους ξωμάχους και τους βοσκούς για να σχηματίζει προσωπική εικόνα της κατάστασης.
Φρόντισε να δημιουργήσει αίσθημα ασφάλειας στους πολίτες και ενίσχυσε τις αστυνομικές δυνάμεις, χωρίς βέβαια να λείπουν οι υπερβάσεις και η κατάχρηση εξουσίας από αστυνομικά όργανα, οι οποίες θα πολλαπλασιαστούν μετά το 1830 ενισχύοντας τις αιτιάσεις για αστυνομικό κράτος. Ανέθεσε ταυτόχρονα στον Ανδρέα Μιαούλη το καθήκον της εξάλειψης της πειρατείας – μόνιμη πηγή αντιπαράθεσης με εκείνους τους Ευρωπαίους οι οποίοι, με αφορμή την πειρατεία, υποστήριζαν πως οι Έλληνες δεν είχαν τη δυνατότητα να αυτοκυβερνηθούν.
Ως προς τα οικονομικά, η διακυβέρνησή του κατόρθωσε να αυξήσει τα έσοδα του κράτους μέσω της κεντρικής φορολογίας επιτυγχάνοντας παράλληλα σημαντικές εισφορές από τον παροικιακό ελληνισμό και τους φιλέλληνες (όπως ο Εϋνάρδος). Ίδρυσε τη βραχύβια «Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα», ενώ προσπάθησε να εισαγάγει και εθνικό νόμισμα, τον φοίνικα. Μάλιστα, για να χτυπήσει τα μεγάλα τοπικά συμφέροντα, η εκμίσθωση των προσόδων των επαρχιών έπαψε να πραγματοποιείται σε ενιαία σύνολα αλλά επιμερίζονταν σε φορολογικές ενότητες, ώστε να μπορούν να συμμετέχουν στη δημοπρασία περισσότεροι υποψήφιοι εκμισθωτές.
Επέμεινε ιδιαίτερα στην τόνωση της αγροτικής και βιοτεχνικής παραγωγής – άλλωστε οι αγρότες και οι βιοτέχνες αποτελούσαν και το βασικό του κοινωνικό στήριγμα. Με τη μεσολάβησή του, οι Γάλλοι του Μαιζόν δίδαξαν στους ντόπιους νέες μορφές καλλιεργειών, ενώ συστηματοποίησε και την καλλιέργεια της πατάτας.
Πάντως δεν κατόρθωσε να υλοποιήσει την υπόσχεσή του για τη διανομή των εθνικών γαιών, τόσο διότι αυτές αποτελούσαν υποθήκη για τα δάνεια όσο και διότι ο κρατικός μηχανισμός δεν είχε την οργανωτική δυνατότητα να την φέρει σε πέρας, δεδομένης της χαώδους κατάστασης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των σχετικών εκτάσεων και της έλλειψης κτηματολογίου. Άλλωστε, πολλοί αγωνιστές θα χρεώνονταν υπερβολικά για να τις κρατήσουν και έτσι αυτές θα κατέληγαν σε τοκογλύφους ή σε πλούσιους προκρίτους. Και έτσι το ζήτημα θα διαιωνίζεται και μόλις το 1871 θα λυθεί από τον Αλέξανδρο Κουμουνδούρο.
Τον Οκτώβριο του 1828 ίδρυσε Ορφανοτροφείο στην Αίγινα για τα αναρίθμητα ορφανά του πολέμου, που συγκέντρωσε γύρω στα 450 παιδιά, και το οποίο αποτελούσε ταυτόχρονα και εκπαιδευτήριο. Έθεσε επικεφαλής της εκπαίδευσης τον Κερκυραίο λόγιο –φίλο του Κλωντ Φωριέλ και του Διονυσίου Σολωμού αργότερα–, Ανδρέα Μουστοξύδη. Επέμενε κατ’ εξοχήν στην επέκταση της στοιχειώδους εκπαίδευσης, σύμφωνα με την «λανκαστριανή» αλληλοδιδακτική μέθοδο, όπου οι μεγαλύτεροι μαθητές δίδασκαν τους μικρότερους. Το 1829 ίδρυσε, μέσα στο Ορφανοτροφείο, Πρότυπο Σχολείο για προχωρημένους μαθητές, ενώ τον Νοέμβριο του 1829 άρχισε να λειτουργεί και Κεντρικό Σχολείο που θα προετοίμαζε τους μαθητές για ανώτατες σπουδές. Δημιούργησε τέλος πρότυπη Γεωργική Σχολή στην Τίρυνθα, καθώς και Εκκλησιαστική και Μουσική Σχολή. Στις αρχές του 1831, τρία έτη μετά την άφιξή του, λειτουργούσαν στην Ελλάδα 121 αλληλοδιδακτικά σχολεία για 9.737 μαθητές. Ήταν ο πρώτος που οραματίστηκε την ίδρυση Πανεπιστημίου, παρότι αντίθετος στην άμεση λειτουργία του, την οποία θεωρούσε εντελώς εξωπραγματική, ελλείψει και υποψηφίων φοιτητών, γεγονός για το οποίο, εντελώς άστοχα, κατηγορήθηκε από τον Κοραή και άλλους ως «φωτοσβέστης». Εντούτοις, τη βασιμότητα των δισταγμών του καταδεικνύει το γεγονός ότι, όταν το 1837 άρχισε να λειτουργεί το υποτυπώδες οθωνικό πανεπιστήμιο, σε αυτό γράφτηκαν μόλις 52 φοιτητές, εκ των οποίων οι 18 μόνο παρακολουθούσαν τις παραδόσεις των 33 καθηγητών (!) και ελάχιστοι έλαβαν κάποιο πτυχίο από αυτό.

Η αναγνώριση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους
Εκεί όπου οι φίλοι αλλά και οι πολυάριθμοι εχθροί του Κυβερνήτη συμφωνούν είναι ως προς την αποφασιστική και κυριολεκτικά αψεγάδιαστη συμβολή του στη δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Άλλωστε, πολλοί Ευρωπαίοι συμφωνούσαν με τον Γκομπινώ ότι ήταν ισάξιος του Ταλεϋράνδου και του Μέτερνιχ. Τα δύο βασικά προβλήματα που αντιμετώπιζε αφορούσαν τα όρια του νέου κράτους και τον βαθμό της ανεξαρτησίας του· μάλιστα χρησιμοποιεί την εμπέδωση της κρατικής ισχύος στο εσωτερικό ώστε να καταστήσει το νέο κράτος αξιόπιστο ενώ εκμεταλλεύεται με μαεστρία τις αντιθέσεις των μεγάλων δυνάμεων μεταξύ τους και με την Πύλη.
Η πολιτική της Ρωσίας, μετά την άνοδο του Νικολάου στην εξουσία, δείχνει να επιστρέφει στην πατροπαράδοτη αντιπαλότητα έναντι της Τουρκίας, σε αντίθεση με τον Αλέξανδρο που είχε εγκαταλείψει το ελληνικό ζήτημα αποκλειστικά στα χέρια της Βρετανίας. Έτσι ο Τζώρτζ Κάνινγκ, υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας, θα συνομολογήσει με τη Ρωσία το Πρωτόκολλο της Πετρούπολης, στις 4/4/1826, που για πρώτη φορά αναγνώριζε ένα ελληνικό κρατικό μόρφωμα έστω φόρου υποτελές – συμφωνία με την οποία θα συνταχθεί και η Γαλλία καθώς η Έξοδος του Μεσολογγίου που ακολούθησε αμέσως μετά θα προκαλέσει μια «έκρηξη» φιλελληνισμού στη χώρα.
Καθώς πλέον δρομολογείται η ανάληψη της εξουσίας από τον Καποδίστρια, οι τρεις δυνάμεις θα υπογράψουν, στις 6/7/1827, το πρώτο Πρωτόκολλο του Λονδίνου με το οποίο αναγνωριζόταν αυτόνομο ελληνικό κράτος. Επρόκειτο για το διπλωματικό προοίμιο του Ναβαρίνου, καθώς καλούσε τους εμπολέμους σε ανακωχή εντός 15 ημερών. Σε περίπτωση που οι τουρκο-αιγυπτιακές δυνάμεις δεν θα συμμορφώνονταν, το ναυτικό των τριών χωρών είχε εξουσιοδοτηθεί να χρησιμοποιήσει ακόμα και «το τηλεβόλον» εάν χρειαστεί, όπως και έγινε στο Ναβαρίνο στις 28/10/1827. Παρότι ο Τζωρτζ Κάνινγκ, που είχε αναλάβει την πρωθυπουργία, θα πεθάνει πριν τη ναυμαχία (στις 8 Αυγούστου), οι φιλότουρκοι Τόρηδες που τον αντικατέστησαν δεν κατόρθωσαν να αναιρέσουν τις ληφθείσες αποφάσεις. Άλλωστε, η Ναυμαχία αποτελούσε «έναν θρίαμβο των λαών κατά των βασιλέων… Ο φιλελληνισμός δεν ήτο μόνον ονειροπόλημα ακάκων ενθουσιωδών ψυχών, αλλά δύναμις πραγματική» (Μέντελσον, Α΄, 770-771). Τα 3.500 ζεύγη από τα κομμένα αυτιά του Μεσολογγίου έμελλαν να πληρωθούν ακριβά. Και όχι μόνο με τη μακάβρια πυραμίδα των 1500 κεφαλών που έστησε ως απάντηση ο Καραϊσκάκης στην Αράχωβα, αλλά με την αρχή του τέλους της τουρκικής παρουσίας στα επαναστατημένα εδάφη.
Ο Καποδίστριας, ήδη πριν έλθει στην Ελλάδα, επιχειρούσε να διευρύνει κατά το δυνατό τα όρια του μελλοντικού κράτους και, σε επιστολή του προς τον Άγγλο υπουργό Αποικιών, Ουίλμοτ Όρτον, στις 3 Οκτωβρίου 1827, επιμένει πως τα όρια της Ελλάδας … «διεγράφησαν από του 1821 διά του αίματος του χυθέντος εις τας σφαγάς των Κυδωνιών, της Κύπρου, της Χίου, της Κρήτης, των Ψαρών, του Μεσολογγίου, και εις τας πολυαρίθμους ναυμαχίας τε και πεζομαχίας εν αις εδοξάσθη το γενναίον τούτο έθνος».
Ο κυβερνήτης ωρίς ακόμα να επικεντρώνεται στο ζήτημα του καθεστώτος που θα διείπε το νέο κράτος, -καθώς γνώριζε ότι και η Ρωσία υποστήριζε αυτονομία και όχι ανεξαρτησία-, επέμενε κυρίως στη διασφάλιση ευρύτερων συνόρων. Άλλωστε ήταν πεπεισμένος πως η αδιαλλαξία των Τούρκων θα καθιστούσε ανενεργή κάθε συμβιβαστική πρόταση.
Εν τούτοις, μετά τον θάνατο του Κάνινγκ, η νέα φιλότουρκη αγγλική «γραμμή», σε ένα νέο Πρωτόκολλο, στις 4/16 Νοεμβρίου 1828, θα συρρικνώνει τα όρια του νέου κράτους στην Πελοπόννησο και τις Κυκλάδες. Ωστόσο, ο Καποδίστριας μπόρεσε να χρησιμοποιήσει επιδέξια τη φιλελληνική στροφή της γαλλικής πολιτικής και τον ρωσοτουρκικό πόλεμο που είχε ήδη εκραγεί. Οι Γάλλοι θα αποστείλουν μάλιστα, τον Αύγουστο του 1828, εκστρατευτική δύναμη 15.000 ανδρών υπό τον στρατηγό Μαιζόν στην Πελοπόννησο. Ο Καποδίστριας, γνωρίζοντας πως η Αγγλία δεν επιθυμούσε να συμπεριληφθεί η Στερεά στο νέο κράτος, ενισχύει την ελληνική παρουσία στην περιοχή: «ἐδιοργάνισε 20 τάγματα ἀπὸ τὰ Ρουμελιώτικα στρατεύματα», διότι «οἱ τρεῖς δυνάμεις ἀποφασίζουν μόνον τὴν Πελοπόννησον καὶ μέρος νησιά, καὶ δὲν ἔχουν σκοπὸν νὰ μᾶς πλατύνουν τὰ σύνορα» γι’ αυτό και πρέπει να «εὑρίσκονται τὰ στρατεύματα τὰ Ρουμελιώτικα εἰς τὰ ἄρματα εἰς τὰ σύνορά τους». Αυτή η τακτική επισφραγίζεται με τη μεγάλη νίκη της Πέτρας: πράγματι, στις 12 Σεπτεμβρίου 1829, οι 8.000 Τούρκοι που αποχωρούσαν εσπευσμένα από την Αθήνα ηττήθηκαν από τον Δημήτριο Υψηλάντη μεταξύ Θήβας και Λειβαδιάς και παρέδωσαν ολόκληρη την Ανατολική Ελλάδα εκτός από το φρούριο Καραμπαμπά, στη Χαλκίδα, και την Ακρόπολη των Αθηνών.
Τελικώς, η ήττα της Τουρκίας στον ρωσοτουρκικό πόλεμο θα την υποχρεώσει, με τη Συνθήκη της Αδριανούπολης, τον Σεπτέμβριο του 1829, να αποδεχθεί ένα αυτόνομο ελληνικό κράτος με διευρυμένα σύνορα (γραμμή Παγασητικού-Αμβρακικού).
Η εισβολή του ρωσικού στρατού στη Θράκη κατατρόμαξε τους Άγγλους, τόσο ώστε ο πρωθυπουργός Ουέλλινγκτον προς στιγμήν έφτασε να συζητά ακόμα και τη δημιουργία ενός βυζαντινού ελληνικού κράτους με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, φοβούμενος ότι η πόλη θα περιέλθει στα χέρια των Ρώσων! Σύντομα όμως επανήλθαν στην πάγια πρόταση της δημιουργίας ενός μικροσκοπικού αλλά ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, διότι φοβούνταν ότι ένα κράτος υποτελές στην Πύλη θα εξαρτιόταν από τη Ρωσία. Σε νέο Πρωτόκολλο, τον Φεβρουάριο του 1830, αναγνωρίσθηκε ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, με όρια μεταξύ των εκβολών του Αχελώου και του Σπερχειού έτσι ώστε να μη συνορεύει η δυτική Ελλάδα με τα αγγλοκρατούμενα Επτάνησα.
Ο Καποδίστριας, έχοντας επιτύχει τον στόχο της πλήρους ανεξαρτησίας, θα επικεντρωθεί τώρα στη διεύρυνση των ορίων του νέου κράτους. Χρησιμοποιεί πλείστες όσες δικαιολογίες για να διατηρεί τις ελληνικές δυνάμεις στη Στερεά Ελλάδα και επιμένει πως τόσο στενά σύνορα δεν θα επέτρεπαν στην Ελλάδα να είναι βιώσιμη. Τελικώς, καθώς Ρώσοι και Γάλλοι στήριζαν τις ενέργειές του, θα υποχρεωθεί να υποχωρήσει και η Αγγλία και θα γίνουν αποδεκτά τα σύνορα στη γραμμή Παγασητικού-Αμβρακικού, στις 14/26 Σεπτεμβρίου 1831, λίγες ημέρες πριν τη δολοφονία του Κυβερνήτη. Εντούτοις, δεν θα κατορθώσει να συμπεριλάβει στα όρια του νέου κράτους τη Χίο, τη Σάμο και προπαντός την Κρήτη. Όπως έγραφε ο υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας, Αμπερντήν: «Η Βρετανική Κυβέρνησις ουδέποτε θα επιτρέψη ώστε η σπουδαία αυτή νήσος περιέλθη εις το κράτος του Καποδιστρίου ή οιασδήποτε άλλης δυνάμεως…» (Π. Καρολίδης).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.