15 Οκτωβρίου 2025

Η ελληνική μειονότητα στην Αλβανία: Μια ιστορική αναδρομή (1912–2025)



γράφει ο Μπάμπης Στέρτσος

Η περιοχή της Βορείου Ηπείρου, που σήμερα ανήκει στην Αλβανία, αποτελεί την κοιτίδα μιας ιστορικής και πολυπληθούς ελληνικής μειονότητας. Η παρουσία του ελληνικού στοιχείου στην περιοχή είναι αδιάλειπτη εδώ και χιλιετίες, με βαθιές ρίζες στην αρχαιότητα και το Βυζάντιο. 

Η ιστορία της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία κατά τον 20ό και 21ο αιώνα είναι μια περίπλοκη και συχνά οδυνηρή αφήγηση αγώνων για την επιβίωση, τη διατήρηση της εθνικής ταυτότητας και τη διεκδίκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων. 

Από την αυγή του 20ού αιώνα, εν μέσω των ανακατατάξεων που έφεραν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, μέχρι τη σκληρή περίοδο του κομμουνιστικού καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα και τη μετάβαση στη δημοκρατία, η ελληνική μειονότητα βρέθηκε στο επίκεντρο γεωπολιτικών ανταγωνισμών και εθνικιστικών πολιτικών, αντιμετωπίζοντας διώξεις, καταπίεση και προσπάθειες αφομοίωσης.


Το παρόν άρθρο αποσκοπεί στην εξέταση της κατάστασης της ελληνικής μειονότητας και της ελληνικής παρουσίας στην Αλβανία από το 1912 έως σήμερα. Θα αναλυθούν οι βασικές ιστορικές περίοδοι, με έμφαση στον πολιτισμό, την κοινωνική και πολιτική παρουσία, τα δικαιώματα και τις ελευθερίες, την οικονομική κατάσταση και το καθεστώς των ιδιοκτησιών. Επιπλέον, θα εξεταστεί ο ρόλος που διαδραμάτισαν οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις στην υποστήριξη του βορειοηπειρωτικού ελληνισμού. Μέσα από την παράθεση ιστορικών γεγονότων, στοιχείων και αναλύσεων, επιδιώκεται η παροχή μιας ολοκληρωμένης εικόνας που θα επιτρέψει στον αναγνώστη να κατανοήσει τις προκλήσεις, τις αντιστάσεις και τις ελπίδες της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία κατά τη διάρκεια των τελευταίων 125 ετών.

Οι Ρίζες του Ζητήματος

Στις αρχές του 20ού αιώνα, η περιοχή της Ηπείρου βρισκόταν ακόμη υπό οθωμανική κυριαρχία. Ο ελληνικός πληθυσμός, συμπαγής και πολυπληθής, διατηρούσε ισχυρή εθνική συνείδηση, η οποία τροφοδοτούνταν από την αδιάλειπτη χρήση της ελληνικής γλώσσας, την προσήλωση στην ορθόδοξη πίστη και ένα ανεπτυγμένο δίκτυο εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Η Εκκλησία, ως εθναρχούσα δύναμη, διαδραμάτιζε κεντρικό ρόλο στη διατήρηση της ελληνικής ταυτότητας, συντηρώντας τη γλώσσα μέσω του Ευαγγελίου και των λειτουργικών κειμένων. Παράλληλα, η ελληνική παιδεία άνθιζε, με σχολεία που λειτουργούσαν στις πόλεις και τα χωριά, αποτελώντας φάρους εθνικής αφύπνισης και πολιτιστικής ανάπτυξης. Αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται από μια έντονη προετοιμασία για την εθνική απελευθέρωση και την ένωση με το ελληνικό κράτος, καθώς οι Έλληνες της Ηπείρου ανέμεναν την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για να διεκδικήσουν την ελευθερία τους.

Βαλκανικοί πόλεμοι και Αυτόνομη Δημοκρατία (1912–1921)

Η έκρηξη του Α’ Βαλκανικού Πολέμου τον Οκτώβριο του 1912 σηματοδότησε την αρχή του τέλους της οθωμανικής κυριαρχίας στα Βαλκάνια. Ο ελληνικός στρατός, σημειώνοντας καθοριστικές νίκες, απελευθέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της Ηπείρου. Ωστόσο, η τύχη της Βορείου Ηπείρου κρίθηκε στα τραπέζια της διεθνούς διπλωματίας. Με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, στις 17 Δεκεμβρίου 1913, οι Μεγάλες Δυνάμεις (Αυστροουγγαρία, Ιταλία, Γερμανία, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, Ρωσία) αποφάσισαν την επιδίκαση της περιοχής στο νεοσύστατο αλβανικό κράτος, αγνοώντας τη σαφή εθνολογική σύνθεση του πληθυσμού και την εκφρασμένη βούλησή του για ένωση με την Ελλάδα.

Η απόφαση αυτή προκάλεσε την έντονη αντίδραση των Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου. Στις 28 Φεβρουαρίου 1914, στο Αργυρόκαστρο, εκπρόσωποι από όλη την περιοχή κήρυξαν την Αυτόνομη Δημοκρατία της Βορείου Ηπείρου, σχηματίζοντας προσωρινή κυβέρνηση με πρόεδρο τον διακεκριμένο πολιτικό και διπλωμάτη Γεώργιο Χρηστάκη-Ζωγράφο. Ακολούθησε ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των βορειοηπειρωτικών δυνάμεων (Ιερών Λόχων) και της αλβανικής χωροφυλακής. Η ελληνική κυβέρνηση, υπό την πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων, τήρησε διστακτική στάση, αποφεύγοντας την ανοιχτή υποστήριξη της εξέγερσης. Τελικά, μετά από διαπραγματεύσεις, υπογράφηκε το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας στις 17 Μαΐου 1914, το οποίο αναγνώριζε την αυτονομία της Βορείου Ηπείρου εντός του αλβανικού κράτους. Το Πρωτόκολλο προέβλεπε την αναγνώριση του Πρίγκιπα της Αλβανίας, William of Wied, ως νόμιμου κυρίαρχου, ενώ παραχωρούσε στους Βορειοηπειρώτες εκτεταμένα δικαιώματα, όπως η χρήση της ελληνικής γλώσσας στη διοίκηση και την εκπαίδευση, και η αποστολή βουλευτών στο αλβανικό κοινοβούλιο. Η εφαρμογή του Πρωτοκόλλου, ωστόσο, υπήρξε βραχύβια, καθώς η έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και η πολιτική αστάθεια στην Αλβανία οδήγησαν στην κατάρρευσή του, αφήνοντας το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα άλυτο.

Μεσοπολεμική περίοδος (1921–1939)


Η περίοδος του Μεσοπολέμου χαρακτηρίστηκε από την προσπάθεια του αλβανικού κράτους, υπό την ηγεσία του βασιλιά Αχμέτ Ζόγου (Ahmet Zogu), να εδραιώσει την εξουσία του και να οικοδομήσει ένα ομοιογενές εθνικό κράτος. Αυτή η πολιτική είχε άμεσες συνέπειες για την ελληνική μειονότητα. Ήδη από εκείνη την εποχή, ξεκίνησαν οι πρώτες προσπάθειες για την αλλοίωση της πληθυσμιακής σύνθεσης της Βορείου Ηπείρου, με σχέδια μετεγκατάστασης αλβανόφωνων πληθυσμών από το Κόσοβο, τα οποία ωστόσο συνάντησαν τη σθεναρή αντίσταση των τοπικών ελληνικών κοινοτήτων, όπως στη Δρόπολη. Παράλληλα, το αλβανικό κράτος άρχισε να εφαρμόζει περιοριστικές πολιτικές στον τομέα της εκπαίδευσης. Ενώ η Γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης το 1935 επιβεβαίωσε το δικαίωμα λειτουργίας ελληνικών σχολείων, στην πράξη η αλβανική κυβέρνηση προσπαθούσε να περιορίσει την εμβέλειά τους και να ελέγξει το περιεχόμενό τους. Οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας παρέμεναν τεταμένες, με το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα να αποτελεί μόνιμη πηγή τριβής, ενώ η αυξανόμενη ιταλική επιρροή στην Αλβανία περιέπλεκε περαιτέρω την κατάσταση, προετοιμάζοντας το έδαφος για τις δραματικές εξελίξεις που θα ακολουθούσαν.

Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και συνέπειες (1939–1945)

Η ιταλική εισβολή στην Αλβανία τον Απρίλιο του 1939 και η έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έφεραν νέες δοκιμασίες για τον ελληνισμό της Βορείου Ηπείρου. Με την επίθεση της φασιστικής Ιταλίας κατά της Ελλάδας στις 28 Οκτωβρίου 1940, η περιοχή μετατράπηκε σε θέατρο πολέμου. Είναι χαρακτηριστικό ότι περίπου 22.000 Αλβανοί στρατιώτες εντάχθηκαν στις ιταλικές δυνάμεις και πολέμησαν εναντίον του ελληνικού στρατού. Η νικηφόρα προέλαση του ελληνικού στρατού και η απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου αναπτέρωσαν τις ελπίδες για την τελική ένωση με την Ελλάδα. Ωστόσο, η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941 ανέτρεψε τα δεδομένα.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, η περιοχή γνώρισε τη βία και την τρομοκρατία των ιταλικών και γερμανικών δυνάμεων, αλλά και των αλβανικών συνεργατών τους. Με το τέλος του πολέμου, η Αλβανία, παρά την αρχική της συμμαχία με τον Άξονα, βρέθηκε στο στρατόπεδο των νικητών, χάρη στην πολιτική στροφή του ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος, Ενβέρ Χότζα, το 1943. Στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων το 1946, η ελληνική κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη, διεκδίκησε εκ νέου την παραχώρηση της Βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα, βασιζόμενη σε ιστορικά και εθνολογικά επιχειρήματα. Η προσπάθεια αυτή, ωστόσο, απέβη άκαρπη. Η Αλβανία είχε την ισχυρή υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης και της Γιουγκοσλαβίας του Τίτο, και οι Μεγάλες Δυνάμεις αποφάσισαν τη διατήρηση των προπολεμικών συνόρων. Η απόφαση αυτή επισφράγισε την παραμονή της Βορείου Ηπείρου εντός του αλβανικού κράτους και εγκαινίασε την πιο σκοτεινή περίοδο στην ιστορία της ελληνικής μειονότητας.

Η περίοδος του κομμουνισμού και του Ενβέρ Χότζα (1945–1985)

Η εγκαθίδρυση του κομμουνιστικού καθεστώτος υπό την ηγεσία του Ενβέρ Χότζα μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου εγκαινίασε μια περίοδο πρωτοφανούς καταπίεσης και συστηματικών διώξεων για την ελληνική εθνική μειονότητα. Το καθεστώς, θεωρώντας την Ελλάδα ως εχθρικό κράτος και τη μειονότητα ως “πέμπτη φάλαγγα”, εφάρμοσε μια ολοκληρωτική πολιτική με στόχο την εξόντωση της εθνικής της συνείδησης και την πλήρη αφομοίωσή της. Το καλοκαίρι του 1945, τα σύνορα με την Ελλάδα έκλεισαν ερμητικά, αποκόπτοντας βίαια τους Βορειοηπειρώτες από το εθνικό κέντρο και τους συγγενείς τους. Αυτή η απομόνωση ήταν το πρώτο βήμα σε ένα μακροχρόνιο σχέδιο διάβρωσης της ταυτότητας της μειονότητας.

Πληθυσμιακή αλλοίωση

Μια από τις βασικές στρατηγικές του καθεστώτος Χότζα ήταν η δημογραφική αλλοίωση των περιοχών όπου ζούσε συμπαγής ελληνικός πληθυσμός. Το καθεστώς αναγνώρισε μια αυστηρά οριοθετημένη “μειονοτική ζώνη” που περιλάμβανε 99 χωριά στις περιοχές Αργυροκάστρου, Αγίων Σαράντα και Δέλβινου, αλλά απέκλεισε σκοπίμως ιστορικές εστίες του ελληνισμού όπως οι περιοχές της Κορυτσάς, της Κολόνιας και του Λεσκοβικίου, όπου υπήρχε παραδοσιακά ισχυρό ελληνικό στοιχείο. Αυτή η τακτική αποσκοπούσε στον τεχνητό περιορισμό του μεγέθους της μειονότητας.

Παράλληλα, εφαρμόστηκε ένα πρόγραμμα “εμφύτευσης” αλβανικών πληθυσμών εντός των ελληνόφωνων περιοχών. Νέοι οικισμοί, όπως το Asim Zeneli στο Αργυρόκαστρο (1947) και τα χωριά Βάρφαϊ, Μπάικαϊ και Ξαμίλι στους Αγίους Σαράντα, δημιουργήθηκαν για να φιλοξενήσουν αλβανόφωνους μετανάστες από άλλες περιοχές της χώρας, διασπώντας την εδαφική και πληθυσμιακή ομοιογένεια του ελληνισμού. Ταυτόχρονα, ολόκληρα ελληνόφωνα χωριά, όπως το Περδικάρι το 1951, ερημώθηκαν βίαια, με τους κατοίκους τους να εξορίζονται στην ενδοχώρα με την κατηγορία της πρόθεσης δραπέτευσης στην Ελλάδα. Οι αναγκαστικές μετακινήσεις Βορειοηπειρωτών για εξεύρεση εργασίας σε άλλες περιοχές της Αλβανίας ήταν ένα ακόμη μέτρο που συνέβαλε στη δημογραφική αποδυνάμωση των πατρογονικών τους εστιών.

Καταστολή και διώξεις

Η πολιτική του καθεστώτος Χότζα απέναντι στην ελληνική μειονότητα ήταν ανελέητη. Αμέσως μετά την εδραίωσή του, το καθεστώς εξαπέλυσε ένα κύμα τρομοκρατίας. Επιφανείς Βορειοηπειρώτες, ελληνοδιδάσκαλοι, ιερείς και οποιοσδήποτε θεωρούνταν φορέας της εθνικής ιδέας, συνελήφθη, φυλακίστηκε, εξορίστηκε ή εκτελέστηκε. Τον Ιούνιο του 1945, δεκάδες ελληνικές οικογένειες από τη Δερβιτσιάνη, το Αργυρόκαστρο και το Δέλβινο εκτοπίστηκαν βίαια στον βορρά της Αλβανίας. Οι φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως αυτό του Ελμπασάν, γέμισαν με Έλληνες πολιτικούς κρατούμενους.

Η απόπειρα διαφυγής στην Ελλάδα θεωρούνταν ένα από τα σοβαρότερα εγκλήματα και τιμωρούνταν με θάνατο ή μακροχρόνια φυλάκιση, ενώ οι οικογένειες των “δραπετών” χαρακτηρίζονταν “εχθροί του λαού” και υφίσταντο σκληρές διώξεις και εξορία. Παρόλα αυτά, χιλιάδες Βορειοηπειρώτες επιχείρησαν να περάσουν τα σύνορα, συχνά με τραγική κατάληξη. Για να αποτρέψει τις αποδράσεις, το καθεστώς μετέτρεψε τη συνοριακή γραμμή σε ένα απροσπέλαστο φρούριο, με ναρκοπέδια, σκοπιές και ηλεκτροφόρα σύρματα ύψους 2,20 μέτρων. Σύμφωνα με αλβανικά στοιχεία, μόνο από την περιοχή του Αργυροκάστρου, 854 άτομα κατάφεραν να δραπετεύσουν στην Ελλάδα μεταξύ 1945 και 1984.

Πολιτιστική καταστολή

Η επίθεση του καθεστώτος στην ταυτότητα της μειονότητας ήταν και πολιτιστική. Το 1967, η Αλβανία ανακηρύχθηκε το πρώτο αθεϊστικό κράτος στον κόσμο. Όλες οι εκκλησίες και τα μοναστήρια, που αποτελούσαν τους πυλώνες της ορθόδοξης πίστης και του ελληνισμού, έκλεισαν, βεβηλώθηκαν, μετατράπηκαν σε αποθήκες ή καταστράφηκαν. Οι ιερείς διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εκτελέστηκαν. Η άσκηση οποιασδήποτε θρησκευτικής λατρείας απαγορεύτηκε αυστηρά.

Παράλληλα, το καθεστώς επιδόθηκε σε μια προσπάθεια βίαιης αλβανοποίησης. Με το Διάταγμα 5339 του 1975, οι πολίτες υποχρεώθηκαν να αλλάξουν τα “ακατάλληλα ονόματα και προσβλητικά επώνυμα από πολιτική, ιδεολογική και ηθική άποψη”. Αυτό οδήγησε στην αναγκαστική αλλαγή χιλιάδων ελληνικών ονομάτων και τοπωνυμίων σε αλβανικά. Ως αντίδραση, οι Βορειοηπειρώτες υιοθέτησαν τη χρήση διπλών ονομάτων: ένα επίσημο, αλβανικό, για τις αρχές, και ένα ελληνικό για την καθημερινή ζωή. Οι περιουσίες των Βορειοηπειρωτών, τόσο οι ιδιωτικές όσο και οι εκκλησιαστικές, κατασχέθηκαν και κρατικοποιήθηκαν στο πλαίσιο της κολεκτιβοποίησης.

Εκπαίδευση

Η ελληνική παιδεία αποτέλεσε έναν ακόμη στόχο του καθεστώτος. Η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας περιορίστηκε δραστικά και επιτρεπόταν μόνο στα σχολεία της αυστηρά καθορισμένης “μειονοτικής ζώνης”. Το περιεχόμενο των βιβλίων ελεγχόταν απόλυτα από το κόμμα και ήταν διαποτισμένο με την κομμουνιστική ιδεολογία και την προσωπολατρία του Χότζα, ενώ η ιστορία και ο πολιτισμός της Ελλάδας είχαν εξοβελιστεί. Στόχος ήταν η αποκοπή των νέων γενεών από τις εθνικές τους ρίζες και η δημιουργία ενός “νέου σοσιαλιστικού ανθρώπου”, πιστού στο καθεστώς και αποξενωμένου από την ελληνική του ταυτότητα.

Μετά την πτώση του Κομμουνισμού (1991–2025)

Η κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος το 1991 γέννησε νέες ελπίδες για την ελληνική μειονότητα. Η μετάβαση στη δημοκρατία έφερε μια αίσθηση απελευθέρωσης και τη δυνατότητα για την αναβίωση της εθνικής, θρησκευτικής και πολιτιστικής ζωής. Ωστόσο, οι τρεις δεκαετίες που ακολούθησαν ήταν μια περίοδος μεικτών εξελίξεων, όπου οι αρχικές ελπίδες συχνά διαψεύδονταν από τη συνέχιση των διακρίσεων και την εμφάνιση νέων προκλήσεων.

Ίδρυση ΟΜΟΝΟΙΑΣ και νέες ελπίδες

Η πιο σημαντική εξέλιξη της περιόδου ήταν η ίδρυση της Δημοκρατικής Ένωσης Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας “ΟΜΟΝΟΙΑ” στις 11 Ιανουαρίου 1991. Η ΟΜΟΝΟΙΑ αναδείχθηκε γρήγορα στον κύριο πολιτικό και πολιτιστικό εκφραστή της μειονότητας, συσπειρώνοντας τους Έλληνες και διεκδικώντας τα δικαιώματά τους. Οι πρώτες ενέργειες ήταν συμβολικές και ουσιαστικές: οι εκκλησίες άνοιξαν ξανά και οι καμπάνες ήχησαν για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, ενώ τα ελληνικά σχολεία άρχισαν να λειτουργούν και εκτός της παλιάς “μειονοτικής ζώνης”, σε πόλεις και χωριά με μεικτό πληθυσμό, χάρη στον αγώνα της ΟΜΟΝΟΙΑΣ, των μαθητών, των δασκάλων και των γονέων. Το 1993, η ΟΜΟΝΟΙΑ παρουσίασε ένα ψήφισμα με δώδεκα βασικά αιτήματα για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων της μειονότητας, το οποίο έγινε αρχικά αποδεκτό από τις αλβανικές αρχές, δημιουργώντας προσδοκίες για μια νέα εποχή σεβασμού.


Παραβιάσεις δικαιωμάτων (1991–2025)

Παρά τις αρχικές θετικές εξελίξεις, η πορεία προς την πλήρη ισονομία αποδείχθηκε δύσκολη. Οι αλβανικές κυβερνήσεις, συχνά υποκύπτοντας σε εθνικιστικές πιέσεις, υιοθέτησαν πολιτικές που υπονόμευαν τα δικαιώματα της μειονότητας.Πολιτικά Δικαιώματα: Η ΟΜΟΝΟΙΑ αντιμετώπισε άμεσα την εχθρότητα του αλβανικού κράτους. Αποκλείστηκε από τη συμμετοχή στις εκλογές ως πολιτικό κόμμα, με το επιχείρημα ότι απαγορεύεται η ίδρυση κομμάτων σε εθνοτική βάση. Ηγέτες και μέλη της διώχθηκαν και φυλακίστηκαν με κατασκευασμένες κατηγορίες, σε μια προσπάθεια αποδυνάμωσης της πολιτικής έκφρασης της μειονότητας. Οι εκλογικές διαδικασίες στις μειονοτικές περιοχές, όπως στη Χιμάρα, σημαδεύτηκαν συχνά από βία, νοθεία και εκφοβισμό, φαινόμενα που καταγράφηκαν και από διεθνείς παρατηρητές.
Απογραφή και Ταυτότητα: Ένα πάγιο αίτημα της μειονότητας ήταν η συμπερίληψη της εθνικής καταγωγής και του θρησκεύματος στις εθνικές απογραφές, με σεβασμό στην αρχή του αυτοπροσδιορισμού. Οι αλβανικές κυβερνήσεις αρνούνταν συστηματικά, φοβούμενες ότι η αποκάλυψη του πραγματικού αριθμού των Ελλήνων θα οδηγούσε σε αυξημένες υποχρεώσεις για το κράτος. Σε μια πράξη που δεν τόλμησε ούτε το καθεστώς Χότζα, η εθνικότητα απαλείφθηκε από τα δημοτολόγια, καθιστώντας ακόμη πιο δύσκολη την απόδειξη της ελληνικής ταυτότητας.

Γλωσσικά Δικαιώματα: Αν και η Σύμβαση-Πλαίσιο για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων, την οποία έχει υπογράψει η Αλβανία, κατοχυρώνει τη διγλωσσία, στην πράξη αυτή παραβιάζεται συστηματικά. Οι ελληνικές ονομασίες στις πινακίδες των εθνικών οδών συχνά βανδαλίζονται ή αφαιρούνται. Η προσπάθεια του Δήμου Φοινίκης, όπου οι Έλληνες δημοτικοί σύμβουλοι αποτελούν συντριπτική πλειοψηφία, να διεξάγει τις συνεδριάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου στα ελληνικά, προκάλεσε σάλο και πολιτικές παρεμβάσεις.

Περιουσιακά: Το ζήτημα της επιστροφής και κατοχύρωσης των περιουσιών που είχαν κατασχεθεί από το κομμουνιστικό καθεστώς παραμένει η μεγαλύτερη πληγή. Τρεις δεκαετίες μετά, η πλειοψηφία των Βορειοηπειρωτών δεν έχει λάβει νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας για τις πατρογονικές τους γαίες. Αντίθετα, παρατηρείται το φαινόμενο της υφαρπαγής εκατοντάδων στρεμμάτων με ψεύτικους τίτλους ιδιοκτησίας, που συχνά συνδέονται με συμφέροντα του οργανωμένου εγκλήματος και της πολιτικής ελίτ, ιδιαίτερα στις παράκτιες περιοχές της Χιμάρας.
Υποδομές και Ασφάλεια: Οι περιοχές της μειονότητας παραμένουν συστηματικά υποβαθμισμένες. Η κατανομή των κρατικών πόρων γίνεται μεροληπτικά, με αποτέλεσμα την εξαθλίωση των υποδομών (οδικά δίκτυα, ύδρευση, ηλεκτροδότηση). Παράλληλα, η ανασφάλεια παραμένει σε υψηλά επίπεδα, με συχνά φαινόμενα εκβιασμών, ληστειών και επιθέσεων, ακόμη και σε χώρους θρησκευτικής λατρείας.

Η περίπτωση του Φρέντη Μπελέρη και η κατάσταση στη Χιμάρα

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της συνεχιζόμενης καταπίεσης της ελληνικής μειονότητας αποτελεί η περίπτωση του Φρέντη Μπελέρη, εκλεγμένου δημάρχου Χιμάρας και ευρωβουλευτή της Νέας Δημοκρατίας. Στις 12 Μαΐου 2023, δύο ημέρες πριν από τις δημοτικές εκλογές στις οποίες ήταν υποψήφιος, ο Μπελέρης συνελήφθη από τις αλβανικές αρχές με την κατηγορία της εξαγοράς ψήφων. Η σύλληψη αυτή, που έγινε σε κρίσιμη χρονική στιγμή, θεωρήθηκε από πολλούς ως πολιτικά υποκινούμενη, με στόχο την απομάκρυνση ενός ισχυρού εκπροσώπου της ελληνικής μειονότητας από τη δημοτική εξουσία της Χιμάρας.

Παρά τη σύλληψή του, ο Μπελέρης εξελέγη δήμαρχος Χιμάρας, αλλά δεν του επιτράπηκε ποτέ να αναλάβει τα καθήκοντά του. Στις 5 Μαρτίου 2024, το αλβανικό δικαστήριο τον καταδίκασε σε δύο χρόνια φυλάκιση, προκαλώντας διπλωματική κρίση μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας. Η Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Ένωση εξέφρασαν σοβαρές ανησυχίες για την τήρηση του κράτους δικαίου στην Αλβανία. Ο Μπελέρης παρέμεινε στη φυλακή για 16 μήνες, μέχρι την αποφυλάκισή του τον Σεπτέμβριο του 2024, με περιοριστικούς όρους. Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του, εξελέγη ευρωβουλευτής στις ευρωεκλογές του Ιουνίου 2024, γεγονός που ενίσχυσε περαιτέρω τη διεθνή προβολή της υπόθεσής του.

Η Χιμάρα, μια παράκτια πόλη με συντριπτική πλειοψηφία ελληνικού πληθυσμού, αποτελεί σύμβολο της αντίστασης της μειονότητας. Η περιοχή έχει βρεθεί στο επίκεντρο εντάσεων, καθώς το αλβανικό κράτος επιδιώκει την τουριστική της ανάπτυξη, συχνά με τρόπους που απειλούν τα περιουσιακά δικαιώματα των ντόπιων Ελλήνων. Μετά την αποφυλάκιση του Μπελέρη και την αδυναμία του να αναλάβει τη δημαρχία, διεξήχθησαν νέες εκλογές τον Αύγουστο του 2024, στις οποίες εξελέγη ο Βαγγέλης Τάβος, εκλεκτός του πρωθυπουργού Έντι Ράμα, προκαλώντας ανησυχία και προβληματισμό στην ελληνική μειονότητα για το μέλλον της περιοχής. Η υπόθεση Μπελέρη αναδεικνύει τη συνεχιζόμενη πολιτική καταπίεση και την αδυναμία της ελληνικής μειονότητας να ασκήσει πλήρως τα δημοκρατικά της δικαιώματα.

Νομοθετικό πλαίσιο

Υπό την πίεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Αλβανία προχώρησε σε ορισμένες νομοθετικές μεταρρυθμίσεις. Το 2017, ψηφίστηκε ο Νόμος 96/2017 για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων, ο οποίος αναγνωρίζει την ελληνική μειονότητα και διευρύνει θεωρητικά τα δικαιώματά της. Το 2025, υπήρξε τροποποίηση της νομοθεσίας που επιτρέπει την ελεύθερη δήλωση της εθνικής ταυτότητας ανεξαρτήτως τόπου κατοικίας. Ωστόσο, η εφαρμογή αυτών των νόμων στην πράξη παραμένει ελλιπής και συχνά προσκρούει στην έλλειψη πολιτικής βούλησης και στις βαθιά ριζωμένες εθνικιστικές αντιλήψεις του κρατικού μηχανισμού.

Ο ρόλος των ελληνικών κυβερνήσεων

Ο ρόλος των ελληνικών κυβερνήσεων απέναντι στο Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα υπήρξε διαχρονικά ένα σύνθετο πεδίο, που κυμαινόταν μεταξύ της ένθερμης διεκδίκησης, της διπλωματικής διαχείρισης και, κατά περιόδους, της αμήχανης σιωπής. Η στάση της Αθήνας επηρεαζόταν από τις ευρύτερες γεωπολιτικές συνθήκες, τις συμμαχικές πιέσεις και τις διμερείς σχέσεις με την Αλβανία.

Στην κρίσιμη περίοδο μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, η κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου, αν και επιθυμούσε την Ένωση, αναγκάστηκε να υποχωρήσει στις πιέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων, υιοθετώντας μια πολιτική απροθυμίας να υποστηρίξει ανοιχτά την αυτόνομη κυβέρνηση του Ζωγράφου. Στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων το 1946, η κυβέρνηση Τσαλδάρη έθεσε μετ’ επιτάσεως το ζήτημα, αλλά η προσπάθεια προσέκρουσε στο νέο status quo του Ψυχρού Πολέμου. Καθ’ όλη τη διάρκεια της κομμουνιστικής περιόδου, οι σχέσεις ήταν εχθρικές και η δυνατότητα της Ελλάδας να παρέμβει υπέρ της μειονότητας ήταν σχεδόν μηδενική.

Μετά το 1991, η Ελλάδα υιοθέτησε μια διττή πολιτική. Από τη μία, έγινε ο κύριος υποστηρικτής της ευρωπαϊκής προοπτικής της Αλβανίας, προσδοκώντας ότι η ενταξιακή πορεία θα λειτουργούσε ως μοχλός πίεσης για τον σεβασμό των μειονοτικών δικαιωμάτων. Η Αθήνα στήριξε την ένταξη της Αλβανίας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ και παρείχε σημαντική οικονομική και τεχνική βοήθεια. Από την άλλη, έθετε σταθερά το ζήτημα των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας σε διμερές και διεθνές επίπεδο. Ωστόσο, η πολιτική αυτή δεν ήταν πάντα απαλλαγμένη από κριτική. Πολλοί Βορειοηπειρώτες αισθάνθηκαν ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις, στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν καλές σχέσεις με τα Τίρανα, συχνά υποβάθμιζαν τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους. Χαρακτηριστικά παραδείγματα, όπως η απουσία ουσιαστικής στήριξης κατά τις καταστροφικές πυρκαγιές του 2025, ενίσχυσαν την αίσθηση εγκατάλειψης σε τμήματα της μειονότητας.

Πολιτισμός και εθνική ταυτότητα

Παρά τις δεκαετίες καταπίεσης, η ελληνική μειονότητα κατάφερε να διατηρήσει ζωντανή την εθνική της ταυτότητα, με τον πολιτισμό να αποτελεί το βασικό της οχυρό.

 Δύο ήταν οι θεμελιώδεις πυλώνες αυτής της αντοχής: η Ορθόδοξη Εκκλησία και η ελληνική γλώσσα.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία, ακόμη και στα χρόνια της πιο σκληρής αθεϊστικής δίωξης, λειτουργούσε υπόγεια ως φορέας συνοχής και εθνικής μνήμης. Μετά την πτώση του καθεστώτος, η ανασύσταση της Ορθόδοξης Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Αλβανίας, υπό την ηγεσία του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πνευματική και πολιτιστική αναγέννηση. Η ανέγερση νέων ναών, η αναστήλωση μοναστηριών και η τέλεση της Θείας Λειτουργίας στα ελληνικά αναζωογόνησαν την πίστη και την εθνική συνείδηση.

Η ελληνική γλώσσα, που μεταδιδόταν από γενιά σε γενιά μέσα στην οικογένεια, αποτέλεσε το όχημα της εθνικής ταυτότητας. Η επαναλειτουργία και η ίδρυση νέων ελληνικών σχολείων μετά το 1991 ήταν μια κατάκτηση τεράστιας σημασίας. Παρά τα συνεχιζόμενα προβλήματα, όπως η έλλειψη σύγχρονων βιβλίων, η ανεπαρκής χρηματοδότηση και οι προσπάθειες ελέγχου του περιεχομένου από το αλβανικό κράτος, τα σχολεία αυτά αποτελούν φυτώρια ελληνισμού, διασφαλίζοντας τη μετάδοση της γλώσσας, της ιστορίας και του πολιτισμού στις νέες γενιές.

Οικονομική κατάσταση και ιδιοκτησίες

Η οικονομική κατάσταση της ελληνικής μειονότητας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το περιουσιακό ζήτημα. Η μαζική κατάσχεση των ιδιωτικών και εκκλησιαστικών περιουσιών από το κομμουνιστικό καθεστώς αποτέλεσε ένα οικονομικό πλήγμα από το οποίο η μειονότητα δεν έχει ακόμη συνέλθει. Η μη επίλυση του περιουσιακού ζητήματος μετά το 1991 αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο για την οικονομική ανάπτυξη των μειονοτικών περιοχών.

Η έλλειψη νόμιμων τίτλων ιδιοκτησίας εμποδίζει τους Βορειοηπειρώτες να αξιοποιήσουν τη γη τους, να προσελκύσουν επενδύσεις ή να λάβουν δάνεια. Αυτή η νομική αβεβαιότητα, σε συνδυασμό με τη συστηματική υφαρπαγή γης από καταπατητές με την ανοχή ή και τη συνεργασία κρατικών αξιωματούχων, έχει οδηγήσει πολλούς στην απόγνωση. Η οικονομική εξαθλίωση, που επιτείνεται από την κρατική αδιαφορία για τις υποδομές, έχει τροφοδοτήσει ένα μαζικό κύμα μετανάστευσης, κυρίως προς την Ελλάδα. Η δημογραφική αυτή αιμορραγία, ιδιαίτερα των νέων, αποτελεί σήμερα τη μεγαλύτερη απειλή για το μέλλον του ελληνισμού στη Βόρεια Ήπειρο.

Πληθυσμιακά δεδομένα και στατιστικές

Ο ακριβής αριθμός των μελών της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία αποτελεί ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα. Οι αλβανικές κυβερνήσεις, από την εποχή του Ζόγου μέχρι σήμερα, κατηγορούνται για συστηματική υποτίμηση του μεγέθους της μειονότητας, προκειμένου να περιορίσουν τα δικαιώματά της.

Τα στοιχεία της Διεθνούς Επιτροπής Εθνολογικού Ελέγχου του 1914 έδειχναν μια συντριπτική πλειοψηφία Ελλήνων στις περιοχές της Βορείου Ηπείρου. Για παράδειγμα, στον καζά της Κορυτσάς ζούσαν 40.080 Έλληνες έναντι 28.600 Αλβανών. Το καθεστώς Χότζα, με την τεχνητή οριοθέτηση της “μειονοτικής ζώνης”, μείωσε δραστικά τον επίσημο αριθμό. Στην απογραφή του 2001, οι αλβανικές αρχές κατέγραψαν μόλις 65.900 Έλληνες. Από την άλλη πλευρά, ελληνικές και διεθνείς πηγές, καθώς και οργανώσεις της μειονότητας, εκτιμούν ότι ο πραγματικός αριθμός κυμαίνεται μεταξύ 250.000 και 350.000, συμπεριλαμβάνοντας τους Έλληνες εκτός της παλιάς “μειονοτικής ζώνης”, τους Βλάχους με ελληνική εθνική συνείδηση (που υπολογίζονταν σε 139.000 το 2003) και τους Ορθόδοξους Αλβανούς με ελληνική παιδεία και προσανατολισμό. Η άρνηση των αλβανικών αρχών να διεξαγάγουν μια απογραφή με πλήρη σεβασμό στον ελεύθερο αυτοπροσδιορισμό συντηρεί αυτή την ασάφεια, υπονομεύοντας την αρχή της αναλογικότητας στην παροχή δικαιωμάτων.

Συμπεράσματα

Η ιστορία της ελληνικής εθνικής μειονότητας στην Αλβανία κατά τα τελευταία 125 χρόνια είναι μια πορεία γεμάτη αγώνες, θυσίες και αδιάκοπη προσπάθεια για επιβίωση και διατήρηση της ταυτότητας. Από την αυγή του 20ού αιώνα, ο ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου βρέθηκε στο επίκεντρο γεωπολιτικών ανακατατάξεων που καθόρισαν τη μοίρα του, συχνά ερήμην του. Η σύντομη περίοδος της αυτονομίας το 1914, η οποία ανατράπηκε από τις διεθνείς συγκυρίες, έδωσε τη θέση της σε δεκαετίες αβεβαιότητας και, τελικά, στην πιο σκοτεινή περίοδο της ιστορίας του, υπό το ολοκληρωτικό καθεστώς του Ενβέρ Χότζα. Η συστηματική προσπάθεια αφομοίωσης, οι διώξεις, η πολιτιστική γενοκτονία και η δημογραφική αλλοίωση άφησαν βαθιά τραύματα, αλλά δεν κατάφεραν να σβήσουν την ελληνική ψυχή.

Η πτώση του κομμουνισμού έφερε την ελπίδα της αναγέννησης. Η ίδρυση της ΟΜΟΝΟΙΑΣ, η αναβίωση της ορθόδοξης πίστης και η επαναλειτουργία των ελληνικών σχολείων αποτέλεσαν ιστορικές κατακτήσεις. Ωστόσο, η μετάβαση στη δημοκρατία δεν σήμανε το τέλος των προβλημάτων. Η άρνηση του αλβανικού κράτους να επιλύσει οριστικά το περιουσιακό ζήτημα, η συνεχιζόμενη παραβίαση των γλωσσικών και πολιτικών δικαιωμάτων, και η οικονομική υποβάθμιση των μειονοτικών περιοχών συντηρούν ένα κλίμα αβεβαιότητας και τροφοδοτούν τη δημογραφική αιμορραγία. Η στάση των ελληνικών κυβερνήσεων, αν και υποστηρικτική σε επίπεδο διακηρύξεων, συχνά κρίνεται ως ανεπαρκής για την ουσιαστική προστασία του βορειοηπειρωτικού ελληνισμού.

Σήμερα, η ελληνική μειονότητα στην Αλβανία, αν και πληγωμένη, παραμένει ζωντανή και αντιστέκεται. Το μέλλον της εξαρτάται από την ικανότητά της να παραμείνει ενωμένη, να διεκδικεί τα δικαιώματά της και να διατηρήσει την πολιτιστική της κληρονομιά. Εξαρτάται, όμως, και από την ειλικρινή βούληση του αλβανικού κράτους να μετατραπεί σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος δικαίου, που σέβεται τις μειονότητές του όχι ως απειλή, αλλά ως πλούτο. Τέλος, εξαρτάται από τη σταθερή και αταλάντευτη στήριξη της Ελλάδας και την αφύπνιση της διεθνούς κοινότητας, ώστε το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα να μην παραμείνει μια ξεχασμένη αδικία στην καρδιά της Ευρώπης.

Βιβλιογραφία


  1. Geopolitics & Daily News. (2020, Μάρτιος 12). *Η Ελληνική Μειονότητα στην Αλβανία στα χρόνια του Ενβέρ Χότζα*. Ανακτήθηκε από https://geopolitics.iisca.eu/2020/03/12/η‑ελληνική-μειονότητα-στην-αλβανία-στ/
  2. ΣΦΕΒΑ. (χ.χ.). *Η Εθνική Ελληνική Μειονότητα στην Αλβανία μετά το 1990*. Ανακτήθηκε από https://www.sfeva.gr/4287DA3D.el.aspx
  3. Τσιτσελίκης, Κ. (2011). *Μειονοτικά ελληνικά σχολεία και διάδοση της ελληνικής γλώσσας στην Αλβανία*. Edulll. Ανακτήθηκε από http://repository.edulll.gr/edulll/handle/10795/1529
  4. ΚΕΜΟ. (χ.χ.). *Η Ελληνική Μειονότητα της Αλβανίας*. Ανακτήθηκε από https://www.kemo.gr/doc.php?fld=doc&doc=182.pdf
  5. E‑Dromos. (2021, Νοέμβριος 11). *Η εκπαίδευση στην Ελληνική Μειονότητα της Αλβανίας*. Ανακτήθηκε από https://edromos.gr/i‑ekpaidefsi-stin-elliniki-meionotita-tis-alvanias/
  6. Πρωτοθέμα. (2018, Αύγουστος 18). *Το Βορειοηπειρωτικό στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων του 1946*. Ανακτήθηκε από https://www.protothema.gr/stories/article/813807/to-voreioipeirotiko-sti-sundiaskepsi-eirinis-ton-parision-tou-1946/
  7. Wikipedia. (χ.χ.). *Autonomous Republic of Northern Epirus*. Ανακτήθηκε από https://en.wikipedia.org/wiki/Autonomous_Republic_of_Northern_Epirus
  8. Dropoli News. (χ.χ.). *17 Μαΐου 1914: Αναγνωρίστηκε η Αυτονομία της Βορείου Ηπείρου με το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας*. Ανακτήθηκε από https://dropolinews.gr/17-maiou-1914-anagnoristike-i-aftonomia-tis-voreiou-ipeirou-me-to-protokollo-tis-kerkyras
  9. Wikipedia. (χ.χ.). *Ιστορία της Βόρειας Ηπείρου την περίοδο 1913–1921*. Ανακτήθηκε από https://el.wikipedia.org/wiki/Ιστορία_της_Βόρειας_Ηπείρου_την_περίοδο_1913-1921
  10. Euronews. (2024, Σεπτέμβριος 2). *Φρέντης Μπελέρης: Το Κράτος Δικαίου στην Αλβανία δεν αποκαταστάθηκε*. Ανακτήθηκε από https://gr.euronews.com/my-europe/2024/09/02/frenths-mpelerhs-to-kratos-dikaioy-sthn-albania-den-apokatasta8hke
  11. ΕΡΤ News. (2024, Σεπτέμβριος 2). *Ελεύθερος ο Φρέντη Μπελέρης — Πέρασε 16 μήνες στη φυλακή*. Ανακτήθηκε από https://www.ertnews.gr/eidiseis/ellada/eleytheros-o-frenti-mpeleris-perase-16-mines-sti-fylaki/
  12. Πρωτοθέμα. (2024, Μάρτιος 5). *Φρέντης Μπελέρης: Δύο χρόνια φυλάκιση του επέβαλε το δικαστήριο*. Ανακτήθηκε από https://www.protothema.gr/politics/article/1473960/fredis-beleris-duo-hronia-fulakisi-tou-epevale-to-dikastirio/
  13. Balkan Insight. (2024, Σεπτέμβριος 2). *Ethnic Greek Politician Fredi Beleri Released from Albanian Prison*. Ανακτήθηκε από https://balkaninsight.com/2024/09/02/ethnic-greek-politician-fredi-beleri-released-from-albanian-prison/
  14. LIFO. (2024, Αύγουστος 5). *Νέος δήμαρχος Χειμάρρας ο εκλεκτός του Ράμα, Βαγγέλης Τάβος*. Ανακτήθηκε από https://www.lifo.gr/now/world/albania-neos-dimarhos-heimarras-o-eklektos-toy-rama-baggelis-tabos



ΠΗΓΗ:https://hellas2day.gr/perifereies/perifereia_ipeirou/i-elliniki-meionotita-stin-alvania-mia-istoriki-anadromi-1900-2025
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.