«Τι τα θες και τ' αγοράζεις τόσα βιβλία;
Δεν θα χορτάσεις ποτέ πια;
Έχεις γεμίσει το σπίτι! Δεν θα χωράμε εμείς οι ίδιοι σε λίγο, και εσύ φέρνεις και άλλα! Λες και θα τα διαβάσεις ποτέ όλα αυτά...», είπε εκείνη στον καλό της, γεμάτη αγανάκτηση, όταν τον είδε να μπαίνει στο σαλόνι με μία ακόμη σακούλα βιβλιοπωλείου στα χέρια.
Εκείνος ετοιμάστηκε να της απαντήσει και να της πει «Δεν έχεις ακόμη καταλάβει ότι αυτός είναι ο δικός μου τρόπος να πείθω τον εαυτό μου πως έχω αρκετό χρόνο μπροστά μου να ζήσω;
Δημιουργώ εκκρεμότητες μήπως και με αυτόν τον τρόπο πετύχω την παράταση της παραμονής μου σε αυτόν τον κόσμο. Βάζω χάρτινα καρότα να κρέμονται μπροστά στα μάτια μου και συνεχίζω να κινούμαι προς το μέρος τους, παρότι ξέρω ότι δεν θα τα φτάσω ποτέ.
Λέγε τώρα, θέλεις να σε κεράσω έναν σελιδοδείκτη να τεμαχίζεις τον χρόνο σου;».
Καθώς δεν πήρε απάντηση, της χαμογέλασε γλυκά, της γύρισε την πλάτη, και άρχισε να ψάχνει πού στην ευχή θα μπορούσε να στριμώξει το νέο του απόκτημα, καθώς ήξερε ότι, για άλλη μια φορά, στο τέλος, παρότι δεν τον καταλάβαινε, θα τον συγχωρούσε.
{Βιβλιοφαγωνία — αχορταγογραφήγημα του Αχιλλέα ΙΙΙ}
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.