Του Κώστα Χατζηαντωνίου
Δεν ξέρω αν η αυτομαστίγωση της Ευρώπης (δεν λέω Δύσης, ελπίζω κάποτε να καταλάβουμε τη διαφορά) οφείλεται σε κοινωνικά πάθη, αυτοκτονικό ιδεασμό ή αβυσσαλέα ιστορική άγνοια. Δεν είναι αργά ωστόσο να μάθουμε πως δεκατέσσερις αιώνες τώρα, ειδικά ο λαός και ο πολιτισμός μας (ο δικός μας λαός, στη δική του πατρίδα, όχι η κακή, αποικιοκρατική Δύση), υφίσταται την βία της ισλαμικής επέκτασης.
Ας αρκεστούμε σε αυτό το σημείωμα σε μιαν επέτειο: Τέτοιες ημέρες ήταν, πριν από 1.200 χρόνια, το 825, όταν δώδεκα χιλιάδες Άραβες, εκ των οποίων οι 3.000 μάχιμοι (οι άλλοι ήταν πρόσφυγες που για πολιτικούς λόγους είχαν καταφύγει από την Ανδαλουσία στην Αίγυπτο και ακολούθησαν την πειρατική εξόρμηση), υπό τον Αμπού Χαφέζ (ο κατά τους βυζαντινούς Απόχαψ) ολοκλήρωναν την κατάληψη της Κρήτης, αφού έκαψαν στην παραλία, μόλις έφτασαν, τα σαράντα πλοία τους για να μην υπάρχει ούτε σκέψη αποχώρησης, όταν θα άρχιζαν τις δηώσεις, τους εμπρησμούς, τις σφαγές.
Η Κρήτη παραδόθηκε και κατέστη για 136 χρόνια η μάστιγα της Μεσογείου, "προς φρικώδη απόγνωσιν απάντων των κατοίκων των τε νήσων του Αιγαίου πελάγους και των ελληνικών και ασιατικών παραλίων ακαταπαύστως υπ᾿ αυτών δηουμένων" (βλ. Σλουμπερζέ, Νικηφόρος Φωκάς).
Οι Ανατολίτες (Σαρακηνοί αυτό σημαίνει στα αραβικά), αδιακόπως ενισχυόμενοι από τυχοδιώκτες που προσέτρεχαν από κάθε ισλαμική γωνιά, έκαναν την Κρήτη γιγαντιαίο καταγώγιο ληστών και μέγα σκλαβοπάζαρο χριστιανών δούλων, για τα χαρέμια και τα εμπορεία των Αράβων και του μουσουλμανικού κόσμου.
Κάθε άνοιξη η Κρήτη "οιονεί τερατώδης πολεμική μηχανή εξήμει τους στόλους αυτής" προς όλη την Μεσόγειο, πυρπολώντας, ληστεύοντας και εξανδραποδίζοντας πόλεις ολόκληρες. Αρκεί να ξεφυλλίσει κανείς λίγες σελίδες χρονογράφων του ένατου και δέκατου αιώνα για να δει τις επαναλαμβανόμενες με τρομακτική μονοτονία σκηνές, πώς μέσα σε λίγες ώρες μια ανθούσα βυζαντινή πόλη μεταβάλλονταν σε καπνίζουσα ερημία ενώ "επί ματαίῳ αι μοίραι του αυτοκρατορικού στόλου διέπλεον αδιακόπως το Αιγαίο, πάντοτε καταφθάνοντας βραδύτερον του δέοντος και ουδέν έτερον πλέον δυνάμεναι ή να επιβεβαιώσωσι νέον και ανήκεστον όλεθρον. Και έρημος μεν νυν και πυρίκαυστος έκειτο η παθούσα πόλις, είχε δε εξαφανισθή ο πολέμιος και η θάλασσα ελευθέρα ιστίων διετέλει. Αλλά μεθ᾽ ημέρας ολίγας" - διαβάζουμε στον Σλουμπερζέ - "τα εμπορεία του Χάνδακος επληρούντο λαφύρων απειροπληθών, ο δε λιμήν αυτού καθίστατο ανεπαρκής να περιλάβῃ τα εφόλκια των Σαρακηνών.
Κατάμεστοι σωματεμπόρων εκ Συρίας και Αιγύπτου ήσαν αι λέμβοι των Αφρικανών, εν δε τη έξωθι των τειχών μεγάλη πλατείᾳ ατελεύτητοι στοίχοι αιχμαλώτων, μειράκων και παρθένων και πάσης ηλικίας παίδων (διότι οι γεγηρακότες και άχρηστοι είχον ήδη προηγουμένως φονευθή), ανέμενον γυμνοί και απεκτηνωμένοι υπό της απογνώσεως και των φρικωδών ταλαιπωριών εκ μακράς επί των ῥυπαρών πλοίων συσσωρεύσεως, όπως οι νέοι αυτών δεσπόται διανείμωσιν αυτούς προς αλλήλους και απαγάγωσιν αυτούς εκείθεν δεσμίους μέχρι των ορίων των μουσουλμανικών χωρών, μέχρι των ακτών της Βασσόρας και των καταρρακτών του Νείλου, εις τας φλεγούσας ερημίας της Χετζάζης και των απωτάτων της Ανδαλουσίας παραλίων".
Η κατεχόμενη Κρήτη ήταν και ο χώρος διανομής της ανθρώπινης λείας μετά το πλέον τραγικό γεγονός του δέκατου αιώνα στον ελληνικό χώρο, αυτό της λαφυραγωγίας και του εξανδραποδισμού της Θεσσαλονίκης, της δεύτερης πόλης της αυτοκρατορίας, την Κυριακή 29 Ιουλίου 904. Μετά από σφαγή και πολυήμερη λεηλασία, 22.000 κάτοικοι, κυρίως νέοι, αγόρια και κορίτσια, στοιβαγμένα για μέρες μέσα στον καύσωνα, στα βρωμερά κύτη των πειρατικών πλοίων, με τα πόδια τους βυθισμένα στα ίδια τους τα περιττώματα, αφού περιπλανήθηκαν από νησί σε νησί και "από ληστηρίου εις ληστήριον" πρός αποφυγή πάσης συναντήσεως με τους δρόμωνες του αυτοκρατορικού στόλου, έφτασαν στον Χάνδακα της Κρήτης όπου είχαν συρρεύσει, όπως κάθε χρόνο, "οι ιχνηλατούντες ανδράποδα μεταπράται".
Όπως περιγράφει ο αιχμάλωτος Καμενιάτης, αμέσως μετά τον κατάπλου, "άπας ο όχλος των Σαρακηνών της ακροπόλεως ταύτης των ληστών έδραμε προς την παραλίαν, συνταραχθείς από αγρίας χαράς επί τω ακούσματι τοσούτον απιστεύτου λείας. Γυναίκες και παιδία οξείας εκβάλλουσαι φωνάς επεκρότουν νίκην τοιαύτην. Ωρύονται μεν οι Μαύροι, ηχούσι δε θορυβωδώς τα κύμβαλα και αι σάλπιγγες και τα πολεμικά τύμπανα, κατάπληκτοι δ' εκ φόβου οι των αιχμαλώτων επιζήσαντες αποβιβάζονται επί της προκυμαίας στενώς εσφιγμένοι δίκην δεμάτων υπό φλέγοντα ήλιον!
Η προ των πυλών της πόλεως πεδιάς απέβη το επονείδιστον πρατήριον πάντων τούτων των δυσμοίρων, οίτινες προ ολίγων έτι ημερών ήσαν τοσούτον ευτυχείς. Διαιρούμενοι εις πλείστους κλήρους κατά μεγάλας ομάδας χωριζόμενοι, ίνα μη επέλθῃ σύγχυσις του εκάστῳ πειρατή ανήκοντος, αποσπώμενοι των αγκαλών των οικειοτάτων αυτών, οίοι ήσαν αδελφοί και αδελφαί, απήρχοντο προς τους απωτάτους και φοβερωτάτους αιγιαλούς, εξ ων εγίνωσκον, ότι ουδέποτε ἐμελλον να επανέλθωσιν".
Αυτή ήταν η εικόνα στο Αιγαίο και την Κρήτη για τα 136 χρόνια αραβικής κυριαρχίας έως ότου αποβιβαστεί στην μεγαλόνησο η στρατιά του Νικηφόρου Φωκά, για να εξαφανίσει τους αγωνιστές του Ισλάμ, που δεν περίμεναν την δυτική αποικιοκρατία ή τις σταυροφορίες για να επιδείξουν τα ευγενή τους αισθήματα. Αυτά τα οποία συχνά έκτοτε ενθυμούνται όχι πια με χαλίφες αλλά με την γενναία χρηματοδότηση των εμίρηδων του Κόλπου (και του κόλπου).
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.