Της Αντωνία Γκίνη, πολύτιμου "σκαπανέα" της ιστορικής μνήμης.
Σ΄όλο το ταξίδι της προσφυγιάς , απ την Αφησιά, μέχρι την Θεσσαλονίκη, μουρμούραγε η γιαγιά Βασιλοπούλα και μάλωνε με τα παιδιά της.
Καθόταν στητή στο κατάστρωμα του υπερωκεάνιου «Κωνσταντινούπολις» , σε μια απ τις καρέκλες τους, που πήρανε απ το σπίτι.
Ήτανε έξαλλη με το ακατανόητο φευγιό τους.
«Πόσες φορές καλέ, δεν γίνηκαν φασαρίες στο νησί;
Πάθαμε τίποτες; Όχι !
Μας πρόλεγαν και μας φυλάγανε οι γειτόνισσες, οι Τουρκάλες , μέχρι να στρώσουνε τα πράγματα.
Φασαρίες – ξεφασαρίες , έτσι περάσαμε τόσα χρόνια εδώ .
Τι ξέρανε οι άντρες σας, απ όλα αυτά;
Φευγάτοι ήντουσαν στην Αμέρικα.
Σαν γύρισαν πίσω ξεμαθημένοι, είδανε φασαρίες και λιγώθηκαν..
Και πάρε μας τώρα, όλους μαζί στο καράβι… Να πάμε πού;
Και σε κανά μήνα, άιντε πάλι …
Να τα μαζεύουμε ξανά .
Να σκαρφαλώνουμε στα πλοία και να σακατευόμαστε .
Για να γυρίσουμε πίσω .
Και για του λόγου το αληθές , έδειξε τον Αντώνη , τον γαμπρό της, που΄χε χτυπήσει στα πλευρά του , όπως ανέβαιναν στο πλοίο.
Αλλά όταν το «Κωνσταντινούπολις», δεν έπιασε Θεσσαλονίκη, μα τράβηξε ξαφνικά για Λαύριο, της κόπηκε η μιλιά .
Δεν ξαναγκρίνιαξε, δεν μίλησε κι ούτε που έκλαψε , σαν κάτι άλλες γύρω της. Την είδε όμως η Χρυσή, να βγάζει το μαντηλάκι της το κεντητό απ την τσέπη. Μετά την κρυφοκοίταξε που του έκανε ένα σχίσιμο με μια ακίδα.
Έξι σχισίματα έκανε, μέχρι το Λαύριο.
Ένα, για κάθε μία μέρα ταξιδιού.
Έξι ημέρες η απόσταση απ το νησί τους , μέχρι τον νέο τόπο. Για να θυμάται.
Δώδεκα χρόνια το ΄χε φυλαγμένο εκείνο το μαντήλι.
Κι όταν αρρώστησε , στα τελευταία της μερόνυχτα που χαροπάλευε, το΄χε σφιχτά κουβαριασμένο μες την φούχτα της.
Τις τελευταίες έξι νύχτες , βάρυνε κι ήταν πολύ ανήσυχη.
Τότε γίνανε πράγματα ακατανόητα.
Αγκομαχούσε η Βασιλοπούλα και φούσκωνε. Γύρναγε πλάγια , μπρούμυτα και ανάσκελα , κουνώντας χέρια και πόδια.
Και δεν ησύχαζε ως το επόμενο πρωί, που έπεφτε σε βαθύ ύπνο.
Το σούρουπο πάλι, στριφογύριζε στο στρώμα, μιλώντας ακατάληπτα.
Την τελευταία νύχτα , ήταν ανάμεσα στον πάνω και στον κάτω κόσμο .
Η Διαλεκτή η κόρη της, με την Χρυσή και την Φωφώ ,τις εγγονές της, διάβασαν στο προσκεφάλι της, τους ψαλμούς του Δαβίδ. Καθώς ξημέρωνε, η γιαγιά Βασιλοπούλα φάνηκε να ησυχάζει.
Μα ξαφνικά, ανακάθισε με δύναμη στο κρεβάτι της.
Τα μάτια της ήταν άγρια και γουρλωμένα. Τίναξε τα δυο χέρια της μπροστά και ούρλιαξε:
«¨Εξωωωωωω !!! Φύγετεεε ! Δρόμοοο…, !! ».
Βούρκωσε η Χρυσή κι είπε με στενοχώρια : « Μας διώχνει. Δεν μας θέλει εδώ. ..».
Ξαναούρλιαξε η γιαγιά , τώρα στα τούρκικα «Εξω ωω!» κι έλεγες πως θα πεταχτεί όρθια , να κυνηγήσει κάποιον.
Πάγωσαν όλοι στο δωμάτιο.
Τα σάστισε η Διαλεκτή .
Και πάνω που πήγε να της μιλήσει , εκείνη ησύχασε κι έγειρε πίσω στα μαξιλάρια . Έκλεισε τα μάτια της , έχοντας ένα από τα σπάνια χαμογελά της, χαραγμένο στα χείλη.
Η Διαλεκτή την φίλησε κλαίγοντας και έπιασε τα χέρια της να τα σταυρώσει.
Απ την χαλαρωμένη φούχτα της, κύλησε το παλιό μαντήλι.
Το μάζεψε η Χρυσή από κάτω και είπε σιγανά:
« Αχ! δεν έδιωχνε εμάς .
Τους Τούρκους έδιωχνε από το σπίτι της!».
«Ταξίδεψε η ψυχή της , στον τόπο της!
Ήθελε να γυρίσει στο σπίτι της και γύρισε!» επιμένει μέχρι και σήμερα η μητέρα μου.
Φώτο : Μαντηλάκι κεντημένο απ την Χρυσή Καπεταναντώνη (1926). _________________
Βασίλης Λαμπόγλου
-Αν ακούσατε τίποτα αυτές τις μέρες από χείλη επίσημα για τη μνήμη των ημερών...πειτε το και σε μένα.
Δεν πρόκειται όμως να ειπωθεί τίποτα από χείλη κυβερνητικά... άλλωστε τα συμφέροντα τους σχεδόν ποτέ δεν συμβαδίζουν με τη μαρτυρική θύμηση .
Αποτελεί έτσι και αλλιώς όνειδος για την "κρατική υπόσταση" (η "ίδια" που πρότεινε τον Ατατούρκ για το βραβείο Νόμπελ, η "ίδια" που έκανε κουμπαριές με τα αντίστοιχα πρωθυπουργικα ζεύγη, η "ίδια" που χόρευε ζειμπεκιες στους προεδρικούς κήπους με τα "ουρι") που δεν τιμά τα 103 χρόνια του ξεριζωμου, που αφορά κοντά 2.000.000 Ελληνων(τότε και των απογόνων τους) .
Τελικά, οπως η Μικρασιατική Καταστροφή(και οι συνέχειες της) "οργανώθηκε" από κάποιες ελίτ, όπως η εκμετάλλευση της, οφέλησε τις "εντοπιες" ελίτ έτσι και και η αποτοκος πολιτική "ιθαγενής" ελίτ του τόπου μας, συνειδητά
απόστρέφεται την ιστορική θύμηση οδύνης για τις χιλιάδες των ξεριζωμενων, των χιλιάδων στρατιωτών που έμειναν για πάντα στα μέρη της Ιωνίας και των χιλιάδων απογόνων τους.
Άλλωστε, μέχρι σήμερα δεν υπήρξε ούτε ένα μνημείο, ένα τοποσημο, ή ένα Μουσείο συλλογικής θυμησης του Μικρασιατικου ξεριζωμού που να τελεί υπό την "κρατική" μέριμνα και εποπτεία.
"Αφημένοι"...είτε 'κει, είτε' δω.
Αφημένοι... Χρόνια 103.
Σήμερα που η προσφυγιά και το άδικο λυσσομανουν να "χτίσουν" το νέο τους κόσμο...
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.