Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΠΑΤΡΑΚΟΥΛΗΣ: «Οι Τζιχαντιστές, η Δύση, η Τουρκία και το Κουρδικό» (Επικαιρότητα)


Γράφει ο:
Διδάκτωρ Γεωπολιτικής
του Πανεπιστημίου Paris VIII, Saint Denis

Ήταν ευνόητο από καιρό ότι οι Κούρδοι δεν μπορούσαν να μείνουν αμέτοχοι στις αναταράξεις που συγκλονίζουν την ευρύτερη περιοχή. Έως τα μέσα Σεπτεμβρίου (2014) σημαντικές περιοχές της Ανατολικής Συρίας είχαν περιέλθει υπό τον έλεγχο του «Ισλαμικού κράτους» («ΙΚ/ISIS»).
Από τις 23 Σεπτεμβρίου 2014, οι ΗΠΑ, μαζί με τα αραβικά συμμαχικά κράτη, άρχισαν να επιχειρούν σειρά από αεροπορικές επιδρομές εναντίον του ισλαμικού κράτους στη Συρία.



Βίντεο που δημοσιεύτηκαν σε social media επιδίωκαν να δείξουν την επαύριο των εν λόγω αεροπορικών επιθέσεων. Οι αεροπορικές επιδρομές στη Συρία σηματοδοτούσαν ένα νέο πεδίο μάχης[1].







Στα τέλη Σεπτεμβρίου ευθυγραμμίζονταν στις υπό αμερικανική ηγεσία επιχειρήσεις εναντίον του «ΙΚ/ISIS» στο Ιράκ – σε μεγάλο βαθμό επειδή έβλεπαν την οργάνωση αυτή ως απειλή στο εσωτερικό τους.

Η συμμετοχή πέντε κρατών (Γαλλίας, Βρετανίας, Ολλανδίας, Βελγίου, Δανίας), που αποφάσισαν να ενταχθούν στην υπό αμερικανική ηγεσία συμμαχία είχε περισσότερο όρους πολιτικού βάρους παρά στρατιωτικής δύναμης. Οι δεσμεύσεις τους υπογράμμιζαν την δημόσια αποστροφή εναντίον της τακτικής του «ΙΚ/ISIS» και τον φόβο ότι αυτή θα μπορούσε να φθάσει στο εσωτερικό τους. Οπωσδήποτε αποτελούσε υπέρβαση μιας γενικευμένης ευρωπαϊκής απροθυμίας στρατιωτικής δέσμευσης. Η Γερμανία συνέβαλλε στον εξοπλισμόΚούρδων στο Ιράκ.

Η Ολλανδία αύξησε τον στρατιωτικό προϋπολογισμό της. Πάντως πέρα από τις αεροεπιδρομές δεν ήταν σαφής η στρατηγική και το πώς θα διαχειριστεί η Συμμαχία τιςαιτίες της διαμόρφωσης του ισλαμικού κράτους ή την αντοχή του καθεστώτος Άσαντ[2]. Παρά τις αεροπορικές επιδρομές δεν χαλάρωνε ο κλοιός του «ΙΚ/ISIS» γύρω από τοκαντόνι του Αΐν αλ Αράμπ - το Κομπάνι - στη Βόρεια Συρία, κοντά στα Συρο-τουρκικά σύνορα. Οι δυνάμεις των Τζιχαντιστών προσπαθούσαν να καταλάβουν το Κομπάνι παρά τηναντίσταση των Κουρδικών Λαϊκών Μονάδων Άμυνας (YPG) και Γυναικείων Μονάδων Άμυνας(YPJ). Δεκάδες χιλιάδες κατοίκων της περιοχής αυτής αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους στην διάρκεια των τελευταίων εβδομάδων.



Σύμφωνα με την ιστοσελίδα Μπέστα Νούτσε: «Ο Διοικητής των δυνάμεων του YPJ του Κομπάνι Χεβί Εχμέντ υπογράμμιζε: «Βασιζόμαστε στους ανθρώπους μας. Δεν θα εγκαταλείψουμε το Koμπανέ στις συμμορίες. Είτε όλοι θα ζούμε ελεύθερα στο Κομπάνι ή όλοι μας θα πεθάνουμε στο Κομπανέ.». Οι συμμορίες ενέτειναν τις επιθέσεις τους στα ανατολικά και δυτικά μέτωπα στη διάρκεια των δύο τελευταίων ημερών. Οι συμμορίες του ISIS ανοίγουν πυρ στα πυροβολεία του τουρκικού στρατού κατά μήκος της γραμμής των συνόρων. Παρά τις μεθόδους αυτές που εφαρμόζει και την υποστήριξη που παίρνει από την Τουρκία, το ISIS δεν μπορούσε να υπερβεί την γραμμή της αντίστασης των μαχητών των YPG και YPJ στο Kομπάνι. Η κυβέρνηση, οι ενώσεις πολιτών και διοικητικής διαχείρισης, όλοι μαζί οργανώνονται σύμφωνα με τις συνθήκες του πολέμου.»[3].
Ενώ το ISIS συνέχιζε τις επιθέσεις εναντίον του Κομπάνι για μήνες, από την άλλη πλευρά των συνόρων, στο Βόρειο Κουρδιστάν, οι άνθρωποι που τηρούσαν αγρυπνία δέχονταν επίθεση από την τουρκική αστυνομία και τον στρατό. Σε χωριά κοντά στην πόληΣουρούτς (επαρχία Σανλίουρφα) πολλοί τραυματίστηκαν και τέθηκαν υπό κράτηση. Πρίν να επιτεθούν η αστυνομία και ο στρατός, στο Eτμανίκ έκανε παρέμβαση-ανακοίνωση, χαιρετίζοντας την επική αντίσταση στο Κομπάνι, μιά αντιπροσωπεία στην οποία συμπεριλαμβάνονταν ο Καμουράν Γιουκσέκ, συν-πρόεδρος του κουρδικού κόμματος DBPBDP - αρχικά των λέξεων Demokratik Bölgeler Partisi, Δημοκρατικό Κόμμα των Περιφερειών), τέσσερες βουλευτές του BDP και δήμαρχοι του Μαρντίν, του Σιίρτ και τουΑμέντ[4].
Στο πλαίσιο της προαναφερόμενης πολεμικής συγκυρίας ήταν αξιοσημείωτη η οξεία αντιπαράθεση στην 69η Σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ ανάμεσα στους ηγέτες τηςΤουρκίας και της Αιγύπτου. Ενώπιον των ηγετών των κρατών που μετείχαν στη Γενική Συνέλευση, ο Ερντογάν επέκρινε στην ομιλία του την άνοδο του Σίσι, ενώ άσκησε κριτική στην αδράνεια των «Ηνωμένων Εθνών και των δημοκρατικών χωρών» μετά την ανατροπή του Μόρσι. «Τα Ηνωμένα Έθνη, όπως και οι δημοκρατικές χώρες δεν έχουν κάνει τίποτε άλλο παρά να παρακολουθούν τα γεγονότα, όπως την ανατροπή του εκλεγμένου Προέδρου της Αιγύπτου και την σφαγή χιλιάδων αθώων που θέλουν να υπερασπιστούν την επιλογή τους. Και το πρόσωπο που έκανε το πραξικόπημα νομιμοποιείται», τόνισε ο Ερντογάν, λέγοντας ότι τα «δύο μέτρα και δύο σταθμά» δίνουν την αίσθηση της αδικίας ανά τον κόσμο και τροφοδοτούν την τρομοκρατία. Τα σχόλια του Ερντογάν αποτέλεσαν αφορμή για τηνακύρωση συνάντησης του υπουργού Εξωτερικών της Αιγύπτου Σάμεχ Σούκρι με τον Τούρκο ομόλογό του Μεβλούτ Τσαβούσογλου στις 25 Σεπτεμβρίου 2014, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης, που θα ήταν η πρώτη μεταξύ των δύο Διπλωματών. Tο αιγυπτιακό Υπουργείο Εξωτερικών, απέρριψε τα σχόλια του Ερντογάν για τον Σίσι. «Η κατασκευή τέτοιων ψευδών δεν είναι παράξενο που προέρχονται από τον Πρόεδρο της Τουρκίας, ο οποίος επιδιώκει να προκαλέσει χάος, να σπείρει τη διχόνοια στη Μέση Ανατολή προσφέροντας πολιτική και οικονομική υποστήριξη και καταφύγιο σε τρομοκρατικές οργανώσεις, ώστε να ζημιωθούν τα συμφέροντα των λαών της περιοχής για την επίτευξη προσωπικών φιλοδοξιών του Τούρκου Προέδρου και την αναβίωση ψευδαισθήσεων του παρελθόντος». Ο Πρόεδρος της Αιγύπτου Aμπντέλ-Φαττάχ ελ-Σίσι - ο οποίος είχε υποστήριξη και από την Σαουδική Αραβία -, στηνομιλία του στην Γ. Σ. του ΟΗΕ στις 24 Σεπτεμβρίου, χαρακτήρισε την χώρα του ως «φάρο του μετριοπαθούς Ισλάμ». Μετά από χρόνια πολιτικής και θρησκευτικής αντιπαράθεσης, «η Αίγυπτος σήμερα έχει ανακτήσει την αυτοπεποίθησή της», ανέφερε[5].
Τα αεροπορικά πλήγματα της υπό αμερικανική ηγεσία συμμαχίας αραβικών και δυτικών κρατών εναντίον των Τζιχαντιστών σηματοδοτούσαν ένα νέο πολεμικό πεδίο. Μετά από πολυήμερη αβεβαιότητα για το αν η Τουρκία θα συμμετείχε στη συμμαχία αυτή, στις 2 Οκτωβρίου 2014, η «Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας» ενέκρινε με μεγάλη πλειοψηφία κυβερνητικό σχέδιο ψηφίσματος με το οποίο επιτρεπόταν στον στρατό να διεξάγει επιχειρήσεις εναντίον των Τζιχαντιστών στη Συρία και στο Ιράκ. Η πρόταση εγκρίθηκε με 298 ψήφους υπέρ και 98 κατά, μια πλειοψηφία τριών τετάρτων, επί του συνόλου των 550 εδρών, έπειτα από μία συνεδρίαση που διήρκησε πολλές ώρες. Σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Τουρκικού Συντάγματος, με την απόφαση αυτή η Εθνοσυνέλευση έδινε το πράσινο φως στον τουρκικό στρατό για τη διεξαγωγή ενδεχόμενων στρατιωτικών επιχειρήσεων στην επικράτεια της Συρίας και του Ιράκ. Εξάλλου, η τουρκική κυβέρνηση μπορούσε να επιτρέπει σε στρατεύματα ξένων χωρών τη στάθμευση ή τη διέλευση από την Τουρκία για επιχειρήσεις εναντίον του λεγόμενου «Ισλαμικού Κράτους». Την ίδια μέρα, οΠρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ανέφερε ότι η Τουρκία σκόπευε να πολεμήσει εναντίον του «Ισλαμικού Κράτους» και άλλων «τρομοκρατικών» οργανώσεων στην περιοχή, αλλά ότι θα επέμεινε παράλληλα στον σκοπό της να απομακρυνθεί από την εξουσία ο Σύριος Πρόεδρος Μπασάρ αλ Άσαντ.
Επίσης στις 2 Οκτωβρίου) ο έγκλειστος Αμπντουλλάχ Οτσαλάν προειδοποιούσε ότι η ειρηνευτική διαδικασία θα μπορούσε να καταρρεύσει, αν οι Τζιχαντιστές του λεγόμενου «Ισλαμικού Κράτους» καταλάμβαναν την στρατηγικής σημασίας (και ως τότε ελεγχόμενη από τους Κούρδους) πόλη Κομπάνι της Συρίας κοντά στα σύνορα με την Τουρκία[6].
Το βράδυ της Δευτέρας 6ης Οκτωβρίου δεκάδες χιλιάδες Κούρδοι ξεχύθηκαν στους δρόμους και στις πλατείες των μεγαλυτέρων πόλεων της Τουρκίας διαδηλώνοντας ενάντια στο «Ισλαμικό Κράτος», και ενάντια στην ισλαμιστική κυβέρνηση της Τουρκίας που το στηρίζει, να δείξουν την αλληλεγγύη τους στους πολιορκημένους υπερασπιστές της κουρδικής πόλης Κομπάνι, στα σύνορα Συρίας-Τουρκίας και να στείλουν ξεκάθαρο μήνυμα-προειδοποίηση στην τουρκική κυβέρνηση των Ερντογάν - Νταβούτογλου ότι εάν η Κομπάνιπέσει, τότε η Τουρκία θα παραδοθεί στο χάος. Το κλίμα έγινε εκρηκτικό από το μεσημέρι της Δευτέρας όταν οι Τζιχαντιστές κατάφεραν να καταλάβουν σημεία στις παρυφές της Κομπάνι, που πυροδότησαν φήμες ότι η πόλη είχε πέσει στα χέρια των Τζιχαντιστών. Σχετικά σύντομα αποσαφηνίστηκε ότι οι Τζιχαντιστές είχαν καταφέρει να κερδίσουν έδαφοςύστερα από επιθέσεις αυτοκτονίας που εξαπέλυσαν εναντίον των Κούρδων μαχητών του YPG, αλλά η πόλη συνέχιζε να βρίσκεται υπό τον έλεγχο των κουρδικών δυνάμεων. Το μέρος όπου είχε στηθεί η μαύρη σημαία των ισλαμοφασιστών επανακαταλήφθηκε, και ηαντίσταση κατά της προέλασης των Τζιχαντιστών στην πόλη Κομπάνι συνεχίστηκε[7]. Οι σφοδρές μάχες, το σφυροκόπημα της πόλης με βαρύ πυροβολικό και οι επιθέσεις αυτοκτονίας των Τζιχαντιστών με αυτοκίνητα-βόμβες, σε συνδυασμό με την αραίωση των αεροεπιδρομών από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους, που υποτίθεται ότι πολεμούν τους Τζιχαντιστές, ξεσήκωσαν κύμα αντιδράσεων τόσο από δημοσιογράφους όσο και από απλούς πολίτες παγκοσμίως που ζητούσαν εξηγήσεις από την αμερικανική κυβέρνηση, ενώδιατυπώθηκαν και κατηγορίες εναντίον των ΗΠΑ για εγκατάλειψη των Κούρδων. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η ηθική και πολιτική συμπαράσταση από κινητοποιήσεις σε όλη την Ευρώπη και βεβαίως στην Ελλάδα

* Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς, φύλλο του Σαββάτου 11 Οκτωβρίου 2014

Προσπελάστηκε 26.09.2014.

Αναδημοσίευση από:http://sofigraf2009.blogspot.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.