Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

Εξορυκτικός καπιταλισμός και οι διαιρέσεις στο προοδευτικό στρατόπεδο της Λατινικής Αμερικής


του James Petras | Μετάφραση Άγγελος Κοντογιάννης-Μάνδρος 


Μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι παραχωρήσεις στις εξορυκτικές πολυεθνικές και τις τοπικές «άρχουσες» τάξεις διασφαλίζει σταθερότητα, έσοδα και χρηματοδοτεί στοιχειώδεις κοινωνικές δαπάνες οι οποίες επιτρέπουν την επανεκλογή των κεντρο-αριστερών καθεστώτων. Με άλλα λόγια, μια de facto συμμαχία μεταξύ της «κορυφής» και της «βάσης» της ταξικής δομής είναι η ανομολόγητη βάση για την εκλογική επιτυχία της κεντροαριστεράς παρά τις διογκούμενες πολιτικές διαφορές μεταξύ των καθεστώτων και τμημάτων των κοινωνικών κινημάτων.

Το προοδευτικό στρατόπεδο

Είναι γενικά παραδεκτό οτι επτά χώρες της Λατινικής Αμερικής απαρτίζουν αυτό που θα μπορούσε να αποκληθεί «προοδευτικό στρατόπεδο»: η Βολιβία, το Εκουαδόρ, η Αργεντινή, η Βραζιλία, η Ουρουγουάη, το Περού και η Βενεζουέλα.

Τα κύρια χαρακτηριστικά τα οποία συνήθως αποδίδονται στα καθεστώτα αυτών των χωρών περιλαμβάνουν: 1) την παλαιότερη πολιτική τους τροχιά: των περισσότερων ηγούνται πρώην αρχηγοί και ακτιβιστές απο τα κοινωνικά κινήματα, τα συνδικάτα ή τους αντάρτικους σχηματισμούς, 2) τις σχετικά ανεξάρτητες διακηρύξεις τους όσον αφορά την εξωτερική πολιτική και ιδιαίτερα την παρεμβατικότητα και την πολιτική κυρώσεων των ΗΠΑ, 3) την ιδεολογική τους ρητορική που απορρίπτει τους περιφερειακούς οργανισμούς που καθοδηγούνται/ηγεμονεύονται απο τις ΗΠΑ και προκρίνει οργανισμούς με βάση τα λατινοαμερικάνικα κράτη, 4) τα λαϊκιστικά προεκλογικά προγράμματα όσον αφορά την κοινωνική ισότητα, τον περιβαλλοντισμό και τα ανθρώπινα δικαιώματα, 5) τη βίαιη απόρριψη του «νεοφιλελευθερισμού» και των παραδοσιακών νεοφιλελεύθερων προσωπικοτήτων, κομμάτων και ιδιωτικοποιήσεων, 6) τις στρατηγικές τους στοχεύσεις που οραματίζονται μια παρατεταμένη διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού που χαρακτηρίζεται απο την έμφαση στον εκσυγχρονισμό, τις αναπτυξιακές προτεραιότητες και τα υψηλά επίπεδα επενδύσεων με κατεύθυνση τις διεθνείς αγορές, 7) την παρατεταμένη πολιτική τους θητεία, η οποία βασίζεται σε συνταγματικές τροποποιήσεις που επιτρέπουν την επανεκλογή τους με αιτιολογία την ανάγκη ολοκλήρωσης του μεταρυθμιστικού τους οράματος.

Το προοδευτικό στρατόπεδο αυτοπροβάλεται εσωτερικά στο εκλογικό σώμα ως αντιπροσωπεύον μια ρήξη ή «ιστορική» τομή με το παρελθόν, πρώτον σε σχέση με τις παραδοσιακές νεοφιλελεύθερες ολιγαρχίες και δεύτερον σε σχέση με την «κρατικίστικη» Αριστερά. Στην περίπτωση της Βολιβίας, του Εκουαδόρ και της Βενεζουέλας συχνά καταφεύγουν σε μια ρητορική που παραπέμπει σε «σοσιαλισμό του 21ου αιώνα». Η δυναμική της απεύθυνσης στη ριζοσπαστική καινοτομία έχει περιορισμένο χρονικό ορίζοντα που εξαρτάται απο το βαθμό στον οποίο τα καθεστώτα προωθούν πολιτικές αντίθετες απο εκείνες των προηγούμενων νεοφιλελεύθερων καθεστώτων.

Η διαίρεση «Αριστεράς-Δεξιάς» όπως εκφράζεται απο το Προοδευτικό Στρατόπεδο

Οι αντιλήψεις για την αντικειμενική και υποκειμενική διάσταση μεταξύ του Προοδευτικού Στρατοπέδου και της Δεξιάς, διαφέρουν ανάλογα με το αν εκπορεύονται απο επίσημες πηγές ή απο μια κριτική εμπειρική διερεύνιση.

Σύμφωνα με τους ιδεολόγους του Προοδευτικού Στρατοπέδου (Π.Σ.), υπάρχουν τουλάχιστον πέντε κύρια πεδία στα οποία αντικατοπτρίζεται η ριζοσπαστική ρήξη με την παραδοσιακή νεοφιλελεύθερη δεξιά.

1) Εθνικισμός: α) το Π.Σ. μέσω επαναδιαπραγματεύσεων των συμβολαίων με τις εξορυκτικές πολυεθνικές διασφαλίζει υψηλότερο συντελεστή φορολογίας και αυξάνει τα έσοδα για το εθνικό θησαυροφυλάκιο, β) μέσω αυξημένων κρατικών δαπάνων μετατρέπει εξ ολοκλήρου ιδιωτικές επιχειρήσεις σε κοινοπραξίες δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, γ) μέσω της αύξησης των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης/παραχώρησης μειώνει «την ξένη εκμετάλλευση», δ) μέσω της μεγαλύτερης παρουσίας «ντόπιων τεχνοκρατών» αυξάνει την εθνική επιτήρηση/έλεγχο πάνω σε στρατηγικές οικονομικές αποφάσεις.

2) Εξωτερική πολιτική: Το Προοδευτικό Στρατόπεδο έχει ακολουθήσει μια ανεξάρτητη, αν όχι ρητά αντιιμπεριαλιστική εξωτερική πολιτική. Έχει δημιουργήσει αρκετούς περιφερειακούς οργανισμούς στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική, στους οποίους σκόπιμα αποκλείεται η παρουσία Βορειοαμερικανικών και Ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών χωρών, όπως η ΑLBA (Μπολιβαριανή Συμμαχία της Αμερικής) και UNASUR (Ένωση Νοτιοαμερικανικών Εθνών). Το Π.Σ. έχει απορρίψει κυρώσεις εναντίον της Κούβας, του Ιραν, της Συρίας και της Γάζας και έχει εναντιωθεί στον υποστηριζόμενο απο τις ΗΠΑ πόλεμο του ΝΑΤΟ στη Λιβύη. Επέκριναν τη στάση των ΗΠΑ στη αμερικάνικη Σύνοδο Κορυφής που συνεδρίασε τον Απρίλιο του 2012, τουλάχιστον πάνω σε τρία κύρια ζητήματα:τη συμμετοχή της Κούβας, την αντίθεση στον βρετανικό αποικιακό έλεγχο των νήσων Μαλβίνας και την αποποινικοποίηση των ναρκωτικών. Το Π.Σ. εξέφρασε την αντίθεσή του στην ηγεμονία των ΗΠΑ, στις «δομικές μεταρυθμίσεις» του Δ.Ν.Τ. και τον ευρωαμερικανικό έλεγχο των διεθνών οργανισμών δανειοδότησης. Με εξαίρεση τη Βενεζουέλα, το Π.Σ. έχει διαφοροποιήσει τις εξαγωγικές αγορές του. Για παράδειγμα η Βραζιλία εξάγει στις ΗΠΑ μόνο το 12,5% των αγαθών και των υπηρεσιών της, η Αργεντινή το 6,9% και η Βολιβία το 8,2%.

3) Κοινωνική πολιτική: Το Π.Σ. έχει αυξήσει τις κοινωνικές δαπάνες, ειδικά αυτές που σχετίζονται με την καταπολέμηση της φτώχειας στην ύπαιθρο, έχει αυξήσει τους κατώτατους μισθούς, έχει εγκρίνει αυξήσεις στους μισθούς και τα ημερομίσθια. Σε λίγες χώρες προσφέρουν εύκολη πίστωση και χρηματοδότηση σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, έχουν δώσει νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας σε καταληψίες γης και διανείμει εκτάσεις ακαλλιέργητης δημόσιας γης ως ένα μέσο «αγροτικής μεταρρύθμισης».

4) Κανονισμοί: Το Π.Σ. έχει, με πολλαπλό βαθμό συνέπειας, επιβάλει ελέγχους πάνω στον χρηματοπιστωτικό τομέα, ρυθμίζοντας τη ροή κερδοσκοπικού κεφαλαίου και την αστάθεια των χρηματοπιστωτικών αγορών. Σε σχέση με τον εξορυκτικό τομέα οι κανονισμοί έχουν χαλαρώσει προκειμένου να επιτραπεί η εισροή κεφαλαίων σε μεγάλη κλίμακα και η εκτεταμένη χρήση τοξικών χημικών ουσιών και γενετικά τροποποιημένων σπόρων απο τις αγροεπιχειρήσεις. Έχουν επιτρέψει την επέκταση της μεταλλευτικής, αγροτικής και υλοτομικής βιομηχανίας σε προστατευόμενες περιοχές Ινδιάνων και άγριας ζωής. Έχουν χρηματοδοτήσει μεγάλης κλίμακας έργα υποδομής που συνδέουν τις εξορυκτικές επιχειρήσεις με σημεία εξαγωγών, καταπατώντας οικότοπους που ήταν προηγουμένως προστατευμένοι. Οι ρυθμιστικοί κανόνες έχουν αξιοποιηθεί προκειμένου να διευκολύνουν «παραγωγικά» εξορυκτικά αναπτυξιακά πλάνα και να περιορίσουν την χρηματιστοποίηση της οικονομίας.

5) Εργατική πολιτική: Έχει βασιστεί σε ένα «κορπορατιστικό μοντέλο» διαπραγμάτευσης και επίλυσης των διαφορών με άξονα το τριμερές σχήμα επιχείρηση-κράτος-συνδικάτα και στόχο τον περιορισμό τόσο των lock out και των απεργιών όσο και τη διατήρηση των ρυθμών ανάπτυξης, των εξαγωγών και τη ροή των εσόδων. Η εργατική πολιτική έχει εξαρτηθεί απο την πολιτική περιορισμού των δημοσιονομικών ελλειμάτων και καθορισμού των μισθολογικών αυξήσεων βάσει των επίπεδων του πληθωρισμού. Σε πλήρη ευθυγράμμιση με τις ορθόδοξες δημοσιονομικές πολιτικές, οι συντάξεις των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα έχουν παγώσει ή μειωθεί, ειδικά ανάμεσα στους μεσαία και υψηλά ιστάμενους λειτουργούς. Οι παραδοσιακές εγγυήσεις για την ασφάλεια της εργασίας έχουν διατηρηθεί, χωρίς να έχουν εμπλουτιστεί και οι αποζημιώσεις δεν έχουν αυξηθεί. Οι απεργίες των δημοσίων υπαλλήλων, ιδιαίτερα των καθηγητών, του ιατρικού προσωπικού και των εργαζομένων στις κοινωνικές υπηρεσίες, είναι συχνές και έχουν οδηγήσει σε κυβερνητική διαμεσολάβηση και οριακά κέρδη. Η κυβερνητική πολιτική είναι προσανατολισμένη στην προστασία των διευθυντικών προνομίων, παράλληλα με το σεβασμό και τη διατήρηση του νομικού καθεστώτος και των δικαιωμάτων συλλογικής διαπραγμάτευσης των συνδικάτων. Στις εθνικοποιημένες επιχειρήσεις η διοίκηση ασκείται απο κρατικά διορισμένους διευθυντές και, με εξαίρεση κάποιες λίγες περιπτώσεις στη Βενεζουέλα, δεν υπάρχει καμία κίνηση προς την κατεύθυνση της αυτοδιαχείρησης των μονάδων απο τους εργαζομένους ή τη συμμετοχή τους στη διοίκηση. Σε αυτό το πλαίσιο εταιρικής λειτουργίας, η δομή των σχέσεων εργασίας ακολουθεί το ιεραρχικό μοντέλο των ιδιωτικών επιχειρήσεων, με τους εργαζομένους να έχουν στην καλύτερη περίπτωση συμβουλευτικό ρόλο σε ζητήματα υγιεινής και ασφάλειας αλλά καμία επι της ουσίας επιρροή. Είναι ενδεικτικό ότι από πλευράς συνδικάτων απεργίες και εκδηλώσεις διαμαρτυρίας έχουν κριθεί απαραίτητες, πολλές φορές σε συνεργασία με διάφορες κοινωνικές ομάδες, προκειμένου να αποκατασταθούν κατάφορες παραβιάσεις στους κανονισμούς υγείας και ασφάλειας απο τη μεριά των εταιρειών. Παρόλο που τα προοδευτικά καθεστώτα δημοσίως αποστασιοποιούνται απο τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές «εργασιακής ευελιξίας» στην πραγματικότητα έχουν κάνει ελάχιστα για να επεκτείνουν και να βαθύνουν τα δικαιώματα των εργαζομένων στούς χώρους δουλειάς και στην παραγωγική διαδικασία.

Η βασική διαφορά μεταξύ των προοδευτικών καθεστώτων και της παραδοσιακής Δεξιάς όσον αφορά την εργατική πολιτική έχει να κάνει με το γεγονός οτι τα πρώτα ακολουθούν μια πολιτική «ανοιχτής επικοινωνίας» με τις ηγεσίες των συνδικάτων και είναι πρόθυμα να μεσολαβήσουν υπέρ της οριακής αύξησης των μισθών, ειδικά του βασικού, και γενικότερα για τη μείωση της σκληρής και βίαιης καταστολής.

Συνέχειες και ομοιότητες μεταξύ των προηγούμενων νεοφιλελεύθερων και των σημερινών προοδευτικών καθεστώτων

Συγγραφείς, ακαδημαϊκοί και δημοσιογράφοι της Δεξιάς και της Κεντροαριστεράς τονίζουν τις διαφορές μεταξύ των προοδευτικών και των προηγούμενων νεοφιλελευεθερων καθεστώτων, παραβλέποντας τις εκτενείς κοινικοοικονομικές και πολιτικές δομικές συνέχειες μεταξυ των δύο. Μια πιο λεπτή, ισορροπημένη και αντικειμενική ανάλυση απαιτεί να ληφθούν υπόψη αυτές οι συνέχειες, επειδή παίζουν κομβικό ρόλο στη συζήτηση για τα όρια και τις αναδυόμενες συγκρούσεις και κρίσεις τις οποίες αντιμετωπίζουν τα προοδευτικά καθεστώτα. Επιπλέον οι περιορισμοί αυτοί, που βασίζονται σε αυτές τις συνέχειες, αναδεικνύουν τη σημασία των εναλλακτικών αναπτυξιακών μοντέλων που προτείνονται απο τα λαΪκά κοινωνικά κινήματα.

Το αγρομεταλλευτικό εξαγωγικό μοντέλο έχει καταδείξει βαθειές στρατηγικές ελλείψεις στην ίδια την δομή και την λειτουργία του. Η προώθηση των αγρομεταλλευτικών εξαγωγών έχει συνοδευτεί απο μεγάλης κλίμακας, μακροπρόθεσμη είσοδο ξένου κεφαλαίου, το οποίο με τη σειρά του καθορίζει τους ρυθμούς των επενδύσεων, τις πηγές εισροής μηχανών, τεχνολογίας και τεχνογνωσίας, καθώς επίσης και τον έλεγχο της εμπορίας και μεταποίησης των πρώτων υλών. Οι πολυεθνικές εταιρίες που συνεργάζονται με τα προοδευτικά καθεστώτα έχουν θέσει ως όρους για την εμπλοκή τους α) την απορρύθμιση των περιβαλλοντικών περιορισμών, β) την κατάργηση του ελέγχου τιμών και την απελευθέρωσή τους στην εσωτερική αγορά με στόχο την προσαρμογή τους στα διεθνή δεδομένα, γ) την ελευθερία στον έλεγχο κίνησης του ξένου συναλλαγματος, τις αποδοχές αλλά και την δυνατότητα αποστολής κερδών στο εξωτερικό.

Επίσης ελέγχουν τις αποφάσεις σχετικά με την εκμετάλλευση των ορυκτών αποθεμάτων. Η επέκταση της παραγωγής εξαρτάται απο τα δικά τους διεθνή κριτήρια παρά απο τις ανάγκες της χώρας «εγκατάστασης». Επομένως, παρά την επαναδιαπραγμάτευση των συμβολαίων την οποία τα προοδευτικά καθεστώτα χαιρετίζουν ως «τεράστια πρόοδο» στην κατεύθυνση των «εθνικοποιήσεων», οι σωρευτικές απώλειες όσον αφορά τα έσοδα και την αποσταθεροποίηση των οικονομιών είναι σημαντικές. Εαν κάποιος κοιτάξει πέρα απο τον αγρομεταλλευτικό κλάδο οι αρνητικές επιπτώσεις στην περαιτέρω ανάπτυξη είναι σημαντικές. Ο πολύ περιορισμένος αντίκτυπος που έχει το αγρομεταλλευτικό μοντέλο στο σύνολο της οικονομίας έχει οδηγήσει σε σποραδικές συγκρούσεις μεταξύ των πολυεθνικών εταιρειών και των προοδευτικών κυβερνήσεων των χωρών εγκατάστασης. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η σύγκρουση της ονομαστικών ισπανικής πετρελαϊκής εταιρείας Repsol με την αργεντίνικη κυβέρνηση της Κριστίνα Φερνάντεζ τον Απρίλιο του 2012. Η συμπεριφορά της Repsol καταδεικνύει όλες τις παγίδες που εγκυμονεί η συνεργασία με ξένες υπεράκτιες εξορυκτικές επιχειρήσεις. Η Repsol αρνήθηκε να αυξήσει τις επενδύσεις της, υποστηρίζοντας οτι η ρύθμιση των τοπικών τιμών μείωνε τα περιθώρια κέρδους της. Συνεπώς, το ενεργειακό κόστος στην Αργεντινή τριπλασιάστηκε μεταξύ 2010 και 2011 από 3 δισ. σε 9 δισ. δολάρια. Επιπλέον, η Repsol επαναπάτρησε τα κέρδη της, απέδωσε υψηλά μερίσματα στους υπεράκτιους επενδυτές και ως εκ τούτου είχε μικρό αντίκτυπο στη δημιουργία εγχώριων βιομηχανιών που θα παρήγαγαν κεφαλαιακές εισροές ή διυλιστήρια για την επεξεργασία του πετρελαίου. Η προσπάθεια του αποθανόντα προέδρου Κίρχνερ να αυξήσει το μερίδιο «της εθνικής ιδιοκτησίας» με το να εισάγει ντόπιους ιδιώτες καπιταλιστές (τον όμιλο Peterson) δεν είχε καμία θετική επίδραση και απλώς εδραίωσε τον έλεγχο της Repsol. Όταν η Φερνάντεζ πήρε το πλειοψηφικό πακέτο με στόχο να διασφαλίσει τον δημόσιο έλεγχο και να αυξήσει την εγχώρια παραγωγή, ολόκληρη η ηγεσία της ευρωζώνης καθοδηγούμενη απο την ισπανική κυβέρνηση και τον δυτικό χρηματοοικονομικό τύπο εκτόξευσε μια κακοήθη εκστρατεία, απειλώντας με κυρώσεις και προβλέποντας οικονομική καταστροφή. Το πρόβλημα με το να προσκαλούνται ξένες πολυεθνικές εταιρείες να επενδύσουν είναι ότι καθιστάται δύσκολο αυτές να φύγουν μετά. Με το που εισέλθουν στην χώρα και ανεξαρτήτως του πόσο μη επωφελής θα είναι η λειτουργία τους, είναι πολύ δύσκολο να επανορθωθούν οι ζημιές που προκαλούν και να υπάρξει στροφή σ' ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης με επίκεντρο τον δημόσιο τομέα.

Όλα τα προοδευτικά καθεστώτα, με πιθανή εξάιρεση ίσως τη Βενεζουέλα, έχουν υπογράψει χρονικά μακρόπνοες και μεγάλης έκτασης συμβόλαια με κάποιες απο τις μεγαλύτερες πολυεθνικές που ασχολούνται με την εξόρυξη πρώτων υλών. Εκτός απο την αύξηση των εσόδων απο τα δικαιώματα παραχώρησης αυτές οι συμφωνίες δεν διαφέρουν ουσιωδώς απο αυτές που υπέγραφαν τα προηγούμενα νεοφιλελεύθερα, δεξιά καθεστώτα.

Ο Έβο Μοράλες υπέγραψε ένα μεγάλης κλίμακας συμβόλαιο εκμέταλλευσης με την Jindal, μια ινδική πολυεθνική για την εκμετάλλευση των ορυχείων σιδήρου του Mutun, με σχεδόν όλες τις εισροές -τα μηχανήματα, τα μεταφορικά, κ.λπ. - να έχουν εισαχθεί, και μόνο μια περιορισμένη «βιομηχανική επεξεργασία» του ακατέργαστου σιδήρου να γίνεται εκεί. Το μεγαλύτερο μέρος του φυσικού αερίου και του πετρελαίου της Βολιβίας το εκμεταλλεύονται κοινοπραξίες του δημοσίου με ξένες πολυεθνικές εταιρείες και εξάγεται στο εξωτερικό, αφήνοντας τα περισσότερα απο τα 60% αγροτικά νοικοκυριά χωρίς σωληνώσεις φυσικού αερίου και οδηγώντας τη Βολιβία στο να εισάγει το μεγαλύτερο μέρος του πετρελαίου που καταναλώνει.

Το Εκουαδόρ, υπό την προεδρία του Κορέα, ενός άλλου προβεβλημένου προοδευτικού προέδρου, υπέγραψε συμβόλαια με ξένους πετρελαϊκούς ομίλους τον Φεβρουάριο του 2012, παρά την αντίθεση των περισσότερων ινδιάνικων οργανώσεων συμπεριλαμβανομένης της CONAI. Στο Εκουαδόρ, όπως και στη Βολιβία, οι μεγάλες εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ προβάλλουν αντιρρήσεις για τις επαναδιαπραγματεύσεις των συμβολαίων που οδηγούν σε αύξηση των πληρωμών δικαιωμάτων και μεγαλύτερη παρουσία δημόσιων υπαλλήλων, διατηρούν μια προνομιακή θέση όσον αφορά τις κρίσιμες αποφάσεις σχετικά με τη διοίκηση, την εμπορία, την τεχνολογία και τις επενδύσεις. Παρά τους ισχυρισμούς περί του αντιθέτου, οι ηγέτες των προοδευτικών καθεστώτων υπογράφουν αυτές τις συνεργασιές στρατηγικής σημασίας χώρις να λαμβάνουν υπόψιν τις κοινότητες που επηρεάζονται. Οι αποφάσεις στηρίζονται στα αρμόδια όργανα της κυβέρνησης. Τόσο το στυλ όσο και το περιεχόμενο της κατανομής των εξουσιών και των προνομίων στις συμφωνίες για το φυσικό αέριο και το πετρελαίο μεταξύ των προοδευτικών καθεστώτων και των πολυεθνικών εταιρειών δεν διαφέρουν σε τίποτα απο ό,τι αποκαλύφθηκε ότι συνέβαινε υπό τα προηγούμενα νεοφιλελεύεθρα καθεστώτα. Έτι περαιτέρω, τόσο στο Εκουαδόρ όσο και στη Βολιβία, πολλοί απο τους «τεχνοκράτες» και τα διοικητικά στελέχη που ανέλαβαν τη διαχείριση τέτοιου τύπου συμφωνιών απο τα προηγούμενα νεοφιλελεύθερα καθέστώτα παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση και υλοποίηση των αντίστοιχων συμφωνιών σήμερα.

Ενώ τα προοδευτικά καθεστώτα έχουν προωθήσει προγράμματα καταπολέμησης της φτώχειας και έχουν καταγράψει κάποιες επιτυχίες στην μείωση των επιπέδων φτώχειας, αυτό επιτυγχάνεται μέσω της μεγέθυνσης της οικονομίας και όχι μέσω πολιτικών αναδιανομής του πλούτου. Στην πραγματικότητα τα προοδευτικά καθεστώτα δεν έχουν προωθήσει αναδιανεμητικές πολιτικές: η συγκέντρωση πλούτου και έγγειας ιδιοκτησίας, καθώς και τα υψηλά επίπεδα κοινωνικών ανισότητων, παραμένουν άθικτα. Έπι της ουσίας λοιπόν η ιεραρχία στην ταξική δομή δεν έχει αλλάξει και στις περισσότερες περιπτώσεις έχει ενισχυθεί με την ένταξη νέων μελών στις ανώτερες και μεσαίες τάξεις. Τέτοιου τύπου μετακινήσεις αφορούν συνήθως πρώην ηγετικά στελέχη και ακτιβιστές απο τα κατώτερα-μεσαία στρώματα και την εργατική τάξη οι οποίοι εντάχθηκαν στην κυβέρνηση καθώς και «νέους καπιταλιστές» που επωφελήθηκαν απο κρατικά συμβόλαια που σύναψαν με τα προοδευτικά καθεστώτα.

Το χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει παραμείνει άθικτο και ευδοκιμεί κάτω από τα προοδευτικά καθεστώτα, κυρίως λόγω των σφιχτών δημοσιοοικονομικών πολιτικών, της συσσώρευσης συναλλαγματικών αποθεμάτων, τον έλεγχο επί των δημοσίων εξόδων και τα χαμηλά επίπεδα πληθωρισμού που αυτά επιβάλλουν. Τα κέρδη του χρηματοπιστωτικού τομέα είναι ιδιαίτερα υψηλά στη Βραζιλία, την Ουρουγουάη, το Περού, τη Βολιβία και το Εκουαδόρ. Η Βραζιλία συγκεκριμένα έχει προσελκύσει μεγάλες εισροές κερδοσκοπικού κεφαλαίου απο τη Wall Street και το City του Λονδίνου εξαιτίας των υψηλών επιτοκίων δανεισμού που προσφέρει σε σχέση με τα επιτόκια σε Βόρεια Αμερική και Ευρώπη.

Δίπλα στη συγκέντρωση ιδιοκτησίας στον εξορυκτικό και χρηματοπιστωτικό τομέα, τα προοδευτικά καθεστώτα δεν έχουν εισαγάγει προοδευτικά φορολογικά συστήματα προκείμενου να μειώσουν την ανισότητα του πλούτου. Τα εισοδήματα των αγροεπιχειρηματικών ελίτ στη Βολιβία, την Αργαντινή, την Ουρουγουάη, τη Βραζιλία και το Εκουαδόρ είναι αρκετές εκατοντάδες φορές μεγαλύτερα από εκείνα της πλειοψηφίας των αγροτών, βοσκών και αγρεργατών. Πολλοί από τους τελευταίους παραμένουν εκτεθειμένοι σε βάρβαρες συνθήκες ζωής και εργασίας. Σε πολλές περιπτώσεις τα προοδευτικά καθεστώτα έχουν κάνει ελάχιστα πράγματα για να επιβάλουν τους κανόνες εργασίας και υγιεινής στις τεράστιες αγροεπιχειρηματικές φυτείες ενώ οι εργάτες εκτίθενται σε μη ελεγχόμενα τοξικά χημικά σπρέι.

Εάν η διαμόρφωση της ιδιοκτησίας και του πλούτου παραμένει σχετικά αμετάβλητη σε σχέση με το νεοφιλελεύθερο παρελθόν, οι προοδευτικές κυβερνήσεις έχουν επιτείνει τις τάσεις ειδίκευσης στις εξαγωγές. Υπο τις προοδευτικές κυβερνήσεις, οι οικονομίες έχουν γίνει ολο και πιο εξαρτημένες απο τις εξαγωγές αγροτομεταλλευτικών και ενεργειακών προϊόντων και από τις μεγάλης κλίμακας μακροπρόθεσμες επενδύσεις απο το εξωτερικό προκειμένου να επιτύχουν ρυθμούς ανάπτυξης. Τα κρατικά έσοδα και η ανάπτυξη βασίζονται έτσι κυρίως στην εξαγωγή πρώτων υλών.

Οι πολιτικές της ελεύθερης αγοράς που ακολουθούν τα προοδευτικά καθεστώτα αγροτομεταλλευτικών εξαγωγών έχουν προκαλέσει την ανάπτυξη εμπορικής δραστηριότητας σε μεγάλη κλίμακα. Ο εμπορικός τομέας επηρεάζεται έτσι όλο και περισσότερο απ' τις μεγάλες επενδύσεις των ξένων πολυεθνικών εταιρειών, όπως η Wall Mart, που προμηθεύονται τα προϊόντα τους από το εξωτερικό, υποβαθμίζοντας τους μικρού μεγέθους τοπικούς παραγωγούς και πωλητές.

Η ανατίμηση του νομίσματος έχει επηρεάσει αρνητικά τους παραδοσιακούς κατασκευαστές και την βιομηχανία μεταφορών, προκαλώντας σημαντικές απώλειες θέσεων εργασίας ειδικά στους κλάδους της κλωστοϋφαντουργίας, της υπόδησης και του αυτοκινήτου, στη Βραζιλία, τη Βολιβία, το Περού και το Εκουαδόρ. Επιπλέον, οι ευνοϊκές πολιτικές που προωθούν τις μεγάλης κλίμακας αγρομεταλλευτικές επενδύσεις έχουν συνοδευτεί από πιστωτική στενότητα όσον αφορά τους μικροϊδιοκτήτες τοπικών επιχειρήσεων και ειδικά για τους παραγωγούς των τοπικών αγορών, οι οποίοι έχουν χτυπηθεί άσχημα από την εισαγωγή φτηνών καταναλωτικών αγαθών (απο την Ασία). Οι γεωργοί που παρήγαγαν τροφές για τις τοπικές αγορές έχουν υποβαθμιστεί στην προσπάθεια για επέκταση της καλλιέργειας των εξαγωγικών καλλιεργειών όπως η σόγια.

Συμπερασματικά, τα προοδευτικά καθεστώτα έχουν ακολουθήσει μια πολυεπίπεδη στρατηγική με δύο άξονες: μια αντιιμπεριαλιστική, εθνικιστική και λαϊκίστικη ρητορική για εσωτερική κατανάλωση ενώ υλοποιούν μια πολιτική «υπόθαλψης» και επέκτασης του ρόλου του ξένου εξορυκτικού κεφαλαίου στις κοινοπραξίες με το κράτος και με την νεα ανερχόμενη αστική τάξη. Τα προοδευτικά καθεστώτα αρθρώνουν λοιπόν μια αφήγηση σοσιαλισμού και συμμετοχικής δημοκρατίας αλλά στην πραγματικότητα προκρίνουν πολιτικές που συνδέουν την ανάπτυξη με την συγκεντροποίηση και την κεντρικοποίηση τόσο του κεφαλαίου όσο και της εκτελεστικής εξουσίας.

Τα προοδευτικά καθεστώτα διακηρύσσουν ένα δόγμα κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότητας, μια πρακτική συνεκλογής των κοινωνικών ηγετών και δημιουργίας πελατειακών σχέσεων μέσω προγραμμάτων π.χ. για την καταπολέμηση της φτώχειας για τα φτωχότερα στρώματα της κοινωνίας.

Τα προοδευτικά καθεστώτα έχουν συνδυάσει αυξανόμενες εισοδηματικές πολιτικές με μεγάλης έκτασης δομικές αλλαγές, ευνοώντας τον εξορυκτικό-πρωτογενή τομέα. Η σταθερότητα των προοδευτικών καθεστώτων εξαρτάται απόλυτα από την αυξανόμενη ζήτηση πρώτων υλών, τις υψηλές τιμές των εμπορευμάτων και τις ανοιχτές αγορές. Τα προοδευτικά καθεστώτα έχουν συνδέσει με επιτυχία τα συνδικάτα και κομμάτια των αγροτικών κινημάτων με το κράτος και έχουν υπονομεύσει και εξασθενίσει την ανεξάρτητη ταξική οργάνωση, την οποία και έχουν αντικαταστήσει με εταιρικές τριμερείς δομές.

Οι προοδευτικοί έχουν επιτυχώς μεταρρυθμίσει ή αντικαταστήσει την χαοτική, απορρυθμισμένη, συγκρουσιακή και ρατσιστική πολιτική των προκατόχων τους και έχουν θεσμοποιήσει τον «κανονικό καπιταλισμό». Έχουν εισαγάγει κανονισμούς και διαδικασίες που ευνοούν την θεσμική σταθερότητα, τη δημοσιονομική πειθαρχία και την αυξητική αν και άνιση κατανομή των κερδών. Με άλλα λόγια οι «παράμετροι του νεοφιλελευθερισμού» είναι τώρα επιτυχώς διαχειριζόμενοι και νομιμοποιημένοι από έναν ψευδεπίγραφο εθνικισμό, που βασίζεται σε μεγαλύτερη πολιτική αυτονομία και διαφοροποίηση από τις αγορές. Το κεντρικοποιημένο σύστημα λήψης αποφάσεων το οποίο στηρίζεται σε συμφωνίες που απαιτούν απο τις πολυεθνικές εξορυκτικές εταιρείες να επενδύσουν και να αναπτύξουν τις παραγωγικές δυνάμεις νομιμοποιείται από ένα εκλογικό πλαίσιο και μια διαταξική πολιτική συμμαχία.

Η εσωτερική και εξωτερική πολιτική των εξορυκτικών προοδευτικών καθεστώτων αντικατοπτρίζουν δύο αντιθετικές εμπειρίες: την ριζοσπαστική τους προέλευση την περίοδο μέχρι να αναλάβουν την εξουσία και την μετέπειτα ενσωμάτωση απο την πλευρά τους μιας αγροτομεταλλευτικής αναπτυξιακής στρατηγικής εξαγωγών, η οποία προκρίνεται απο τους νεοφιλελέυθερους τεχνοκράτες. Η «σύνθεση» αυτών των σε πρώτη ματιά αντιθετικών εμπειριών βρίσκει έκφραση στην υιοθέτηση μιας ανεξάρτητης και κριτικής πολιτικής στάσης απέναντι στον μιλιταριστικό και παρεμβατικό ιμπεριαλισμό και την οικονομική συνεργασία με φορείς του οικονομικού ιμπεριαλισμού -συγκεκριμένα με την υπογραφή μακροπρόθεσμων και μεγάλης έκτασης συμβολαίων με αμερικανικές-ευρωπαϊκές και καναδικές αγροτομεταλλευτικές και ενεργειακές πολυεθνικές. Με άλλα λόγια τα προοδευτικά καθεστώτα έχουν επαναπροσδιορίσει τον όρο ιμπεριαλισμός οριοθετώντας τον στο να υποδηλώνει τις κρατικές δομές και πολιτικές παρά τα οικονομικά στοιχεία (πολυεθνικές εταιρείες) τα οποία εμπλέκονται στην εξαγωγή πρώτων υλών και την εκμετάλλευση της εργασίας. Στην ίδια λογική, επαναπροσδιορίζουν τον «αντιιμπεριαλισμό» ως εναντίωση στις πολιτικοστρατιωτικές παρεμβάσεις και «δίκαιη διανομή» των κερδών μεταξύ των καθεστώτων και των πολυεθνικών συνεργατών τους. Ο επαναπροσδιορισμός αυτός, επιτρέπει στα προοδευτικά καθεστώτα να διεκδικούν τη λαϊκή νομιμοποίηση στη βάση περιοδικών κριτικών των πρακτικών και πολιτικών του κράτους ενώ η συνεργασία και οι συμφωνίες με τις πολυεθνικές τούς επιτρέπουν να διατηρούν την υποστήριξη εγχώριων και ξένων επιχειρηματικών συμφερόντων. Όταν ένα προοδευτικό καθεστώς, όπως στην περίπτωση της Αργεντινής υπό την κυβέρνηση της Κριστίνα Φερνάντεζ, αποφασίζει να «εθνικοποιήσει» ή ορθότερα να διασφαλίσει το πλειοψηφικό μερίδιο της Repsol, η κατ' όνομα ισπανική πετρελαϊκή πολυεθνική, το σύνολο του οικονομικού τύπου, η Ευρωπαική Ένωση και η Ουάσινγκτον καταγγέλλουν την κίνηση αυτή και απειλούν με αντίποινα. Με άλλα λόγια η αδήλωτη συμφωνία μεταξύ του προοδευτικού στρατοπέδου και των ιμπεριαλιστικών καθεστώτων είναι ότι οι πολιτικές διαφοροποιήσεις είναι αναικτές αλλά τα εθνικά οικονομικά μέτρα όχι. Η επαναδιαπραγμάτευση των συμβολαίων προκειμένου να αυξηθούν τα κρατικά έσοδα μπορεί να προκαλέσουν προσωρινή αναβολή των νέων επενδύσεων αλλά όχι πολιτική αντιπαράθεση. Παρ' όλα αυτά το πέρασμα μιας ξένης εξορυκτικής εταιρείας σε δημόσια χέρια προκαλεί την προβλέψιμη εχθρότητα και αντεκδίκηση των ιμπεριαλιστικών κρατών. Η υιοθέτηση μιας πολιτικής οικονομικού εθνικισμού από το προοδευτικό καθεστώς της Αργεντινής στέχευε παρ' όλα αυτά σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις και κλάδους. Η κυβέρνηση της Φερνάντεζ δεν έχει κανένα μελλοντικό πλάνο απαλλοτρίωσης άλλων εξορυκτικών επιχειρήσεων ούτε ήταν το συγκεκριμένο μέτρο κομμάτι μιας ευρύτερης εθνικής στρατηγικής με στόχο την αύξηση της κρατικής ιδιοκτησίας. Μάλλον η άρνηση της Repsol να αυξήσει τις επενδύσεις και την παραγωγή διόγκωνε την εξάρτηση της Αργεντινής απο τις εισαγωγές πετρελαίου, γεγονός που με τη σειρά του επιδείνωνε το ισοζύγιο πληρωμών και τα αποθέματα ξένου συναλλάγματος. Η άρνηση της Repsol να συμμορφωθεί με την αναπτυξιακή ατζέντα της Αργεντινής βασίστηκε στην πολιτική της Φερνάντεζ να διατηρεί την λιανική τιμή του πετρελαίου στην εγχώρια αγορά κάτω απο τις διεθνείς τιμές. Η μείωση της παραγωγής απο πλευράς της Repsol αποσκοπούσε στο να πιέσει και να άρει τους περιορισμούς τιμών. Η αύξηση όμως της τιμής του πετρελαίου θα είχε αρνητικές συνέπειες στην βιομηχανική και ιδιωτική κατανάλωση, αυξάνοντας τα κόστη και μειώνοντας την ανταγωνιστικότητα των αργεντίνικων εξαγωγών και της εγχώριας παραγωγής. Στην πραγματικότητα η αδιαλλαξία της Repsol απείλησε να υπονομεύσει την κοινωνική και πολιτική ισορροπία δυνάμεων μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου και μεταξύ εξαγωγέων ορυκτών και των καταναλωτών, η οποία στηρίζει την πλειοψηφική συμμαχία του καθεστώτος. Συνοπτικά, το μέτρο ήταν εθνικιστικό στη μορφή αλλά ως προς το περιεχόμενο ήταν αναπτυξιακός καπιταλισμός.

Ακόμη κι έτσι το μέτρο πόλωσε την παγκόσμια οικονομία μεταξύ της ιμπεριαλιστικής δύσης και της λατινοαμερικάνικης Αριστεράς, με τους συνήθεις σατράπες των ιμπεριαλιστών στην Λατινική Αμερική (το Μεξικό του Καλντερόν και την Κολομβία του Σάντος) να στηρίζουν την Repsol.

Διαιρέσεις μεταξύ των προοδευτικών καθεστώτων και των κοινωνικών κινημάτων

Πρίν ανέβουν στην εξουσία μέσω εκλογών, οι προοδευτικοί ηγέτες διατηρούσαν στενούς δεσμούς και υποστήριζαν ενεργά τις δράσεις και τους μαζικούς αγώνες των κοινωνικών κινημάτων ακόμη και στο επίπεδο του «δρόμου». Αγκάλιασαν τα συνθήματα/αιτήματα περί οικονομικού εθνικισμού, οικολογικής ευαισθησίας, σεβασμού των φυσικών πόρων των ινδιάνικων κοινοτήτων, κοινωνικής ισότητας καθώς και το αίτημα επανεξέτασης του ζητήματος του εξωτερικού χρέους, συμπεριλαμβανομένης ακόμη και της αποκήρυξης των «παράνομων χρεών».

Τα κοινωνικά κινήματα έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτικοποίηση και κινητοποίηση των εργατικών και αγροτικών τάξεων προκειμένου να εκλέξουν προοδευτικούς προέδρους. Αυτή η σύγκλιση ήταν βραχύβια. Με το που ανέλαβαν την εξουσία τα προοδευτικά καθεστώτα διόρισαν ορθόδοξους οικονομολόγους στα υπουργεία που ήταν επιφορτισμένα με θέματα οικονομίας. Υιοθέτησαν την εξορυκτική στρατηγική και μετέβαλαν τον σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής απο το να περιστρέφεται γύρω από μια εθνική οικονομία με έντονη παρουσία τού δημοσίου τομέα σχεδιασμένη να διαφοροποιεί τον παραγωγικό ιστό σε ένα μοντέλο «μεικτής οικονομίας» βασισμένο σε κοινοπραξίες με το ξένο εξορυκτικό κεφάλαιο. Πρώτα οι ινδιάνικες κοινότητες του Περού, του Εκουαδόρ και κάποιοι τομείς στη Βολιβία πέρασαν στην αντιπολίτευση, υποστηρίζοντας ότι τα συμφέροντά τους αγνοήθηκαν και ότι δεν ζητήθηκε η γνώμη τους. Δευτερευόντως τμήματα των εργατικών τάξεων και των δημοσίων υπαλλήλων απήργησαν διεκδικώντας υψηλότερους μισθούς, που σήμαινε αύξηση της δημόσιας δαπάνης. Μικροί γεωργοί και κατασκευαστές απαίτησαν οικονομικά κίνητρα για τα οικογενειακά αγροκτήματα και τις τοπικές βιομηχανίες στη θέση των επιδοτήσεων για τις αγροτομεταλλευτικές πολυεθνικές, την δημοσιονομική ορθοδοξία και τις εξαγωγικές στρατηγικές που βασίζονται στο χαμηλό εργατικό κόστος και παραμελεί την εγχώρια αγορά.

Οι ριζοσπάστες συνδικαλιστές, αγρότες και αρχηγοί των Ινδιάνων που συμμετέιχαν στα κοινωνικά κινήματα αμφισβήτησαν ολόκληρη την αγροτομεταλλευτική εξαγωγική/εξορυκτική στρατηγική, την κατανομή και διαχείριση των δημόσιων εσόδων και εξόδων. Επανεπιβεβαίωσαν την υποστήριξή τους σε ένα κοινωνικό πρόγραμμα που θα αγκαλιάζει την αγροτική μεταρρύθμιση, συμπεριλαμβανομένης της απαλλοτρίωσης των μεγάλων φυτειών και της αναδιανομής της γης σε ακτήμονες αγρότες. Οι ηγεσίες των εργατών ζήτησαν την χάραξη βιομηχανικής πολιτικής για την επεξεργασία πρώτων υλών προκειμένου να δημιουργηθούν θέσεις στον τομέα της μεταποίησης. Μερικοί συνδικαλιστές ζήτησαν την εθνικοποίηση στρατηγικής σημασίας βιομηχανιών και τραπεζών. Παρ' όλα αυτά, και παρά κάποιες μεγάλες διαδηλώσεις, το μεγαλύτερο μέρος των υποστηρικτών των κοινωνικών κινημάτων και η πλειοψηφία των ηγετών τους γρήγορα στράφηκαν από τη ριζική απόρριψη του εξαγωγικού/εξορυκτικού μοντέλου στη διεκδίκηση μεγαλύτερου μεριδίου από τα έσοδα. Τα προοδευτικά καθεστώτα προσέλκυσαν την πλειοψηφία των ηγετών των κινημάτων στα τριμερή συμβούλια συνεννόησης προκειμένου να διαπραγματευτούν και να διασφαλίσουν κάποιες σταδικές αλλαγές. Τα προοδευτικά καθεστώτα επισήμαναν την αντίθεσή τους στον «νεοφιλελευθερισμό». Τον επαναπροσδιόρισαν ως απορρυθμισμένο καπιταλισμό βασισμένο στα χαμηλά δικαιώματα εκμετάλλευσης και την υποχρηματοδότηση των κοινωνικών προγραμμάτων. Τα προοδευτικά καθεστώτα κατάφεραν επιτυχώς να διαχωρίσουν τα κοινωνικά κινήματα μεταξύ «ουτοπικών» ριζοσπαστικών αντιπάλων και προοδευτικών μεταρυθμιστών. Σε περιόδους κοινωνικής σύγκρουσης τα προοδευτικά κακαθεστώτα καταφεύγουν σε μια συμμαχία Αριστεράς-Δεξιάς, χρεώνοντας στους επικριτές τους ότι ενεργούν για λογαριασμό των ιμπεριαλιστών, παραβλέποντας την δική τους συνεργασία με τις ιμπεριαλιστικές πολυεθνικές. Οι προεδρικές εκκλήσεις, ο εθνικολαϊκιστικός λόγος και τα αυξημένα έσοδα που χρηματοδοτούν αυξημένες κοινωνικές δαπάνες αδυνάτησαν την αριστερή αντιπολίτευση. Οι μέτριες αλλά σταθερές αυξήσεις στα προγράμματα καταπολέμησης της φτώχειας και τους κατώτατους μισθούς εξουδετέρωσαν την απήχηση των ριζοσπαστικών ηγετών στα κοινωνικά κινήματα. Παρά την απομάκρυνση των προοδευτικών καθεστώτων απο τα συνθήματα ριζοσπαστικής ισότητας που βρίσκονταν στις ρίζες τους ήταν περισσότερο απο ικάνα να εξασφαλίσουν μεγάλης κλίμακας εκλογική υποστήριξη, βασισμένη στη συνολική δυναμική ανάπτυξης της οικονομίας και μια σταθερή άνοδο των εισοδημάτων. Και τα δύο υποστηρίζονται απο τις μακροχρόνια υψηλές τιμές των εμπορευμάτων.

Λαοφιλείς πρόεδροι επανειλημμένα κέρδισαν εκλογές με σημαντικές πλειοψηφίες και ήταν σε θέση να κινητοποιήσουν μετριοπαθή κομμάτια των κοινωνικών κινημάτων προκειμένου να αντιμετωπίσουν τα αντιεξαγωγικά/εξορυκτικά κοινωνικά κινήματα. Οι υψηλές τιμές των εμπορευμάτων και οι πολλαπλές ευκαιρίες εκμετάλλευσης φυσικών πόρων προσέλκησε ξένους επενδυτές παρά τα υψηλότερα δικαιώματα εκμετάλλευσης. Οι ξένοι επενδυτές προσελκύθηκαν απο την κοινωνική σταθερότητα που εξασφάλιζουν τα προοδευτικά καθεστώτα σε αντίθεση με την αστάθεια των νεοφιλελεύθερων προκατόχων τους. Τα προοδευτικά καθεστώτα αποδείχτηκαν εξαιρετικά στην δημιουργία οικονομικών δεσμών με τις πολυεθνικές εταιρείες και στη δημιουργία εκλογικών συμμαχιών με τις κατωτερες τάξεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.