Του Διονύση Σκλήρη
Με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου για τον Χρήστο Γιανναρά στη Θεσσαλονίκη, θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας ένα μέρος από το κείμενό μου, που αφορά στις συζητήσεις μεταξύ Γιανναρά και μητροπολίτη Ιωάννη Περγάμου (Ζηζιούλα) στο σπίτι των Παπαγεωργίου, όπου συζητούσαν για τις ομοιότητες και διαφορές της θεολογίας τους:
"Δεν μπορώ βεβαίως να ξεχάσω ορισμένες συναντήσεις με τον Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα), που ήταν ο έτερος πνευματικός μας πατέρας. Μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες είχαν λάβει χώρα ύστερα από πρόσκληση του ιατρού Γεώργιου Παπαγεωργίου, που είναι ένα είδος πνευματικού μου «θείου», και της συζύγου του Σοφίας. Είχαμε τότε μια προσδοκία, -μήπως ψευδαίσθηση;- ότι αν οι δύο μεγάλοι θεολόγοι είχαν την ευκαιρία μετά από κάποιο τραπέζι να συζητήσουν, επί όσες ώρες χρειαστεί, τη σκέψη τους, λ.χ. τις ομοιότητες και τις διαφορές, θα μπορούσε να βγει κάτι, ίσως μια μεγαλύτερη αυτογνωσία ή ακόμη και μετατοπίσεις.
Το χαρακτηριστικό σε αυτές τις συναντήσεις, όπου είχα την ευλογία να παρίσταμαι, ήταν ότι ήταν κυρίως ο κύριος Χρήστος αυτός που προσπαθούσε να αναδείξει τις ομοιότητές τους, ίσως για να καταδειχθεί ότι ανήκουν σε ένα είδος πνευματικής «γενιάς», που κομίζει μια ιδιάζουσα προσφορά, ενώ ο μητροπολίτης Περγάμου επέμενε στις διαφορές τους. Ήταν συναντήσεις πνευματικών γιγάντων, καθώς ο μητροπολίτης Περγάμου διέθετε με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο επίσης ένα συνολικό κάλλος, περίσκεπτη σπουδαιότητα στη φωνή και στον επιτονισμό, έμφαση στον προσωπικό χαρακτήρα των χειρογράφων, διαλεκτική ανάμεσα στην ομιλία και τη σιωπή, χωρίς να προσφέρει εύκολες έτοιμες λύσεις και, κυρίως, ακονισμένες ψυχικές αντένες για να αφουγκράζεται και να επιζητεί την αγάπη.
Ορισμένοι διάλογοι ήταν σπαρταριστοί. Θυμάμαι λ.χ. μία διαφωνία περί αποφατισμού. Το ευρύτερο πλαίσιο, που για χάρη συντομίας θα το μεταφέρω εδώ σχηματικά, ήταν ότι ο μητροπολίτης Περγάμου θεωρούσε ότι η αγάπη συνιστά μια γνώση του προσώπου η οποία είναι τρόπον τινά συνολική, εφόσον η αγάπη είναι γνήσια. Υπό αυτήν την οπτική, η επιμονή στον αποφατισμό, -ο οποίος κατά τον Ζηζιούλα αφορά στη φύση, όχι στο πρόσωπο-, είναι κατά μια έννοια αποπροσανατολιστική, καθώς υποβαθμίζει την αγάπη ως δυνατότητα μιας εναλλακτικής πλην πλήρως θετικής γνωσιολογίας. Ο κύριος Χρήστος θεωρούσε, αντιθέτως, την υπόσταση ως έναν πυρήνα που εκδηλώνεται με τις ενέργειες. Μετέχουμε στις ενέργειες του αγαπώμενου, αλλά δεν μπορούμε να εξαντλήσουμε την υπόστασή του κατά έναν γνωσιολογικό ιμπεριαλισμό ή ολοκληρωτισμό.
Σε μια στιγμή, ο κύριος Χρήστος ανέφερε τον παραδοξολογικό όρο του αγίου Μαξίμου Ομολογητού «αεικίνητος στάσις», υπονοώντας τη γνωσιολογική του δυναμική: Ότι λόγω της αδυναμίας να εγκλείσουμε την προσωπική ετερότητα του Θεού ή και ενός ανθρωπίνου προσώπου στη γνώση μας, παραμένει πάντα μια αποφατική «αεικινησία» στη συνάντησή μας μαζί Τ(τ)ου. «Είναι αυτό που λέει ο άγιος Μάξιμος αεικίνητος στάσις», είπε ο κύριος Χρήστος, τονίζοντας εμφατικά το «αεικίνητος». «Ακριβώς», απάντησε ο μητροπολίτης Περγάμου, «είναι αυτό που λέει ο άγιος Μάξιμος αεικίνητος στάσις», υπογραμμίζοντας έντονα τον δεύτερο όρο του παραδόξου, τη λέξη «στάσις». Εννοούσε στα συμφραζόμενα ότι, όταν αγαπάμε πραγματικά, δεν είμαστε απλώς αεικίνητοι, αλλά και «στεκόμαστε» σε μια προσωπική γνώση του αγαπώμενου, που είναι άλλη από την αντικειμενική επίγνωση των φυσικών ιδιοτήτων του. Η αγάπη μάς δίνει προσωπική ταυτότητα, είναι περιχώρηση του αγαπώμενου, δεν είναι μια αέναη αναβολή του νοήματος.
Πολλοί θα θεωρούσαν εξεζητημένες τις λεπτουργημένες αυτές διαφορές ή ότι «έλεγαν το ίδιο με άλλα λόγια». Αποτελούσαν πάντως έναν παλμό ζωής και σκέψης δύο μεγάλων συνολικών προσωπικοτήτων που παθιάζονταν γνήσια με την οντολογία και όχι με τα επουσιώδη παρακολουθήματα της θεολογίας. Η συγκεκριμένη συζήτηση αφορούσε στη θεολογική σημασία του όρου «ενέργεια», όπου διέφεραν.
Οξείες ήταν οι διαφωνίες τους και σε άλλες δύο θεματικές: Στη θεολογική σημασία του «έρωτος» και στην εσχατολογία. Ο μητροπολίτης Περγάμου θεωρούσε ως οντολογικώς προβληματικό το στοιχείο της «έλξεως» που έχει ο έρωτας, είτε στη βιολογική, είτε ακόμη και στη μεταφυσική του σημασία. Τον αντιδιέστειλε από την ελευθερία της αγάπης, που δεν περνάει μέσα από την έλξη για φυσικές ιδιότητες, αν και δεν υποτιμούσε καθόλου την εκστατική δυναμική του έρωτος ως επιτεταμένης αγάπης. Απλώς θα θεωρούσε ως καθαυτό οντολογικό έναν έρωτα που δεν θα περνούσε από την αναγκαιότητα της έλξεως.
Ο κύριος Χρήστος τόνιζε, αντιθέτως, την αυθυπερβατική και μεταμορφωτική δυναμική του έρωτα, το πώς θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια καθ’ οδόν μεταστοιχείωση από το σαρκικό στο εκστατικά ανιδιοτελές. Έβλεπε τον έρωτα ως μια πολύτιμη ευκαιρία εξαγωγής από την εγωκεντρική θωράκιση. Σε μια κορύφωση της συζήτησης, ο κύριος Χρήστος είχε επικαλεστεί την έκφραση του Ηρακλείτου «τρόπος της του παντός διοικήσεως», αναφερόμενος με αρχαιοελληνικό τρόπο στον έρωτα ως πανσθενουργό μεταφυσική δύναμη κοσμικής συνοχής, χωρίς πάντως να εντυπωσιάσει τον μητροπολίτη, που ήταν, εν προκειμένω, περισσότερο βιβλικός.
Ως προς την εσχατολογία, ο Μητροπολίτης Περγάμου θεωρούσε ότι η σκέψη του κυρίου Χρήστου ήταν υπερβολικά αρχαιοελληνική, οριακά πλατωνική, ότι δεν απέδιδε δικαιοσύνη στον ιστορικό χαρακτήρα της τελικής κρίσης ή στην ανάδρομη εισβολή των εσχάτων με τρόπο αναπάντεχο μέσα στην Ιστορία, επιμένοντας απλώς σε μία αλλαγή τρόπου από τον τρόπο του κτιστού στον τρόπο του ακτίστου που μπορεί να είναι ένα δράμα απλώς προσωπικό και όχι ιστορικό-εσχατολογικό. Ο κύριος Χρήστος, από την άλλη, θεωρούσε την εσχατολογία ως έναν θεολογικό θετικισμό, οριακά ως σχολαστικισμό, με τον οποίο οι θεολόγοι προσπαθούμε να αδράξουμε κατακτητικά και την άλλη ζωή, σαν να μη μας έφτανε ο αγώνας διανοητικής αρπαγής αυτής εδώ.
Το πιο συναρπαστικό διακύβευμα ήταν εν προκειμένω το αν θα ανασταίνονται τα ζώα. Ο μητροπολίτης, που ήταν πολύ δεμένος με τη γάτα του τη Γκρέτα, είχε σε μια αποστροφή του λόγου του δηλώσει «ο παράδεισος δεν θα έχει νόημα για εμένα, αν δεν αναστηθεί και η Γκρέτα». Αργότερα, σε κατ’ ιδίαν συνάντηση, ο Γιανναράς είχε πει χαρακτηριστικά: «Ο Ζηζιούλας φτιάχνει ένα ολόκληρο εσχατολογικό σύστημα, επειδή θέλει να είναι στα έσχατα με τη γάτα του!». Πολύ πιο μετά, είχα τη χαρά να διαπιστώσω ότι το θέμα αυτό, αν δηλαδή στον παράδεισο θα είμαστε με την αγαπημένη μας γάτα, ήταν το βασικό θέμα σε ένα από τα ιδιαιτέρως καλλιτεχνημένα διηγήματα του Σπύρου Γιανναρά, του γιου του κυρίου Χρήστου.
Οι συναντήσεις αυτές δεν κράτησαν για πάντα. Όταν τα βασικότερα θέματα είχαν εξαντληθεί, δεν διαπιστώθηκε κάποια μετατόπιση στη σκέψη των δύο μεγάλων στοχαστών. Αν υπήρξε κάποιο καλό, αυτό ήταν ίσως η εμβάθυνση του καθενός στη δική του προσέγγιση και οπωσδήποτε ο βαθιά υπαρξιακός χαρακτήρας των συζητήσεων. Στον κύριο Χρήστο είχε αφήσει, νομίζω, μια ελαφρώς πικρή επίγευση το γεγονός ότι ήταν ο συνομιλητής του, ο μητροπολίτης Περγάμου, αυτός που περισσότερο έσπευδε να διαφοροποιηθεί, ενώ ο ίδιος θα ήθελε να θεωρούνται ως συνοδοιπόροι της ίδιας γενιάς παρά τις διαφορές τους.
Οι τελευταίες ενίοτε μεγεθύνονταν υπό το στρεβλό φως επικαιρικών ιδεολογικών διαμαχών στον δημόσιο χώρο, όπως λ.χ. αντιδυτικισμός ή ανοικτότητα στη Δύση, συντηρητισμός ή προοδευτισμός σε έμφυλα ζητήματα, κοινοτισμός ή φιλελευθερισμός κ.ο.κ., και σε αυτές τις περιπτώσεις οιονεί ευτελίζονταν. Υπήρχαν, όμως, και οι διαφορές στα καθαυτό οντολογικά ερωτήματα, οι οποίες ήταν υπαρξιακά συναρπαστικές.
Στα δείπνα αυτά του πνευματικού μου «θείου», συνήθως τρώγαμε από τις οκτώ μέχρι τις εννιάμιση, συζητώντας την επικαιρότητα με στοχαστική διάθεση. Μετά άρχιζε ο καθαυτό φιλοσοφικός διάλογος. Περίπου στα μεσάνυχτα ο κύριος Χρήστος ζητούσε να αποχωρήσει. Είχε όρια στη ζωή του, ήταν ένας μεροκαματιάρης της γραφής, που έπρεπε να ξυπνήσει και την επόμενη μέρα νωρίς, για να συνεχίσει να συνθέτει το ογκώδες του corpus.
Ο μητροπολίτης Περγάμου, περισσότερο νυκτόβιος, επιθυμούσε την παράταση της συζήτησης μέχρι τις δύο το πρωί, αν «ξεχνιόμασταν» μπορεί και μέχρι τις τέσσερις. Αντιλαμβανόταν τον εαυτό του ως Σωκράτη σε πλατωνικούς διαλόγους, είτε με την καλή σημασία, ότι μαιευτικά γεννούσε εντελώς νέες ιδέες μέσα από τη συζήτηση, είτε και με την πιο αμφιλεγόμενη ότι χρησιμοποιούσε τον διάλογο για να δοκιμάσει ιδέες και, εντέλει, να θριαμβεύσει είτε επί των παρόντων συζητητών, είτε ακόμη και επί δυνητικών αντιπάλων των ιδεών του στο μέλλον. Με σωκρατικό τρόπο έδινε προτεραιότητα στον προφορικό διάλογο ως προς την ανάδυση της αλήθειας, ενώ στη γραφή απέδιδε τον χαρακτήρα καταγραφής, εκτός βεβαίως αν είχε προέλθει από εσωτερικό διάλογο μέσα του. Αναρωτιέμαι αν οι δύο αυτοί άσπονδοι φίλοι, ένα είδος Σαρτρ και Καμύ του καθ’ ημάς υπαρξισμού, -οπωσδήποτε επί το πολύ αγαπητικότερον-, θα διαλέγονται και στην άλλη ζωή, με ποιους ρυθμούς θα διεξάγονται οι συζητήσεις. Θα πρυτανεύει η αεικινησία της συνεχούς αναζήτησης του υπερβατικού Θεού ή η στάση της ευρέσεως του Προσώπου Του; "
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.