22 Απριλίου 2026

28.118 ευρώ

Του Μάνου Λαμπράκη 

Δεν χρειάζεται καν να ψάξει κανείς πολύ για να καταλάβει πώς ακριβώς λειτουργεί το σημερινό καθεστώς διακυβέρνησης.

Αρκεί μια φωτογραφία. 



Μια φωτογραφία με εύζωνες, δεσποτικά άμφια, υπουργικά χαμόγελα, όλη αυτή την επιμελημένη σκηνοθεσία εθνικής ευλάβειας και κρατικής επισημότητας, η οποία εμφανίζεται σαν κάτι αυτονόητα υψηλό, σχεδόν υπεράνω κριτικής. 

Κι όμως, πίσω από αυτή τη δήθεν αθωότητα της εικόνας, πίσω από τη γνωστή αισθητική του ελληνοχριστιανικού κιτς που το επιτελικό κράτος επιστρατεύει κάθε φορά που θέλει να μετατρέψει την πολιτική αμηχανία σε υπουργικό μεγαλείο, υπάρχει ένας πολύ συγκεκριμένος λογαριασμός. 
Όχι μεταφορικός. 
Κυριολεκτικός. 

28.118 ευρώ. 

Τόσο εγκρίθηκε να κοστίσει στους φορολογουμένους η μετάβαση της Λίνας Μενδώνη και της συνοδείας της στο Σικάγο και στην Ουάσιγκτον. Σχεδόν 30.000 ευρώ για να παραχθεί άλλη μία εικόνα εξουσίας, άλλη μία παράσταση κρατικής επιβολής ντυμένης ως εθνική αποστολή.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι ξοδεύονται σχεδόν 30.000 ευρώ δημόσιου χρήματος για ένα ταξίδι υπουργικής προβολής. Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι αυτή η εξουσία έχει πάψει προ πολλού να αισθάνεται ότι οφείλει να λογοδοτεί ακόμη και για την πρόκληση. 
Δεν μπαίνει καν στον κόπο να συγκαλύψει την προτεραιότητά της: από τη μία πλευρά, για την κοινωνία υπάρχει μονίμως το κήρυγμα της περιστολής, της δημοσιονομικής πειθαρχίας, της σοβαρότητας, της «αντοχής της οικονομίας», της ατομικής ευθύνης, από την άλλη, για την ίδια την εξουσία υπάρχει πάντοτε διαθέσιμος ο μηχανισμός της εξαίρεσης, της μετακίνησης, της συνοδείας, της δημόσιας δαπάνης που βαφτίζεται εθνικός σκοπός για να μη συζητηθεί ποτέ ως αυτό που πραγματικά είναι: ένα προνόμιο. 

Η Νέα Δημοκρατία έχει κατορθώσει να μετατρέψει τη σπατάλη των επάνω σε θεσμική κανονικότητα και τη στέρηση των κάτω σε ηθική υποχρέωση. Αυτό δεν είναι απλώς υποκρισία· είναι ολόκληρη ιδεολογία εξουσίας.

Ας σταματήσουμε επιτέλους να παριστάνουμε ότι δεν βλέπουμε το μοτίβο. 
Το επιτελικό κράτος του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν κυβερνά απλώς, επιτελεί συνεχώς τον εαυτό του. 
Παράγει αδιάκοπα σκηνές νομιμοποίησης, φωτογραφίες, τελετές, συμβολικές εμφανίσεις, εθνικοθρησκευτικά κάδρα, δημόσιες σχέσεις μεταμφιεσμένες σε υψηλή κρατική αποστολή. 

Και η Λίνα Μενδώνη υπήρξε πάντοτε ίσως η πιο χαρακτηριστική μορφή αυτής της αισθητικής του εξουσιαστικού ατάραχου: η υπουργός που δεν διαχειρίζεται απλώς τον πολιτισμό, αλλά τον χρησιμοποιεί ως σκηνικό κύρους ενός συστήματος που αντιλαμβάνεται την πολιτιστική πολιτική όχι ως φροντίδα, αλλά ως προβολή, όχι ως δημόσιο αγαθό, αλλά ως μηχανισμό επιβεβαίωσης ισχύος. 

Γι’ αυτό και τέτοιες εικόνες δεν είναι αθώες. Είναι μια ολόκληρη  αντίληψη: ότι ο πολιτισμός δεν είναι χώρος κοινωνικής μέριμνας, πρόσβασης, εργασιακής δικαιοσύνης ή ουσιαστικής στήριξης. 
Είναι χώρος σκηνοθεσίας του κράτους, το κατάλληλο φόντο για να παραγάγει η εξουσία το δικό της φωτογενές μεγαλείο.

Και βέβαια, το αληθινά εξοργιστικό δεν είναι μόνο το ποσό. Είναι η ηθική αναλογία. Σε μια χώρα όπου οι εργαζόμενοι στον πολιτισμό, οι μικρομεσαίοι, οι νέοι άνθρωποι, οι δημόσιες δομές, οι ανάγκες της καθημερινότητας, ακούν διαρκώς ότι «δεν υπάρχουν περιθώρια», η κυβέρνηση βρίσκει πάντοτε περιθώριο για τον εαυτό της. Υπάρχουν περιθώρια για μετακινήσεις, για συνοδείες, για παραστάσεις δημοσίων σχέσεων, για την παραγωγή εικόνων που θα κυκλοφορήσουν ως αποδείξεις εθνικής δραστηριότητας. 

Δεν υπάρχουν όμως περιθώρια όταν πρόκειται για μισθούς, για ουσιαστική ενίσχυση θεσμών, για αξιοπρεπείς όρους εργασίας, για πολιτιστική δημοκρατία. Αυτό ακριβώς είναι το πιο βίαιο στοιχείο του νεομητσοτακικού κράτους: δεν αρκείται στο να ασκεί ταξική πολιτική, αλλά απαιτεί και να τη χειροκροτείς αισθητικά. 

Να βλέπεις τη φωτογραφία, να σου επιβάλλεται η εικόνα του κύρους, και να ξεχνάς ότι εσύ την πλήρωσες.

Δεν πληρώσαμε απλώς ένα υπηρεσιακό ταξίδι. 
Πληρώσαμε ακόμη μία μικρή τελετή αλαζονείας. 
Πληρώσαμε ακόμη μία απόδειξη ότι αυτή η κυβέρνηση έχει εσωτερικεύσει τόσο βαθιά την ατιμωρησία, ώστε δεν θεωρεί καν αναγκαίο να προσποιηθεί σεμνότητα. 
Πληρώσαμε τη φωτογραφία μιας εξουσίας που πρώτα εκμεταλλεύεται τα σύμβολα, ύστερα επιστρατεύει το δημόσιο ταμείο και στο τέλος ζητά να αντιμετωπιστεί όλο αυτό ως εθνική προσφορά. 

Όμως δεν πρόκειται για προσφορά. Πρόκειται για τον γνώριμο μηχανισμό ενός καθεστώτος που έχει μάθει να συγχέει το κράτος με το σκηνικό του, την πολιτική με τη διαφήμισή της και το δημόσιο χρήμα με το δικαίωμα των ισχυρών να αυτοθαυμάζονται μπροστά στον φακό.

ΥΓ: Θα άξιζε, πάντως, μια πραγματική δημοσιογραφική εργασία από τους συντάκτες του πολιτιστικού ρεπορτάζ και γενικότερα από όλα τα έντυπα και τα μέσα που έχουν εισπράξει διαφημιστική δαπάνη από το Υπουργείο Πολιτισμού κατά τη διάρκεια της θητείας της κυρίας Μενδώνη, να ανοίξουν συστηματικά τη Διαύγεια και να αθροίσουν ένα προς ένα τα ποσά που έχουν διατεθεί αποκλειστικά για μετακινήσεις στο εξωτερικό. Όχι γενικώς και αορίστως, όχι αποσπασματικά, όχι μεμονωμένα όταν σκάει μια φωτογραφία και προκαλεί. Συνολικά. Με διάρκεια. Με λογιστική και πολιτική επιμονή. 

Κάποια στιγμή πρέπει να δούμε όχι απλώς το επιμέρους κόστος μιας ακόμη υπουργικής περιοδείας, αλλά το συνολικό οικονομικό αποτύπωμα ενός μοντέλου εξουσίας που έχει αναγάγει τις διεθνείς εμφανίσεις, τις συνοδείες, τις τελετουργίες και την αυτοπροβολή σε σταθερή διοικητική πρακτική.
Και θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον η άθροιση αυτή να περιλάβει ασφαλώς και την περίοδο κατά την οποία η κυρία Άννα Παναγιωταρέα λειτουργεί ως ειδική σύμβουλος, ώστε να αποκτήσει η δημόσια συζήτηση πραγματικό μέγεθος και όχι απλώς στιγμιαία αγανάκτηση. Γιατί μόνο όταν παρατεθούν μπροστά στους πολίτες τα συγκεντρωτικά ποσά, μόνο όταν εμφανιστεί σε όλη της την έκταση η επανάληψη της δαπάνης, μπορεί να φανεί καθαρά αν έχουμε να κάνουμε με μεμονωμένες μετακινήσεις ή με μια πάγια, δομική και ακριβοπληρωμένη κουλτούρα κρατικής αυτοδιαφήμισης.

ΠΗΓΗ:https://www.facebook.com/share/p/182ZpsNCf8/
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.