28 Φεβρουαρίου 2026

Γιε μου Κυπριανέ*...



Γιε μου Κυπριανέ,

γυρεύκω λόγια να σου γράψω τζ̆αι τα λόγια σπάζουν μες στα χέρια μου όπως σπάζει το ψωμί την ώρα του πένθους. Εν η νύχτα που σου γράφω, η ώρα που το σπίτι σωπαίνει τζ̆αι ακούω μόνο το ρολόι να χτυπά, σαν να μετρά τον χρόνο που έμεινε πίσω που την ώρα που έφυες. Γιε μου, ακούεις με; Έρκεσαι λλίον κοντά άμαν σε φωνάζω; Γιατί εγώ ακόμα λαλώ το όνομά σου τζ̆αι καρτερώ να μου απαντήσεις.

Κυπριανέ μου, παιδίν μου, φως μου, πού επήες; Ποιος δρόμος σε επήρεν τζ̆αι εν σε φέρνει πίσω; Εγώ ακόμα στρώννω το τραπέζι σαν να εννά έρτεις, ακόμα κρατώ την καρέκλα σου στη θέση της, ακόμα φοούμαι να μετακινήσω τα πράματά σου, λες τζ̆αι άμαν τα πειράξω εννα χαθείς αληθινά. Η μπλούζα σου κρεμασμένη, τα παπούτσια σου στην άκρα, το ποτήρι σου, όλα μιλούν για σένα τζ̆αι τίποτε εν μιλά όσο η σιωπή.

Ο κύρης σου, γιε μου, εστάθηκεν μπροστά σου με το πετραχήλι του τζ̆αι με μάθκια που εγεράσαν μέσα σε μια μέρα. Είπεν μου πως άμαν είδε το πρόσωπό σου ησύχασεν λλίον. Εσκέφτηκα πως έτσι εν η αγάπη: γυρεύκει το πρόσωπο, γυρεύκει το βλέμμα, γυρεύκει μια τελευταία βεβαιότητα πως το παιδίν της εν χαμένο μες στην ανωνυμία. Είπεν ευκές που ελάλεν τόσα χρόνια για άλλους, μα τούτη τη φορά κάθε λέξη ήταν μαχαίρι. Ποιος να παρηγορήσει τον παπά που θάφκει τον γιο του; Ποιος να του πει «κάνε κουράγιο» τζ̆αι να μεν σπάσει η γη πουκάτω;

Εγώ, γιε μου, εν ξέρω να κάμνω μεγάλες κουβέντες. Ξέρω μόνο να σε φωνάζω. Να λαλώ «Κυπριανέ μου» τζ̆αι να πιάνω τον αέρα με τα χέρια μου σαν να μπορώ να σε αγγίξω. Άμαν ανάφκω το καντήλι, θωρώ τη φλόγα να τρέμει τζ̆αι νομίζω πως ανασαίνεις. Λαλούν πως ο θάνατος εν ύπνος, πως καρτερά μιαν αυγή. Εγώ κάμνω πως το πιστεύκω για να αντέξω. Γιατί αν σκεφτώ πως εννα μείνεις για πάντα σιωπηλός, εννα σβήσει τζ̆αι η δική μου ανάσα.

Θυμούμαι σε μωρό, να κρατάς το χέρι μου σφιχτά. Θυμούμαι σε άντρα, να φεύκεις βιαστικός τζ̆αι να λαλείς «εν αργώ». Θυμούμαι το γέλιο σου που εγεμούσεν το σπίτι, τζ̆αι τώρα το σπίτι εν μεγάλο τζ̆αι άδειο, σαν εκκλησιά μετά που την ακολουθία. Ακούω καμπάνες μέσα μου, γιε μου, καμπάνες που εν σταματούν.

Άμαν νυχτώνει, μιλώ σου. Σου λαλώ να προσέχεις, να μεν κρυώνεις, να φάεις λλίον, όπως έκαμνα πάντα. Ύστερα θυμούμαι πως εν μπορώ να σε σκεπάσω, τζ̆αι το στήθος μου πονεί σαν να το σχίζουν. Πολλές φορές θυμώνω με τον Θεό, τζ̆αι ύστερα κλαίω τζ̆αι του λαλώ «αν εν δικός σου, φύλαγε τον». Τζ̆αι μες στη σιωπή νομίζω πως ακούω μιαν υπόσχεση, όι δυνατή, όι καθαρή, μα σαν ψίθυρο πως ο θάνατος εν η τελευταία λέξη.

Γιε μου, αν μπορείς, έλα στα όνειρά μου. Στάσου λλίον στην πόρτα, όπως εστέκουσουν παλιά, να μου πεις πως εν φοάσαι. Φύλαγε τον κύρη σου άμαν ψάλλει τζ̆αι η φωνή του κόφκεται. Φύλαγε με εμένα άμαν ξυπνώ τζ̆αι απλώνω το χέρι μου στο σκοτάδι. Γίνε λλίον φως, λλίον άρωμα λιβανιού, λλίον ζεστασιά στην παγωνιά.

Εν σε τραβώ πίσω, γιε μου. Ξέρω πως ο δρόμος σου εν αλλού. Μα η μάνα εν πάντα μάνα. Εννα σε καρτερά ώσπου να τελειώσει ο χρόνος. Όπως καρτερεί η γη να σπάσει ο σπόρος, όπως καρτερεί η νύχτα το πρώτο φως. Τζ̆αι άμαν έρτει το μεγάλο πρωί, το πρωί που λαλούν πως ο θάνατος εννα ντραπεί, στάσου λλίον στην άκρα του φωτός τζ̆αι γύρεψε με. Εγώ εννα είμαι δαμαί, με τα χέρια ανοιχτά, όπως την πρώτη μέρα που σε εκράτησα.

Γιε μου Κυπριανέ, ακούεις;
Η μάνα σου ακόμα σε φωνάζει.
Η μάνα σου ακόμα σερτερά.


*Ο 23χρονος Κύπριος φοιτητής της Νομικής ΑΠΘ, Κυπριανός Παπαϊωάννου, έχασε τη ζωή του στο τραγικό σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη την 28η Φεβρουαρίου 2023. Καθόταν στο δεύτερο βαγόνι και η σορός του ταυτοποιήθηκε μετά από μέρες. Ήταν γνωστός για την πίστη του -γιος ιερέα - και τη σεμνότητά του, ενώ η ιστορία του συγκλόνισε το πανελλήνιο.

ΠΗΓΗ - Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.