18 Φεβρουαρίου 2026

Πώς αυτοί οι άνθρωποι έφτασαν να στηρίζουν τόσο ανεπιφύλακτα το αφεντικό τους, ακόμα και τώρα που έχει αποκαλυφθεί η ευθύνη του για το φονικό δυστύχημα.

Του Δημήτρη Τσίρκα 

Διαβάζω τα σχόλια για τους δεκάδες εργάτες και εργάτριες της ΒΙΟΛΑΝΤΑ που πήγαν έξω από τα δικαστήρια να συμπαρασταθούν στον ιδιοκτήτη της εταιρείας. 

Στο αφεντικό, δηλαδή, που με τις πράξεις και τις παραλήψεις του οδήγησε στον θάνατο πέντε συναδέλφισσές τους. 

Όλα τονίζουν την απαξία της πράξης, την ηθική και ταξική εξαχρείωση των εν λόγω εργαζομένων, αποτέλεσμα – αναμφίβολα - της εθελοδουλείας τους. 

Ακολούθησαν, δε, τους ύμνους για τον ηρωισμό των 200 κομμουνιστών της Καισαριανής που βάδιζαν με το κεφάλι ψηλά στον θάνατό τους από τους ναζί.

Τις δύο περιπτώσεις σχολιασμού μοιάζει να τις χωρίζει άβυσσος. Τις ενώνει όμως κάτι πιο βαθύ: η ηθικολογία. 

Και οι δύο συζητήθηκαν, ως επί το πλείστον, με όρους ατομικής ηθικής στάσης – γλοιώδους στην μία, ηρωικής στην άλλη. 

Ελάχιστα έως καθόλου συζητήθηκαν οι συνθήκες και οι σχέσεις που καθιστούν τη μία ή την άλλη συμπεριφορά δυνατή. 

Αυτό, μάλιστα, από ανθρώπους που θεωρητικά, τουλάχιστον, αναγνωρίζουν την προτεραιότητα του κοινωνικού επί του ατομικού και απορρίπτουν τον μεθοδολογικό ατομικισμό στην ανάλυση των κοινωνικών φαινομένων.

Μήπως, όμως αντί για ηθικές καταδίκες, να αναρωτηθούμε πώς αυτοί οι άνθρωποι έφτασαν να στηρίζουν τόσο ανεπιφύλακτα το αφεντικό τους, ακόμα και τώρα που έχει αποκαλυφθεί η ευθύνη του για το φονικό δυστύχημα. 

Ακόμα και όταν τον εγκαταλείπουν οι πολιτικοί και δημοσιογραφικοί «φίλοι» του, καθώς βλέπουν ότι το αφήγημα «ήταν η κακιά η ώρα», δεν σώζεται με τίποτα.

Αλλά αν θέταμε τέτοια ερωτήματα θα οδηγούμασταν σε διαφορετικές οδούς, πιο «υλικές» και λιγότερο ηθικές. 

Στη ραγδαία αποβιομηχάνιση της περιοχής, για παράδειγμα, και στο ότι οι εναλλακτικές είτε δεν υπάρχουν, είτε είναι χειρότερες από το συγκεκριμένο «μαγαζί».

Στην ασφυκτική διαπλοκή της οικονομικής με την τοπική και πολιτική εξουσία, εξαιτίας της οποίας η εύρεση ακόμα και μιας δουλειάς εργάτη σε εργοστάσιο ή σε σουπερμάρκετ εξαρτάται από πελατειακά δίκτυα και το «μέσο» που έχεις. 

Στην απουσία συνδικάτου σε μια επιχείρηση που αριθμεί 250 εργαζομένους και στην οποία δεν μπορούσαν καν να μπουν οι εκπρόσωποι του τοπικού εργατικού κέντρου, σύμφωνα με μαρτυρίες. 

Στην κατάντια, τέλος, του επίσημου συνδικαλισμού, όπως συμπυκνώνεται στο πρόσωπο του ισόβιου προέδρου της ΓΣΕΕ και της διακομματικής παρέας του.

Οι οποίοι μετέτρεψαν το τριτοβάθμιο συνδικαλιστικό όργανο της χώρας σε μηχανισμό ατομικού πλουτισμού, με αντάλλαγμα την αποδόμηση όλων των εργατικών κατακτήσεων του περασμένου αιώνα.

Η ταξική συνείδηση, ωστόσο, δεν «φυτρώνει», ούτε είναι το άθροισμα των ατομικών ηθικών επιλογών των μεμονωμένων εργατών. 

Είναι αποτέλεσμα της οργάνωσης και της συλλογικής διεκδίκησης, των κοινών εμπειριών αγώνα των εργαζομένων απέναντι στο κεφάλαιο. Της ταξικής πάλης, δηλαδή.

Πολλοί από τους κομμουνιστές που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944 ήταν συνδικαλιστές με ενεργή δράση σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας. 

Συνελήφθησαν από το μεταξικό (ή το βενιζελικό) καθεστώς γιατί προσπαθούσαν να στήσουν συνδικάτα στα εργοστάσια και τα εργοτάξια της εποχής τους.

Και το έκαναν, όχι απλώς γιατί πίστευαν βαθιά στην κομμουνιστική υπόθεση, αλλά και γιατί ήξεραν ότι μόνο μέσα από την οργάνωση και τη συλλογική πάλη μπορεί αυτή η υπόθεση να γίνει πράξη.

Αυτή η διπλή πίστη και κυρίως, τα έμπρακτα αποτελέσματα που είχε στη βελτίωση της ζωής των εργατών είναι που τους καθιστά ξεχωριστά παραδείγματα και όχι τόσο ότι βάδιζαν αγέρωχα προς την εκτέλεσή τους από τους φασίστες.

Η έλλειψη φόβου απέναντι στον θάνατο δεν είναι ίδιον μόνο των κομμουνιστών, ούτε απόδειξη ηθικής ανωτερότητας της αριστερής ιδεολογίας. 

Viva la Muerte (Ζήτω ο θάνατος) ήταν το σύνθημα των Φαλαγγιτών του Φράνκο, ενώ υπήρξαν αμέτρητοι ναζί που πολέμησαν με λύσσα και πέθαναν ατρόμητα στα δεκάδες μέτωπα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. 

Η δολοφονική αποτελεσματικότητα της ναζιστικής πολεμικής μηχανής, οφείλεται εν μέρει και σε αυτούς.

Επιπλέον, για κάθε αγωνιστή που χαμογελούσε ατρόμητος μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα υπήρχαν σίγουρα αρκετοί άλλοι που παρέλυσαν από τον φόβο. 

Για κάθε κομμουνιστή που άντεξε τα φρικτά βασανιστήρια και δεν υπέγραψε δήλωση μετάνοιας, υπήρξαν πολλοί περισσότεροι που λύγισαν και υπέγραψαν. 

Αυτό δεν τους καθιστά ηθικά έκπτωτους. Τους καθιστά ανθρώπους, με όρια, αντιφάσεις και αδυναμίες. 

Και ταυτόχρονα, κάνει πιο φωτεινό το παράδειγμα εκείνων που δεν λύγισαν. 

Αλλά αν η αριστερά απευθυνόταν μόνο στους δεύτερους και ντρόπιαζε τους πρώτους για τη δειλία τους, δεν θα γινόταν ποτέ μαζική, υλική δύναμη αλλαγής της κοινωνίας. 

Θα παρέμενε απλώς ένα ανώδυνο θέμα συζήτησης σε κύκλους «καλλιεργημένων και ευαίσθητων» ψυχών. 

Αυτό που, δυστυχώς, τείνει να γίνει σήμερα.

Όσο πιο μακριά είσαι από τους «πραγματικούς» ανθρώπους, στις «πραγματικές» συνθήκες ζωής τους, τόσο πιο απόλυτο είναι το ιδεώδες που έχεις στο μυαλό σου για εκείνους. 

Και τόσο πιο απομαγευτική είναι η σύγκρουση αυτού του ιδεώδους με την πραγματικότητα. 

Με αποτέλεσμα να μετεωριζόμαστε διαρκώς ανάμεσα στην εξιδανίκευση και τις κατάρες για την εργατική τάξη, τον λαό, την κοινωνία.

Αλλά η ηθική καταδίκη στα σόσιαλ των εργατών που υποκλίνονται στο αφεντικό τους, σε τίποτα δεν θα αλλάξει τη ζωή των ίδιων και των συναδέλφων τους. 

Αν οι άνθρωποι πρέπει να φιλούν κατουρημένες ποδιές για βγάλουν ένα κομμάτι ψωμί, θα σκύψουν και θα τις φιλήσουν. Αν όχι όλοι, σίγουρα πολλοί. 

Ομοίως, η λυρική εξύμνηση του παραδείγματος των 200 κομμουνιστών δεν θα ξανακάνει την αριστερά ελκυστική στις μάζες, όσο δεν καταφέρει (και δεν επιδιώκει) να τους γίνει εκ νέου χρήσιμη στο σήμερα.

Αν με δυο λόγια, δεν δημιουργήσουμε συνθήκες που ο αγώνας, η ταξική αλληλεγγύη και η αυταπάρνηση είναι οι συμπεριφορές που, όχι μόνο απαιτούν από τον καθένα και την καθεμία οι διπλανοί μας, αλλά και βελτιώνουν τη ζωή των εργαζομένων συνολικά, 

Τότε δεν νομιμοποιούμαστε πολιτικά (και ηθικά) να ντροπιάζουμε τους πρώτους και να εξιδανικεύουμε τους δεύτερους. 

Απλώς εργαλειοποιούμε και τους μεν και τους δε. Τους εκτελεσθέντες κομμουνιστές για να υπεραναπληρώσουμε - με το ηρωικό παρελθόν της αριστεράς - το (απολύτως) αντιηρωικό παρόν της. 

Και τους συμβιβασμένους εργάτες της ΒΙΟΛΑΝΤΑ για να διασκεδάσουμε την αδυναμία μας να κάνουμε το παραμικρό (συλλογικά) για να καλυτερεύσουμε την κατάσταση της εργατικής τάξης.

Οπότε αρκούμαστε στην ηθικολογία και την επίδειξη αρετής. Ταυτιζόμαστε φαντασιακά με τους πρώτους και βδελυσσόμαστε τους δεύτερους. Χωρίς το παραμικρό κόστος ή ευθύνη. 

Η ηθικολογία δεν είναι μόνο το καύσιμο των social media. 

Παραφράζοντας τον Μαρξ:

Είναι και το καταφύγιο του εξατομικευμένου ανθρώπου, η φαντασιακή δύναμη μιας ανίσχυρης ύπαρξης, το ηθικό υποκατάστατο ανήθικων συνθηκών. Είναι το όπιο (και) της αριστεράς.

ΠΗΓΗ:https://www.facebook.com/share/p/1AWTJeRQPx/
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.