Τρίτη 26 Μαΐου 2020

Αριστερά, Δεξιά και δημοκρατικός πατριωτισμός

Του Γιώργου Καραμπελιά
Ένα μεγάλο κομμάτι του πατριωτικού χώρου, με τον οποίον και συμπορευόμαστε εν τοις πράγμασι –χωρίς να επιλέγουμε, στη μία ή την άλλη στιγμή, την πολιτική του προέλευση, αποκλείοντας μόνο τους φασίστες και τους εθνομηδενιστές–, παρασύρεται από απόψεις που στο βάθος τους έχουν ένα υπόστρωμα ενός μονομερούς πατριωτισμού. Και είναι, κατά περίπτωση, επιρρεπές στον τραμπισμό, τον άκριτο φιλορωσισμό, τον «αντινεοταξικό» φονταμενταλισμό, αριστερής ή δεξιά κοπής,  υποτιμώντας εν τοις πράγμασι τη νεο-οθωμανική απειλή.  Αυτό δεν σημαίνει την προσχώρηση σε μια αντιτουρκική μονομανία η οποία αγνοεί τις υπόλοιπες αντιθέσεις και προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι και η κοινωνία μας. Σημαίνει απλώς πως, έχοντας εντοπίσει αυτό που κάποτε αποκαλούνταν κυρία αντίθεση, προσπαθούμε να τις δούμε τις υπόλοιπες αντιθέσεις υπό το πρίσμα της κύριας αντίθεσης.
Έτσι, επί παραδείγματι, γνωρίζουμε πολύ καλά, και έχουμε πρωτοστατήσει για να αναδειχθεί, το γεγονός πως η Ελλάδα δεν ταυτίζεται με τη Δύση και πολύ συχνά βρίσκεται σε ανταγωνισμό μαζί της – πρώτος εγώ, στο βιβλίο μου για το 1204, θα χαρακτηρίσω αποικιοκρατική τη συμπεριφορά της Δύσης έναντι της Ελλάδας· σε αναρίθμητα κείμενα και βιβλία μας θα επιμείνουμε, π.χ., στον ρόλο της Αγγλίας για τη συρρίκνωση του ελληνικού κράτους μετά την Επανάσταση του 21· ή στον ανθελληνικό ρόλο της Γερμανίας ως στρατηγικού συμμάχου της Τουρκίας εδώ και 150 χρόνια· ή τον ρόλο των ΗΠΑ για τη διχοτόμηση της Κύπρου. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει, παίρνοντας υπόψη μας την άμεση απειλή που συνιστά η νεο-οθωμανική Τουρκία για την Ελλάδα, πως θα αντιστρέψουμε τις προτεραιότητες της πολιτικής μας και θα μεταβάλουμε σε πρωταρχική την αντίθεση με τους Αμερικανούς, τους Γερμανούς, τους Ισραηλινούς ή οποιουσδήποτε άλλους. Αυτές τις αντιθέσεις, υπαρκτές και κάποτε μείζονες, θα συνεχίσουμε να τις βλέπουμε υπό το πρίσμα της κύριας αντίθεσης. Γι’ αυτό και απορρίπταμε με τον πιο ενεργητικό τρόπο την αποχώρηση της Ελλάδας από το ευρώ κατά μόνας, όπως επιθυμούσε ο Σόιμπλε, γιατί θα απογυμνώναμε την Ελλάδα από ένα έστω μικρό αλλά υπαρκτό μέσο προστασίας έναντι της Τουρκίας. Η Ελλάδα δυστυχώς δεν έχει την πολυτέλεια να διεξαγάγει ταυτόχρονα έναν διμέτωπο αγώνα. Και η ίδια λογική πρυτάνευσε και στην περίπτωση του δημοψηφίσματος. Παράλληλα, υπογραμμίζουμε με τη μεγαλύτερη ενεργητικότητα πως αυτές οι προτάσεις, που εμφανίζονται ως δήθεν πατριωτικές και παρασύρουν πολλούς, εξυπηρετούν αλλότρια συμφέροντα και όχι το συμφέρον του υπαρκτού ελληνισμού.
Το ίδιο συμβαίνει κατ’ αναλογία και με τα υπόλοιπα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα μας. Επί παραδείγματι, το ζήτημα μιας ενδογενούς παραγωγικής ανασυγκρότησης συνιστά ένα αυτόνομο ζήτημα, μια και καθορίζει εν πολλοίς το μοντέλο της κοινωνίας που οραματιζόμαστε και την παραγωγική, πολιτιστική και πολιτική της αυτονομία. Δηλαδή, θα έπρεπε να την επιδιώκουμε στη μία ή την άλλη περίπτωση και άσχετα με τα υπόλοιπα ζητήματα. Ιδωμένη όμως υπό το πρίσμα της επιβίωσης του ελληνισμού απέναντι στην οθωμανική απειλή, αποκτά μεγαλύτερη επικαιρότητα και σημασία καθώς η παραγωγική ανασυγκρότηση καθίσταται και άμεσο ζήτημα εθνικής επιβίωσης. Συνεπώς, αυτό το αυτόνομο αίτημα δεν υποβαθμίζεται εξαιτίας της σύνδεσής του με την κυρία αντίθεση αλλά, αντίθετα, καθίσταται ζήτημα ζωής ή θανάτου για τη χώρα.
Το δημογραφικό αποτελεί επίσης ένα αυτόνομο και καθοριστικό ζήτημα για την επιβίωση του ελληνισμού ως έθνους, για την ενίσχυση για την εκνεάνιση ενός γερασμένου πληθυσμού, για τη σωτηρία του ασφαλιστικού συστήματος, για την ανάπτυξη της καινοτομίας κλπ. κλπ. Ιδωμένο και αυτό υπό το πρίσμα της κύριας αντίθεσης, αποκτά πολύ μεγαλύτερη σημασία και επικαιρότητα. 
Το μεταναστευτικό, αποτελεί επίσης ένα αυτόνομο ζήτημα που απειλεί σαν τέτοιο την εθνική και πολιτισμική συνοχή της χώρας, και θα πρέπει να αποκρουστούν όλες οι προσπάθειες εποικισμού της από μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Δεκαπλασιάζεται όμως η σημασία του και η απειλή που αντιπροσωπεύει όταν συνδεθεί με την τουρκική επιβουλή κατά της χώρας μας. Παράλληλα δε υπογραμμίζει τον ρόλο των ΜΚΟ και  του «ανθρωπισμού» της Δύσης, που θέλει να μεταβάλει την Ελλάδα στο hot spot της Ευρώπης σε συνεργασία και σε συμπαιγνία με την Τουρκία, ενισχύοντας εν τέλει την ιδιαίτερη ελληνική αυτοσυνειδησία. Πράγματα που κατεδείχθησαν περίτρανα στον Έβρο.
Κάτω από την ίδια οπτική θα πρέπει να δούμε ένα πολύ σημαντικό ζήτημα που ενίοτε μας φέρνει σε αντιπαράθεση με φίλους και συντρόφους, με τους οποίους συμμεριζόμαστε την ίδια ορθόδοξη παράδοση: Πιστεύουμε πως, για να επιβιώσει η ορθοδοξία ως πίστη και παράδοση των Ελλήνων, ακόμα και όσων δεν είναι θρησκευόμενοι, θα πρέπει να μένει ζωντανό το σώμα του ελληνισμού γιατί, χωρίς αυτό, η δική μας τουλάχιστον ορθόδοξη παράδοση θα εξαφανιστεί. Υπάρχουν κάποιοι που συνειδητά –και περισσότεροι ασυνείδητα– υποστηρίζουν πως η σχέση είναι αντίστροφη και η ορθοδοξία προέχει έναντι του ελληνισμού. Θυμάμαι έναν πολύ καλό φίλο, μέλος κάποτε του Άρδην, που υποστήριζε ανοικτά πως δεν πιστεύει πλέον στις δυνατότητες επιβίωσης του ελληνισμού και επομένως το μόνο καταφύγιό μας είναι η προσφυγή στην ορθοδοξία, «ας πεθάνει ο ελληνισμός αλλά να ζήσει η ορθοδοξία». Εμείς πιστεύαμε πάντα πως χωρίς υπαρκτό ελληνικό σώμα δεν μπορεί να επιβιώσει ούτε η ορθοδοξία. Δεν βρισκόμαστε σήμερα στις συνθήκες του 14ου και του 15ου αιώνα κατά τους οποίους οι ησυχαστές ή ο Πατριάρχης Γεννάδιος έβλεπαν την ορθοδοξία ως το αποκλειστικό όχημα επιβίωσης του ελληνισμού. Σήμερα, πέραν του ότι διαθέτουμε ακόμα ένα ελληνικό κράτος, ο ελληνισμός απειλείται για πρώτη φορά στην ιστορία του με ιστορική έκλειψη, δημογραφική και πολιτισμική. Έτσι, εάν χαθεί ή αποδυναμωθεί το κράτος μας, απειλείται με εξαφάνιση και η ορθοδοξία στον ελληνικό κόσμο. Και προφανώς δεν μας αρκεί το γεγονός πως μία ορισμένη ορθόδοξη παράδοση –η οποία δεν είναι ταυτόσημη με τη δική μας, παρότι παραπλήσια– θα επιβιώσει στη Ρωσία του Κύριλλου ή του Πούτιν. Και όμως, μία τέτοια λανθασμένη τοποθέτηση διαπνέει την αντίληψη πολλών φίλων που προτάσσουν, π.χ., τη προτεραιότητα της σχέσης με την ομόδοξη Ρωσία αγνοώντας το γεγονός ότι, σήμερα, η Ρωσία αποτελεί, δυστυχώς, στρατηγικό σύμμαχο του Ερντογάν.
Κάποιοι άλλοι προχωρούν πιο πέρα και διαστρέφουν τη σχέση πολιτικής και θρησκευτικής πίστης, μεταβάλλοντας την πίστη σε υποκατάστατο της πολιτικής, με αποτέλεσμα να παραμορφώνουν και τη μεν και τη δε. Και όμως, όλοι γνωρίζουν το: «Τα του καίσαρος τω καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ». Μία τέτοια αντίληψη κρίνει τις πολιτικές συμμαχίες όχι από τη συστράτευση στον κοινό στόχο της απόκρουσης της νεο-οθωμανικής απειλής και την ανάπτυξη των εθνικών προταγμάτων που εν μέρει περιγράψαμε, αλλά από τον βαθμό της συμφωνίας γύρω από τις επιταγές και τα δόγματα της ορθοδοξίας, ή με βάση το συμφέρον της Εκκλησίας με τη στενή έννοια του όρου. Αυτό άραγε δεν ισχυρίζεται πως κάνει και ο πατριάρχης Βαρθολομαίος;
Και μία τέτοια αντίληψη δεν περιορίζεται μόνο στα ζητήματα της άμεσης πολιτικής αλλά, έχοντας μεταβάλει την ορθοδοξία στο αποκλειστικό κλειδί της κατανόησης του κόσμου, αρνούμενη τη διαφοροποίηση ανάμεσα το πρακτικό/επιστημονικό και το μεταφυσικό πεδίο της πίστης, οδηγείται π.χ. στην άρνηση του ρόλου και της σημασίας της Ιατρικής, την απόρριψη των εμβολιασμών και λοιπά και λοιπά.
Θα ήθελα τέλος, να θυμίσω, μέρες που είναι –μέρες μνήμης για τα 101 χρόνια από τη γενοκτονία των Ποντίων–, μια αντίθεση που είχε προσλάβει σχετικά μεγάλη έκταση κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες, στο ίδιο το εσωτερικό του πατριωτικού χώρου, και με οδήγησε μάλιστα σε αντιπαράθεση με ανθρώπους με τους οποίους είχα συμπορευτεί επί μακρόν, δηλαδή την προσπάθεια της χρησιμοποίησης του ποντιακού πατριωτισμού ως οιονεί όπλου ενάντια στον ελληνικό πατριωτισμό και το συνολικό εθνικό συμφέρον!
Όπως γνωρίζουμε και θυμόμαστε οι περισσότεροι, η πολιτική του Ερντογάν, κατά τη δεκαετία του 2000 μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 2010, παράλληλα με το «μπαστούνι» των παραβιάσεων και της καταστολής, τόσο στο εσωτερικό όσο και στον γεωπολιτικό περίγυρο της Τουρκίας, προσπάθησε συστηματικά να χρησιμοποιήσει και την ήπια ισχύ, το «καρότο». Ήταν η εποχή του δόγματος Νταβούτογλου για «μηδενικά προβλήματα» με τους γείτονες και της απόπειρας ενσωμάτωσης των μειονοτήτων, ιδιαίτερα των Κούρδων, μετά τη σύλληψη Οτσαλάν, στη νεο-οθωμανική στρατηγική. Τότε θα επιτραπεί η δημιουργία και φιλοκουρδικών κομμάτων ενώ ο Ερντογάν θα διανύει τον μήνα του μέλιτος με τον «κουμπάρο» του, Άσαντ, στη Συρία.
Απαγόρευσαν οι τουρκικές αρχές τον εορτασμό στην Παναγία Σουμελά | in.gr
Παναγία Σουμελά
Σε αυτά τα πλαίσια αναπτύσσεται και μία στρατηγική «ήπιου» και σταδιακού προσεταιρισμού των Ελλήνων σε αυτή την καινούργια «νεο-οθωμανική κοινοπολιτεία». Όλα θα αρχίσουν με το σχέδιο Ανάν και θα ακολουθήσει η διείσδυση των τουρκικών σήριαλ, Έλληνες πανεπιστημιακοί διορίζονται στα τουρκικά πανεπιστήμια, αυξάνονται τα ταξίδια των Ελλήνων στη Μικρά Ασία και την Πόλη, ενώ επιτρέπεται ακόμα και μια ελεγχόμενη συζήτηση σε ακαδημαϊκούς κύκλους για τους διωγμούς των χριστιανικών πληθυσμών από τον «κεμαλισμό». Σε αυτά τα πλαίσια αναπτύσσεται και το σχέδιο της προσέγγισης με τους μικρασιατικής καταγωγής Έλληνες και κυρίως τους Πόντιους, με το άνοιγμα του Πόντου στον τουρισμό «ιστορικής μνήμης» για τους Έλληνες Ποντίους, η οποία θα οδηγήσει το 2010 και στο άνοιγμα της Παναγίας Σουμελά, για τη λειτουργία του Δεκαπενταύγουστου, προκαλώντας ρίγη συγκίνησης όχι μόνο στους Ποντίους αλλά και σε όλους τους Έλληνες.
Αυτή η πολιτική του Ερντογάν θα συναντήσει μεγάλη ανταπόκριση στην Ελλάδα και όχι μόνο στο φιλοτουρκικό και ενδοτικό λόμπι αλλά και σε ένα μεγάλο μέρος του μικρασιατικού και ποντιακού χώρου. Και τα βασικά επιχειρήματα ήταν πώς έτσι οι Πόντιοι θα επανασυνδεθούν με τον ιστορικό Πόντο και τους ελληνόφωνους της περιοχής και ίσως ακόμα κατορθώσουν να αναζωπυρώσουν και την υπνώττουσα ελληνική συνείδηση των κρυπτοχριστιανών της περιοχής.
Αναμφίβολα κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επιχειρηθεί, κυρίως για λόγους μνήμης και ενίσχυσης της εθνικής ταυτότητας των νεότερων Ποντίων, καθώς και να προκαλέσει μια αναβίωση της χρήσης της ποντιακής γλώσσας από ένα μέρος των μουσουλμάνων ή ίσως και των κρυπτοχριστιανών του Πόντου. Και εν τέλει έτσι λειτούργησε εν μέρει· ακριβώς γι’ αυτό, στη συνέχεια, το τουρκικό κράτος, τρομοκρατημένο, όχι μόνο θα κλείσει την Παναγία Σουμελά για «επισκευές» αλλά, τα τελευταία χρόνια, με πρόσχημα ακριβώς αυτές τις επισκευές, δεν επιτρέπει ούτε την ετήσια λειτουργία του Δεκαπενταύγουστου.
Το επικίνδυνο όμως ήταν ότι αυτή η εξέλιξη συνοδευόταν από μία ολόκληρη θεωρία η οποία υποστήριζε πως για τη γενοκτονία των Ποντίων και του μικρασιατικού ελληνισμού συνολικά δεν ήταν υπεύθυνος ο διαχρονικός τουρκικός επεκτατικός εθνικισμός αλλά οι «Νεότουρκοι» και ο «κεμαλισμός», αποκλειστικά. Επομένως, η άνοδος των ισλαμιστών του Ερντογάν και του Νταβούτογλου, σε αντιπαράθεση με τον κεμαλικό εθνικισμό, μπορούσε να ανοίξει μία νέα ιστορική περίοδο «οθωμανικού χαρακτήρα», δηλαδή αποδοχής μιας πολυεθνικότητας και της λίγο πολύ ισότιμης παρουσίας των μειονοτήτων στη σύγχρονη Τουρκία.
Θυμάμαι από πολύ παλιά, από τη δεκαετία του 1980, την ήπια τότε αντίθεσή μου με ένα συγκεκριμένο κομμάτι του πατριωτικού ποντιακού χώρου, προερχόμενου κατ’ εξοχήν από το «πατριωτικό ΠΑΣΟΚ», που επέμενε συστηματικά στις ευθύνες του «κεμαλισμού» για τις γενοκτονίες. Αντίθετα, εγώ επέμενα πάντοτε στα διαχρονικά, σοβινιστικά και γενοκτόνα χαρακτηριστικά του τουρκικού κρατικού σχηματισμού, ο οποίος οικοδομήθηκε εξ αρχής πάνω στην ενσωμάτωση και την εθνοκάθαρση, όταν χρειαζόταν, των κατακτημένων λαών. Και δόξα τω Θεώ όλοι γνωρίζουμε το παιδομάζωμα. Ωστόσο, επειδή κατανοούσα την επικέντρωση στον Κεμάλ από την πλευρά των Ποντίων, διότι αυτός άρχισε τους μεγάλους διωγμούς το 1919 εναντίον των Ποντίων, δεν προέβαλλα τότε ιδιαίτερα αυτούς τους προβληματισμούς μου, μια και όλοι βρισκόμασταν σε έναν ενιαίο πατριωτικό χώρο.
Ωστόσο, στις αρχές της δεκαετίας του του 2000, αυτή η διαφοροποίηση θα μεταβληθεί σε ιδεολογικοπολιτική αντίθεση, καθώς εγώ υποστήριζα πως ο νεο-οθωμανισμός, που αναπτύσσεται από την εποχή του Οζάλ και κορυφώνεται με τους Ερντογάν, Γκιουλ, Νταβούτογλου και Γκουλέν, δεν συνιστά επιστροφή στην πολυεθνική οθωμανική Αυτοκρατορία του Αβδούλ Χαμίτ αλλά συγκροτεί μία νέα ισλαμοκεμαλική σύνθεση) η οποία συνδυάζει τον κεμαλικό κρατισμό και τη στρατοκρατία με τον οθωμανικό επεκτατισμό. (βλέπε και τα βιβλία Τουρκία Ισλάμ και κρίση του Κεμαλισμού από το 2001, Νεο-οθωμανισμός και σύγχρονη Ελλάδατο 2009 έως το Η Τουρκία του Ερντογάν το 2019). Υποστήριζα τότε το κίνημα της «επιστροφής» των Ποντίων στα πατρογονικά τους εδάφη ως στοιχείο ενδυνάμωσης της εθνικής ταυτότητας και όχι βέβαια τις αυταπάτες που καλλιεργούνταν ακόμα και σε ένα μέρος του οργανωμένου ποντιακού χώρου, συχνά άθελά τους, που κατέτειναν στο να εξωραΐζουν το καθεστώς Ερντογάν. Θυμάμαι την έντονη διαφωνία μου πάνω σε αυτό το ζήτημα ακόμα και με ανθρώπους με τους οποίους είχαμε συμπορευθεί επί πολλά χρόνια, όπως π.χ. με τον Πόντιο ιστορικό, Βλάση Αγτζίδη, ο οποίος ετάσσετο υπέρ μιας συναινετικότερης πολιτικής απέναντι στην ερντογανική Τουρκία και την ανάγκη προσέγγισης με τους Τούρκους διανοούμενους, υποβαθμίζοντας το γεγονός πως η νεο-οθωμανική Τουρκία συνέχιζε τη συνολική επιθετική πολιτική της έναντι της Ελλάδας. [Στα ίδια πλαίσια εντάσσεται και η ιδεολογική αντιπαράθεση με όσους γενίκευσαν αυτή τη λογική, ιδιαίτερα στα 2007-2008, προκρίνοντας ακόμα και τη δημιουργία μιας ελληνοτουρκικής ομοσπονδιακής δομής ως της μόνης λύσης απέναντι στην παρακμή του ελληνισμού, όπως συνέβη προς στιγμήν και με έναν σημαντικό διανοούμενο όπως ο Χρήστος Γιανναράς.]
Δηλαδή, η εργαλειοποίηση της νοσταλγίας, και της εμμονής στην ιδιαίτερη ταυτότητα που χαρακτηρίζει τους Πόντιους, οδηγούσε σε μια πολιτική που εν τέλει ερχόταν σε αντίθεση με το συνολικό πατριωτικό και εθνικό συμφέρον. Διότι όπως τονίζαμε μία πολιτική προσέγγισης με την Τουρκία στο λεγόμενο επίπεδο της «κοινωνίας των πολιτών», των οικονομικών και των πολιτιστικών σχέσεων, όσο η Τουρκία συνεχίζει να συνιστά μείζονα απειλή για την ανεξαρτησία μας, θα έχει συνολικά αρνητικές συνέπειες. Και αυτό γιατί, στις σημερινές συνθήκες αδυναμίας πληθυσμιακής, οικονομικής και πολιτισμικής του ελληνισμού απέναντι στον τουρκισμό, μία τέτοια συνεπαφή θα μεταβαλλόταν σε ένα ακόμα όπλο στην πολιτική της Τουρκίας για τον προσεταιρισμό των Ελλήνων και τον παραπέρα εκμαυλισμό των ελίτ της χώρας, εθίζοντάς μας στη συνεπαφή με ένα καθεστώς που δεν παύει να παρανομεί καθημερινά σε βάρος της Ελλάδας (καθόλου τυχαία, τα τουρκικά σήριαλ παίζονται στην Ελλάδα και όχι τα ελληνικά στην Τουρκία).
Με αυτό ακριβώς το σκεπτικό ήρθαμε και σε έντονη αντίθεση με την πολιτική του πατριάρχη Βαρθολομαίου για την αποδυνάμωση της Εκκλησίας της Ελλάδας, την οποία επίσης χρησιμοποιούν οι Τούρκοι προς την ίδια κατεύθυνση· γεγονός που μας έκανε να παρεξηγηθούμε από αρκετούς συναγωνιστές καθώς και από φίλους κληρικούς που θεώρησαν πως στρεφόμαστε αναίτια ενάντια στο σύμβολο της ορθοδοξίας.
Σήμερα δυστυχώς οι εξελίξεις δικαιώνουν τη δυσπιστία μας. Ο «ειρηνικός» νεο-οθωμανισμός έχει μεταμορφωθεί σε ένα στρατοκρατικό τέρας, που στρέφεται ενάντια σε όλους τους άλλους λαούς, μέσα και έξω από την Τουρκία και κατ’ εξοχήν εναντίον των Ελλήνων, προφανώς και των Ποντίων. Και οι αυταπάτες και οι θεωρίες της «επιστροφής» σε έναν ειρηνευμένο Πόντο πήγαν περίπατο. Πατρίδα των Ποντίων είναι σήμερα η Ελλάδα και εδώ κρατάνε ασβέστη τη μνήμη της καταγωγής τους και της γενοκτονίας ως στοιχείο ενίσχυσης της εθνικής ταυτότητας.
Πιστεύουμε λοιπόν πως, όσο η Τουρκία συνεχίζει να απειλεί τον ελληνισμό με υποταγή και αφανισμό, δεν υπάρχει κανένα περιθώριο χαλάρωσης της επαγρύπνησής μας. Οι επαφές που θα είχαν κάποιο νόημα είναι οι επαφές με εκείνες τις δυνάμεις που στην Τουρκία παλεύουν ενάντια στον τουρκικό εθνικισμό, δηλαδή τους Κούρδους, τους κρυπτοχριστιανούς και τους λίγους θαρραλέους δημοκράτες που καταγγέλλουν τον σοβινιστικό χαρακτήρα του τουρκισμού πληρώνοντας βαρύ προσωπικό τίμημα.
Όπως άλλοτε οι Κρήτες, σήμερα οι Πόντιοι βρίσκονται στον πυρήνα του νεότερου ελληνικού πατριωτισμού. Αυτόν και θα μεταφέρουν από την Τραπεζούντα στα πεδία της σύγκρουσης με τους ξένους κατακτητές, ιδιαίτερα τους Βουλγάρους στην Κατοχή. Καθόλου τυχαία σήμερα πρωτοστατούν στις κινητοποιήσεις για το Μακεδονικό καθώς και στην εθνική εγρήγορση ενάντια στον τουρκικό επεκτατισμό. Και το ταξίδι στον πατρογονικό Πόντο και η εμμονή για το άνοιγμα της Παναγίας Σουμελά αυτή την ελληνική ταυτότητα και τον συνολικό ελληνικό πατριωτισμό ενίσχυσαν τελικώς και όχι τις όποιες ελληνοτουρκικές νεο-οθωμανικές φαντασιώσεις. 
Διαβάστε τα προηγούμενα μέρη:
ΠΗΓΗ:
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.