Σάββατο 6 Ιουλίου 2019

ΑΠΌΚΡΥΦΑ

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, κοντινό πλάνο


ΑΠΌΚΡΥΦΑ

János Pilinszky ( 1921 - 1981 ) μτφ. Ηλίας Κουνέλας

1.
Όλα θα εγκαταλείψουν.
Ο ουρανός θα χωρίσει και θα είναι για πάντα
της γης, το τέλος του κόσμου
και χώρια ξανά, η σιωπή των σκυλόσπιτων.
Στον ουρανό στρατιά φυγαδευμένα πουλιά.
Και θα δούμε τον ήλιο ν ανατέλλει
σαν σβησμένη κόρη ματιού σε άνοια και
όπως το κτήνος που κοιτάζει ήρεμο.
Μα ξάγρυπνος στην εξορία
εγώ την νύχτα εκείνη δεν θα κοιμηθώ
θα στριφογυρίζω με χιλιάδες φύλλα
όπως το δέντρο μέσα στη νύχτα θα μιλώ :
Γνωρίζετε την επέλαση των χρόνων ;
Τα χρόνια πάνω στα τσαλακωμένα χώματα ;
Καταλαβαίνετε του πρόσκαιρου την ρυτίδα ;
Μπορείτε να συλλάβετε τα χέρια μου που κρέμασαν ;
Ξέρετε τ όνομα της ορφάνιας ;
Γνωρίζετε εδώ πέρα τον πόνο που
καταπατάει το αιώνιο σκοτάδι
με διχασμένες οπλές με σχισμένες πατούσες
την νύχτα το κρύο το λάκκο
το γυρισμένο κεφάλι του κατάδικου
γνωρίζετε τις γούρνες που πάγωσαν
τα βασανιστήρια της αβύσσου τα γνωρίζετε ;

Ψήλωσε ο ήλιος. Ράβδοι δέντρων μαυρίζουν
το υπεριώδες του οργισμένου ουρανού.
Έτσι αναχωρώ. Κοιτάζοντας όλεθρο
ένας άνθρωπος στη σιωπή βαδίζει.
Δεν έχει τίποτα. Έχει τη σκιά του.
Και το ραβδί του. Και τα ρούχα της φυλακής.
2.
Γι αυτό έμαθα να περπατώ. Γι αυτά
τα αργά πικρά βήματα.
Και θα βραδιάσει και θα πετρώσει απάνω μου
η λάσπη της νύχτας κι εγώ κάτω από σφαλισμένα βλέφαρα
θα εξακολουθώ να φυλάω αυτήν την επέλαση
σε πυρετό τα δεντράκια τα κλαράκια
φύλλο το φύλλο το άλσος που καίγεται.
Κάποτε ο παράδεισος ήταν εδώ.
Στο πέρας του ύπνου η ανανέωση του πόνου
ν ακούω τα γιγαντιαία του δέντρα.
Σπίτι ήθελα επιτέλους να φτάσω σπίτι
όπως κατέφθασε και κείνος στη Βίβλο.
Αποκρουστική σκιά μου στην αυλή.
Σπασμένη σιωπή, γέροι γονείς στο σπίτι
κι έρχονται ήδη με καλούνε οι φτωχοί μου
ήδη κλαίνε, μ αγκαλιάζουν σκοντάφτοντας.
Με ξαναδέχεται η αρχαία τάξη.
Γέρνω έξω στον αέρα, στο περβάζι των άστρων.
Τώρα έστω, μια φορά, να μπορούσα να μιλήσω με σένα
που τόσο αγάπησα. Χρόνο το χρόνο
και δεν κουράστηκα να λέω
αυτό που το παιδάκι σπαράσσει
ανάμεσα στις σχισμές των δοκαριών.
Πιο άπατρις ο λόγος μου απ τη λέξη !
Δεν έχω καν λόγο.
Φριχτό το φορτίο του
κατρακυλά στον αέρα –
ο κορμός ενός πύργου εκπέμπει ήχους.
Πουθενά δεν είσαι. Πόσο άδειος ο κόσμος.
Μια καρέκλα κήπου, ξεχασμένη έξω ξαπλώστρα.
Ανάμεσα στις αιχμηρές πέτρες κουδουνίζει η σκιά μου.
Κουράστηκα. Από τη γη προεξέχω.

3.
Βλέπει ο θεός πως στέκομαι στον ήλιο.
Βλέπει την σκιά μου στην πέτρα, στο κάγκελο.
Χωρίς αναπνοή βλέπει την σκιά μου
να στέκεται στο αεροστεγές πιεστήριο.
Τότε πια, είμαι ήδη όπως η πέτρα ΄
νεκρή πτυχή χαραγμένη χιλιάδες αυλάκια
μια γενναία χούφτα θρύψαλα
τότε πια, το πρόσωπο του δημιουργήματος.
Κι αντί για δάκρυα στα πρόσωπα οι ρυτίδες
στάζουν από κάτω, τ άδειο ρέμα στάζει.
János Pilinszky ( 1921 - 1981 ) μτφ. Ηλίας Κουνέλας

ΠΗΓΗ: Kune Liakos
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.