Κυριακή, 15 Ιουλίου 2018

ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ -ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Υπάλλαγμα της ζωής

08.07.2018
ΕΤ
Τ​​ο παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου, στη Ρωσία εφέτος (2018), είναι διαγώνισμα των εθνικών ομάδων του αθλήματος, που σημαίνει: των άριστων στην υφήλιο παικτών. Είναι και χρυσοπληρωμένο τηλεοπτικό θέαμα, αυτονόητα επιβαλλόμενο για ένα μήνα, κάθε βράδυ, σε κάποια δισεκατομμύρια (ασφαλώς) ανθρώπων πάνω στον πλανήτη μας.
Ο πλανήτης μας στροβιλίζεται ατέρμονα στο αχανές σύμπαν κουβαλώντας (μόνος αυτός, από όσο ξέρουμε ώς τώρα, στην ιλιγγιώδη απειρία των αστρικών σωμάτων) λογικές υπάρξεις και τεράστια πλήθη ποδοσφαιρόφιλων. Καμιά ποτέ ιδεολογία, καμιά θρησκεία, κανένα όραμα γενικής ευτυχίας δεν απέκτησε ώς τώρα στην ιστορία του πλανήτη τόσους ένθερμους (ή και τυφλά φανατισμένους) πιστούς όσους το ποδόσφαιρο στις μέρες μας και στο παγκοσμιοποιημένο πολιτισμικό μας «παράδειγμα».
Είναι άθλημα εξαίρετο, απαιτεί το μέγιστο της ευκινησίας όλων των μελών του σώματος. Και, ταυτόχρονα, τη μέγιστη ταχύτητα αντίληψης και ετοιμότητα αντίδρασης, οξύνοια ευρηματική «στρατηγικών» τεχνασμάτων και λήψης αποφάσεων, ακαριαία διάγνωση των προθέσεων του αντιπάλου και των δυνατοτήτων του. Ο συνδυασμός όλων αυτών των οξυμμένων ικανοτήτων είναι φυσικό ταλέντο, αλλά και αποτέλεσμα επίμονης και πολύμοχθης άσκησης – όπως συμβαίνει και με τον πιανίστα, τον βιολιστή ή τον μαέστρο.

Το ταλέντο του πιανίστα, του βιολιστή ή του μαέστρου μπορεί να υπηρετήσει ενδεχομένως τη ματαιοδοξία, τον ναρκισσισμό του ταλαντούχου, μπορεί και να εμπορευματοποιηθεί, να υποταχθεί στη φιλοκέρδεια και φιλοχρηματία του. Δεν μπορεί όμως ποτέ να αφιονίσει τη μάζα, να καταργήσει τη λογική για χάρη της ατομικής προτίμησης, να οδηγήσει στην εξηλιθίωση του φανατικού. Το ποδόσφαιρο μπορεί. Γιατί;
Προφανώς, επειδή είναι αγώνισμα, αρχετυπική εικόνα αγωνίσματος, σωματικής αντιμαχίας, πάλης σώμα με σώμα. Και με τη νίκη ή την ήττα θεαματική, μετρητή – ο θεατής τη βιώνει σαν άμεσος, ενεργός συντελεστής. Πάντοτε, σε κάθε εποχή της Ιστορίας, οι άνθρωποι εφεύρισκαν θεαματικά αγωνίσματα, όπου η θέα - θέαση των αγωνιστών προκαλούσε στον θεατή την ευεξία της ψευδαίσθησης ότι μετέχει στα δρώμενα – με ιαχές, επιδοκιμασίες ή αποδοκιμασίες, επαίνους ή ύβρεις, παροτρύνσεις ή απειλές επηρεάζει ή καθορίζει το αποτέλεσμα.
Οι άνθρωποι σήμερα, στα περισσότερα επαγγέλματα, δεν δημιουργούν, διεκπεραιώνουν. Αποφάσεις παίρνουν οι ελάχιστοι, πρωτοβουλίες οι ακόμα λιγότεροι. Η «μάχη» των πολλών για να κερδίσουν τον βιοπορισμό τους, δεν είναι αγώνας, είναι ρουτίνα: η πλήξη της επανάληψης, η αδημονία να συμπληρωθεί το ωράριο. Τέλμα και βυθισμός στο τέλμα, καθημερινά, προσδοκώντας τη σύνταξη, μήπως και τότε αρχίσουν να «ζουν».
Εχει πια αποκλειστεί και το επίσης ψευδαισθητικό αναπλήρωμα της αγωνιστικότητας: το ενδιαφέρον για τα κοινά, η στράτευση σε πολιτικούς αγώνες. Δεν υπάρχει στίβος πολιτικού ανταγωνισμού, αφού δεν υπάρχουν διαφοροποιημένα «πιστεύω», ούτε ιδεολογίες με στόχους κοινωνικούς που να ποικίλλουν. Ο στόχος είναι ένας και μόνος: η μεγιστοποίηση της καταναλωτικής ευχέρειας. Τα κόμματα διαφοροποιούν τις ονομασίες τους σύμφωνα με τις υποδείξεις των εμπείρων του μάρκετινγκ, όχι για να δηλώσουν πολιτική ταυτότητα – «Ποτάμι», «Κίνημα αλλαγής», «Νέα Δημοκρατία», ονομασίες του ωραιοποιημένου τίποτα, του απόλυτου κενού. Η συγκυβέρνηση της «Ριζοσπαστικής» Αριστεράς με τη φανφαρόνικη πατριδοκαπηλία θα υπονομεύει, για πολλά ακόμα χρόνια, κάθε πολιτική αξιοπιστία στην Ελλάδα.
Στο ποδόσφαιρο εκτονώνεται και «ανεπαισθήτως» αποσβήνεται το πάθος για τις κοινωνικές επιδιώξεις – δεν συγκρίνονται τα συνθήματα που ακόμα γεννιώνται στις κερκίδες, με την αποχαυνωμένη, βαριεστημένη επανάληψη των υπαγορεύσεων της ντουντούκας στις πορείες του ΠΑΜΕ. Στις κερκίδες συνεχίζεται σταθερά και η εύτολμη σε κραυγές σεξουαλική αναπλήρωση: οι προτροπές για ευστοχία και οι ιαχές της επιτυχίας αναπαράγουν με χυδαιολογία κάτι από την εκρηκτική μέθη του οργασμού.
Οταν τελειώνει ο αγώνας και σβήνουν οι ιαχές, η ριζική και απότομη αλλαγή της εικόνας καταπλήσσει: οι άνθρωποι αποχωρούν από το γήπεδο με την ίδια ανέκφραστη μάσκα εκτόνωσης, σαν να βγαίνουν από ραντεβού με ψυχαναλυτή ή από την τουαλέτα. Δεν είναι ίδια η εικόνα όμως του ταξιτζή που μαστουρώνει ακούγοντας αδιάλειπτα, νύχτα - μέρα, ραδιοφωνικούς σταθμούς ποδοσφαιρικής καφρίλας. Με μονότονο, εγκεφαλοκτόνο καταιγισμό, άνθρωποι τηλεφωνούν για να «σχολιάσουν» αγοραπωλησίες παικτών, στιγμιότυπα αγώνων, συμπεριφορές διαιτητών, συνθέσεις ομάδων (από τον διεθνή χώρο!) – με απίστευτο έλεγχο του χάους των ονομάτων, των περιστατικών, των πιο ασήμαντων πληροφοριών. Ζουν γι’ αυτό, μόνο με αυτό, εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο.
Οπιο του λαού, μεθοδική εξηλιθίωση άγνωστο πόσου πλήθους ανθρώπων. Κόλαση εφιαλτική της πιο στυγνής απανθρωπίας, δίπλα στην ξέφρενη σπατάλη για μεγαλειώδη γήπεδα, σε χώρες όπου η ανεργία, η στέρηση, ο απελπισμός αναιρούν την ανθρωπιά του ανθρώπου.
Το φετεινό Παγκόσμιο Κύπελλο γέννησε και μια πρόσθετη ανησυχία: Η βία ανάμεσα στους παίκτες, μέσα στο παιχνίδι, μοιάζει πια μια αυτονόητη πρακτική: Οταν δεν επαρκεί η τεχνική δεξιότητα, επιστρατεύεται η σωματική βιαιοπραγία για την απώθηση ή η δόλια τρικλοποδιά. Η υφήλιος εξαμερικανίζεται ραγδαία.


Ελευθερία της παρλαπίπας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 01.07.2018
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Κ​​​​αθαρή» έξοδος από τα μνημόνια – «θολή» έξοδος από τα μνημόνια – «χωρίς» μνημόνια η χώρα, αλλά «υπό επιτροπείαν» ασφυκτική ώς το 2060!
Παίζουν με τη ζωή μας οι μανιακοί της εξουσίας, ξεσκολισμένοι στο παιχνίδι των εντυπώσεων. Με την απλή, τη στοιχειώδη λογική, το «βγαίνουμε από τα μνημόνια» θα σήμαινε: Στα οχτώ χρόνια της εξευτελιστικής επιτρόπευσης, κατορθώσαμε μεταρρυθμίσεις θεσμικές, που εγγυώνται την εξυγίανση του δημόσιου βίου, επομένως και της οικονομίας. Τιθασεύσαμε το παμφάγο κομματικό κράτος.
Εγγίζει τα όρια της παραφροσύνης: Πανηγυρίζουν, με τις Τράπεζες κλειστές (capital controls), τη φορολογία σε ύψη που αποκλείουν κάθε ενδεχόμενο επένδυσης, τους μισθούς και τις συντάξεις, κατά το μέγιστο ποσοστό, σε επίπεδα λιμοκτονίας. Λιμάνια, αεροδρόμια, οδικό δίκτυο, τρένα, υποδομές της κοινωνικής λειτουργίας, διαχείριση και τροφοδοσία των τουριστικών συγκροτημάτων, όλα ξεπουλημένα στην ιδιωτική, διεθνή κερδοσκοπία. Ομως οι εξουσιαστές γιορτάζουν. Βάζουν γραβάτες, βγάζουν γραβάτες οι κάποτε «επαναστάτες με τα αμπέχονα», επιδείχνοντας και σημειολογικά ότι δεν πιστεύουν σε τίποτα πέρα από τη μέθη της εξουσίας.
Θριαμβολογούν (σε κρεσέντο παραλογισμού) επειδή θα μπορούν και πάλι να δανείζονται! Με λογιστικά τερτίπια και έχοντας υποθηκεύσει τα πάντα, θα μπορούν να επιστρέψουν στους διεθνείς τοκογλύφους. Να μην περιορίζονται στην εξάρτηση από τους «εταίρους». Πανηγυρίζουν που τους παραχωρήθηκε ξανά η πρόσβαση στην «πρέζα» από τα γνωστά τους «βαποράκια».
Και η τάχα αντιπολίτευση τι αντιτάσσει στην «επιτυχία» της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, της αδιάντροπα υποταγμένης στην ασυδοσία και απανθρωπία των «Αγορών»; Της αντιτάσσει ότι το ίδιο κατόρθωμα θα μπορούσε να έχει επιτευχθεί «ήδη από το 2014» – τη χρεώνει την καθυστέρηση!! Αυτό μόνο, δεν ξέρει τίποτε άλλο να πει η αξιωματική αντιπολίτευση. Επαγγέλλεται ότι την ίδια σημερινή ντροπή θα μπορούσε να την έχει «κατορθώσει» η ίδια ως κυβέρνηση, πριν τέσσερα χρόνια – αν δεν την είχε ανατρέψει η αγανάκτηση και αηδία του λαού.

(Αλλά τι μπορεί να περιμένει κανείς από ένα κόμμα που φιλοδοξεί, εξήντα δύο χρόνια τώρα, να εκφράσει τους Ελληνες με δάνειες γαλλικές επωνυμίες: Parti Radical – EPE, Nou-velle Republique – Νέα Δημοκρατία! Είναι τόσο «υδαρής» η πολιτική ταυτότητα αυτού του κόμματος, ώστε μπορεί να κυβερνάται και από μέλη οικογένειας πολιτικά αντίπαλης, αντιμαχόμενης τον ιδρυτή του.)

Με την απλή, τη στοιχειώδη λογική, τι θα σήμαινε «βγαίνουμε από τα μνημόνια»; Θα σήμαινε ότι στα οxτώ αυτά χρόνια της εξευτελιστικής και απάνθρωπης επιτρόπευσης, του διεθνούς διασυρμού της χώρας, του εφιάλτη της ανεργίας, του αβάσταχτου άγχους για τα καίρια της επιβίωσης, κατορθώσαμε να τιθασεύσουμε κάποια από τα αίτια ή τις παραμέτρους της συμφοράς:
–  Δικάσαμε τους φυσικούς αυτουργούς του εξωφρενικού υπερδανεισμού της χώρας.
–  Περιορίσαμε τον αριθμό των βουλευτών στους 120, μειώσαμε τις «αποζημιώσεις» τους, καταργήσαμε τις επταμελείς παρασιτικές κουστωδίες που «δικαιούτο» κάθε βουλευτής.
–  Κατασφαλίσαμε το ασυμβίβαστο υπουργικού και βουλευτικού αξιώματος για να εξαλειφθεί το ρουσφέτι.
–  Καθιερώσαμε μονοεδρική εκλογική περιφέρεια, για να περιοριστεί δραστικά η κραιπάλη του προεκλογικού διαφημιστικού ανταγωνισμού, επομένως και η «διαπλοκή».
–  Αναδιοργανώσαμε εξ υπαρχής τη δομή, λειτουργία, στελέχωση και καταμερισμό εργασίας κάθε υπουργείου, κάθε δημόσιου οργανισμού.
–  Επιβάλαμε συστήματα αδιάβλητης και φερέγγυας αρχικής κρίσης και συνεχούς αξιολόγησης των δημόσιων λειτουργών. Τολμήσαμε την απόλυση των παρασιτικά διορισμένων, συνδέσαμε το ύψος των απολαβών με την ποιότητα της εργασιακής προσφοράς.
–  Ακυρώσαμε τη συνταξιοδότηση όσων αποχώρησαν από την εργασία τους σε ηλικία μικρότερη των 45 ετών και όσων εργάστηκαν για διάστημα λιγότερο από 15 χρόνια.
Είχαμε οχτώ χρόνια στη διάθεσή μας για να πάρουμε τα αυτονόητα μέτρα ανάκαμψης της οικονομίας, νοικοκυρέματος του κράτους – να τολμήσουμε τις εξόφθαλμα αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Και στα οχτώ αυτά χρόνια είχαν όλα τα κόμματα της Βουλής μετοχή στις κυβερνήσεις που διαχειρίστηκαν τον εφιάλτη – όλα, εκτός από την εισαγόμενη ψυχοπαθολογία των ακροτήτων και τα μικρορετάλια των γραφικών.
Το κωμικοτραγικό είναι, πως σε τέτοιες προτάσεις ρεαλιστικών μεταρρυθμίσεων ο κάθε ελλαδίτης επαγγελματίας της εξουσίας (και μακάρι να είναι άδικη η γενίκευση) θα αντιτάξει με απόλυτη βεβαιότητα: «Τέτοια μέτρα μόνο μια δικτατορία μπορεί να τα πάρει»! Που σημαίνει: Εχουν ταυτίσει την άσκηση της πολιτικής, οριστικά και τελεσίδικα, με τον αδίστακτο αμοραλισμό, την τυφλή ιδιοτέλεια, την εξαπάτηση των πολιτών, την αδιάντροπη χυδαιότητα. Κάθε απόπειρα μεταρρυθμίσεων για τίμιο κοινοβουλευτισμό, πιστεύουν (ή καμώνονται) ότι θα βίαζε τη λαϊκή θέληση και μόνο περιφρονητές του Συντάγματος θα την επιχειρούσαν.
Μακάβρια η πιστοποίηση: Ονομάζουμε «δημοκρατίες» τις πιο ωμές τυραννίες οικονομικής ανελευθερίας, που όμως παρέχουν στον εξανδραποδισμένο πολίτη «ελευθερία έκφρασης», δηλαδή ακίνδυνη για τους τυράννους παρλαπίπα.


Ερώτηση διαυγέστατα ευρωπαϊκή

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 24.06.2018
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Κ​​άποτε η Ελλάδα ήταν η μοναδική βαλκανική χώρα που μετείχε στο ΝΑΤΟ. Τα βόρεια σύνορα της Ελλάδας ήταν σύνορα του ΝΑΤΟ: οριοθετούσαν τον κόσμο της ελευθερίας απέναντι στον φρικώδη εφιάλτη του μαρξιστικού ολοκληρωτισμού. Ελευθερία τότε σήμαινε την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, όχι την αναιδέστατη ασυδοσία των «Αγορών».

Σήμερα μέλη του ΝΑΤΟ είναι οι περισσότερες χώρες των Βαλκανίων – ζητάνε και τα Σκόπια την ένταξή τους. Η Ελλάδα μπορεί να συναινέσει σε αυτή την ένταξη, μπορεί και να αρνηθεί, όπως μπορούσε και στην περίπτωση των όμορων χωρών: της Αλβανίας και της Βουλγαρίας. Με ποια κριτήρια, με ποια λογική να δεχθεί ή να αρνηθεί;

Υπάρχουν τα κριτήρια του ευρωπαϊκού εθνικισμού και η λογική του ελληνικού κοσμοπολιτισμού. Με τα κριτήρια των Ευρωπαίων εθνικιστών θα συναινούσαμε απαιτώντας ανταλλάγματα. Από την Αλβανία, λ.χ., θα είχαμε απαιτήσει θεσμικές εξασφαλίσεις για την προστασία των ελληνικών πληθυσμών της Βόρειας Ηπείρου. Και από τα Σκόπια, να εγκαταλείψουν τις φαιδρότητες για την αερογέφυρα, πάνω από εννέα αιώνες, που τους καθιστά «απογόνους» του Μεγαλέξανδρου.

Με τη λογική του ελληνικού κοσμοπολιτισμού, θα αναλαμβάναμε τις ευθύνες του Ευρωπαίου. Δηλαδή, την τόλμη του ερωτήματος: Από ποιαν απειλή προστατεύει σήμερα η νατοϊκή συμμαχία τις χώρες-μέλη της; Τα μαρξιστικά καθεστώτα κατέρρευσαν προ πολλού, αιφνιδιαστικά και ραγδαία, σαν πύργος από τραπουλόχαρτα, οι κοινωνίες του άλλοτε σοβιετικού πουριτανισμού έχουν παραδοθεί, άνευ όρων, στην απόλυτη κυριαρχία των «Αγορών», στον ακάθεκτο μονόδρομο της καταναλωτικής μέθης. Ποιαν άμυνα, απέναντι σε ποιαν απειλή εξασφαλίζει το ΝΑΤΟ; Ποιος το χρειάζεται, ποιον υπηρετεί;

Δύσκολο, σχεδόν αδύνατο να αντιληφθούμε οι σημερινοί ελληνώνυμοι (και μάλιστα το πιο δραματικά υπανάπτυκτο κομμάτι της κοινωνίας μας: οι επαγγελματίες της πολιτικής) τη διαφορά του κοσμοπολιτισμού από την κοσμοκρατορία. Το πρώτο προϋποθέτει καλλιέργεια, το δεύτερο απλώς υπεροπλία (βλ. αναμέτρηση Τραμπ με Κιμ Γιονγκ Ουν). Από τότε που ένα ελάχιστο τμήμα του Ελληνισμού συγκροτήθηκε σε «εθνικό κράτος», χάθηκε η συνείδηση της διαφοράς και το «εθνικό κράτος» προσκολλήθηκε, μέχρις εξευτελισμού και παιδαριωδίας, στη μυθοποιημένη κοσμοκράτειρα «Δύση».

Δεν χρειάζεται ανάλυση αυτή η προσκόλληση, είναι η πραγματικότητα του «εθνικού» μας βίου και των αδιεξόδων του. Τα δίνουμε όλα στη Δύση, «αλλά μας παίρνει και κάτι», όπως λέει ο σοφός Αρκάς. Πόσες φορές είχαν υποσχεθεί οι Βρετανοί την επανένωση της Κύπρου (ελληνικότερης του Μωριά) με την Ελλάδα – πόσες; Πόσες φορές οι Γαλλογερμανοί έδωσαν ίδια υπόσχεση για τη Βόρεια Ηπειρο; Αποκλείεται να αγνοεί η Δύση αυτό που (έμμεσα αλλά σαφέστατα) ανέλυσε ο Νταβούτογλου στα βιβλία του: Οτι ο Ελληνισμός, αν δεν πατάει και στις δύο όχθες του Αιγαίου, έχει αποκλεισθεί από την ενεργό μετοχή στην Ιστορία.

Αμυντική συμφωνία λαών ή συμφερόντων το ΝΑΤΟ σήμερα; Αυτή είναι μια διαυγέστατα ευρωπαϊκή ερώτηση. Εσπειρε ο Ελληνισμός κορμιά των παλικαριών του όπου πόλεμοι για τα συμφέροντα της Δύσης, από την Κριμαία ώς το Ελ Αλαμέιν και ώς την Κορέα. Και εισπράττει, κάθε φορά, σταθερά από τη Δύση φανφαρόνικους ρητορικούς επαίνους. Παράλληλα με παγερή, τερατώδη αδιαφορία για τη συνεχή και ραγδαία συρρίκνωση του Ελληνισμού: Τη μεθοδική γενοκτονία του μικρασιατικού και του ποντιακού Ελληνισμού. Το πογκρόμ των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, της Ιμβρου, της Τενέδου. Τον έντεχνο πνιγμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τις αξιώσεις αφελληνισμού των βραχονησίδων του Αιγαίου και την αμφισβήτηση της ελληνικότητας νησιών όπου η ελληνική γλώσσα μιλιέται τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια. Την γκανγκστερική απαγόρευση αξιοποίησης της ελληνικής υφαλοκρηπίδας σε ελληνικότατες θάλασσες.

Κάποτε η Κύπρος ήταν, αυτονόητα για τη σύνολη ανθρωπότητα, ένα ελληνικό νησί με μια μειονότητα 18% βίαια εξισλαμισμένων, μέσα στους αιώνες, Ελλήνων. Η δολιότητα της βρετανικής αποικιοκρατίας μεταποίησε βαθμιαία τη θρησκευτική σε εθνική μειονότητα κολακεύοντας τον εθνικιστικό πρωτογονισμό των Τούρκων. Στην κολυμβήθρα του ΟΗΕ (πάντοτε υποχείριου των ισχυρών) η μειονότητα βαφτίστηκε «κοινότητα» με απαιτήσεις συγκυριαρχίας στο νησί. Ανακηρύχθηκε η «κοινότητα» κράτος ανεξάρτητο, πήρε το βολικό όνομα «Βόρεια Κύπρος». Υπομονετικά και σταθερά παζαρεύει η εκτρωματική απόφαση την εναλλάξ διακυβέρνηση ολόκληρου του νησιού. Περιμένει κάποιον «προοδευτικό» ελληνώνυμο να υπογράψει.

Χθες η «Βόρεια» Κύπρος, σήμερα η «Βόρεια» Μακεδονία. Οι «προοδευτικοί» ελληνώνυμοι μας απαγορεύουν να μιλάμε για «Βόρεια Ηπειρο», οφείλουμε, αυτονοήτως εξωνημένοι σε δανειστές «προστάτες», να μιλάμε για «Νότια Αλβανία». Ο Ελληνισμός κλαδεύεται, μεθοδικά, επίμονα. Αλήθεια, μήπως το ΝΑΤΟ άλλαξε εργοδότη και δεν το αντιληφθήκαμε – ούτε καν όταν μακέλευε (δεινός μακελάρης) τη Σερβία, το 1999; Μήπως την άμυνα της «ελευθερίας» μας «ανεπαισθήτως» την παραχωρήσαμε στις «Αγορές» και αυτές προσέλαβαν Security το ΝΑΤΟ;


Υποψήφιοι για διαμελισμό

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 17.06.2018
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Υ​​πάρχουν δύο παράγοντες (ή συντελεστές ή δεδομένα) του οργανωμένου (δημόσιου) βίου, με καίρια σημασία για την ύπαρξη και λειτουργία του, που είναι αδύνατο να αντικειμενοποιηθούν ως μετρητά μεγέθη και να αξιολογηθούν. Επομένως, είναι και αδύνατο να «βελτιωθούν» με άμεσες (νομοθετικές - διοικητικές) παρεμβάσεις. Πρόκειται για ό,τι ενδεικτικά ονομάζουμε «κοινωνικό κλίμα» και «ανθρώπινη ποιότητα».
Ονομάζουμε «κοινωνικό κλίμα» κάποια κατεστημένα αυτονόητα, βεβαιότητες που κανένας δεν διανοείται να τις αμφισβητήσει ή ελέγξει. Δεν πρόκειται για επεξεργασμένες «θέσεις» ή «αρχές», ιδεολογικές παραδοχές, επιλεγμένες πεποιθήσεις, όχι. Πρόκειται για βεβαιότητες που «μεταγγίζονται» αυτοματικά, σαν «κοινοί τόποι». Ολοι τις χρησιμοποιούν θεωρώντας δεδομένο ότι όλοι τις παραδέχονται. Ετσι, τα κατεστημένα αυτονόητα

λειτουργούν στη συλλογικότητα σαν τρόπος αντίληψης της πραγματικότητας, σαν νοο-τροπία (τρόπος του νοείν, τρόπος κατανόησης του υπαρκτού και πραγματικού).

Για παράδειγμα, στην Ελλάδα σήμερα, μια κατεστημένη, αυτονόητη βεβαιότητα, παγιωμένη ως «κλίμα κοινωνικό» και κυριαρχική νοο-τροπία, είναι η χρηστική εκδοχή της παιδείας: Είναι «εφόδιο» για το παιδί η σχολική εκπαίδευση, όπλο - εργαλείο - προϋπόθεση για τον βιοπορισμό του - υφίσταται την «ταλαιπωρία» του σχολείου, προκειμένου «να πάρει ένα χαρτί», να βγάζει το ψωμί του.
Η ωφελιμότητα είναι το αυτονόητο κίνητρο και ο αυτονόητος στόχος σε ολόκληρη την εκπαιδευτική διαδρομή, από το νηπιαγωγείο ώς το διδακτορικό. Αδιανόητο το ενδεχόμενο η παιδεία να είναι πρωτίστως χαρά και όχι πρωτίστως υποχρέωση – η χαρά της εισόδου στην κοινωνία των σχέσεων, στη δημιουργική «μετοχή», στην έκπληξη του συνεχώς καινούργιου. Εχει χαθεί από το οπτικό μας πεδίο το σχολειό ταυτισμένο αυτονόητα με γνώση που συναρπάζει, ανοίγει ορίζοντες, οικοδομεί την προσωπικότητα, ετοιμάζει υπεύθυνους πολίτες. Γι’ αυτό και κατεστημένος αυτονόητα ο εκτρωματικός πρωτογονισμός του «φροντιστηρίου»: Το σχολειό δευτερεύον ή και περιττό, η γνώση απροκάλυπτα εμπορευματοποιημένη, «πακετάρεται» στα φροντιστήρια, για να αποτιμηθεί η χρηστικότητά της στην αγορά.
Αλλο κατεστημένο, παγιωμένο στη σημερινή Ελλάδα αυτονόητο: η δημοσιοϋπαλληλία ως παρασιτισμός. Θεσμός ισόβιας εξασφάλισης κάποιων (τυχαία ή εξαγορασμένα) προνομιούχων, όχι θεσμός υπουργίας των κοινών αναγκών. Μισθός εγγυημένος από το κράτος, σίγουρος μήνας μπαίνει - μήνας βγαίνει, χωρίς κρίση - αξιολόγηση της προσφοράς, των ικανοτήτων, της κατάρτισης, με ατιμώρητη την κατάχρηση, την αυθαιρεσία, τη ραστώνη. Ο «δημόσιος υπάλληλος» δεν είναι, δεν διανοείται ότι θα μπορούσε να είναι λειτουργός της κοινωνίας των αναγκών. Δεν προτίμησε την κοινωνική προσφορά αντί για κάποιο κερδοφόρο επάγγελμα, δεν απαρνήθηκε συνειδητά το ρίσκο της δημιουργικής πρωτοβουλίας, τον συναρπαστικό ανταγωνισμό, για χάρη κοινωνικού υπουργήματος. Αυτονόητα η δημοσιοϋπαλληλία στην Ελλάδα συνδέεται στην κοινή συνείδηση με το εξαθλιωτικό της ανθρώπινης εντιμότητας «ρουσφέτι»: Πουλάς την ψήφο σου στον υπόκοσμο των κομματανθρώπων εξαγοράζοντας το ισόβιο τέλμα.
Τρίτο παραδειγματικό αυτονόητο στην κατεστημένη ντροπή του ελλαδισμού, η κοινή βεβαιότητα ότι «πολιτισμός είναι η Ευρώπη» και «πρόοδος» η μίμηση της Ευρώπης. Εκτιμάμε και θαυμάζουμε όχι τα πραγματικά επιτεύγματα των ευρωπαϊκών κοινωνιών, όχι την κατά κεφαλήν καλλιέργεια, τους θεσμούς λειτουργίας της συλλογικότητας, όχι τη νοο-τροπία και τους παράγοντες που τη διαμόρφωσαν μέσα στους αιώνες, αλλά το εντυπωσιακό αποτέλεσμα της ορθολογικής συμπεριφοράς, της πειθάρχησης στον Νόμο, της παραγωγικής γονιμότητας – τελικά την ευμάρεια. Αυτό μας γυαλίζει.
Η στάση μας των Ελλαδιτών απέναντι στους «Ευρωπαίους» δεν συνιστά ετοιμότητα δημιουργικής πρόληψης προτύπων και στοχεύσεων, αλλά μόνο παθητική μίμηση, επαρχιώτικη μειονεξία, συμπλεγματική ξιπασιά. Δεν ήταν ποτέ «γκέτο» ο Ελληνισμός, από την αρχαιότατη εποχή ώς την «πτώση» του στον ζυγό των Τούρκων, συνεχώς προσλάμβανε από παντού και αφομοίωνε τα προσλήμματα στις δικές του ανάγκες. Η θανατερή παρακμή αρχίζει, όταν προσλαμβάνοντας υποτάσσεται στο πρόσλημμα, δεν αφομοιώνει, μιμείται, πιθηκίζει.
Νομοτελειακά η μίμηση γεννάει σύμπλεγμα κατωτερότητας, επαρχιωτίλα, γελοιότητα. Σε οποιοδήποτε δάνειο, μίμηση λαμπρού επιτεύγματος της «Ευρώπης», προσθέστε τον προσδιορισμό «νεοελληνικό», και αμέσως το γέλιο είναι αυθόρμητο: Κοινοβουλευτισμός νεοελληνικός, σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων νεοελληνικό, φορολογικοί θεσμοί νεοελληνικοί, ελεύθερη πληροφόρηση, αδέσμευτη ψήφος, δημόσια τάξη και πάει λέγοντας.
Το κορύφωμα της τραγωδίας είναι ότι η μίμηση, η αξιωματική βεβαιότητα ότι «ανήκομεν εις την Δύσιν» παθητικά, χωρίς ενεργό δημιουργική ετερότητα, μας απωθεί στο περιθώριο της Ιστορίας. Οταν δεν έχουμε τίποτε δικό μας να κομίσουμε στον εταιρισμό των λαών της Ευρώπης, όταν μόνο ζητιανεύουμε και εξευτελιστικά επιτροπευόμαστε από τους «εταίρους» μας, είμαστε κιόλας εκτός Ιστορίας. Υποψήφιοι για διαμελισμό.


Ολοκληρωτισμός new style

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 10.06.2018 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: 10.06.2018 : 16:32
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Τ​​ο ακαταμάχητο όπλο του κακοποιού είναι ο τρόμος-πανικός του θύματος. Μπροστά στην ωμή απειλή, το παγιδευμένο θύμα παραλύει. Και όσο πιο αιφνιδιαστική η απειλή τόσο πιο εξουθενωμένο παραλυτικά το θύμα.
Ο κακοποιός, βέβαιος για το ακαταμάχητο της βίας που ασκεί, την απόλυτη εξουσία που η βία τού προσπορίζει, λέει τα πράγματα με το όνομά τους, θρασύτατα: «Θέλω αυτό, θέλω εκείνο, θα γίνει ό,τι εγώ υπαγορεύω». Είτε φτωχοδιάβολος λωποδύτης ο κακοποιός είτε ανώτατος αξιωματούχος, τα αντανακλαστικά είναι πανομοιότυπα.
Ετσι, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, μεγάλης ευρωπαϊκής Δύναμης, μπορεί να «ανακοινώνει» άνετα στον εντολοδόχο της λαϊκής βούλησης (εντολέας είναι το 65% των ψηφοφόρων) ότι: Τον υπουργό Οικονομικών που προβλέπει για την κυβέρνησή του ο επικείμενος πρωθυπουργός, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν θα τον ορκίσει, διότι «δεν τον εγκρίνουν οι Αγορές»!
Γεγονός, πραγματικά, με ιστορική σημασία: Στις 27 Μαΐου 2018, στην Ιταλία, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Σέρτζιο Ματαρέλα αρνήθηκε να ορκίσει κυβέρνηση του Τζουζέπε Κόντε, διότι τον προτεινόμενο για υπουργό των Οικονομικών Πάολο Σαβόνα δεν τον ήθελαν οι «Αγορές»! Ανάλογης ιστορικής σημασίας γεγονότα, αποδεικτικά απροκάλυπτου «ολοκληρωτισμού», υπήρξε το Anschluss του Χίτλερ (προσάρτηση της Αυστρίας, 12.3.1938) και η εισβολή των σοβιετικών στρατευμάτων στην Τσεχοσλοβακία (20.8.1968). Υπερβολή; Ομως «ολοκληρωτισμό» ονομάζουμε την κατάλυση (έστω και των επιφάσεων) λαϊκής κυριαρχίας από μια ανεξέλεγκτη εξουσιαστική ισχύ.
Η χρονική εγγύτητα του «τελευταίου εκβάντος» δυσκολεύει, ίσως, την εκτίμηση της βαρύτητάς του. Πρόκειται, ωστόσο, για εξόφθαλμη πρόκληση-επίδειξη δεδομένης κυριαρχίας ενός καινούργιου εφιάλτη: μιας εξουσίας με ολοκληρωτική ασυδοσία, που μπορεί να παρεμβαίνει ώς και στην επιλογή ενός υπουργού.
Η «επιφύλαξη» που έχουν οι «Αγορές» για τον Πάολο Σαβόνα (ή, σωστότερα, η τόλμη του Σαβόνα να αμφισβητεί την ολοκληρωτική εξουσία των «Αγορών» στον πλανήτη σήμερα) λειτούργησε ως επιτακτική τελεσιδικία, «αναγκαστή κατά πάντων». Θεσμικές κατακτήσεις πολιτικών ελευθεριών και νομοθεσίες προστασίας «δικαιωμάτων» σιωπηρά (και «φυσιολογικότατα») παρακάμφθηκαν. Ο εντολοδόχος της πρωθυπουργίας στάλθηκε σπίτι του, ο Πρόεδρος της «Δημοκρατίας» ανέθεσε την κυβερνητική εντολή αυθωρεί σε «τεχνοκράτη», που «συμπτωματικά» είχε διατελέσει, για είκοσι πέντε (25) χρόνια, στέλεχος του ΔΝΤ. (Τόσο «συμπτωματικά» όσο είχε διατελέσει και ο σημερινός πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, αντιπρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Goldman Sachs ή όσο «συμπτωματικά» ο Πορτογάλος Μπαρόζο, μόλις τέλειωσε τη θητεία του στην προεδρία της Ε.Ε., διορίστηκε από την Goldman Sachs μη εκτελεστικός πρόεδρος των διεθνών δραστηριοτήτων της – κ.ά.α.) Υποχρεώνεται να υποθέσει ο πολίτης ότι η λέξη «τεχνοκράτης» είναι η σύγχρονη, εξωραϊσμένη ονομασία των κουίνσλινγκς.
Θα θεωρηθούν λεκτικές υπερβολές οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται στη σημερινή επιφυλλίδα: Μιλάμε για καινούργιο ολοκληρωτισμό, παραβάλλουμε την άρνηση του Ματαρέλα να ορκίσει υπουργό τον Σαβόνα με την εισβολή των σοβιετικών τανκς στην Τσεχοσλοβακία το 1968. Ενα από τα γνωρίσματα του φαινομένου που ονομάζουμε «ολοκληρωτισμό», είναι και η ποδηγέτηση των ανθρώπων να κρίνουν την ιστορική (κοινωνική) πραγματικότητα αξιολογώντας όχι τα πραγματικά δεδομένα, αλλά μόνο εντυπώσεις. Γι’ αυτό, ακόμα και στα στυγνότερα τυραννικά καθεστώτα συντηρούνται οπωσδήποτε επιφάσεις κοινοβουλίου, εκλογών, κυκλοφορίας εφημερίδων, μόνο για τον εντυπωσιασμό των ανεγκέφαλων.
Οταν ο απρόσωπος παράγων «Αγορές» (ανώνυμα αλλά ωμά οικονομικά συμφέροντα) μπορεί να θέτει «βέτο» (απαγόρευση) για την υπουργοποίηση Ευρωπαίου πολίτη, απαγορεύοντας στο 65% του πληθυσμού μιας ευρωπαϊκής χώρας να έχει την κυβέρνηση της επιλογής του, τότε ο ολοκληρωτισμός δεν είναι «εντύπωση», είναι χειροπιαστή ανελευθερία. Χειροπιαστό διεθνοποιημένο ολοκληρωτισμό αποκάλυπτε και το «βέτο» που άσκησαν οι «Αγορές» στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 στην Ελλάδα: Το 62% των ενήλικων Ελλήνων ζήτησαν τότε την έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη. Αλλά η πλειοψηφική θέληση των Ελλήνων αγνοήθηκε απροσχημάτιστα από μια κυβέρνηση ανδρεικέλων, της «ριζοσπαστικής Αριστεράς», που, «εν μια νυκτί», ξεπούλησε και την ιδεολογία της και κάθε ίχνος ντροπής μαζί με την εντολή που της έδινε το δημοψήφισμα. Τότε και πάλι ο ολοκληρωτισμός δεν ήταν «εντύπωση», ήταν αδίστακτη πισώπλατη μαχαιριά στην ελευθερία, στην αξιοπρέπεια, στην ιστορική «ευγένεια» (nobilitas) ενός ολόκληρου λαού.
Είναι χαρακτηριστικό, πως όσοι τολμούν να ψελλίσουν αντίσταση στον ισοπεδωτικό και απροσχημάτιστον ολοκληρωτισμό των «Αγορών» (έμπρακτη αντίσταση τόλμησε μόνο η Ισλανδία) χαρακτηρίζονται αμέσως «ακροδεξιοί» και «εθνικιστές» από όλα μαζί τα εξαγορασμένα παπαγαλάκια ιδιωτικών και δημόσιων «media», με κωμική ταύτιση των γλωσσικών τους κλισέ, αδιάντροπα. Είναι ένα επιπλέον σύμπτωμα που επιτρέπει ορθολογικά την πρόβλεψη ότι και το δεύτερο σκέλος του διπολικού Ιστορικού Υλισμού, η «αχαλίνωτη κερδοσκοπία», οδεύει νομοτελειακά προς μια κατάρρευση, το ίδιο ή και περισσότερο εντυπωσιακή από αυτήν του Μαρξισμού.
Από τον Αυγουστίνο ώς τον Ανταμ Σμιθ, το «νόημα» και οι στοχεύσεις του βίου εγκλωβίστηκαν ασφυκτικά στο πεδίο της συμπεριφοράς. Ελάχιστοι χαρισματικοί της Τέχνης (σπανιότερα και της πολιτικής) πρόλαβαν να αντιληφθούν ότι το «νόημα» και οι γόνιμες στοχεύσεις της ζωής εντοπίζονται στον τρόπο της ύπαρξης. Ο εντοπισμός από μόνος του κομίζει ελπίδα.


Διάλυση - ατίμωση χωρίς αντιπρόταση

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 03.06.2018
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Μ​​ας τρομάζει στην Ελλάδα σήμερα η καταστρατήγηση ή και κατάλυση θεμελιωδών προϋποθέσεων της οργανωμένης συνύπαρξης.
Μας τρομάζει η αυθαιρεσία και ωμή βία, που υποδύονται τη «λογική αγανάκτηση», την αυτοδικία «εκ των πραγμάτων επιβαλλόμενη».
Μας πανικοβάλλουν οι χυδαίοι βανδαλισμοί, που προφασίζονται «διαμαρτυρία».
Ο πρωτογονισμός και η βαναυσότητα, που θέλουν να εμφανίζονται σαν «ακτιβισμός».
Οι ψυχανώμαλες αντικοινωνικές συμπεριφορές – το τυφλό μένος για οτιδήποτε «δημόσιο»: σχολικά και πανεπιστημιακά κτήρια, «σήματα» και πινακίδες της Τροχαίας, κτήρια υπουργείων, δημόσιων υπηρεσιών και νοσοκομείων, πάρκα, προτομές και αγάλματα που κοσμούν τις πόλεις και ζωντανεύουν την Ιστορία. Και μύρια ακόμα ανάλογα.
Μας τρομάζει το καθημερινό θέαμα μιας κοινωνίας που αυτοκτονεί. Εντείνεται στο έπακρο η ανασφάλεια από την οικονομική χρεοκοπία, τον εφιάλτη της ανεργίας, τον έσχατο εξευτελισμό των αμοιβών της εργασίας, την ατίμωση των συντάξεων. Ολοκληρωτική η απουσία προοπτικών για τα παιδιά μας, για τα εγγόνια μας. Καταδίκη ο υποχρεωτικός ξενιτεμός.
Συντηρούμαστε σαν συλλογικότητα με παραισθησιογόνες εντυπώσεις, ψευδαισθήσεις: Δήθεν ότι έχουμε «Βουλή», κυβέρνηση, «αντιπολίτευση», τάχα και «πληροφόρηση». Μας προσφέρονται είκοσι οχτώ (28) –περίπου– τηλεοπτικά κανάλια και αναρίθμητοι ραδιοφωνικοί σταθμοί. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, κανάλια και ραδιόφωνα λειτουργούν σαν συνοικιακά, τριτοκοσμικά ψιλικατζίδικα: πουλάνε παντούφλες, εσώρουχα, «θαυματουργά» μαντζούνια, μαξιλάρια και πατατοκόφτες – ό,τι φανταστεί ο νους μας των αποβλακωμένων από την απαιδευσία και τη στέρηση.
Υπάρχουν τα τρία κανάλια της κρατικής τηλεόρασης και τρία ακόμα ή τέσσερα διαπλεκόμενων με την πολιτική μεγαλο-επιχειρηματιών, που διασώζουν μια προσχηματική ευπρέπεια, εξαιρώντας βέβαια την κυρίως πληροφόρηση: ειδήσεις - σχολιασμούς - συζητήσεις. Εκεί, στις ειδήσεις και στις «συζητήσεις», το επίπεδο κρατικών και ιδιωτικών καναλιών εξομοιώνεται απολύτως – απευθύνονται και τα μεν και τα δε στο ίδιο κοινό που συντηρεί στις οθόνες τις παντούφλες και τα θαυματουργά μαντζούνια.
Μοιάζει σχήμα λόγου, αλλά είναι πραγματική τραγωδία οδύνης και απελπισμού, για κάποιον αριθμό (απροσδιόριστο) χιλιάδων ανθρώπων, η κάθε μέρα που ξημερώνει στην Ελλάδα. Τόσο η κυβερνητική όσο και η αντιπολιτευτική ρητορική πληγώνει (ή το αναιδέστερο) παρακάμπτει την ανθρωπιά μας, τη νοημοσύνη και τον αυτοσεβασμό μας. Οι εκάστοτε «κυβερνητικοί εκπρόσωποι», τα τελευταία τριάντα χρόνια, αναπαράγουν, σαν δήθεν φυσιολογικό, έναν καινούργιο ανθρωπολογικό τύπο, κακέκτυπο του Γκαίμπελς και του Μπέρια.
Η πολιτική, στη σημερινή ελλαδική μας πραγματικότητα, είναι ένα απάνθρωπο παιχνίδι ακραίου αμοραλισμού, με τους παίκτες φιγούρες γυμνωμένες από ανθρώπινη ευαισθησία, καλλιέργεια, αυτοσεβασμό – αυτή είναι η εικόνα τους. Κυβερνάει τη χώρα ένα κόμμα «ριζοσπαστικής Αριστεράς», που εξελέγη για να «σκίσει τα μνημόνια» (τις γραπτές συναινέσεις στην εθνική υποτέλεια, την εξευτελιστική επιτρόπευση από τη διεθνή τοκογλυφία, τα σαδιστικά χαράτσια, το ξεπούλημα της κοινωνικής περιουσίας). Και σε μια νύχτα μέσα, οι «αγωνιστές της αδιάλλακτης Αριστεράς» μεταμορφώθηκαν στους πιο χαμερπείς λακέδες των «Αγορών» – χωρίς κάποιος τους, έστω ένας, «να πεθάνει από αηδία», όπως ζητούσε από τους Πρεβεζάνους ο Καρυωτάκης.
Κάποιος τους, ο Βαρουφάκης, κατάγγειλε (σε βιβλίο που έσπασε ταμεία) συγκεκριμένα εγκλήματα, επώνυμων αυτουργών, ωμής προδοσίας του εθνικού συμφέροντος. Στις καταγγελίες, με ακριβή εντοπισμό χώρου, χρόνου, αυτοπτών μαρτύρων, αντιτάχθηκε ότι «ο Βαρουφάκης είναι ένας αναξιόπιστος νάρκισσος». Και είναι νάρκισσος. Αλλά την αναξιοπιστία του κατήγορου είναι εξίσου αναξιόπιστο να την αποφασίζουν οι καταγγελλόμενοι. Οι «φυσικοί δικαστές», της θεσμικής Δικαιοσύνης, σιωπούν σκανδαλωδέστατα, προκλητικά.
Παρ’ όλο που έχει οδηγήσει τη χώρα σε εξαθλιωτική διάλυση και ανυπόφορη ατίμωση, το πρόβλημά μας δεν είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Είναι η απουσία πολιτικής αντιπρότασης. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχει να αντιτάξει τίποτε συγκεκριμένο – σημάδι ότι δεν αντιλαμβάνεται ούτε τη διάλυση ούτε την ατίμωση. Η λογική του είναι αποκλειστικά διαχειριστική, δεν καταλαβαίνει τι θα πει «μεταρρυθμίσεις». Παπαγαλίζει μόνο γενικότητες, αοριστίες, αφορισμούς. Δεν υποψιάζεται ότι στην πολιτική οι λύσεις «γεννιώνται», δεν προκύπτουν από μοδιστρική. Οτι εξαλείφοντας την ντροπή των Εξαρχείων, ίσως νεκρανασταίνει την επιχειρηματική πρωτοβουλία, απολακτίζοντας τις κομματικές νεολαίες από τα πανεπιστήμια, ίσως ανανεώνει ριζικά την ανθρώπινη ποιότητα στο κοινοβούλιο, επιβάλλοντας άτεγκτη αξιοκρατία στη δημοσιοϋπαλληλία, ίσως ανατρέπει τους όρους λειτουργίας της αγοράς.
Τις προάλλες, ανώτατο στέλεχος του Λιμενικού Σώματος (με πλάκα τα γαλόνια) ανακοίνωνε από τη μικρή οθόνη: «Αποψε θα φτάσουμε τους εικοσιοχτώ απόπλους»!!! Ο Τσίπρας δεν τον αποστράτευσε αυθημερόν. Ο Μητσοτάκης καταλαβαίνει ότι θα κυβερνήσει, μόνο αν ξηλώνει πέντε αγράμματους κάθε μέρα από τον κρατικό μηχανισμό;

«Ταμείο» θησαυρισμάτων ποιότητας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 28.05.2018 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: 27.05.2018 : 16:22
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Α​​ντιγράφω. Από κείμενο Νεοέλληνα λογίου δημοσιευμένο για πρώτη φορά στην περίοδο 1902-1904:
«Ελληνική Ιστορία δεν υπάρχει. Δι’ αυτό βασιλεύει τοιαύτη σύγχυσις και σύγκρουσις ιδεών εις όλα ανεξαιρέτως τα ιδικά μας πράγματα.
Και δεν ήτο δυνατόν να υπάρχη ακόμα (Ελληνική Ιστορία). Διότι έως χθες, η μεγαλειτέρα και σπουδαιοτέρα εποχή του παρελθόντος μας, η Βυζαντινή, το Κλειδί προς νόησιν της αρχαίας, προς νόησιν της τωρινής Ελλάδος, προς νόησιν (κατανόησιν) Ελληνισμού και Ελληνος, το είχε βυθίσει η Ευρώπη εις απύθμενον βάθος βορβόρου (συκοφαντιών).
Υπάρχει λοιπόν μία Ιστορία, γραφείσα χωρίς το κλειδί αυτό, συρραφείσα από τας ευρωπαϊκάς ιστορίας και γνώμας περί ημών, με ένα πνεύμα σχεδόν δουλικόν, με ένα πνεύμα μαθητικόν, το οποίον τρέμει τον Ευρωπαίον δάσκαλον. Ανθρωποι με πνεύμα εντελώς ελεύθερον δουλικών αισθημάτων προ του Ευρωπαίου, δεν επαρουσιάσθησαν εις την μελέτην της Ιστορίας.
...Ωστε, ελληνική ιστορία δεν υπάρχει. Δεν κατηγορώ. Θέτω τα πράγματα...
Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, ο μέγας χριστιανός Σουλτάνος της Ευρώπης, ο Πάπας, είχε γράψει την ιστορίαν μας, κατά το φανατικόν και πλαστογραφικόν σύστημα των ρασοφορούντων λεγεώνων, κατά το σύστημα που έγραψεν και τας ιστορίας των ευρωπαϊκών εθνών, διά τον καθαρισμόν των οποίων (ιστοριών) εχρειάσθησαν επίσης υπεράνθρωποι αγώνες. Η φαυλοτάτη, κακουργοτάτη αυτή πλαστογραφία εχρησίμευσεν ως βάσις εις όλας τας ευρωπαϊκάς ιστορίας περί ημών.
...Ημείς οι Ελληνες αγνοούμεν την Ελλάδα και τον Ελληνα περισσότερον κάθε Κίνας και Κινέζου. Φανταζόμεθα τον εαυτόν μας και τον τόπον μας από τα γράμματα που μας στέλλουν οι Ευρωπαίοι, οι οποίοι μας αγνοούν εντελέστατα. Και εις την ιδικήν μας υπνοβατικήν κατάστασιν και εις την ιδικήν μας παραφροσύνην προστίθενται και αι ευρωπαϊκαί εξωφρενικαί γνώμαι και συμβουλαί και μας αποτρελλαίνουν τελειωτικώς, χαπτόμεναι όπως χάπτεται η κάθε γνώμη του κάθε Δίτεριχ ή Μίντεριχ, του οποίου του καπνίζει να μας φωτίση και να μας συμβουλεύση και μας βάλη νόμον εις το σπίτι μας και μας οδηγήση εις τον δρόμον μας, σαν να είμεθα εμείς στραβοί και παραλυτικοί.
Ολαι μας λοιπόν αι ιδέαι, όλη η παραφροσύνη του γλωσσικού ζητήματος, η κάθε άγνοια και η κάθε ξενομανία, η τελεία σύγχυσις και ανεμοζάλη κάθε ιδέας και κάθε πράγματος, εκεί έχει την αληθή πηγήν της...
...Ο Ευρωπαϊσμός, ων απομίμησις, δεν είναι πρόοδος, αλλ’ οπισθοδρομικότης. Πρόοδος είναι η χειραφέτησις από κάθε μίμησιν, η ελευθέρωσις από κάθε δουλείαν... Αλλο ραγιάς και άλλο Ελλην. Αλλο φραγκοπίθηκος και άλλο Ελλην... Ο Ελλην, φύσει επισκεπτόμενος τον Θεόν, αποκαλύπτεται, μένει όρθιος, τον χαιρετά μειδιών, του ομιλεί εις τον ενικόν και συνομιλεί (με αυτόν) διά του τραγουδούντος ιερέως και του ψάλτου. Και μετά την βραχείαν επίσκεψιν, εις την αυλήν και το προαύλιον (της εκκλησίας) εννοεί να στήση το πανηγύρι του, να φάγη, να πιη, να χορεύση, να τραγουδήση, να ευφρανθή. Και με όλας τας εκδηλώσεις της χαράς, του οίνου, του έρωτος, ευφραίνει ο Ελλην και τον Θεόν του. Είναι εντελώς αδιάφορον, εάν δεν συμφωνή η πραγματικότης αυτή με τας ιδέας τού κάθε φραγκοφορεμένου ιερομωρολόγου...»
Είναι αποσπάσματα, ενδεικτικές φράσεις, από το γνωστό, ελπίζω, σε πολλούς βιβλίο του Περικλή Γιαννόπουλου, «Η Ελληνική Γραμμή». Το ξανάνοιξα τυχαία, ύστερα από πολλά χρόνια που μεσολάβησαν μετά το πρώτο διάβασμα. Νόμιζα ότι «ξέρω τι λέει», είχα κι εγώ ταξινομήσει τον συγγραφέα του στους «ρομαντικούς ελληνολάτρεις», τους κολλημένους σε μια αισθητική κυρίως εκδοχή της ελληνικότητας. Τώρα που ξαναδιάβασα το βιβλίο, πιστοποίησα κατάπληκτος ότι ο Π.Γ. ήταν πολύ πιο ρεαλιστικά ετοιμασμένος για να μετάσχει ως Ελληνας στην «ευρωπαϊκή ενοποίηση» σε σύγκριση με το σημερινό μας πολιτικό προσωπικό και τους σημερινούς καλλιτέχνες μας και λογίους.
Ποιο είναι το κριτήριο που αξιολογεί την ετοιμότητα (ειδικά των Ελλήνων) να μετάσχουν στο εγχείρημα της «ευρωπαϊκής ενοποίησης»; Το εντόπισε διαυγέστατα ο Π.Γ. πριν εκατόν δεκατέσσερα χρόνια: Αν θα λειτουργήσουμε οι Ελληνες (έστω και τώρα, με καθυστέρηση τόσων χρόνων) «μιμητικά» ή «χειραφετημένα». Ως «ραγιάδες» και «φραγκοπίθηκοι» ή ως ενεργοί συντελεστές της ευρωπαϊκής ενοποίησης, κομίζοντας ετερότητα, δημιουργική διαφορά.
Δεν είναι αυταξία ούτε η πείρα ούτε η διαφορά. Για να συστήσουν συμβολή στο σήμερα, χρειάζεται να μεταφραστούν σε κριτήρια αξιολόγησης ποιοτήτων, κριτήρια με πανανθρώπινη εμβέλεια. Αυτή η εμβέλεια κρίνει την επιβίωση των πολιτισμών.
Η γλώσσα, η τέχνη, οι θεσμοί είναι το «ταμείο» που διασώζει τα θησαυρίσματα ποιότητας κάθε πολιτισμού. Οι θεσμοί, στο συμβατικό ελλαδικό κρατίδιο των Αθηνών, ήταν από την πρώτη στιγμή, και παραμένουν δάνειοι: μια αμετανόητη και πεισματική (τυφλή) εμμονή στον μεταπρατισμό, τον πιθηκισμό. Η Τέχνη διέσωσε αναλαμπές εκπληκτικής επικαιροποίησης της ελληνικής ετερότητας και διαφοράς, αλλά χωρίς εμβέλεια, δυστυχώς, ώς τα «κέντρα λήψης αποφάσεων». Η γλώσσα, είναι το πεδίο του φρικωδέστερου από όλα τα ιστορικά εγκλήματα, με τους φυσικούς αυτουργούς να στελεχώνουν το υπουργείο Παιδείας, σε ιδεολογικά συνεπέστατη αλλεπαλληλία, από το 1974 ώς σήμερα.

Δικαίωμα αντίστασης στον εκπεσμό

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 20.05.2018
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Ό​​,τι ονομάζουμε «ατομικό δικαίωμα» αφορά στο πεδίο της συμπεριφοράς: των πράξεων και των σχέσεων. Δεν έχει να κάνει με το πεδίο της ύπαρξης, τα δεδομένα φυσικά όρια του υπαρκτού. Εχω δικαίωμα να επιλέγω το κόμμα που ψηφίζω, την ιδεολογία που ασπάζομαι, το επάγγελμα που με ελκύει. Είναι α-νοησία να διεκδικήσω σαν «δικαίωμα» άλλο χρώμα ματιών ή ψηλότερο ανάστημα ή κοφτερότερο μυαλό. Ενα δικαίωμα που μπορώ να απαιτήσω, είναι να μην αλλάζουν οι συμπεριφορές απέναντί μου, επειδή είμαι κοντός, μαυρομάτης ή κάπως βραδύνους.
Δεν υπάρχει «δικαίωμα» χωρίς θεσμοποιημένο Δίκαιο. Δηλαδή, δίχως μια κοινή σύμβαση-συμφωνία που να ορίζει τι ακριβώς δικαιούμαστε όσοι αποδεχόμαστε τη σύμβαση. Για να λειτουργήσει η προστασία-κατασφάλιση ατομικού δικαιώματος, προϋποτίθεται κοινή δέσμευση όλων στις αρχές κοινού συστήματος Δικαίου.
Παρενθετικά να σημειωθεί (επειδή η αγραμματοσύνη πλεονάζει): Το «ατομικό δικαίωμα», όπως σήμερα το εννοούμε, ήταν άγνωστο (και αδιανόητο) στην Αρχαία Ελλάδα. Τα όσα προσπαθεί να κατασφαλίσει σήμερα η πληθώρα των «συστημάτων Δικαίου», απέρρεαν εκεί αυτονοήτως από την ιδιότητα (λειτούργημα) του «πολίτη». Ηταν τιμή και είχε «ιερότητα» η μετοχή στο «κοινόν άθλημα αληθείας» που ήταν η «πολιτική». Η πολιτική πραγμάτωνε την «πόλιν», δηλαδή τον «κατ’ αλήθειαν βίον» – η οργάνωση και λειτουργία της συμβίωσης απηχούσε τη λογική αρμονία, τάξη και κάλλος της συμπαντικής κοσμιότητας, δηλαδή το «αληθινό» στοιχείο της πραγματικότητας. Φανέρωνε τον τρόπο του αθανατίζειν, την «όντως αλήθεια».
Ομως, ιστορικά θριάμβευσε (και σήμερα κυριαρχεί παγκόσμια) η αντιστροφή των όρων εκείνου του πολιτισμού: η προτεραιότητα της χρησιμότητας και όχι της αλήθειας, η θωράκιση του ατόμου, όχι η χαρά της κοινωνίας. Σίγουρα, με τη νομική κατασφάλιση των ατομικών δικαιωμάτων του κάθε ανθρώπου αναχαιτίστηκε ο εφιαλτικός πρωτογονισμός των μεσαιωνικών στη Δύση κοινωνιών. Απλώς, για την ελληνική συνείδηση, το ιστορικό αυτό επίτευγμα καθολίκευσης των «ατομικών δικαιωμάτων» δεν παύει να είναι προ-πολιτικό, στους αντίποδες του «πολιτικού αθλήματος αληθείας»: της δημοκρατίας.
Η συνείδηση της ελληνικής διαφοράς γίνεται απρόσιτη, από τη στιγμή που η «ελευθερία» ταυτίζεται με το «δικαίωμα» ανεμπόδιστων ατομικών επιλογών – επιλέγω αυτό που εγώ θέλω, εγώ κρίνω, εγώ αποφασίζω, εγώ εκτιμώ, προτιμώ, ορέγομαι. Για να συλλάβουμε το χαώδες εύρος της διαφοράς, ας θυμηθούμε τον «ελληνικότατο» ορισμό του Ντοστογιέβσκι: «Υπάρχει μία και μόνο ελευθερία: να ελευθερωθεί ο άνθρωπος από τον εαυτό του», δηλαδή από την ιδιοτέλεια, τις φυσικές αναγκαιότητες (ή ενστικτώδεις ενορμήσεις) που ο Φρόυντ τις ονομάτισε: ορμή της αυτοσυντήρησης, ορμή της κυριαρχίας-επιβολής, ορμή της ηδονής.
Ευτυχώς η φύση βάζει ανυπέρθετους φραγμούς στην ψευδαίσθηση παντοδυναμίας, που οικοδομεί στον άνθρωπο η μέθη των ακαταμάχητων «ατομικών δικαιωμάτων» του. Υπάρχουν πάμπολλα φυσικά δεδομένα, δηλαδή παράγοντες που ο άνθρωπος δεν τους επιλέγει, τους υφίσταται, πρέπει να τους δεχθεί συνειδητοποιώντας τη σχετικότητα των υπαρκτικών του δυνατοτήτων: Δεν διαλέγει το φύλο του, δεν διαλέγει τη μάνα και τον πατέρα του, τα θεμελιώδη για τη συγκρότηση του ψυχισμού του αρχέτυπα (anima - animus) που θα τον καθορίζουν ισοβίως. Δεν διαλέγει τη γλώσσα (μητρική) που θα δομήσει - αρθρώσει (structurer, λέει ο Lacan) τις συνειδητές και ασυνείδητες επιγνώσεις του. Ούτε την κοινωνία διαλέγει στην οποία θα πρωτοενταχθεί ούτε τη χρονική - ιστορική περίοδο όπου θα μετάσχει.
Είναι δεδομένοι και ανυπέρβλητοι οι προκαθορισμοί και οι δεσμεύσεις της φυσικής μας ύπαρξης, αλλά και αδίστακτος ο εγωτικός πρωτογονισμός του ανθρώπου, το γάντζωμά του σε απαιτήσεις φαντασιωσικής παντοδυναμίας: Το φυσικά ανέφικτο θέλει να το κάνει κατά σύμβαση εφικτό, για να ικανοποιηθεί το «γούστο» του, να γίνει «δικαίωμα» η ετσιθελική του οίηση. Ψηφίζει νόμους για να επιβάλει και κατοχυρώσει σαν «φυσικό» το κραυγαλέα αφύσικο, να αποφασίζει η εξουσία (η πλειοψηφία της Βουλής) ότι μπορεί ένας άντρας να λειτουργήσει σαν μάνα και μια γυναίκα να ασκήσει πατρότητα – ωσάν η μητρότητα και η πατρότητα να είναι απλώς ρόλοι ή «συμπεριφορές», όχι λειτουργίες.
Παρακμή του ανθρώπινου είδους, που ακκίζεται σαν μασκαράτα ντυμένη την αναίδεια του «εκσυγχρονισμού» και της «προόδου». Κι όποιος τολμήσει αντίσταση στην απανθρωπία, εξοντώνεται σαν «συντηρητικός», «ακροδεξιός», «φασίστας». Αλλά, κυρίως, άβυσσος μωρίας, επαρχιώτικη μικρόνοια που ξιπάζεται, ότι έτσι «θα κερδίσει τις εντυπώσεις» ή και την ψήφο του κοινωνικού περιθωρίου. Δεν αποκλείεται, αφού η λογική του πάτου οδηγεί νομοτελειακά στον απόπατο, να δούμε, σε επόμενη συγκυβέρνηση των γαλαζοπράσινων «προοδευτικών δυνάμεων» νομοσχέδιο, που θα αναγνωρίζει στους άνδρες «δικαίωμα» στην περίοδο ή στον θηλασμό και στις γυναίκες «δικαίωμα» στη μυστακοφορία!
Οταν τους θεσμούς και τις λειτουργίες της δημοκρατίας τούς ελέγχει ολοκληρωτικά η κομματοκρατία, τότε η ελπίδα για απελευθέρωση και παλιγγενεσία είναι μόνο ερώτημα: Ποιος θα πείσει την πλειονότητα των βουλευτών, να πειθαρχήσουν σε μια διετούς διάρκειας «υπηρεσιακή» κυβέρνηση ακομμάτιστων τεχνοκρατών, που θα έχει εντολή να «επανιδρύσει» το κράτος. Θα ελέγχει το κοινοβούλιο, την κυβέρνηση, αλλά δεν θα την έχει εκλέξει.
Πικρή αλήθεια, πικρό το φάρμακο. Αλλά μόνο για κάποιες εκατοντάδες ανάλγητων βασανιστών μας. Βολεμένων θαυμάσια χάρη στην αδράνεια των πολλών.

Μια τρίτη εθνική επέτειος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 13.05.2018
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
​Ε​χουμε «εθνικές επετείους». Δύο. Τι ακριβώς «γιορτάζουμε» σε μια εθνική επέτειο; Ενα γεγονός, συγκεκριμένα χρονολογημένο, που δήλωσε - φανέρωσε αυτό που θέλουμε να είμαστε, τη συλλογική μας ταυτότητα. Τουλάχιστον ως επιθυμία και στόχο.
Κάθε χρόνο, στις 25 Μαρτίου, ξαναθυμόμαστε και θυμίζουμε σε όσους τυχόν ασχολούνται με μας, τη θέλησή μας να μην είμαστε σκλάβοι, υπόδουλοι στους ασύγκριτα πολυπληθέστερους (και συχνά στην Ιστορία επιθετικούς) γείτονές μας, τους Τούρκους. Στην επετειακή αυτή υπενθύμιση περιλαμβάναμε κάποτε και τη διαβεβαίωση: ελευθερία ή θάνατος – προτιμάμε να πεθάνουμε παρά να σκλαβωθούμε. Ομως στην Κύπρο το 1974 (ίσως και στην Ιμβρο και στην Τένεδο) αποδείξαμε τον εκσυγχρονισμό μας: Οταν οι Τούρκοι μας απείλησαν, μπήκαμε στα Ι.Χ. μας και προσφύγαμε σε εδάφη που (ακόμα) δεν απειλούνταν. Σήμερα η ζωή του ανθρώπου δεν είναι συνάρτηση πατρώας γης, αλλά διεθνοποιημένων επενδύσεων σε ασφάλεια. Προσαρμοστήκαμε. Την προσαρμογή δεν τη γιορτάζουμε.
Στις 28 Οκτωβρίου, κάθε χρόνο, ξαναθυμόμαστε και θυμίζουμε τη θέλησή μας να μη γίνουμε σκλάβοι, υπόδουλοι, ούτε στους προηγμένους λαούς της Ευρώπης που τόσο θαυμάζουμε για τα επιτεύγματά τους, αλλά και τους φοβόμαστε για τις επίβουλες συχνά ορέξεις τους. Η μικρή σε όλα τα μεγέθη και αδύναμη Ελλάδα είπε «όχι» στην αναιδή αξίωση των πολεμικά και αριθμητικά πολύ υπέρτερων Ιταλών. Το αποτέλεσμα ήταν απίστευτο: νίκησαν οι Ελληνες θριαμβικά.
Στις δυο «εθνικές επετείους» μας γιορτάζουμε, τιμούμε και προβάλλουμε δυο πραγματοποιήσεις αυτού που θέλουμε να είμαστε, πραγματοποιήσεις με βραχύτατη διάρκεια: Τόσο το 1821 όσο και το 1940 η επιθυμητή συλλογική μας ταυτότητα πραγματώθηκε και φανερώθηκε για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα – σαν αναλαμπή. Ακολούθησε, και τις δυο φορές, η φρίκη εμφύλιου σπαραγμού, όπως ακολούθησε έκρηξη πρωτογονισμού, με τον «Πελοποννησιακό Πόλεμο», αμέσως μετά το θαύμα της κλασικής Ελλάδας.
Χειρότερη κι από τον εμφύλιο είναι η σχιζοφρένεια που συνοδεύει τον κρατικοποιημένο πια Ελληνισμό, διακόσια χρόνια τώρα, ανασταλτική της ιστορικής του συνέχειας: Θέλουμε να απολαμβάνουμε τον σεβασμό και την τιμή της υφηλίου σαν απευθείας απόγονοι και συνεχιστές της κλασικής Ελλάδας. Αλλά ο τρόπος του βίου μας (η κρατική μας οργάνωση, η οικονομία, η Δικαιοσύνη, η Παιδεία, τα πάντα) να είναι μεταπρατικός: Και μάλιστα να μιμείται, ώς την πιο παραμικρή λεπτομέρεια, τον κατεξοχήν μέσα στην Ιστορία αντίπαλο του Ελληνισμού τρόπο (πολιτισμό) – αυτόν της μετα-ρωμαϊκής Δύσης.
Σίγουρα ο Ελληνισμός ήταν πάντοτε ένα σταυροδρόμι συνάντησης πολιτισμών, χωνευτήρι ιδεών, παραδόσεων, νοοτροπιών – ποτέ ένα «γκέτο». Δεν δίσταζε να προσλαμβάνει οτιδήποτε από οπουδήποτε. Προσλάμβανε και αφομοίωνε. Η τραγωδία της σχιζοφρένειας άρχισε, όταν η πρόσληψη έγινε μίμηση, όταν κίνητρο της πρόσληψης δεν ήταν η ανάγκη αλλά η ξιπασιά.
Αρχισε ο Ελληνισμός να αντιγράφει θεσμούς, μεθόδους, πρότυπα, συμπεριφορές πιθηκίζοντας ειδωλοποιημένα παράγωγα άλλων αναγκών, άλλων συνθηκών και συγκυριών, με την παιδαριώδη αφέλεια των μετα-αποικιακών κοινωνιών, που πείσθηκαν να θεωρούν πρωτογονισμό τη σοφία των προγόνων τους και πολιτισμό την απάνθρωπη βαναυσότητα των προτεραιοτήτων της «αγοράς».
Πάντως, αν στις «εθνικές επετείους» γιορτάζουμε, τιμούμε και προβάλλουμε βραχυχρόνιες πραγματώσεις του τι θέλουμε να είμαστε, τότε η 5η Ιουλίου θα μπορούσε να αποτελέσει την τρίτη εθνική μας επέτειο. Σε αυτή την ημερομηνία το 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ ζήτησε με δημοψήφισμα την έγκριση του λαού για τη ρήξη με την Ευρώπη. Και (γεγονός απίστευτο – κορυφαία στιγμή της νεοελληνικής ιστορίας) ο λαός του έδωσε την εντολή για τη ρήξη, με ποσοστό 62%! Εντολή για τη ρήξη, δηλαδή για την ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού, για τη διάσωση της ελληνικής ιδιαιτερότητας μέσα στην Ιστορία.
Σε ποιον έδωσε τη δημοψηφισματική εντολή ο λαός; Σε έναν από τους πιο θλιβερούς θιάσους του κομματικού κουκλοθέατρου, σε κόμμα της «ριζοσπαστικής Αριστεράς», που μέσα σε μια μόλις νύχτα ξεπούλησε και τον ριζοσπαστισμό και την Αριστερά. Για να πετύχει τι; Να μας λανσάρει σήμερα σαν «σωτηρία», ύστερα από τόση καταστροφή, απελπισία και εξευτελισμό, τη δυνατότητα να δανειστούμε και πάλι από τη διεθνή τοκογλυφία!
Το πώς «πούλησε» ο ΣΥΡΙΖΑ τη λαϊκή βούληση και με πόσο φτηνά ανταλλάγματα, θα το διαβάσει η σημερινή του ηγεσία στα μάτια των παιδιών και των εγγόνων της, στην περιφρόνηση και στην οργή τους. Εκείνο το 62% των Ελλήνων πολιτών έμεινε χωρίς πολιτική εκπροσώπηση – η Ν.Δ. και το κωμικά αφασικό «Κέντρο» ταυτίζονται, πολλά χρόνια τώρα, στην ίδια επαρχιώτικη ξιπασιά της καταναλωτικής και μόνο ευρωλιγούρας. Οι εθνικές επέτειοι είναι το ψυχολογικό αναλγητικό στο πένθος της απόγνωσης για το ιστορικό τέλος του Ελληνισμού.
Οταν σε καμιά πτυχή του δημόσιου βίου δεν λειτουργεί αξιοκρατία, σε απολύτως καμιά, πώς να λειτουργήσει στην πολιτική;

Οσοι διακοσμούν την παρακμή

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 06.05.2018
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Τ​​εκμήριο προχωρημένης κοινωνικής παρακμής είναι να χαμηλώνει συνεχώς ο πήχυς των φιλοδοξιών όσων αναλαμβάνουν ευθύνες ηγητόρων.
Από τα εκατομμύρια των πολιτών ένας και μόνο πολίτης θα φτάσει να γίνει Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ένας πρωθυπουργός ή πρόεδρος της Βουλής ή πρόεδρος Ανώτατου Δικαστηρίου ή αρχιεπίσκοπος ή αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων. Σε αυτόν τον ένα χαρίστηκε να βγει από την ανωνυμία των πολλών, να ξεχωρίσει από τα εκατομμύρια των συμπολιτών του, από εκατοντάδες εκατομμύρια συνανθρώπων του. Και λοιπόν; Για να κερδίσει τι;
Οσο λειτουργούσε «κοινωνία» ανθρώπων, σχέσεις κοινωνίας της ζωής, τότε διασωζόταν και αίσθηση προσφοράς, αποτιμήσεις ποιότητας, κριτική μνήμη, συνείδηση ιστορικής καταξίωσης. Ομως στη συλλογικότητα όπου το ατομικό δικαίωμα είναι υπαρκτικός αυτοσκοπός, η θωράκιση του εγώ και η ατομοκεντρική αξίωση ηδονής απολυτοποιημένο υποκατάστατο της χαράς, εκεί μοιάζει ακατανόητη κάθε έννοια αυτοπροσφοράς, κοινωνικού υπουργήματος, δημιουργικής καινοτομίας.
Ο ρεαλισμός επιβάλλει να παραδεχτούμε ότι ο Ιστορικός Υλισμός είναι μονόδρομος. Τουλάχιστον όσο καθυστερεί η νομοτελειακά προδιαγεγραμμένη κατάρρευση του πολιτιστικού «παραδείγματος» που το ονομάσαμε κατ’ ευφημισμόν «Διαφωτισμό»! Στη μαρξιστική εκδοχή του Ιστορικού Υλισμού, που επιβίωσε λιγότερο από αιώνα (με τη μορφή ολοκληρωτικών καθεστώτων), προϋπόθεση ανόδου σε θέσεις εξουσίας ήταν η τυφλή πειθάρχηση στην ιδεολογία και στους κομματικούς μηχανισμούς, μαζί με την αδίστακτη ετοιμότητα «εκκαθάρισης» των ανταγωνιστών. Η «φιλελεύθερη» (ασυδοσίας των «αγορών», όχι ελευθερίας του πολίτη) εκδοχή συντηρεί επιφάσεις «δικαιωμάτων» και προσχήματα δημοκρατικών θεσμών. Με νόμους «περί ευθύνης υπουργών» αμνηστεύει κοινωνικά εγκλήματα και κουκουργίες βασανισμού χιλιάδων ή και εκατομμυρίων ανθρώπων.
Είναι μεγάλο ρίσκο να αποδεχθείς υψηλό αξίωμα σε κοινωνία επώδυνα και εξευτελιστικά υποταγμένη στην απάνθρωπη αυθαιρεσία της «ελευθερίας των αγορών». Να καμώνεσαι ότι προεδρεύεις, πρωθυπουργεύεις, αρχηγεύεις, προΐστασαι, ποιμαίνεις, ενώ στην πραγματικότητα διακοσμείς απλώς την επιτρόπευση, την καταδυνάστευση, τον εμπαιγμό ενός λαού. Αποδέχεσαι να κυκλοφορείς με πολυτελή οχήματα και προστασία, να σε τιμούν στρατιωτικά αγήματα και φιλαρμονικές, ενώ την ίδια ώρα συμπολίτες σου περιμένουν στην ουρά για συσσίτιο ή ξυλοκοπούνται επειδή ζητάνε ακέραιη τη σύνταξή τους. Και οι πολιτικοί αυτουργοί του βασανισμού τους συνεχίζουν να απολαμβάνουν αδίκαστοι τις προνομίες κροίσων.
Οι φιλοδοξίες κάθε ανθρώπου είναι συνάρτηση της «ποιότητάς» του και μετράμε την ποιότητα με το μέτρο της ανιδιοτέλειας, της ευαισθησίας, της καλλιέργειας, της δημιουργικής τόλμης, της κοινωνικής προσφοράς. Αν δεν υπάρχουν αυτές οι κατακτήσεις, η πρωθυπουργία καθεαυτήν ή ο αρχιεπισκοπικός θρόνος είναι φιλοδοξίες που ικανοποιούν θλιβερές μετριότητες. Ποιος θυμάται σήμερα τον Δημήτριο Βούλγαρη, έξι φορές πρωθυπουργό της Ελλάδας ή τον Αλέξανδρο Κουμουνδούρο, δέκα φορές πρωθυπουργό;
Σίγουρα, η πιο μεγάλη ικανοποίηση για τον άνθρωπο είναι να τον τιμούν γι’ αυτό που είναι, όχι για το αξίωμα που διαχειρίζεται. Και ντροπή μεγαλύτερη δεν υπάρχει, από το να σε λογαριάζουν «λίγον» (ολίγιστο) για το αξίωμα που κατέχεις. Γι’ αυτό και μοιάζει προτιμότερο, αν έχεις χάρισμα ηγετικό και ανιδιοτελείς προθέσεις, αλλά όνομα τιμημένου προγόνου, να αλλάζεις όνομα για να «κατέβεις» στην πολιτική – να δοκιμαστείς χωρίς δάνειες επιδοτήσεις φήμης. Αν λέγεσαι Καραμανλής ή και Παπανδρέου ή Μητσοτάκης ή Γεννηματά ή Βαρβιτσιώτης, αλλάζεις όνομα. Ο νεποτισμός είναι παρανόμι της έσχατης παρακμής, ντροπή για μια οργανωμένη συλλογικότητα.
Να στελεχώνεις ένα πολίτευμα που καπηλεύεται απροσχημάτιστα το όνομα της «δημοκρατίας», είναι ατίμωση, όχι προνόμιο. Να είσαι εκλεγμένος από τους πολίτες βουλευτής και το κόμμα σου να ανακοινώνει επισήμως σε ποιες (σπάνιες) περιπτώσεις σου επιτρέπει να ψηφίζεις «κατά συνείδησιν» (ενώ σε όλες τις άλλες σε χρησιμοποιεί σαν ανεγκέφαλο λακέ), είναι δημόσιος διασυρμός. Να είσαι υπουργός σε κυβέρνηση που με νόμο («περί ευθύνης υπουργών») σε αμνηστεύει οπωσδήποτε για οποιοδήποτε κακούργημα, βασανιστικό ή και εξοντωτικό χιλιάδων ή και εκατομμυρίων πολιτών (εξωφρενικό υπερδανεισμό της χώρας, ασύδοτο πελατειακό κράτος, «διαπλοκή» με τον υπόκοσμο), είναι ισόβιο στίγμα καταισχύνης, ανεξίτηλος εξευτελισμός.
Αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, μια παρακμή με τέτοια συμπτώματα δεν έχει γιατρειά. Εξ άλλου πειραματιστήκαμε με όλα τα κόμματα (εντάξαμε στη Βουλή ακόμα και τους απροκάλυπτους αρνητές της ελευθερίας). Βυθιζόμαστε στην άβυσσο μεθυσμένοι με το όραμα «να γίνουμε Ευρωπαίοι»! παρ’ όλα τα διακόσια χρόνια εφιαλτικού κόστους της ξιπασιάς. Τα πάντα να είναι ατομικό «δικαίωμα», εγωτική επιλογή, βιτσιόζα προτίμηση – τίποτα να μην κοινωνείται, τίποτα να μην προκύπτει από την εμπειρία μετοχής, τίποτα από τη σχέση, τον έρωτα, τη μέθη του κάλλους.
Ο Ελληνισμός κόμισε στην Ιστορία την αλήθεια ως εμπειρική μετοχή κοινωνούμενη, σε ριζική αντίθεση προς τη βαρβαρική ταύτιση της «αλήθειας» με την «ορθή» κατανόηση. Σήμερα καυχάται κωμικά για το αντίθετο. Κάποτε γέννησε το άθλημα της πόλεως και της πολιτικής. Σήμερα βουλιάζει ανέλπιδα στον υπόνομο των περιττωμάτων που σώρευσε η διαστροφή της πολιτικής σε τεχνικές εξουσιασμού.

Διακινδύνευση κριτικής οπτικής

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 29.04.2018
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
​​Τιμάμε γόνιμα έναν απελθόντα πολιτικό, όταν κρατάμε ζωντανή την ανάμνηση της προσφοράς του. Αλλά και των λαθών του. Ο μονοδιάστατος εξωραϊσμός ικανοποιεί την ορμέμφυτη ροπή μας προς τον μανιχαϊσμό: την αυτασφάλιση που τη θωρακίζουν οι σχηματικές οριοθετήσεις του «καλού» και του «κακού», του «σωτήρα» ή του «ολετήρα», της «ευλογίας» ή της «κατάρας». Αλλά και μας παγιδεύει ο μανιχαϊσμός στην ηδονική παραίτηση από τη διακινδύνευση (ευθύνη) της κριτικής σκέψης, στο βόλεμα της μονοτροπίας του ποιμνιοστασίου.
Γιατί οι άνθρωποι ειδωλοποιούμε με τόσην ευκολία έναν πολιτικό ή ένα κόμμα, έναν ποδοσφαιριστή ή μια ομάδα ποδοσφαιρική, έναν τραγουδιστή ή ένα μουσικό συγκρότημα – γιατί φανατιζόμαστε με το επικαιρικό, το συμπτωματικό, το εφήμερο; Την απάντηση θα ήταν εξαιρετικά ωφέλιμο να τη σπουδάζαμε έγκαιρα, στο σχολείο: μας χρειάζεται τόσο όσο και η πρακτική αριθμητική, η γραμματική, το συντακτικό. Η υπέρβαση της πολωτικής μονομέρειας είναι κατόρθωμα ελευθερίας – προϋποθέτει κριτική σκέψη, ετοιμότητα απροκατάληπτων αναθεωρήσεων, επομένως αποδέσμευση από τις εγωκεντρικές ενορμήσεις. Φανατικός είναι, κατά κανόνα, ο ανασφαλής, δηλαδή ο μειονεκτικός ή ο νάρκισσος.
Συνηθίζουμε να λέμε ότι οι διχασμοί και οι πολώσεις είναι φυλετικό (περίπου) ιδίωμά μας των Ελλήνων. Ο ισχυρισμός αυτός, στη γενικότητά του, μοιάζει υπεκφυγή, ερμηνευτική προσφυγή σε κάποιο είδος πεπρωμένου. Θα ήταν μάλλον γονιμότερο να μελετήσουμε, συγκεκριμένα, τους δυο μεγάλους διχασμούς που έζησε στα νεώτερα χρόνια ο Ελληνισμός, κυριολεκτικά αδελφοκτόνους και εφιαλτικούς σε συνέπειες: Τον διχασμό Βενιζελικών - βασιλικών και κομμουνιστών - πατριωτών.
Ηταν και οι δυο διχασμοί μια άλογη έκρηξη πρωτογονισμού ή αποτέλεσμα της σύγχυσης κριτηρίων που προκαλείται από την απώλεια συλλογικής ταυτότητας; Υποχρεώθηκαν οι Ελληνες (εκ των πραγμάτων ή εκ παραδρομής – από συγκυριακό εκτροχιασμό) σε βίαιη διακοπή - ρήξη - άρνηση της μακραίωνης πολιτικής τους παράδοσης: Να εγκαταλείψουν τη ζωτική γι’ αυτούς προτεραιότητα των «σχέσεων κοινωνίας», την αυτοδιαχείριση της ζωής τους σε «πόλιν» ή «κοινότητα». Και από κοσμοπολίτες διαχειριστές ενός μοντέλου διεθνικής «τάξης πραγμάτων» βρέθηκαν επαρχιώτες του βαλκανικού περιθώριου, μεταπράτες δάνειων θεσμών και δομών ενός τεχνητού «εθνικού κράτους», ταπεινωτικά επιτροπευόμενου.
Αποδείχθηκε πως, όσο στενεύουν τα σύνορα, μικραίνουν και τα αναστήματα. Η σμίκρυνση γίνεται κωμικοτραγική όταν περνάμε από το κράτος των Αθηνών στο κράτος της Κύπρου ή στην «αυτοδιοίκηση» κάθε ελλαδικής «περιφέρειας». Πώς λειτούργησαν ως εξουσία ο Βενιζέλος και ο Καραμανλής στο ελλαδικό κρατίδιο, πώς ο Μακάριος και ο Χριστόφιας στην Κύπρο; Σίγουρα ο Καραμανλής και ο Χριστόφιας δεν δίχασαν, ο Βενιζέλος και ο Μακάριος έσπειραν ανίατο διχασμό – γιατί; Μια πρώτη (επιπόλαιη ίσως) απάντηση θα μπορούσε να είναι: Καραμανλής και Χριστόφιας διαχειρίστηκαν την παγιωμένη πια επικράτηση του Ιστορικού Υλισμού, ενώ Βενιζέλος και Μακάριος είχαν ακόμα να αναμετρηθούν με το κληροδότημα της ελληνικότητας.
Στο ιστορικο-υλιστικό πεδίο ο Καραμανλής ήταν συνεπής και διαυγής: Διακήρυξε, χωρίς περιφράσεις, ότι «ανήκομεν εις την Δύσιν» – πολιτικό του όραμα ήταν ο μιμητικός «εκσυγχρονισμός» και η «πρόοδος». Να γίνουμε οι Ελληνες «Ευρωπαίοι», έστω με την τριτοκοσμική εκδοχή της «ανάπτυξης»: το γιαπί, την πολυκατοικία. Νομιμοποίησε τους αυτουργούς της κομμουνιστικής ανταρσίας διαβλέποντας, με εκπληκτική οξυδέρκεια, την ενοείδεια των δύο όψεων του Ιανού - Ιστορικού Υλισμού. Κατηγορήθηκε για «σοσιαλμανία», ενώ διέλυσε το «Λαϊκό» κόμμα –το μόνο που διέσωζε κάποιες σημαίνουσες σταθερές πατριωτισμού– με στόχο μοναδικό να μονοιάσουν οι Ελληνες, να μην εμποδίσουν οι διχοστασίες τον εξευρωπαϊσμό τους, τον ηδονικό (καταναλωτικό) εξανδραποδισμό τους.
Με φυσικό χάρισμα ηγετικής παρουσίας ο Καραμανλής, σοβαρότητα και στιβαρότητα επιβλητική, αποδείχθηκε κορυφαίος στη διαχειριστική εκδοχή της πολιτικής, στην ταύτιση της πολιτικής με τα «δημόσια έργα». Δεν αξιώθηκε ανάλογο αντιπολιτευτικό αντίλογο, γι’ αυτό και στη μετα-καραμανλική Ελλάδα ο τριτοκοσμικός χαρακτήρας του «εκσυγχρονισμού» είναι σωστός εφιάλτης ομοιομορφοποίησης: δεν μπορείς να ξεχωρίσεις αν βρίσκεσαι στη Βέροια ή στο Ηράκλειο Κρήτης, στη Σπάρτη ή στη Λαμία, στα Καλάβρυτα ή στον Τύρναβο. Τα ίδια και με το κόμμα του: χωρίς ιδεολογική ραχοκοκαλιά, χωρίς πολιτική ταυτότητα, ψάχνει αδιάκοπα για τον αποτελεσματικότερο μάνατζερ, τον ταλαντούχο αντιγραφέα της επιτυχίας: έναν αντι-Ανδρέα ή έναν αντι-Τσίπρα.
Δεν είναι ασέβεια η κριτική αντικειμενικότητα, ασέβεια είναι ο μονομερής εκθειασμός της μεγαλοσύνης των μεγάλων, η μυθοποίησή τους που τους απομονώνει από την ιστορική και την κοινωνική πραγματικότητα, προκειμένου να τροφοδοτείται με επιδερμικές συγκινήσεις η ψυχολογία της μάζας. Ή, το βδελυρότερο, να θυσιάζεται η αλήθεια ενός μεγάλου ανθρώπου, με τις αρετές του και τα ελαττώματά του, στον βωμό της κομματικής εκμετάλλευσης.
Έντυπη


Aναξιόπιστο σκιάχτρο η δικτατορία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 22.04.2018
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Α​​ν έχουμε ψυχραιμία και αυτοσεβασμό, αξίζει να τολμήσουμε το ερώτημα:
Tο Σύνταγμα στη χώρα μας, το «δημοκρατικό» πολίτευμα που με το Σύνταγμα θεσμοθετείται, κατοχυρώνει κυρίως ελευθερίες και δικαιώματα των πολιτών ή κυρίως την αυθαιρεσία και ασυδοσία των επαγγελματιών της εξουσίας; Eνας επαναστατικός εκσυγχρονισμός του Συντάγματος (ρεαλιστική «επανίδρυση του κράτους») θα προκαλούσε τη δυσαρέσκεια των πολιτών ή την οργισμένη και λυσσαλέα αντίδραση των κομμάτων;
Oποια απάντηση κι αν επιχειρήσει να δώσει κανείς σε αυτά τα ερωτήματα, θα είναι μάταιο να την κατοχυρώσει με επιχειρήματα. Kανένα επιχείρημα δεν μπορεί να αναιρέσει την παγιωμένη, δεκαετίες τώρα, εθελοτυφλία: Tην πραγματικότητα ή τη βλέπει κανείς ή δεν θέλει (δεν τον συμφέρει) να τη δει, οπότε κανένα επιχείρημα και καμιά λογική δεν θα αποκαταστήσουν ποτέ την όρασή του.
Tα Συντάγματα και οι κυβερνήσεις που προέκυψαν στην Eλλάδα μετά την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών (1974), δεν απέβλεπαν σε καμιά αποκατάσταση δημοκρατίας – είναι πια περισσότερο από φανερό. O στόχος ήταν, ωμά και απερίφραστα, να διαδεχθεί η κομματοκρατία τη στρατοκρατία, να αποκλειστεί οπωσδήποτε και στο διηνεκές κάθε ενδεχόμενο αμφισβήτησης του μονοπωλίου των κομμάτων στη διαχείριση της εξουσίας.
Mην ξεχνάμε το τερατογέννημα της καινούργιας χούντας (κομματοκρατίας): το Σύνταγμα του 1985. Που θεσμοποιεί, χωρίς ούτε ψέλλισμα αντιλόγου, τον ολοκληρωτισμό της πρωθυπουργικής απολυταρχίας: O πρωθυπουργός επιλέγει και επιβάλλει τον (διακοσμητικό και μόνο) Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον πρόεδρο της Bουλής, τους προέδρους των ανώτατων δικαστηρίων, την ηγεσία των Eνόπλων Δυνάμεων. Eνας κομματάρχης, απεριόριστα φτηνιάρης όσο είναι εξ ορισμού κάθε κομματάρχης, συγκεντρώνει όλες τις δυνατές και πιθανές εξουσίες, απόλυτα ανεξέλεγκτος. Tο απόγειο του ολοκληρωτισμού.
Παράδειγμα εμφατικό, από τα κυριολεκτικώς απειράριθμα: Mε όρους άψογης συνταγματικής «δημοκρατίας» οι επαγγελματίες της εξουσίας κομματάνθρωποι έχουν επιβάλει νόμο «περί ευθύνης υπουργών», που αμνηστεύει, σχεδόν αυτοματικά, και το ειδεχθέστερο έγκλημα ιδιοτέλειας, δολιότητας ή ανεπάρκειας και μικρόνοιας των κρατούντων. Yπέγραψαν δανεισμό της χώρας εξωφρενικό, με συνέπειες παντοδαπής καταστροφής, χωρίς να υποστούν την παραμικρή τιμωρία. Ποτέ, καμιά δικτατορία δεν οδήγησε έναν ιστορικό λαό σε τέτοιον διεθνή εξευτελισμό όσο οι κυβερνήσεις του ιστορικο-υλιστικού μηδενισμού, όλων των αποχρώσεων, μετά το 1974.
Aς επανέλθουμε στα συγκεκριμένα ερωτήματα που θέτει η σημερινή ελλαδική πραγματικότητα:
Ποιες ελευθερίες και ποια δικαιώματα των πολιτών κατασφαλίζει σήμερα το Σύνταγμά μας, το «δημοκρατικό» κοινοβουλευτικό μας πολίτευμα;
Mήπως το πανάρχαιο δικαίωμα στην ιδιοκτησία, την ιερότητα της «περι-ουσίας»; Aλλά οι αποταμιεύσεις του μόχθου των Eλλήνων πολιτών, εδώ και τρία χρόνια, έχουν δημευθεί με το καθεστώς των capital controls. Kαι η ακίνητη περιουσία των Eλλήνων καταληστεύεται, πέντε χρόνια τώρα, από το παρανοϊκό χαράτσι του ENΦIA. H «δημοκρατία» στην Eλλάδα σήμερα λεηλατεί, σε εξωφρενικό ποσοστό, κάθε παραμικρή αμοιβή του μόχθου, της ικανότητας, της υπομονής, του ταλέντου κάθε πολίτη. Διερωτάται ο πολίτης, γιατί να δουλέψει, γιατί να δημιουργήσει, αφού η κάθε κομματική συμμορία που γίνεται κυβέρνηση, θα κατακλέψει αδιάντροπα το βιος του.
Mήπως σέβεται και τιμά το «δημοκρατικό» μας πολίτευμα τις συμβάσεις - συμφωνίες - συμβόλαια που η πολιτεία υπογράφει με όσους πολίτες αναλαμβάνουν («μεθ’ όρκου») ευθύνες κοινωνικού λειτουργού; Δεσμεύεται το κράτος ότι θα τους εξασφαλίζει μισθοδοσία, ιατρική και φαρμακευτική περίθαλψη και σύνταξη που συγκροτείται από έγκαιρες κρατήσεις ποσοστού της μισθοδοσίας τους. Oμως, ατιμώρητα και ετσιθελικά, οι ασύδοτοι εξουσιολάγνοι κομματάνθρωποι έχουν νομιμοποιημένο «δικαίωμα» να περικόπτουν συμβολαιοποιημένους μισθούς και συντάξεις, έως και 60% σήμερα.
Nα αφυπνιστούμε επιτέλους οι πολίτες, δεν είμαστε νήπια ούτε διανοητικά καθυστερημένοι για να μας τρομοκρατούν οι δυνάστες μας με το μορμολύκειο - σκιάχτρο της δικτατορίας. Σήμερα πια δικτατορίες από στρατιωτικούς δεν γίνονται, γιατί η δύναμη κυριαρχίας δεν είναι τα τανκς και τα κανόνια, είναι τα MME, η υποταγή των μαζών κατορθώνεται με την εξηλιθίωσή τους – την ποδοσφαιρολαγνία και τον τζόγο. Aκόμα και οι ιδεολογίες αποσύρθηκαν από τα οπλοστάσια των τυράννων. Ποια ιδεολογία είναι το πρόσχημα του ΣYPIZA και πόσο είναι διαφορετική από τα προσχήματα της N.Δ. ή του συνοικιακού - κομμωτηριακού «Kινήματος Aλλαγής»!
«Δικτατορίες», όπως του Zορμπά, του Πλαστήρα, του Πάγκαλου, του Γονατά ή όποια ανάλογη, μοιάζουν πια ρομαντικές παρενθέσεις πατριωτισμού, αμήχανου απέναντι στην ψυχανωμαλία της εξουσιολαγνίας. Aυτό το παιδαριώδες καλαμπούρι απειλής κάποιας δικτατορίας είναι για τους πολύ αφελείς, εξυπηρετεί μόνο τις συντεχνίες συμφερόντων (κόμματα και MME), δεν αφορά στον πολίτη.
Στον ελλαδικό χώρο, τυραννία γκαιμπελικής προπαγάνδας, ασύδοτο ρουσφέτι στον δημόσιο τομέα, καταστροφή της οικονομίας, ατίμωση παγκόσμια του ελληνικού ονόματος, εφιάλτη ανεξέλεγκτης αναρχίας, ζει ο πολίτης εξαιτίας των κομμάτων, όχι φανταστικών δικτατόρων.

Ευτελισμένοι αυτόχειρες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 15.04.2018
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
​​​​«Ας μην τολμήσουν οι Τούρκοι, έστω και παραμικρή παραβίαση της εδαφικής μας ακεραιότητας. Γιατί θα τους κάνουμε σκόνη».
Φράση μικρονοϊκού παλικαρισμού, απηχεί επιδερμικές εξάρσεις ποδοσφαιρικής φρενίτιδας. Δεν παραπέμπει στη σοβαρότητα υπεύθυνου για την Εθνική Αμυνα υπουργού, διαχειριστή ζωής ή θανάτου (και φρονήματος) των στρατευμένων ή στρατεύσιμων παιδιών μας. Είναι φράση ασύγγνωστης απερισκεψίας, κομπασμός αφελούς ή αρρωστημένου ενορμητικού ναρκισσισμού.
Ο άνθρωπος όμως που την εκστόμισε, συντηρεί με τον ψηφοσυλλεκτικό «πατριωτισμό» του στην εξουσία, τρία χρόνια τώρα, μια κυβέρνηση «μαρξιστών», μισθωμένη για να διεκπεραιώνει επιδιώξεις αχαλίνωτου καπιταλισμού. Στη συντήρηση της πολιτικής αυτής τερατωδίας συνεργεί αποφασιστικά η απουσία κομματικού σχήματος, ικανού να αποτελέσει εναλλακτική πολιτική πρόταση. Εστω και στον μονόδρομο ενός «εξευρωπαϊσμού», αλλά όχι ταυτισμένου με τον εξανδραποδισμό των Ελλήνων, την απώλεια της εθνικής τους κυριαρχίας, της στοιχειώδους ιστορικής αξιοπρέπειας.
Σήμερα, ολόκληρο το μεταπρατικό - μιμητικό φάσμα των κομματικών διαφοροποιήσεων επιτρέπει στον γραφικό υπουργό Εθνικής Αμυνας να εκστομίζει απειλές και κομπασμούς, στερημένους κάθε ίχνος σοβαρότητας. Ολα τα κόμματα της Βουλής κόπτονται με κωμικό φαρισαϊσμό για την εθνική μας «ανεξαρτησία» και «ακεραιότητα», ωσάν η χώρα να μη βρίσκεται, για τέταρτη χρονιά, με κατοχικό καθεστώς λειτουργίας των Τραπεζών (capital controls). Ανέχονται να επιτροπεύεται από τη διεθνή τοκογλυφία κάθε υπουργείο και δημόσια υπηρεσία στην «ελεύθερη» τάχα Ελλάδα. Οι ελληνικές κυβερνήσεις (αυτεξευτελιστικά συνονθυλεύματα παθιασμένων, χρόνιων αντιπαλοτήτων) να λειτουργούν σαν ορντινάντσες της διεθνούς τοκογλυφίας.
Κόπτονται όλα τα φαιδρά μας κόμματα για την «ελληνικότητα» των βραχονησίδων στο Αιγαίο. Και την ίδια ώρα πουλάνε τα αεροδρόμια της χώρας στους Γερμανούς, τα λιμάνια στους Κινέζους, τα τρένα στους Ιταλούς, την ύδρευση στους Γάλλους, το οδικό δίκτυο σε εντόπιους μαφιόζους. Υποκρίνονται συμπόνοια για την τραγωδική φρικαλεότητα της ανεργίας και τον εξουθενωτικό εξευτελισμό εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων που σιτίζονται, χρόνια τώρα, καθημερινά σε συσσίτια. Δεν διστάζουν όμως να συντηρούν, ακόμα σήμερα, το ρουσφέτι, σε συνθήκες ολοκληρωτικής πτώχευσης του κράτους: Τρεις Γενικές Γραμματείες παρά τω πρωθυπουργώ έχει δημιουργήσει ο κ. Τσίπρας, που η κάθε μία απασχολεί 80-85 άτομα, με μηνιαίο κόστος 4,5 εκατομμύρια ευρώ (iefimerida 9.4.2018).
Ο υπουργός Αμυνας παραμένει η πιο αποτροπιαστική περίπτωση παρακμιακής ευτέλειας. Διότι εξακολουθεί να ακκίζεται σαν κορυφαίος της πατριωτικής ευαισθησίας, όταν πρόκειται για εξωτερικές απειλές, ενώ συνεχίζει να μετέχει στο ίδιο κυβερνητικό σχήμα με τον κ. Γαβρόγλου, που μεθοδικά προωθεί τον επιμελέστερο αφελληνισμό του ελληνικού σχολειού, από όσους επιχειρήθηκαν ποτέ. Ακόμα και το εφιαλτικό ενδεχόμενο εδαφικής μείωσης της ελληνικής επικράτειας θα είχε ιστορικές συνέπειες λιγότερο καταστροφικές για τη συνέχεια της ελληνικής παρουσίας στην Ιστορία (γλώσσα, ιστορική συνείδηση, λαϊκή παράδοση) από το εσκεμμένο σήμερα ξεθεμέλιωμα της ελληνικότητας στα σχολειά, που επιχειρεί ο κ. Γαβρόγλου.
Ας μην απομονώνουμε τη γραφική περίπτωση Καμμένου. Στην Ελλάδα η Δεξιά δεν είχε ποτέ επίγνωση ελληνικότητας, σαρκωμένης σε πολιτισμό ασύμπτωτον με «τους μέλανες δρυμούς, τους Καρτέσιους και τους Καλβίνους, τους Καντ και τους Μαρξ, τον Πάπα – Θεός σχωρέσει τους» (Ελύτης). Τον Ιστορικό Υλισμό, σαν έμπρακτη καταναλωτική αποχαύνωση, τον εμπέδωσε στην ελλαδική κοινωνία η καραμανλική Δεξιά, όχι η λυμφατικά μιμητική «αριστερή» διανόηση. Υποχρεώθηκε η Δεξιά από τους διεθνείς πάτρωνές της, στις δεκαετίες του «Ψυχρού Πολέμου», να συγκροτήσει εκ των ενόντων και μια κωμική ιδεολογική καρικατούρα, ιδεαλιστική και εθνικιστική, σαν ανάχωμα στον ιστορικο-υλιστικό αθεϊσμό της Σοβιετίας.
Η καρικατούρα έφτασε στην ολοκληρία της αυτογελοιοποίησης με το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» της χούντας. Ωστόσο, χλευαζόταν μεν η γελοιότητα, αλλά στο σχολειό και στο στράτευμα λειτουργούσε ακόμα η διάκριση του πραγματικού από το γελοιώδες – αίσθηση πατρίδας, συνείδηση Ιστορίας, δέος για την ιερότητα της γλώσσας. Γι’ αυτά τα τρία περιούσια στοιχεία, δεκάδες χιλιάδες νεανικά κορμιά σπάρθηκαν στο χώμα αντιπαλεύοντας την εθελοδουλεία του ΚΚΕ, τον εφιάλτη των Γκουλάγκ και του «αλβανικού μοντέλου».
Σήμερα, το σχολειό της πράσινης, γαλάζιας, κόκκινης διεθνιστικής επαρχιωτίλας ούτε που διανοείται ότι ετοιμάζει πολίτες – εκπαιδεύει διαδηλωτές, καταληψίες, αδίστακτους βανδάλους. Η φράση «θυσία για την πατρίδα», μόνο καγχασμούς και πρόγκα θα προκαλούσε. Η λέξη «πατρίδα» παραπέμπει πια μόνο στην ατιμώρητη λωποδυσία του κοινωνικού χρήματος, στην αδιαντροπιά της απροσχημάτιστης υποτέλειας.
Δεν υπάρχει γλώσσα ικανή να περιγράψει και αναλύσει τη σημερινή ιστορική πραγματικότητα του Ελληνισμού. Βέβαια, λέμε, ότι η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Τουλάχιστον, όσο ακόμα τρεμοσβύνει, να έσωζε, έστω και μόνο, αξιοπρέπεια. Απέναντι στην «ευρωπαϊκή» βάναυση «επιτρόπευση». Και στον εγχώριο υπόκοσμο.
Έντυπη


Το άρρητο πιο πραγματικό από το θαύμα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 10.04.2018
Σ​​τη γλώσσα της θρησκευτικά κατεστημένης χριστιανοσύνης (ξύλινη γλώσσα πατριαρχικών «αποδείξεων» αρχιεπισκοπικών εγκυκλίων, επισκοπικών και ιεροκηρυκτικών ρητορευμάτων ή εντύπων) η «ανάσταση» λογαριάζεται σαν «θαύμα»: Ενα «υπερφυσικό», ανεξήγητο με τα δεδομένα της κοινής εμπειρίας γεγονός, όπως και τα φαντασιώδη αφηγήματα των παραμυθιών.
Πίσω από αυτή την ταύτιση της «ανάστασης» με το «θαύμα» γίνεται φανερή η, παγκοσμιοποιημένη πια σήμερα, εκδοχή της μεταφυσικής ως ιδεολογίας. Τυπικό γέννημα αυτή η εκδοχή της μετα-ρωμαϊκής («βαρβαρικής») Ευρώπης, θριαμβικά κατεστημένη και στη Νεωτερικότητα.
Οι Ελληνες ονόμασαν «μεταφυσική» (ή «οντολογία») τα ερωτήματα για την αιτία και τον σκοπό της ύπαρξης και των υπαρκτών. Οι απαντήσεις που επιχείρησαν να δώσουν ανταποκρίνονταν στις εμπειρικές προτεραιότητες της αντίληψής τους για την «αλήθεια». Την αλήθεια για τους Ελληνες την όριζε η ετυμολογία της λέξης – το στερητικό άλφα και η «λήθη» - αφάνεια - απόκρυψη. Αλήθεια σήμαινε την εμφάνεια, τη φανέρωση, το «εις φως έρχεσθαι», δηλαδή μια γνώση εμπειρικής σχέσης-μετοχής στην πραγματικότητα.
Οριζόταν η «αλήθεια» ως «το κοινή πάσι φαινόμενον» – η κοινωνία της μετοχικής εμπειρίας επιβεβαίωνε το αληθές της εμπειρίας.
Η μεσαιωνική-ευρωπαϊκή εκδοχή της αλήθειας βρέθηκε καταγωγικά στους αντίποδες της ελληνικής: Προϋποθέτει τον βαρβαρικό ατομοκεντρισμό, τη θωράκιση του εγώ με βεβαιότητες, όχι τη διακινδύνευση του «πολιτικού - εκκλησιαστικού αθλήματος» κοινωνίας της εμπειρίας. Η «αλήθεια» στην Ευρώπη (και σήμερα στον πλανήτη ολόκληρο) ταυτίζεται με την «ορθή κατανόηση». Την «ορθότητα» της κατανόησης εγγυάται μια αλάθητη αυθεντία ή μια χρηστική σύμβαση. Σαν «αυθεντία» μπορεί να λειτουργήσει εξουσιαστικά ο «εκπρόσωπος του Θεού επί της γης» (vicarius Dei) ή «μόνο ο γραπτός λόγος» του Θεού (sola scriptura) ή οι «πατέρες της ορθοδοξίας». Το «αλάθητο» μπορεί να διεκδικήσει μυθοποιημένη και η «επιστήμη» ή ένα κόμμα ή μια ιδεολογία με γενάρχη εγγυητή της «ορθότητας». Οσο για τη χρηστική σύμβαση, αντλεί το κύρος της από την ορθολογική κωδικοποίηση «αρχών» και «αξιών» δοκιμασμένης ωφελιμιστικής αποτελεσματικότητας.
Τόσο οι «αυθεντίες» όσο και οι «συμβάσεις» δεν έχουν καμιά δυσκολία να εγγυηθούν την «αλήθεια» του μεταφυσικού ή υπερβατικού, όταν τηρούνται οι προϋποθέσεις της «ορθής κατανόησης», η ορθολογική τεκμηρίωση της «ορθότητας». Οι «αποδείξεις περί υπάρξεως του Θεού» των Σχολαστικών του Μεσαίωνα και η «συγκριτική θρησκειολογία» που επιβάλλεται σήμερα να διδάσκονται τα παιδιά στην Ελλάδα (ο δογματισμός της επιβολής και ο δογματισμός της επιλογής) είναι χαρακτηριστικά δείγματα ιδεολογικοποίησης της μεταφυσικής.
Στην ελληνική παράδοση, μέσα στους αιώνες, η μεταφυσική εκφράστηκε και με τη γλώσσα της φιλοσοφίας, η οποία όμως δεν διέφερε, ως σημαντική λειτουργία, από τη γλώσσα του αγάλματος, της τραγωδίας, της αρχιτεκτονικής – και αργότερα, στην ελληνορωμαϊκή «οικουμένη», από τη γλώσσα της Εικόνας, του λατρευτικού μέλους, της ευχαριστιακής δραματουργίας. Ακόμα και στη σημερινή, μεθοδικά αφελληνισμένη Ελλάδα, στις εκκλησιές (ναούς), όσοι συνάζονται, ακούνε μελοποιημένη ποίηση, σε περιβάλλον όπου κυριαρχεί η ζωγραφική, ακούνε τα ιστορικά αφηγήματα των Ευαγγελίων στη γλώσσα της αδιάκοπης εκκλησιαστικής συνέχειας. Μόνο αν πέσεις σε θλιβερούς στην ασχετοσύνη τους λειτουργούς, που θέλουν «ο κόσμος να καταλαβαίνει», όχι να γιορτάζει, θα υποστείς τον βιασμό αυτής της συναρπαστικής παράδοσης. Βιασμό από βάναυσες ιδεολογικές ντιρεχτίβες κηρυγματικές και φτηνιάρικη, μικρονοϊκή ηθικολογία.
Σώζεται ακόμα, παρά τον ακραίο, οδυνηρότατο ευτελισμό του λειτουργήματος των επισκόπων, σώζεται σε «λείμμα» πιστών η (ανεπίγνωστη ίσως) βεβαιότητα, ότι στην εκκλησιά δεν πάμε για να «προσευχηθούμε», να «διδαχθούμε» ή να «σωθούμε», στην εκκλησιά πάμε για να γιορτάσουμε. Να γιορτάσουμε, κάθε Κυριακή, το «πάσχα»-πέρασμα από την (πάντοτε λειψή) κατανόηση στην κοινωνούμενη βεβαιότητα ότι «ο θάνατος πατείται θανάτω». Δεν γιορτάζουμε ένα «θαύμα» που έγινε κάποτε, την επιδερμική ψυχολογική ευεξία της ανάμνησης. Γιορτάζουμε την ψηλάφηση, αδιάκοπα τωρινή, που μόνο η ποιητική γλώσσα μπορεί να εκφράσει: «Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ, μα ωστόσο λάμπει».
Ο στίχος αυτός του Οδυσσέα Ελύτη συνεχίζει συνεπέστατα τη διαχρονική μαρτυρία της εκκλησιαστικής, πασχάλιας εμπειρίας. Βάλε, αναγνώστη, δίπλα σε αυτόν τον ένα στίχο, τα κατεβατά της τυποποιημένης νέκρας πατριαρχικών «αποδείξεων», αρχιεπισκοπικών εγκυκλίων, επισκοπικών και ιεροκηρυκτικών ρητορευμάτων ή εντύπων. Και σύγκρινε.
Μαζί, στη σύγκριση, ένας ακόμα πασχάλιος δρομοδείχτης του Ελύτη:
«Αλλοι ας ψάχνουν για λείψανα κι ας δοκιμάζουνε

Φτυαριές μέσα στης Ιστορίας τα χώματα. Η πραγματικότητα
Ωφελεί εάν έπεται. Ομως το πριν, το είδωλο, μόνον αυτό
Σημαίνει· που ο χρόνος πάνω του δεν πιάνει».
Αληθώς ανέστη, Οδυσσέα.


«Εξ αντιθέτου» γνησιότητα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 01.04.2018
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Μ​​ε αφορμή τη Μεγαλοβδομάδα που ξεκινάει σήμερα, αξίζει να διερωτηθεί κανείς πώς και γιατί συντηρούμε οι άνθρωποι τόσα νεκρά κελύφη κάποιων άλλοτε ζωντανών (πλούτου ζωής) θησαυρισμάτων. Οχι μόνο θεσμοποιημένες γιορτές, αποστραγγισμένες από κάθε εμπειρία εόρτιας χαράς. Συντηρούμε και σαν τάχα «πολιτική», θεσμοποιημένα βρωμερά παιχνίδια ακόρεστης εξουσιολαγνείας και ευτελέστατου ναρκισσισμού. Λογαριάζουμε σαν «γάμο», στυγνές συμβάσεις χρησιμοθηρίας ή εξισορρόπησης ορέξεων. Εξωραΐζουμε σαν τάχα «παιδεία», έναν χρηστικό εξοπλισμό με πληροφορίες εξυπηρετικές βιοποριστικής αποτελεσματικότητας. Και πάει λέγοντας.
Γεννάει νέκρα και πολύ βασανισμό αυτή η υποκατάσταση της αλήθειας και της ζωής από νεκρά κελύφη. Δεν το καταλαβαίνουμε οι πολλοί, υπνωτισμένοι από ηδονικά παραισθησιογόνα. Ακόμα και ο ιδεολογικός εξωραϊσμός της δραματικής απώλειας γεννιέται και θεσμοποιείται ερήμην μας σαν «υπεραναπλήρωση» (overcompensation λένε οι ψυχολόγοι) της στέρησης.
Ισως το «κλειδί» των κοσμογονικών αλλαγών είναι το ανεπίγνωστο πέρασμα από τη σχέση στη χρήση και η ευκολία που η χρήση γίνεται εξουσιασμός, κυριαρχία. Για να είναι αποτελεσματική η χρήση των υλικών δεδομένων, πρέπει να τα «σεβαστεί» ο άνθρωπος, δηλαδή να σχετιστεί μαζί τους, όχι να τα κυριαρχήσει – για να ανάψεις το λαδολύχναρο ή τη φωτιά στο τζάκι, είναι απαραίτητο να προσαρμοστείς στις ιδιαιτερότητες των υλικών, να παραιτηθείς από τη δική σου προτίμηση ή ευκολία, να «βγεις» (ελευθερωθείς) από τις προτεραιότητες του εγώ.
Μόλις πριν από εκατόν πενήντα χρόνια, οι άνθρωποι της αγροτικής κοινωνίας ζούσαν αυτή την ανεπίγνωστη αυτοπαραίτηση, την ελευθερία από το εγώ, αυτονόητα, αυθόρμητα, χωρίς την παραμικρή αίσθηση κατορθώματος και αξιομισθίας. Ηξεραν τη σχέση από την πρακτική της καθημερινότητας, γι’ αυτό και μπορούσαν να γιορτάσουν και να ερωτευθούν. Φυσικά, οι εκ των υστέρων αυτές πιστοποιήσεις είναι μόνο ενδεικτικές, φωτίζουν την πλειονότητα των περιπτώσεων, δεν ισοπεδώνουν εξομοιωτικά το παρελθόν.
Με αντίστοιχη ενδεικτική εικονολογία θα μπορούσαμε να πούμε ότι, στις σημερινές κοινωνίες μας, ένα παιδί μεγαλώνει με ψευδαισθήσεις ατομοκεντρικής παντοδυναμίας, με εμπειρίες όχι σχέσης, αλλά επιβολής, κυριαρχίας: Πατάει ένα κουμπί και έχει φως, ένα άλλο κουμπί και έχει θερμότητα, ένα τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έχει μουσική, εικόνα, πληροφορία. Δεν ξέρει να σχετίζεται, ξέρει να εντέλλεται και να εισπράττει άμεση ικανοποίηση των επιθυμιών του.
Γι’ αυτό και το σημερινό παιδί, όταν φτάσει η ώρα του να ερωτευθεί, δεν ξέρει, όπως δεν ξέρει και να γιορτάσει. Νομίζει ότι επειδή το θέλει, θα πατήσει ένα κουμπί και θα του χαριστεί ο έρωτας, δηλαδή η αμοιβαιότητα, επομένως η γιορτή. Το κεντρικό κουμπί για όλα (ο γενικός διακόπτης) είναι το «δικαίωμα», η μαγική λέξη της εποχής μας, το «άμπρα - κατάμπρα» της Νεωτερικότητας. Το «δικαίωμα» είναι η κάρτα ελεύθερης εισόδου στα πάντα, αλλά εισόδου μοναχικής, σε βίο ανέραστο και γι’ αυτό ανέορτο, σε νομοτελειακή μοναξιά.
Στον ανέραστο - ανέορτο βίο είναι άγνωστη η ιερότητα. Η λέξη παραπέμπει σε «μεταφυσική», δηλαδή φαντασιώδη ποιότητα ή ιδιότητα, ενώ, τουλάχιστον για τους Ελληνες, «ιερό» ήταν ό,τι φανερώνει την αλήθεια των υπαρκτών, τον λόγο-νόημα, αιτία και σκοπό της ύπαρξης. Σήμερα «αλήθεια» λογαριάζουμε την ορθότητα, τη σωστή κατανόηση, την ακριβή πληροφορία, το αποτέλεσμα της αποδεικτικής διαδικασίας. Και ως «ιερό» καταλαβαίνουμε το ανερμήνευτα «υπερβατικό», που μόνο ψυχολογική επιλογή «πεποιθήσεων» μπορεί να αντιπροσωπεύει, κανένα ενδεχόμενο για εμπειρία σχέσης με πραγματικά δεδομένα, για μετοχή σε εμπειρία εόρτια, δηλαδή ερωτική.
Με αφορμή τη Μεγαλοβδομάδα που ξεκινάει σήμερα, αξίζει ίσως μια υπενθύμιση για την απόσταση που χωρίζει τα νεκρά κελύφη των «πεποιθήσεων», διανοημάτων και συναισθημάτων, από τα θησαυρίσματα πλούτου βιωμάτων και χαράς που προσπόριζε η εόρτια ερωτική εμπειρία. Εύκολα επισημαίνεται η διάκριση, δύσκολα, πολύ δύσκολα, πιστοποιείται. Κάποτε η διαφορά του εκκλησιαστικού γεγονότος (των εμπειρικών θησαυρισμάτων εόρτιας χαράς) από τη θρησκευτική νοησιαρχία και ηθικολογία περίττευε να επισημανθεί, η ταύτιση του λαϊκού βιώματος με το εκκλησιαστικό γεγονός ήταν δεδομένη.
Η μετοχή ήταν πράξη και είχε το προβάδισμα. Δεν προηγούνταν οι «πεποιθήσεις», ατομικά επιλεγμένες, για να ακολουθήσουν οι πρακτικές συνέπειες. Πρώτευε η καθολικότητα της εμπειρικής μετοχής που απέκλειε την οίηση της εγωτικής αξιομισθίας. Κάθε σπίτι ήταν αυτονόητο να ανάβει καντήλι στα εικονίσματα, να νηστεύει η φαμίλια στις εκκλησιαστικές νηστείες, η κυριακάτικη λειτουργία ήταν «γιορτή», όχι ευσεβές καθήκον: το κεντρικό κοινωνικό γεγονός της εβδομάδας.
Σήμερα το αντιφατικό επινόημα που το ονομάζουμε «εκκλησιαστική διοίκηση», μόνο με το όνομά του υποκαθιστά το σώμα της Εκκλησίας με μιαν αντίληψη που μοιάζει περισσότερο με κόμμα, ιδεολογική παράταξη, κοινωφελές υπουργείο. Προπαγανδίζει ατομικές πεποιθήσεις και χρησιμοθηρική ηθική, τη γιορτή σαν καθήκον, τη μετοχή σαν αξιόμισθη συμμόρφωση, τη σωτηρία σαν ιδιοτέλεια.
Η οδύνη όμως για τη διαστροφή γιγαντώνει τη δίψα για γνησιότητα.

Σπαταλημένη ελευθερία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 25.03.2018
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Ε​​θνική επέτειος σήμερα και ο εορτασμός ρουτίνα. Μια αλλαγή στην εόρτια συμπεριφορά μας θα μπορούσε άραγε να γεννήσει κάτι γονιμότερο από πανηγυρισμούς της βιτρίνας, εμβατήρια, παρελάσεις και φτηνά ρητορεύματα; Το τι συνέβη στο ιστορικό παρελθόν να γινόταν αφορμή ή πρόκληση για σχεδιασμό του μέλλοντός μας.
Να λειτουργεί η επέτειος σαν ημέρα συλλογικής περισυλλογής, αργία από συνήθεις περισπάσεις, φλυαρίες και τον μονότονο αναμηρυκασμό της ανημπόριας μας. Συνάξεις παντού, στα σχολειά, στα πανεπιστήμια, στους δήμους, στα υπουργεία, στις εκκλησιές, σε κάθε χώρο συλλογικής δουλειάς και, οπωσδήποτε, σε όλα τα κανάλια και τα ραδιόφωνα. Οργανωμένες συζητήσεις για τα προβλήματα που κρίνουν την επιβίωση της ελληνώνυμης κοινωνικής και κρατικής μας υπόστασης.
Μοιάζει κάπως πουριτανική η ιδέα, θυμίζει πρακτικές των πρώτων «σοβιέτ», όπου η «λαϊκή βάση» όφειλε, «κατά παραγγελίαν» να προβληματιστεί σε συγκεκριμένα θέματα. Ομως η διαφορά είναι ότι στην εδώ πρόταση δεν υπάρχει δεοντολογία ιδεολογική. Σε μια εόρτια επέτειο, η σπουδή των κατορθωμάτων ή αποτυχιών του παρελθόντος να υπηρετεί τον προβληματισμό και τον σχεδιασμό για το μέλλον – δίχως νάρθηκες η πρόταση.
Τι είδους μπορεί να είναι ο προβληματισμός που θα συνδέει τις εορταζόμενες μνήμες με τις μελλοντικές στοχεύσεις; Η προϋπόθεση που μπορεί ξεκάθαρα να τεθεί, είναι ο αποκλεισμός της κομματικής (ψυχοπαθολογικής) μονομανίας, η υπαγωγή κάθε μορφής δημόσιου λόγου σε κομματική προπαγάνδα. Επίσης, η εγκατάλειψη της περιπτωσιολογίας, η επικέντρωση σε θεμελιώδεις άξονες λειτουργίας της συλλογικότητας.
Ενα παράδειγμα, απλώς ενδεικτικό: Η Ελλάδα, σήμερα πια, δεν έχει χωριά, όπως δεν έχει και σχολειά. Οπου ακόμα σώζονται χωριά από 30 κατοίκους και πάνω, ο τρόπος της συμβίωσης δεν είναι πια κοινοτικός, είναι απομίμηση του αστικού: Τα χρειώδη εξασφαλίζονται με ψώνια από το σούπερ μάρκετ της κοντινής πόλης ή κωμόπολης και η χρεία των χρειωδών υπαγορεύεται από τις διαφημίσεις της τηλεόρασης. Η τηλεόραση έχει υποκαταστήσει και το καφενείο, οι γνώμες δεν κοινωνούνται, προσλαμβάνονται από το «κουτί», ασυνείδητα ή συνειδητά, και παπαγαλίζονται.
Δάσκαλος δεν υπάρχει πια στο χωριό ούτε παπάς: Ερχονται με το Ι.Χ. τους, όπως κάθε δημόσιος υπάλληλος, κάνουν το ωράριό τους και φεύγουν. Ο ένας ικανοποιεί τις «θρησκευτικές ανάγκες του λαού», ο άλλος τις χρηστικές ανάγκες της «εκπαίδευσης» – η σχολική εκπαίδευση δεν διαφέρει σε στόχους από το φροντιστήριο. Χωρίς καφενείο, χωρίς παπά, χωρίς δάσκαλο, το χωριό δεν είναι πια χωριό, δεν συνιστά κοινότητα, δεν λειτουργούν άξονες κοινωνικής συνοχής. Τα δύο καταστροφικότερα πολιτικά εγκλήματα μετά τη δικτατορία των συνταγματαρχών έχουν, και τα δυο, ιερά ονόματα: «Καποδίστριας» και «Καλλικράτης» – θανάτωσαν το κύτταρο της ιστορικής επιβίωσης του Ελληνισμού, τη μικρή αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα. Από τη μετοχή στην κοινότητα ξεκινούσε, αιώνες ολόκληρους, η δυναμική της κοινωνικής συνοχής, η αίσθηση ότι ανήκει το άτομο σε κοινή «πατρίδα». Στο χωριό «φτιάξαμε» πλατεία, «φτιάξαμε» σχολείο, έλεγε ο Ελληνας. Σήμερα, ακόμα και για το χαλάζι, διαμαρτύρεται επικαλούμενος δικαιώματα: «Πού είναι το κράτος»!
Εφιάλτης και η εξάλειψη της οικιακής οικονομίας: Η παραγωγή για την αυτοσυντήρηση είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Τα λεγόμενα αγροτικά προϊόντα ενδιαφέρουν μόνο για το εμπόριο. Ο ίδιος ο παραγωγός για τις οικιακές του ανάγκες τρέχει στο σούπερ μάρκετ. Ο Ελληνας ζει πια μόνο με ρευστό χρήμα: μισθό, επίδομα, σύνταξη, χαριστικές κομματικές παροχές. Δέκα χρόνια βυθισμένη η χώρα στην πιο ταπεινωτική, αδιέξοδη χρεοκοπία, αλλά οι «αγρότες» συνεχίζουν να εκβιάζουν αποκλείοντας το οδικό δίκτυο με πανάκριβα θηριώδη τακτέρ (στη Γαλλία κάθε τέτοιο τρακτέρ είναι συνιδιοκτησία περίπου δέκα οικογενειών). Κάποτε ο αγρότης ένιωθε (και ήταν) δημιουργός, όπως ο καλλιτέχνης, τώρα νιώθει «γεωργικός τεχνολόγος» και έμπορος. Τα «ντελίβερι» είναι ο κύριος τρόπος επισιτισμού των Ελλήνων, αλλά και το γενικευμένο «όραμα»: να μη δουλεύει κανείς για τίποτα, να μας μισθοδοτεί όλους το κράτος, όπως στη Σαουδική Αραβία, ούτε καν να μαγειρεύουμε (ή μόνο από χόμπι).
Στην Ελλάδα χάθηκαν τα χωριά, όπως χάθηκε και από τις πόλεις η γειτονιά, όχι επειδή άλλαξε η λειτουργία της Οικονομίας, οι όροι της παραγωγής και της εμπορίας των αγαθών. Χάθηκαν τα χωριά επειδή πρώτα χάθηκε το σχολειό, η παιδεία έγινε χρηστική, έγινε «εφόδιο», «χαρτί» ανταλλακτικό του διορισμού, δηλαδή της ραστώνης.
Για να ξαναφυτρώσει κοινωνία σχέσεων, κοινοτικός βίος αλλά και αστικός, να αναχαιτιστεί η γάγγραινα του ατομοκεντρισμού, η εφιαλτική μοναξιά των «δικαιωμάτων», ο σκοταδισμός του μηδενισμού, του «με κάθε θυσία εξευρωπαϊσμού», είναι ανάγκη να ξαναγεννηθεί σχολειό. Η μάθηση χαρά και η συνύπαρξη γιορτή, η γλώσσα έρωτας, η πατρίδα καύχηση, η άμιλλα άθλημα αριστείας.
Επέτειος σήμερα εορταστική ελευθερίας, βγαλμένης από κόκαλα ιερά. Και σπαταλημένης ανίερα.

Το κουνούπι και η καμήλα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 18.03.2018
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
​Κρίνουμε τη δημόσια εικόνα των επαγγελματιών της εξουσίας – είναι χρέος μας των πολιτών. Ομως αγνοούμε τι πραγματικά πιστεύουν. Ο δημόσιος λόγος τους (πάντοτε προβλέψιμος, στερεότυπα κοινότοπος) εξαντλείται οπωσδήποτε σε χιλιοειπωμένες γενικότητες, σε αοριστίες. Θέλει να κερδίσει τις εντυπώσεις, όχι να δεσμευθεί σε προτάσεις για τη λύση προβλημάτων. Η γλώσσα που μιλάνε οι επαγγελματίες της εξουσίας μεταγγίζει την παγεράδα ότι δεν πιστεύουν σε τίποτα.
Δεν πιστεύουν πια σε ιδεολογίες: «Ριζοσπάστες» αριστεροί διεθνιστές, συνεπέστατα μηδενιστές, συγκυβερνάνε με ατόφιους δεξιούς που επιμένουν να σταυροκοπιούνται «προς το θεαθήναι». Τάχα και «σοσιαλιστές» συγκυβέρνησαν με τη «Δεξιά» που πριν την έλεγαν «οχιά» και είχαν επαγγελθεί «να της λιώσουν το κεφάλι». Δεν έχουν μπέσα ούτε στα λόγια ούτε στις πράξεις. Αλλάζουν τους αρχηγούς σαν πουκάμισα, αλλά κανένας αρχηγός τους δεν τόλμησε ποτέ επώδυνη, μεταρρυθμιστική αυτοκριτική με πολιτικές συνέπειες.
Η γλώσσα των κομματανθρώπων δεν άλλαξε ούτε στη διάρκεια του εφιάλτη των τελευταίων δέκα χρόνων. Η καταστροφή της οικονομίας, ο διεθνής διασυρμός της χώρας, η εφιαλτικών διαστάσεων ανεργία, το ποσοστό του πληθυσμού το βυθισμένο, μέρα - νύχτα, στο μαρτύριο της ανέλπιδης στέρησης. Αλλά και ο αδιάκοπος τρόμος από την κατάλυση κάθε προστασίας του πολίτη, την παρανοϊκή ασυδοσία «μπαχαλάκηδων», ληστρικών συμμοριών αδίστακτων σε κακουργήματα, «αντικρατιστών» που ρημάζουν κάθε βράδυ την πρωτεύουσα και ρεζιλεύουν καθημερινά την αστυνομία, τους νόμους, το τάχα και δικαιικό μας σύστημα. Κι ακόμα, ο συνεχής και διεθνής διασυρμός του ελληνικού ονόματος από την τουρκική, τη σκοπιανή, την αλβανική ιταμότητα – όλα αυτά είναι για τους επαγγελματίες της εξουσίας μόνο αφορμή φτηνιάρικης, κουτοπόνηρης δημοκοπίας.
Ισως δεν υπάρχει άλλη κοινωνική ή επαγγελματική ομάδα στη χώρα μας που να εμφανίζει τόσα συμπτώματα εξευτελιστικής χρεοκοπίας της ανθρώπινης ποιότητας, τέτοια αναξιοπρέπεια και επίμονο αυτοδιασυρμό, όσο οι «πολιτευόμενοι» και οι τηλεοπτικοί τους νταβατζήδες. Είναι προφανέστατη και οδυνηρότατη η διαπίστωση, αλλά στον γραπτό λόγο πρέπει, έστω ενδεικτικά, να τεκμηριωθεί.
Πρώτο, κατάφωρο και σταθερής μονιμότητας τεκμήριο: ο τρόπος που συγκροτούνται τα κυβερνητικά σχήματα. Η ανάθεση υπουργείου δεν έχει την παραμικρή σχέση με τη λογική της ειδικής προετοιμασίας, του έγκαιρου κεντρικού προγραμματισμού. Δεν ενδιαφέρει ποιος είναι ο περισσότερο κατάλληλος, ο πιο καλά προετοιμασμένος, ο πιο αποδεδειγμένα αποτελεσματικός στον συγκεκριμένο τομέα. Ολα τα «επιφανή» κομματικά στελέχη είναι κατάλληλα για οποιοδήποτε υπουργείο – και η ιδιότητα του «επιφανούς» είναι συνάρτηση της συχνότητας των τηλεοπτικών εμφανίσεων (αβαθμολόγητης σοβαρότητας) ή της ανεξέλεγκτης εύνοιας του αρχηγού, «αυθέντου και δεσπότου».
Δεύτερο, ακαταμάχητο τεκμήριο αυτεξευτελισμού του πολιτικού μας προσωπικού είναι ο τρόμος του (όχι απλώς φοβία) για το ενδεχόμενο «πολιτικό κόστος» (δηλαδή απώλεια ψήφων) που μπορεί να έχει το οποιοδήποτε πολιτικό ενέργημα. Αυτή η έντρομη έγνοια επιβάλλει την εμμονή στην επανάληψη - συντήρηση των δεδομένων, τον πανικό μπροστά στο ενδεχόμενο της παραμικρής αλλαγής, μεταρρύθμισης, εκσυγχρονιστικής καινοτομίας. Το ενδεχόμενο «πολιτικό κόστος», αυτοί που θα δυσαρεστηθούν, όσοι κι αν είναι, παγιδεύουν κάθε κυβέρνηση στη λογική των «βελτιώσεων», στην προτεραιότητα των εντυπώσεων, εγκαταλείποντας άλυτα τα πιο βασανιστικά της κοινωνίας προβλήματα. Ποιος να τολμήσει αμερόληπτη κρίση - αξιολόγηση των δημόσιων λειτουργών, ανένδοτη καταξίωση της αριστείας, δηλαδή ρεαλιστική «επανίδρυση του κράτους»;
Τρίτο ενδεικτικό τεκμήριο της βεβαιότητας ότι οι επαγγελματίες πολιτικοί στην Ελλάδα υπηρετούν μόνο μια έντεχνα εξωραϊσμένη ιδιοτέλεια είναι η απροσχημάτιστη υποτέλεια των «κομμάτων εξουσίας» στον «ξένο παράγοντα». Σίγουρα, η λέξη «υποτέλεια» έχει τεράστιο εύρος σημασιών, γι’ αυτό και εύκολα υπηρετεί τη σκόπιμη εμπαθή φημολογία, την προπαγανδιστική ψευδολογία. Παραμένει ωστόσο και προκλητικά επιδεικτική η άρνηση έστω και μιας προσχηματικής φιλοπατρίας, στοιχειώδους έγνοιας για τη συλλογική αξιοπρέπεια των ελληνώνυμων. Η Βουλή των Ελλήνων (άσχετα με το ποιος τότε προήδρευε) εξέδωσε, τον Ιούνιο του 2015, «Προκαταρκτική Εκθεση της (διεθνούς) Επιτροπής Αλήθειας Δημόσιου Χρέους», που μπορεί να φημολογείται αναξιόπιστη, αλλά η ενδεχόμενη αναξιοπιστία της δεν έχει ώς σήμερα δικαστικά βεβαιωθεί. Και όταν εκκρεμούν καταγγελίες, με όχι τυχαίες υπογραφές, για φρικώδη (στην κυριολεξία) κοινωνικά εγκλήματα, με συνέπειες για τη συνέχεια της ελληνικής παρουσίας στην Ιστορία, το να προτάσσεται σήμερα η κοινοβουλευτική διερεύνηση του περιπτωτικού ξεφαντώματος Novartis είναι υποκρισία ανυπόφορα προκλητική.
Το ίδιο ισχύει και για τις επώνυμες καταγγελίες που περιέχονται στο βιβλίο του Γιάννη Βαρουφάκη «Ανίκητοι ηττημένοι»: Μπορεί ο συγγραφέας να έχει πολιτικά αυτο-εξουδετερωθεί από τον ναρκισσισμό του, όμως οι καταγγελίες συγκεκριμένων εγκλημάτων με επώνυμους αυτουργούς, σχολαστικά τεκμηριωμένες, μένουν δικαστικά αδιερεύνητες ακυρώνοντας κάθε αξίωση εντιμότητας του πολιτικού βίου (άρα συνέχειας ιστορικής του ελλαδικού κρατιδίου).
Βέβαια η ιστορική εξαφάνιση ενός περιώνυμου λαού δεν αποσοβείται με καταγγελίες και δικαστικές ποινές. Ομως η εξαιρετικά επώδυνη συνειδητοποίηση της απειλής από μια «κρίσιμη μάζα» πολιτών μπορεί να γεννήσει απρόβλεπτες ανακατατάξεις. Το ενδεχόμενο μιας τέτοιας έκπληξης υπηρετεί η συχνή, επιτεταμένη επανάληψη της καταγγελίας.

Οι ντουντούκες ας κοάζουν την εξηλιθίωση

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 11.03.2018
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Μ​​όλις πριν από δύο εβδομάδες (27 Φεβρουαρίου το βράδυ) το ΚΚΕ πραγματοποίησε συλλαλητήριο στο Σύνταγμα. Σκοπός του συλλαλητηρίου, να «απαντήσει» το κόμμα «στις ανησυχίες του ελληνικού λαού για τις εξελίξεις στα Βαλκάνια και στην ευρύτερη περιοχή». Οπως είναι πασίγνωστο, το ΚΚΕ (από κάθε ιδεολογικό, εξασφαλιστικής πατρωνίας ποιμνιοστάσιο) ανησυχεί «πριν από τον λαό, για τον λαό», όπως και αποφασίζει πρωθύστερα. Καλούσε το συλλαλητήριο τον λαό να αντισταθεί «στον αποπροσανατολισμό που καλλιεργούν τόσο η κυβέρνηση όσο και οι δυνάμεις που επενδύουν στον εθνικισμό, (δηλαδή) στη διαίρεση των λαών».
Προσέξτε τις τελευταίες λέξεις: Για το ΚΚΕ (και όλους τους συνεπείς οπαδούς του Ιστορικού Υλισμού) κάθε οργανικά συγκροτημένο σώμα σχέσεων κοινωνίας, κοινών και κοινωνούμενων σχέσεων με πατρώα γη, με εστίες, βωμούς, τάφους προγόνων, εμπειρικό κεφάλαιο «νοήματος» της ύπαρξης και της συνύπαρξης, νοήματος που γεννάει την Τέχνη, τη σοφία του κάλλους, τη χαρά της γιορτής – όλα αυτά μαζί τα θησαυρίσματα «διαιρούν» τους λαούς, επειδή τους λαούς τους ενώνουν μόνο ταξικά συμφέροντα διεθνή. Και ελπίζω ο επαρκής αναγνώστης να έχει εναργή την επίγνωση ότι τις αφέλειες του Ιστορικού Υλισμού τις έχουν σαν «αλάθητη» υποδομή και οι λοιπές «προοδευτικές» πολιτικές μας φαιδρότητες: Ποτάμι, Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ.
Ως προς τη συμμετοχή πολιτών, το συλλαλητήριο του ΚΚΕ είχε καταφανή επιτυχία. Στην πορεία προς την αμερικανική πρεσβεία, που ακολούθησε, ήταν εντυπωσιακό το πλήθος και απίστευτη δαψίλεια οι κόκκινες σημαίες με το σφυροδρέπανο. Και μόνο το κόστος αυτής της σημαιοφορίας βεβαίωνε την απόλυτη προτεραιότητα της έγνοιας για τη διαφημιστική εντύπωση, όχι βέβαια για τη λαϊκή «ανησυχία». Το συλλαλητήριο οργανώθηκε σαν αντίδραση στον «εθνικισμό», που γεννάει «διαιρέσεις και αντιμαχίες των λαών». Αλλά οργανώθηκε με τη λογική, τις μεθόδους και τις προδιαγραφές επιβολής του εντυπωσιασμού, που είναι το παντοδύναμο γέννημα των «αγορών» – το κύριο όπλο του επικατάρατου για το ΚΚΕ ιμπεριαλισμού, δηλαδή της στυγνής προτεραιότητας του κέρδους, του «ιδίου οφέλους».
Οι αντιφάσεις και ασυνέπειες στις συμπεριφορές του ΚΚΕ (και κατά προέκταση, ολόκληρου του φάσματος των πολιτικών εκφάνσεων του Ιστορικού Υλισμού) είναι συχνότατες και τόσο κραυγαλέες που γίνονται κάποτε σχεδόν διασκεδαστικές. Παράδειγμα: προτού ξεκινήσει το συλλαλητήριο, η πλατεία Συντάγματος, σε διευρυμένη έκταση, εσείετο κυριολεκτικά από την εκκωφαντική ισχύ των μεγαφώνων που μετέδιδαν τις πιο έξαλλες επιλογές αμερικάνικης μουσικής. Και κάθε τόσο παρεμβάλλονταν στη μουσική συνθήματα ενάντια στον ιμπεριαλισμό: «Ούτε χώμα ούτε νερό στον ιμπε-ρια-λισμό». Δηλαδή, βδελυσσόμαστε, σχεδόν υστερικά, τον ιμπεριαλισμό, αλλά χορεύουμε στη μουσική του. Και την κάνουμε και κράχτη, για να μαζέψουμε στο κομματικό μας πάρτι ανεγκέφαλους.
Δεύτερη παραδειγματική ένδειξη, που παρέπεμπε ευθέως σε κοινωνική παθολογία, όχι στην πολιτική: Η ντουντούκα στις «διαδηλώσεις» - «πορείες» του ΚΚΕ εξευτελίζει τη συμμετοχή, μεταμορφώνει το πλήθος σε αγέλη, σε εντελώς παθητικό συντελεστή. Μοιρασμένοι σε μπουλούκια οι διαδηλωτές και σε κάθε μπουλούκι μπροστά η ντουντούκα που υπαγορεύει την κραυγή, ενώ το κοπάδι βαριεστημένο, πειθαρχημένο στην ανία, την αναμηρυκάζει. Δεν υπάρχει θλιβερότερο θέαμα από μια πίστη, ένα όραμα, έναν καημό που γίνεται ρουτίνα, πειθαρχία σε εντολές, στράτευση και αυτευνουχισμός.
Αν υπάρξει ποτέ πολιτικό κόμμα στην Ελλάδα αποφασισμένο να αντιπαλαίψει τον Ιστορικό Υλισμό (τον εγχώριο κόκκινο, γαλάζιο, πράσινο) πώς οι πολίτες θα το ξεχωρίσουμε για να το εμπιστευθούμε; Ασφαλώς όχι από τις διακηρύξεις του – με διακηρύξεις ακόμα και ο Τσίπρας είναι «ριζοσπάστης αριστερός» και η Φώφη «σοσιαλίστρια»! Ο Ιστορικός Υλισμός είναι μια ιδεολογία, η άρνηση του Ιστορικού Υλισμού, αν είναι επίσης ιδεολογία αυτοκαταργείται, παίζει στο γήπεδο του αντιπάλου της. Η πολιτική αντίσταση στον Ιστορικό Υλισμό θα γεννηθεί όχι από διαφορετικές ιδέες, αλλά από διαφορετικές ανάγκες και ιεραρχήσεις αναγκών.
Ενα πολιτικό κόμμα αποφασισμένο να αντιπαλαίψει τον Ιστορικό Υλισμό, θα το ξεχωρίσουμε αμέσως, γιατί θα μιλάει άλλη γλώσσα: τη γλώσσα των κοινωνικών, όχι των οικονομικών προτεραιοτήτων. Για να αχρηστευθούν τα συσσίτια των πεινασμένων δεν χρειάζεται, «εγγυημένη» δήθεν, επαναπροσφυγή στη διεθνή τοκογλυφία, χρειάζεται να λειτουργήσει μικρή, αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα και ακομμάτιστοι συνεταιρισμοί. Για να λειτουργήσει «σύστημα υγείας» και υγιής «εσωτερική αγορά», προαπαιτούνται πρακτικές συνεπέστατης αξιοκρατίας στον δημόσιο τομέα και καταξίωση της αριστείας – τα παραδείγματα είναι απλώς ενδεικτικά.
Την άρνηση υποταγής στον Ιστορικό Υλισμό θα την αντιληφθούμε με τα μέτρα ριζικής αλλαγής των θεσμών τοπικής αυτοδιοίκησης: Κύτταρο του σύνολου κρατικού βίου, η μικρή αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα, η άσκηση κεντρικής εξουσίας οπωσδήποτε συνάρτηση του κοινοτικού συστήματος, το ίδιο και η κρατική οικονομία. Σίγουρα, πριν από κάθε τι άλλο, άκρα συνέπεια στην απεξάρτηση του κοινωνικού λειτουργήματος ενημέρωσης - ψυχαγωγίας (τηλεόρασης - ραδιοφώνου) από την εμπορική εκμετάλλευση. Η εκούσια εξηλιθίωση ελεύθερη, αλλά μόνο καλωδιακή, πανάκριβη.
Ενα πολιτικό κόμμα αποφασισμένο να αντιπαλαίψει τον Ιστορικό Υλισμό, τον πνιγμό από την οικονομική μονοτροπία, την εφιαλτική αγλωσσία - αγραμματοσύνη - μικρόνοια, τον καταναλωτικό εξανδραποδισμό, θα το εντοπίσουμε αμέσως το κόμμα αυτό από τα μέτρα που θα εξαγγείλει ριζικής αλλαγής στα σχολειά και στα πανεπιστήμια:
Μέτρα έμπρακτης άρνησης της χρηστικής εκδοχής της παιδείας. Στόχος η κοινωνία των σχέσεων, η χαρά της άμιλλας. Κεντρικός άξονας της εκπαίδευσης: η γλώσσα ως λογική, τα μαθηματικά ως γλώσσα, η μουσική ως άμιλλα εμπειρικής μετοχής.
Οι ντουντούκες ας κοάζουν την εξηλιθίωση.

Η εξουσιολαγνεία ως κερκόπορτα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 04.03.2018
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
​Η​ επιφυλλίδα γράφεται σε μέρες που ο ελλαδικός πληθυσμός αγωνιά (για πολλοστή φορά στα τελευταία σαράντα τέσσερα χρόνια), αν η Τουρκία θα αποφασίσει ή όχι την προσάρτηση ελληνικού χώρου, χερσαίου, θαλάσσιου, εναέριου.
Με το ολονύχτιο ψυχόδραμα στη Βουλή για την υπόθεση Novartis, το ελλαδικό πολιτικό σύστημα βεβαίωσε την Τουρκία (επίσης για πολλοστή φορά) ότι μια πολεμική σύρραξή της με την Ελλάδα είναι τελείως περιττή: Ο,τι κι αν ορεχθούν οι Τούρκοι, οτιδήποτε, οι ελλαδίτες πολιτικοί θα τους το παραχωρήσουν οπωσδήποτε, γιατί θα προέχει πάντοτε ο ευτελισμένος μεταξύ τους σκυλοκαβγάς. Μοναδική και απόλυτη σημασία για τους ελλαδίτες πολιτικούς έχει η εξουσία, όχι σε πόση γεωγραφική επικράτεια θα ασκείται.
Ετσι, στο Νταβός 2, ο Ανδρέας Παπανδρέου χάρισε αμαχητί στους Τούρκους την παραίτηση της Ελλάδας από κάθε δικαίωμα ερευνών για πετρέλαιο σε ολόκληρο το Αιγαίο – ακόμα και έξω από τη Σαλαμίνα. Ο Κ. Σημίτης αποδέχθηκε απροσδιοριστία συνόρων («γκρίζες ζώνες») σε ολόκληρο επίσης το Αιγαίο – αδύνατο πια να υψωθεί ελληνική σημαία σε βραχονησίδα. Καραμανλής ο βραχύς χάρισε στην Τουρκία το καθεστώς χώρας υποψήφιας για ένταξη στην Ε.Ε., άνευ όρων – χωρίς καν η Τουρκία να άρει την «απειλή πολέμου».
Και προγενέστερα: Μήπως είχε υπάρξει η παραμικρή αντίδραση του ελλαδικού πολιτικού συστήματος για τον βίαιο αφελληνισμό της Ιμβρου και της Τενέδου, για τη μεθοδική εξάλειψη του ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης; Ακούστηκε ποτέ ελλαδική κυβέρνηση να προσφύγει στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για τις προκλητικές παραβιάσεις της Συνθήκης της Λωζάννης από την Τουρκία; Χρησιμοποίησε ποτέ ελλαδική κυβέρνηση, ως πολιτικό όπλο, τις διεθνείς διαπραγματεύσεις για αναγνώριση της γενοκτονίας του ποντιακού ελληνισμού και της εθνοκάθαρσης στη Μικρά Ασία και στην Ανατολική Θράκη;
Αυτή η αυτεξευτελιστική, μονιμοποιημένη ως αυτονόητη στάση των ελλαδικών κυβερνήσεων σε θέματα εξωτερικής πολιτικής ποια αιτιολόγηση μπορεί να έχει; Μάλλον μία και μόνη (και μακάρι να μπορούσε να αμφισβητηθεί): Οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα κηδεμονεύονται (συχνά χωρίς προσχήματα) από αλλοδαπές «προστάτιδες» δυνάμεις. Η ελλαδική εξωτερική πολιτική πειθαρχεί (εκβιαστικά ή με ανταλλάγματα) στη στρατηγική «προστασίας» της περιοχής από το ΝΑΤΟ. Σε ποιο ποσοστό οι ελλαδικές κυβερνήσεις παραχωρούν την εθνική κυριαρχία (ή και την εδαφική ακεραιότητα) επειδή το απαιτούν οι στρατηγικές νατοϊκής «προστασίας» και σε ποιο ποσοστό επειδή εξασφαλίζουν έτσι οι ίδιες την εύνοια για παραμονή στην εξουσία, είναι ερώτημα «ταμπού». Το θέτουν μόνο οι ποικίλοι «περιθωριακοί», που δεν λογαριάζονται.
Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, είχαμε την ανατριχιαστικά εναργή εικόνα ενός παρδαλού γκρουπούσκουλου, που νόμισε ότι, επειδή το ευνόησαν οι συγκυρίες, μπορούσε να παίξει με ακροβασίες «ανεξαρτησίας», πολιτικής αυτονομίας, συλλογικής αξιοπρέπειας – να παίξει θέατρο. Αρκεσε ένας απειλητικός βρυχηθμός σε μία και μόνο νύχτα, για να μετασχηματιστούν οι λεονταρισμοί στην πιο πειθήνια και εξευτελιστική υποταγή που γνώρισε ποτέ κυβέρνηση συμβιβασμένων. Αποδείχθηκε, άλλη μία φορά, πως δεν υπήρχε τσαγανό πίστης σε τίποτα, ούτε καν σε χρεοκοπημένη ιδεολογία. Σταθάκης, Γαβρόγλου, Φίλης, Κοτζιάς, ίδιο πολιτικό κενό με Καμμένο, Χριστοδουλοπούλου, Πολάκη, Κατρούγκαλο, Καρανίκα.
Και αντιπολίτευση σε αυτή τη συμφορά, ποιοι; Σπιθαμιαίοι, που δεν κατορθώνουν ούτε και να ψελλίσουν εναλλακτική πρόταση, συγκεκριμένη ελπίδα αλλαγής στην παιδεία, στη δημόσια διοίκηση, στο ασφαλιστικό, στην υγεία, στη δημόσια ασφάλεια, στον ολοκληρωτισμό της πρωθυπουργικής απολυταρχίας που θέσπισε το παπανδρεϊκό Σύνταγμα του 1985. Νομίζουν ότι ολόκληρη η κοινωνία συγκροτείται από ανεγκέφαλους κάφρους που θέλουν το Κοινοβούλιο να αναπαράγει το γήπεδο, η αντιπολίτευση να εξαντλείται στην τεχνητή έξαψη, στα νευράκια και στις τσιρίδες, σε καταγγελτική μονομανία και ολοκληρωτική απουσία αντιπρότασης.
Στο κωμικο-τραγικό μας Ελλαδέξ, το πολιτικό σύστημα έχει αλωθεί από ανθρώπους που κυριολεκτικά νοσούν ανίατη εξουσιομανία. Το νόσημα εξουδετερώνει ακόμα και την ευφυΐα των θυμάτων του. Φτάνουν άνθρωποι ικανής ευφυΐας να μην καταλαβαίνουν ποιο πειστήριο βεβαιώνει την αθωότητα και ποιο την ενοχή: Οποιος δεν έχει λερωθεί με χρηματοληψία από τη Novartis, ακούει ψύχραιμος τη στημένη συκοφαντία, χαμογελάει συγκαταβατικά και, απαθέστατος, ζητάει να δικαστεί το συντομότερο. Δεν εμφανίζεται πανικόβλητος στο βήμα της Βουλής, με χαμένον εντελώς τον αυτοέλεγχο της αξιοπρέπειας, ξεσπώντας σε διαπληκτισμούς με τον (θλιβερό κατά πάντα) πρόεδρο και αραδιάζοντας πληθωρικά τεκμήρια της αθωότητάς του, αλλά διπλάσιες τις αγοραίες ύβρεις για τους πολιτικούς του αντιπάλους, σε κατάσταση ανεξέλεγκτης εξαλλοσύνης. Η συμπεριφορά προδίδει αδυσώπητα τόσο την αθωότητα όσο και την ενοχή.
Κυκλοφορεί ως φήμη αποφθέγματος του Τουργκούτ Οζάλ και συνιστά, σε κάθε περίπτωση, τετράγωνης λογικής πρόβλεψη: «Τα προβλήματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων θα λυθούν από μόνη τη δυναμική των δημογραφικών δεδομένων». Δημογραφική κατάρρευση, το χωριό είδος υπό εξαφάνισιν, ο γλωσσικός εκβαρβαρισμός τεκμήριο αδυσώπητης υπανάπτυξης, παιδεία του χαβαλέ που προγραμματικά ετοιμάζει λούμπεν προλεταριάτο.
Το επίπεδο του ελλαδικού Κοινοβουλίου καθορίζει τον ρεαλισμό των τουρκικών απειλών.

Οχι πια Ελλάδα, όχι ακόμα Ευρώπη

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 25.02.2018
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Τ​​ο 1875, το περιοδικό «Ασμοδαίος» στην Αθήνα (των Ροΐδη, Αννινου, Σουρή, Μητσάκη) χαρακτήριζε το τότε ελλαδικό κρατίδιο «χρυσαλλίδα» (: όχι πια κάμπια, αλλά ούτε ακόμα πεταλούδα – δεν είναι πια Ελλάδα, αλλά ούτε ακόμα Ευρώπη). Εκατόν σαράντα τρία χρόνια από τότε, δύο σχεδόν αιώνες από την Εθνεγερσία, η παρομοίωση εξακολουθεί να ισχύει. Η αδυναμία να συντελεστεί η ποθούμενη μετάλλαξη παγιώνει έναν ανεξέλεγκτο διπολισμό, εξόφθαλμη σχιζοφρένεια.
Για να συντελεστεί η μετάλλαξη, προϋποτίθεται σαφής η επίγνωση: ποιοι είμαστε και τι θέλουμε να γίνουμε. Τετρακόσια χρόνια απαιδευσίας της πλειονότητας του πληθυσμού είχαν αφήσει άθικτη τη γνησιότητα και ρωμαλεότητα της λαϊκής παράδοσης (με εκπληκτικά επιτεύγματα στην αρχιτεκτονική, στη δημώδη ποίηση και μουσική, στους κοινωνικούς θεσμούς). Ομως το δίλημμα: Ελλάδα ή Ευρώπη προϋπέθετε ενημερότητα, γνώσης - σπουδής εξοπλισμό σε ευρύτατη πληθυσμική κλίμακα προκειμένου να διαμορφωθεί «κοινή γνώμη».
Στα μάτια του απλού λαού, ο Ελληνισμός συνοψιζόταν στην επανάκτηση της «Πόλης» και της «Αγια-Σοφιάς», στο όραμα της αυτοκρατορίας. Ηταν δύσκολο, σχεδόν αδύνατο να συνειδητοποιηθούν ερωτήματα, όπως: Θα μπορούσε η αυτοκρατορία, ο κοσμοπολίτικος, χωρίς σύνορα Ελληνισμός, να μετασχηματιστεί σε νεωτερικού, ευρωπαϊκού τύπου εθνικό κράτος; Μπορεί ο κοσμοπολίτης Ελληνας να υπάρξει σαν βαλκάνιος επαρχιώτης; Μπορεί τη Βασιλεύουσα Πόλη να την υποκαταστήσει ένα σχεδόν αρβανίτικο χωριό, η Αθήνα; Το Οικουμενικό Πατριαρχείο να εκχωρήσει τον ρόλο του σε μια «εθνική» εκκλησία, που λειτουργεί με δημοσίους υπαλλήλους και επιτροπεύεται από ευτελισμένους, ρουσφετολόγους υπουργούς; Μπορεί η διαχρονικά ακονισμένη γλώσσα της ελληνικής οικουμενικότητας να συμβιβαστεί με τη γλωσσοπενία μιας κρατικής ιδεολογίας και πρακτικής; Μπορεί το τριών χιλιάδων χρόνων πολιτικό άθλημα του «κοινωνείν - αληθεύειν» να εργαλειοποιηθεί για την εξισορρόπηση «δικαιωμάτων» στο πλαίσιο του έθνους - κράτους;
Μια διασάφηση απαραίτητη και ουσιώδης, που απαιτούσε σοβαρή μελέτη και θαρραλέα απεξάρτηση από επιπόλαιες «εντυπώσεις», έπρεπε να αφορά στην τότε Ευρώπη: Γιατί ο τόσος θαυμασμός της για την Αρχαία Ελλάδα και τόση η περιφρόνηση ή και απροκάλυπτη εχθρότητα για τους υστερόχρονους «Γραικούς»; Σίγουρα, ελάχιστοι Ελληνες είχαν τότε διαβάσει Βολταίρο και Μοντεσκιέ, τη χλεύη και την αποστροφή τους για το «Βυζάντιο». Κάποιοι, περισσότεροι ίσως, διέσωζαν τη μνήμη της ίδιας περιφρόνησης και χλεύης στα κηρύγματα των «μισσιοναρίων», που κατά κύματα κατέκλυζαν την Ελλάδα στους αιώνες της Τουρκοκρατίας, για να μεταστρέψουν στην «ορθή» χριστιανική πίστη τους «πλανεμένους» Ρωμιούς.
Εχουν περάσει δύο αιώνες από την Εθνεγερσία και το «έθνος» συνεχίζει να αποδείχνεται ανίκανο να «εγερθεί». Συνεχίζει να πιστεύει, διακόσια χρόνια τώρα, ότι η κάμπια θα γίνει πεταλούδα με μόνη τη μίμηση, τον μεταπρατισμό, πιθηκίζοντας το ίνδαλμά της – απαράλλαχτα όπως οι απελεύθερες από την αποικιοκρατία κοινωνίες.
Κατρακυλάμε αδυσώπητα στην παρακμή, από ντροπή σε ντροπή και από τη διάλυση στη σήψη, με πεισματική άρνηση να διερωτηθούμε για τα ουσιώδη. Εχουμε ετοιματζίδικες ιδεολογικές απαντήσεις, ακόμα και για ερωτήματα της ιστορικής μας ταυτότητας, της ελληνικής αυτοσυνειδησίας.
Η Ευρώπη προχώρησε θαυμαστά, όχι επειδή πρόκοψε στην τεχνολογία, στην οικονομία και στους «καλούς τρόπους» – η ζηλευτή πρόοδος είναι στην ιστορική απροκατάληπτη έρευνα και αυτογνωσία. Ευτυχώς η επιστήμη και η έρευνα δεν πειθαρχούν πάντοτε στον αμοραλισμό της πολιτικής και των «αγορών». Αν δεν επιμέναμε οι Ελληνες στην εκούσια τυφλότητα της κάμπιας, θα πιστοποιούσαμε στην τίμια ευρωπαϊκή ιστοριογραφία τις δυο συμπλεγματικές εμμονές της ψυχολογίας του Ευρωπαίου:
Πρώτη εμμονή, η συχνά καμουφλαρισμένη αλλά άσβεστη αμάχη για την κάποτε ελληνική οικουμενικότητα, που εσκεμμένα και απαξιωτικά ψευδωνυμείται σαν «Βυζάντιο». Τίμιος ο μεσαιωνολόγος Jacques Le Goff βεβαιώνει την «ανακούφιση» της ευρωπαϊκής elite, όταν οι Τούρκοι κυρίευσαν την Κωνσταντινούπολη: «Εξέλιπε ο δεύτερος πόλος πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας στην Ευρώπη, το καίριο εμπόδιο για την ενότητα μιας μελλοντικής Ευρώπης»!
Δεύτερη εμμονή, ο σφετερισμός της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς – συνεχιστής του αρχαιοελληνικού πολιτισμού είναι η μεσαιωνική Δύση: ο σχολαστικισμός και η ειδωλοποιημένη νοησιαρχία του. Η Αρχαία Ελλάδα τέλειωσε ιστορικά με το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών της Αθήνας (529 μ.Χ.), την κατάπιε το σκοτάδι του «Βυζαντίου» – σώθηκε όμως στη Δύση με την «Αναγέννηση» και τον «Νεοκλασικισμό»!
Και οι δυο αυτές εμμονές αποτυπώνονται μιμητικά στο δυτικού (νεωτερικού) τύπου ελληνώνυμο κρατίδιο του βαλκανικού νότου. Οι Δυτικές Δυνάμεις εγκρίνουν τη δημιουργία του γιατί είναι ολοκληρωτικά μεταπρατικό, μιμείται θεσμούς και λειτουργίες που γεννήθηκαν από τις ανάγκες και φιλοδοξίες των κοινωνιών της Δύσης, επιτροπευόταν από βασιλική οικογένεια Οίκου ανάκτων της Ευρώπης, κηδεμονεύεται απολύτως οικονομικά, πολιτικά και εκπαιδευτικά από τις Δυτικές Δυνάμεις. Το κρατίδιο περιλαμβάνει εδαφικά όλα τα αντιπροσωπευτικά τοπωνύμια της κλασικής ελληνικής αρχαιότητας: Αθήνα, Ελευσίνα, Θήβα, Δελφούς, Μυκήνες, Σπάρτη, Ολυμπία, Δήλο – επομένως, ελέγχοντας η Δύση το ελληνώνυμο κρατίδιο, διαχειρίζεται ανεξέλεγκτα τη συνέχεια της ελληνικής αρχαιότητας, μεταβάλλει το κρατίδιο σε σίγουρο τάφο του μισητού «Βυζαντίου».
Το ερώτημα: ποιοι είμαστε οι σημερινοί ελληνώνυμοι, πού συγκλίνουμε σήμερα με τις ευρωπαϊκές κοινωνίες και πού αποκλίνουμε, τι έχουμε ανάγκη να προσλάβουμε αλλά και τι να προσφέρουμε, ως εταίροι πια, σε σύμπραξη ευρωπαϊκή, είναι λογικά αυτονόητο και πρακτικά αναγκαίο να τεθεί. Αλλά από ποιους; Από τον υπόκοσμο που χαρτζιλικώνεται, άλλοτε από τη Siemens και άλλοτε από τη Novartis, για να εξασφαλίζει την αφασία μας;

Τόπος και ουτοπία του τρόπου

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 19.02.2018
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Κενό νοήματος στις λέξεις δημιουργεί συγχύσεις, θολές ασυνεννοησίες, μάταιες διχοστασίες. Η ζωή παγιδεύεται στο μη-νόημα, δεν προχωράει.
Με την πάνδημη κραυγή «Η Μακεδονία είναι ελληνική», τι ακριβώς βεβαιώνουμε: πιστοποίηση, ευχή, απαίτηση, προειδοποίηση; Ποιο το νόημά της; Κάποτε και η Θράκη ήταν ελληνική, σήμερα είναι μόνο η μισή. Αν στήναμε συλλαλητήριο, «η Θράκη είναι ελληνική», και πτοημένοι οι Τούρκοι μας έδιναν πίσω το κομμάτι που ο Βενιζέλος τούς χάρισε χωρίς να το έχουν απαιτήσει, με ποιον πληθυσμό θα το εποικίζαμε; Η υπογεννητικότητα και η μετανάστευση μας έχουν καταδικάσει να έχουμε, σε σαράντα χρόνια, απομείνει τρία εκατομμύρια οι Ελληνες – δεν μοιάζει λογικό να ορεγόμαστε εδαφικές επεκτάσεις.
Οι Σκοπιανοί, παρδαλό τσούρμο από ξεσκλίδια φυλών, έχουν το τσαγανό να ονειρεύονται τη Θεσσαλονίκη πρωτεύουσά τους και τον Μεγαλέξανδρο προπάτορα, αψηφώντας κάθε λογική. Αν τους θεωρούμε απειλή, ας αγοράσουμε τανκς (κόβοντας τις αρπαχτές των κομματανθρώπων), όχι να οργανώνουμε συλλαλητήρια! Βέβαια οι Σκοπιανοί δεν νικώνται από τανκς, γιατί έχουν ακόμα πολιτισμό, δηλαδή στόχους που είναι πέρα από το χρήμα, ενώ εμάς δεν μας συνεπαίρνει πια τίποτα, μα απολύτως τίποτα που να μην είναι «μέγεθος οικονομικό», παράς. Ακόμα και τον συναισθηματικό πατριωτισμό που κραυγάζει, χωρίς νόημα, «η Μακεδονία είναι ελληνική», τον κατασυκοφαντούν οι άγλωσσοι και άξεστοι ιστορικο-υλιστές χρηματολάγνοι όλου του κομματικού φάσματος, σαν φασισμό και Ακροδεξιά και εθνικισμό.
Δεν είναι ρομαντική νοσταλγία, είναι πολιτικός και γλωσσικός ρεαλισμός να λειτουργεί με ενάργεια η ιστορική μνήμη. Ολόκληρη η Μικρασία, ο Πόντος, η Ανατολική Ρωμυλία ήταν κάποτε τόσο Ελλάδα όσο και η Θήβα, η Σπάρτη, οι Δελφοί – σήμερα πια δεν είναι. Αλλά και ποιο κριτήριο μας δικαιολογεί να λέμε ακόμα: η Αττική είναι ελληνική, η Αρκαδία, η Εύβοια ελληνικές, δεν χρειαζόμαστε συλλαλητήρια για να βροντοφωνάξουμε την ελληνικότητά τους. Ποια τα κριτήρια; Μήπως οι καρικατούρες σχολείων όπου κανένας, ούτε δάσκαλος ούτε παιδί, δεν κρίνεται ποτέ για τίποτα, δεν αξιολογείται καμιά ποιότητα, η αριστεία χλευάζεται, ο εθνομηδενισμός είναι η κυρίαρχη ιδεολογία, και για τον απόφοιτο του Λυκείου η γλώσσα του Παπαδιαμάντη ή του Ρωμανού του Μελωδού είναι ακατανόητη;
Ολα τα κόμματα, χωρίς καμιά εξαίρεση, συμπίπτουν στον ένα και μοναδικό «εθνικό» μας στόχο: Να γίνουμε «Ευρωπαίοι», δηλαδή να εξασφαλίσουμε αδιατάρακτη την οικονομική ευμάρεια, το χρήμα. Και επειδή ο πολιτισμός είναι ό,τι δεν καταξιώνεται με χρήμα, η ελευθερία από το αλισβερίσι και τον παρά της αμοιβής, γι’ αυτό και η Ελλάδα ολόκληρη (όχι η Μακεδονία επειδή τη διεκδικούν οι Σκοπιανοί) δεν είναι πια ελληνική. Οι λέξεις κυριολεκτούν, δεν υπάρχει κενό νοήματος.
Γράφοντας ο Καβάφης, το 1923, το «Επιτύμβιον Αντιόχου, βασιλέως Κομμαγηνής», του αναγνώριζε ότι «υπήρξεν έτι το άριστον εκείνο, Ελληνικός – ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιωτέραν, εις τους θεούς ευρίσκονται τα πέραν». Σήμερα, σε τι παραπέμπει η λέξη «ελληνικός»; Οταν παραπέμπει σε κρατική υπηκοότητα, φορτώνει τον υπήκοο ντροπή και μειονεξία. Αν παραπέμπει σε πολιτισμό προγόνων, βυθίζει τον σημερινό ελληνώνυμο σε οδυνηρότερο πένθος για την άγνοια και τον πρωτογονισμό της χρησιμοθηρίας, όπου τον καθήλωσε η εκπαιδευτική πολιτική της χώρας του. Είναι εξουθενωτική απόγνωση και κυριολεκτική συντριβή, να ταυτίζεται διεθνώς το όνομα της ιστορικής καταγωγής σου με την παρακμιακή κατρακύλα στη διαφθορά, τη λοβιτούρα, την πιο φτηνιάρικη εξουσιολαγνεία, την πιο αναιδή αγραμματοσύνη.
Με τέτοιους συνειρμούς, γίνεται ανάγκη πιεστική για τον σημερινό Ελλαδίτη ένα συλλαλητήριο, όπου με πάθος και οπωσδήποτε μια σημαία ελληνική στο χέρι, να κραυγάσει στεντόρεια ότι «η Ελλάδα δεν είναι πια ελληνική» – η Ελλάδα του Αλέξη και του Κούλη, της Φώφης και του Σταύρου και των υπόλοιπων ανεκδιήγητων παραβλάσταρων της συμφοράς. Οτι ποτέ δεν ήταν τόπος η Ελλάδα, ήταν τρόπος, «το άριστον εκείνο» που δεν καταξιώνεται με χρήμα – ήταν ο πολιτισμός: στοχεύσεις πριν από την οικονομία και πέρα από την οικονομία, η ζωή και η χαρά της ζωής όταν δεν μετριέται με το εισόδημα.
Ενδεικτικό της ελληνικής ου-τοπίας είναι το γεγονός ότι ο Ελληνισμός απέκτησε για πρώτη φορά σύνορα στον 19ο αιώνα, όταν έγινε «κράτος» μεταπρατικό και επιτροπευόμενο. Από τη μινωική και μυκηναϊκή εποχή ώς την ίδρυση του κρατιδίου, ποια σύνορα οριοθετούσαν τον Ελληνισμό; Η ελληνική «ιδιότητα», που «δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιωτέραν», ήταν πάντοτε συνάρτηση του τρόπου των Ελλήνων, όχι του τόπου. Η κτήση και χρήση του τόπου, όπως και η πληθυσμική σύνθεση, μεταβάλλονται με τις στρατιωτικές κατακτήσεις ή τα απάνθρωπα παιχνίδια λαών του «βαρβαρικού» τρόπου (ινδαλμάτων μας σήμερα). Η αντίσταση στη βαρβαρότητα είναι να σωθεί η «ιδιότητα»: η συνέχεια της ενιαίας γλώσσας, της ιστορικής συνείδησης, της κοινοτικής αυτοδιοίκησης – ό,τι ακριβώς ξεριζώνουν μεθοδικά με την κοινή πολιτική τους ΣΥΡΙΖΑ, Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ, σήμερα.
Συνεχίζουμε να λέμε ότι το κατεχόμενο από τους Τούρκους βόρειο τμήμα της Κύπρου, σαράντα τέσσερα χρόνια τώρα, «είναι ελληνικό»: Το λέμε και το πιστεύουμε, επειδή ζουν ακόμα, εξόριστοι, ξεριζωμένοι, οι Ελληνες που εκεί γεννήθηκαν και σώζουν στην ξενιτιά την αίσθηση από τα δικά τους σπίτια, τα κρεβάτια με τα στρωσίδια τους, τα κατσαρολικά και τα πιατικά τους, τα χωράφια και τα μποστάνια τους, τις εκκλησιές και τους τάφους των αγαπημένων τους. Οταν πεθάνουν αυτοί, οι άλλοτε γηγενείς, ποια πραγματικά δεδομένα, πέρα από τις δικηγορίστικες εξυπνάδες, θα σώζουν τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια ελληνικότητας της Κύπρου;
Κι όταν εκλείψουν και οι τελευταίοι Ελλαδίτες που καταλαβαίνουν το «Τη υπερμάχω», τι θα διαφέρει η λέξη «Ελλάδα» από τη λέξη «Novartis»;

Τραγωδικός φανατισμός

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 11.02.2018
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Ο​​ι Ελληνες φανατιζόμαστε εύκολα. Η ρομαντική εξήγηση γι’ αυτό είναι η βεβαιότητα, από τα αρχαία κιόλας χρόνια, ότι τη συναρπαστική ομορφιά του ελληνικού τοπίου, φωτός, κλίματος, την οφείλουμε στην παρουσία θεών – «πάντα πλήρη θεών είναι». Η αδιάκοπη συνύπαρξη με την ομορφιά, δηλαδή με τους θεούς, μας καθιστά ένθεους, θεόληπτους (στα λατινικά fanaticos, από το fanum: τόπος ιερός).
Η απομυθοποιημένη, ψυχολογική ερμηνεία σήμερα βεβαιώνει ότι φανατικούς μάς καθιστά η ανασφάλεια. Η επιβίωσή μας στην ελλαδική κοινωνία είναι αβέβαιη, όλα εκκρεμή, επισφαλή, ευπρόσβλητα, κινδυνώδη. Εχουμε ανάγκη, ασυνείδητη αλλά επιτακτική, κάπου να ασφαλιστούμε, να γαντζωθούμε από κάτι σίγουρο, ισχυρό, δυσμετάβλητο – να «ανήκουμε» σε μια συλλογικότητα, σε ένα άθροισμα πολλών, σε κάποια πίστη ή θαυμασμό ή επιδίωξη που συσπειρώνει ανθρώπους και τους συνεγείρει.
Αν η ανασφάλεια γεννιέται από ατομικά μειονεκτήματα φυσικά ή οικογενειακές καταβολές δύσκολες ή συγκυριακές ατυχίες και αντιξοότητες, τότε ο φανατισμός (η τυφλή προσκόλληση) θα επενδυθεί σε συσπειρώσεις μάλλον απλοϊκές, συχνά αφελείς ή και μικρονοϊκές: Προσκόλληση, μέχρι σημείου μονομανίας, σε ποδοσφαιρική ομάδα ή στη θρησκοληψία ή σε κομματικό ποιμνιοστάσιο ή σε ψυχαναγκαστική εξάρτηση από το Facebook ή στη λατρεία «λαϊκών» τραγουδιστών ή σε νυχθήμερη εξάρτηση από το τηλεοπτικό θέαμα κ.ά.α.
Αν η ανασφάλεια γεννιέται από ευρύτερα κοινωνικά συμπτώματα «κρίσης» χρεοκοπίας, διαφθοράς του πολιτικού συστήματος, παράλυσης του κρατικού μηχανισμού, εξευτελιστικής επιτρόπευσης της χώρας, τότε ο φανατισμός θα επενδυθεί στις ίδιες μάλλον καταφυγές, αλλά ψυχολογικά θωρακισμένες επιμελέστερα με αξιωματικές αποφάνσεις και εγωιστικό πείσμα. Θα τολμούσε κανείς τον ισχυρισμό (συναγόμενον από την καθημερινή παρατήρηση) ότι όσο πιο «μορφωμένος» είναι ο Ελλαδίτης σήμερα τόσο πιο φανατικά προσκολλημένος σε «βεβαιότητες», «πεποιθήσεις» και «πληροφορίες» γεννήματα της ψυχολογικής του ανάγκης. Είναι απίστευτο πόσο «πρωτόγονα» ο Ελλαδίτης σήμερα ταυτίζει την υπεράσπιση των πολιτικών του επιλογών με την εγωιστική του αυτοάμυνα, τον ναρκισσισμό του.
Μοιάζει πρωτόγονος ο φανατισμός αυτής της αυτοάμυνας, γιατί είναι τυφλός και καταργεί τη μνήμη. Αν ήταν όμως να αποδώσουμε ευθύνες, θα λέγαμε ότι για τον πολιτικό πρωτογονισμό και την πολιτική αμνησία ένοχος δεν είναι τόσο ο πολίτης όσο οι θεσμοί, η μεθοδική αχρήστευση της λειτουργίας τους. Το γεγονός λ.χ. ότι βρίσκονται «νομίμως» στο Κοινοβούλιο κόμματα που στο καταστατικό τους δηλώνουν απερίφραστα την αντίθεσή τους στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, το γεγονός ότι οι ελλαδικές κυβερνήσεις υπογράφουν «μνημόνια» που η τήρησή τους διέπεται και ερμηνεύεται σύμφωνα με το Αγγλικό μόνο Δίκαιο, το γεγονός ότι είναι αυτονόητη στην Ελλάδα η ατιμωρησία των επαγγελματιών της πολιτικής ακόμα και για φρικώδη οικονομικά και διαχειριστικά εγκλήματα (υπερδανεισμός, ασύδοτες προσλήψεις στο Δημόσιο, κατάργηση ελέγχου και αξιολόγησης των δημόσιων λειτουργών), ένας τέτοιος κρατικοποιημένος αμοραλισμός εμπεδώνει αυτονόητα τον πολιτικό πρωτογονισμό και τον φανατισμό ως αυτοάμυνα.
Πρωτογονισμός και αμνησία συντηρούν και τρέφουν τον φανατισμό των Ελλαδιτών. Σχεδόν κάθε φορά στις εκλογές, η φράση που κυριαρχεί στα χείλη είναι: «Να φύγει ο τωρινός, κι ας έρθει ο οποιοσδήποτε». Ξεχνάμε ότι ο σημερινός «οποιοσδήποτε» είναι ο χθεσινός «τωρινός», που τον αποπέμψαμε «μετά βδελυγμίας» για να καταστήσουμε «τωρινό» τον τότε «οποιονδήποτε». Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ο πιο αδίστακτος (γι’ αυτό και πιο καταστροφικός) φανατισμός είναι αυτός του απογοητευμένου πολίτη, ο φανατισμός της αηδίας.
Αηδία, σιχασιά για τον πρωτογονισμό της πολιτικής μας πραγματικότητας, αλλά και πικρία, οδύνη ανυπόφορη. Σχεδόν κάθε μέρα και κάποιο γεγονός επιτείνει τη ρήξη του πολίτη με την πολιτική, τον φανατισμό της προσκόλλησης σε μια πολωτική αντίθεση, που μπορεί ίσως να παρηγορεί εφήμερα τον θυμό, αλλά καταστρέφει όλο και πιο ανεπανόρθωτα την κοινωνική συνοχή. Δεν υπάρχει ομαδικός βασανισμός που να συνθλίβει πιο εξουθενωτικά τον ψυχισμό των ανθρώπων, από το να παγιδεύονται, εκατοντάδες χιλιάδες κάτοικοι μιας πρωτεύουσας πολεοδομικής τερατουργίας, για ώρες ολόκληρες, μέσα σε λεωφορεία, υπόγειους σιδηρόδρομους ή στα ιδιωτικά τους αυτοκίνητα, επειδή η κυβέρνηση ξεναγεί στα αξιοθέατα τον πρόεδρο ή πρωθυπουργό ή αξιωματούχο της τάδε ή δείνα χώρας. Και να επαναλαμβάνεται αυτή η κόλαση, κάθε τρεις και λίγο, προκειμένου να ψηφοθηρήσει και επιδειχθεί η θλιβερή μετριότητα του δημάρχου με εικονικούς «μαραθώνιους», ποδηλατικούς «γύρους» της πόλης ή άλλη δημαρχιακή, σαδιστική έμπνευση.
Είμαστε φανατικοί οι Ελληνες: ή υπερασπιστές της μικρόνοιας και του πρωτογονισμού των κομμάτων ή καταγγέλτες, αλλά με τον φανατισμό του ανήμπορου, που μόνο πάσχει και οδυνάται μέχρι τρέλας, χωρίς να τελεσφορεί. Ωστόσο, ακόμα και με κόστος μη μετρήσιμης οδύνης, ο τραγωδικός αυτός φανατισμός θα μπορούσε να συνεχίσει να επιβιώνει σαν έμμεση παραπομπή στην ταυτότητα του Ελληνισμού: την «γιγαντομαχίαν περί της ουσίας». Θα μπορούσε, αν παράπλευρα σωζόταν η ελληνικότητα ως γλώσσα, η ελληνικότητα ως ιστορική συνείδηση, η ελληνικότητα ως λαϊκό σώμα ενορίας: συλλογικότητα με άξονα «νοήματος» της ύπαρξης. Αυτές οι τρεις προϋποθέσεις χάνονται ή έχουν πια χαθεί, νομοτελειακά θα έχουν αποσβεσθεί σε ελάχιστα χρόνια.
Με φανατισμό θα προσθέσω: Συμβολοποιημένα ονόματα, όπως Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, θα μείνουν στους αιώνες σαν αφοδευτήρια της πανανθρώπινης αηδίας, οργής και κατάρας, για το έγκλημά τους να αφελληνίσουν τον Ελληνισμό ύστερα από τρεις χιλιάδες χρόνια ιστορίας.

Αμεταμέλητοι διαχειριστές της υποτέλειας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 05.02.2018
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Π​​​​ολιτικό σύστημα στην Ελλάδα – Δομές παθογένειας – Τι πρέπει να αλλάξει»: Θέμα ημερίδας, σε κεντρικό ξενοδοχείο της Θεσσαλονίκης, στην εβδομάδα που πέρασε. Τέτοιες διοργανώσεις, για το ίδιο θέμα (με παραλλαγές στην τιτλοφόρηση) πραγματοποιούνται πληθωρικά, σε βαθμό που καταπλήσσει, παντού στην Ελλάδα. Χρόνια τώρα, δεκαετίες. Φυσικά, δεν αλλάζει τίποτα στη χώρα.
Στις διοργανώσεις προσθέστε και την πλήθουσα αρθρογραφία - επιφυλλιδογραφία με το ίδιο θέμα, στον Τύπο και στα ηλεκτρονικά «μέσα». Δεν πρέπει να υπάρχει άλλη κοινωνία, σε παρόμοιο αργόσυρτο, σπαραχτικό ψυχορράγημα επί τόσα χρόνια, όπου τόσοι πολλοί, με τόση βεβαιότητα, «ξέρουμε» τι πρέπει να αλλάξει, για να αποτραπεί ο ατιμωτικός θάνατος, η ιστορική εξαφάνιση. «Ξέρουμε», το καταθέτουμε με δημόσιο λόγο, κατακλυζόμαστε από προτάσεις, γνωματεύσεις, υποδείξεις – και δεν αλλάζει τίποτα.
Μια, όχι παράλογη, αιτιολόγηση της αυτοπεποίθησης για τη γνώση μας είναι το γεγονός της ακαταμάχητης προφάνειας που έχουν τα συμπτώματα της ιστορικής παρακμής μας, της κοινωνικής μας αποσύνθεσης, της πολιτικής διαφθοράς μας. Ομως, για να συμπέσουμε στο «τι δέον γενέσθαι», προϋποτίθεται εξαιρετικά υψηλός δείκτης κατά κεφαλήν καλλιέργειας (κατάρτισης, οξύνοιας, ανιδιοτέλειας), έκτακτη συλλογική ωριμότητα.
Εχει λείψει, σε σημείο πια ανήκεστης απώλειας, η ετοιμότητα αποδοχής ευθυνών που θα θίξουν, έστω κατ’ ελάχιστο, την ατομική μας εξασφάλιση. Το κράτος χρεοκόπησε εξευτελιστικά, με ορατή την απειλή της ιστορικής του εξαφάνισης, επειδή καταληστεύθηκε από τα κομματικά ρουσφέτια. Ομως, στα δέκα χρόνια τώρα της παντοδαπής καταστροφής και του εξευτελισμού μας, διανοήθηκε πρωθυπουργός ή υπουργός των «μνημονιακών» κυβερνήσεων να αποτολμήσει την ανατροπή των ρουσφετολογικών δεδομένων; Να καταμετρήσει: πόσους υπαλλήλους χρειάζεται κάθε δημόσια υπηρεσία και πόσους της έχουν φορτώσει τα ρουσφέτια; Πόσες δημόσιες υπηρεσίες είναι άχρηστες και περιττές, «μαϊμούδες» που νομιμοποιούν αργόσχολους, δηλαδή κοινωνικά παράσιτα;
Διανοήθηκε, πρωθυπουργός ή υπουργός, το πρώτο και στοιχειώδες του περιορισμού των δαπανών: να αναστείλει τη χορήγηση σύνταξης σε όσους συνταξιοδοτήθηκαν σε ηλικία κάτω των πενήντα ετών ή χωρίς ποτέ να εργαστούν; Να διερευνήσει, πόσα από τα νομιμοποιημένα αυθαίρετα χτίσματα (σύμβολα ατίμωσης κάθε έννοιας «συντεταγμένης» κοινωνίας) χρησιμοποιούνται (εγκύρως πιστοποιημένα) ως πρώτη κατοικία και πόσα είναι ωμός και χυδαίος σφετερισμός κοινωνικής περιουσίας για επίδειξη «εξοχικού» ή για «μπίζνες»;
Η εφιαλτική δεκαετία της «κρίσης» γύμνωσε σε κοινή θέα την τερατώδη, αδιάντροπη ακολασία της κομματοκρατίας, που οδήγησε την Ελλάδα στη νομοτελειακή πια προοπτική της ιστορικής εξαφάνισης. Ακολασία, προκλητικά και αδιάντροπα εδραιωμένη. Η λαϊκή ψήφος νόμισε ότι τιμωρεί τους ενόχους του κακουργηματικού και δόλιου υπερδανεισμού της χώρας εκτινάσσοντας στην εξουσία ένα περιθωριακό συνονθύλευμα εμμονών σε μαρξιστικές ιδεοληψίες, επειδή ακριβώς το συνονθύλευμα δεν είχε συμπράξει στην αφροσύνη του υπερδανεισμού. Αγνόησε η λαϊκή οργή ότι ο Ιστορικός Υλισμός είναι διπρόσωπος, «Ιανός»: η ίδια απανθρωπία σύμφυτη με τις πρακτικές τόσο του μαρξισμού όσο και του αχαλίνωτου καπιταλισμού – αυτονόητα συμπεθεριάζει ο Τσίπρας με τον Καμμένο, για να εξασφαλίσουν την άφωνη σφαγή ενός λαού στον βωμό των «Αγορών».
Οχι εντελώς άφωνη η σφαγή, το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, στις 21/1, για την ελληνικότητα της Μακεδονίας, ήταν κάτι σαν ιαχή, μια απίστευτη έκπληξη. Να ξεχωρίσουμε, βέβαια, το «γεγονός» από τον φορμαλισμό του. Η φόρμα ήταν αυτό που όλοι ξέραμε και περιμέναμε: Πατριωτική ρητορεία, στόμφος, εμβατήρια, σημαίες, λάβαρα, ιστορικές ενδυμασίες, οι δεσποτάδες σαν διακοσμητικές κούκλες, χαιρετισμοί παιδαριώδεις ατέλειωτων συλλόγων που αναμασάνε συναισθηματισμούς χωρίς να κομίζουν νόημα. Και δυο-τρεις «λόγοι» με σοβαρή συγκρότηση και αξιοπρεπή εκφορά, έστω και παγιδευμένοι στο εξαγγελτικό ύφος, σε βάρος της διαλογικής αμεσότητας.
Αυτά για τη φόρμα, την επιτέλεση. Αλλά το απρόσμενο, η συγκλονιστική έκπληξη, ήταν το γεγονός: Η πληθυσμική πλημμυρίδα, τα πρόσωπα, το ύφος, η έκφραση, η γλώσσα των σωμάτων και των βλεμμάτων, η συνείδηση μετοχής, όχι θέασης. Κατέβαιναν τα κύματα της ανθρωποθάλασσας και στις όψεις των ανθρώπων βεβαιωνόταν ότι συνάζονταν σε Γιορτή. Η ύβρις των Σκοπιανών ήταν μόνο η αφορμή, τη μετοχή στο συλλαλητήριο πυροδοτούσε η ανάγκη να βεβαιώσει ο Ελληνας την αξιοπρέπεια που του έχουν αφαιρέσει τα κόμματα.
Πόσες ταπεινώσεις αποτίναζε από την ψυχή του το πλήθος; Τα ειρωνικά χαμόγελα χολής του Σόιμπλε, την ποταπή ιταμότητα του Νταϊσελμπλουμ, τα μικρονοϊκά μηχανεύματα εμπάθειας και δολιότητας του Ντράγκι, τον σιχαμερό καθωσπρεπισμό της Λαγκάρντ, τη γλοιώδη υποκρισία του Γιούνκερ – όλον αυτόν τον εφιάλτη της ατιμίας που εμφανίζεται σαν «Ευρώπη» υπάσσοντας το όραμα της «ενοποίησης» στην απανθρωπία και στον αμοραλισμό του κατ’ ευφημισμόν Διεθνούς Χρηματοπιστωτικού Συστήματος. Το παρανοϊκό θράσος των Σκοπιανών παραπέμπει τον Ελληνα ευθέως στην καμουφλαρισμένη με τον «δανεισμό» καινούργια υποτέλεια, «επιτρόπευση», λεηλασία που υφίσταται «υπό ευρωπαϊκήν προστασίαν».
Φυσικά, με δωσίλογο «διαχειριστή» της υποτέλειας την εγχώρια κομματοκρατία. Που αυτή τη φορά απειλήθηκε εναργέστερα από μόνη την εικόνα του συλλαλητηρίου. Την εικόνα-ενδεχόμενο η ίδια αυτή ανθρωποθάλασσα να σταθεροποιεί, εκεί, στην παραλία της Συμβασιλεύουσας, για μέρες, για εβδομάδες. Μέχρι να καταρρεύσει η φενάκη του κομματικού μας συστήματος και να προκηρυχθούν εκλογές Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης.


Ολοι ίδιοι: διαχειριστές

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 28.01.2018
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Ν​​α θυμίσω: Είναι άλλη η λογική και η γλώσσα του κοινωνικού προβληματισμού και άλλη των επαγγελματιών της πολιτικής – κομματανθρώπων και καναλιών. Αν αυτές οι δυο, αντιφατικές και ασύμπτωτες λογικές και γλώσσες δεν συγκλίνουν για να συναντηθούν, ελπίδες για υποφερτό βίο και ιστορική προοπτική δεν υπάρχουν.
Με τη λογική και τη γλώσσα κομματανθρώπων και καναλιών η χρονική περίοδος που διανύουμε (σαφώς προεκλογική) είναι «η ώρα της Ν.Δ.». Η πιστοποίηση δεν μοιάζει να βασίζεται σε κριτική σκέψη και εμπεριστατωμένη σπουδή (το είδος είναι άγνωστο σε κομματανθρώπους και κανάλια). Πρόκειται μάλλον για προϊόν της «όσφρησης» εκτιμητών της αγοράς που αξιολογούν «εντυπώσεις»: Ο Αλέξης Τσίπρας είναι πια «καμένο χαρτί», ακόμα και η ελλαδική κοινωνία, με τραγικά (και μεθοδικά) υποβαθμισμένο το αισθητήριο της ποιότητας, δεν αντέχει πιο παρατεταμένη δόση αδιάντροπης ασυνέπειας (το μαύρο άσπρο, το άσπρο μαύρο). Και για εναλλακτικό ενδεχόμενο η ανεκδιήγητη Φώφη, όχι μόνο ως κορυφαίο πολιτικό τίποτα αλλά και ως βρυκολάκιασμα της πασοκικής αισχρουργίας, είναι εξίσου ναυτιώδες και προσβλητικό της νοημοσύνης.
Ετσι οι εκτιμητές (εντυπώσεων) συμπεραίνουν ότι ήρθε και πάλι «η ώρα της Ν.Δ.»: Για πολλοστή φορά να ξαναπέσει το ώριμο φρούτο της εξουσίας στο ανοιχτό στόμα της παθητικής, παγιωμένης στον χρόνο, κομματικής βουλιμίας. Το κόμμα της Ν.Δ., χωρίς ποτέ την παραμικρή ραχοκοκαλιά κοινωνικών στόχων και μεταρρυθμιστικών σχεδιασμών, με διαχειριστικές και μόνο φιλοδοξίες, φτάνει κάθε τόσο συγκυριακά στην εξουσία, για να αποπεμφθεί εσπευσμένα μόλις διαλυθούν οι ψευδαισθήσεις.
Καταγωγικά ήταν κόμμα προσωποπαγές, προβλεπτά εφήμερο, προϊόν της υπεροψίας μεν, αλλά ενός πραγματικά ταλαντούχου ανθρώπου. Ο ιδρυτής του διέλυσε το «Λαϊκό Κόμμα» που τον ανέδειξε, για να στεγάσει σε καινούργιο σχηματισμό τον δικό του διαχειριστικό ακτιβισμό. Δεν κατάλαβε ποτέ τι εκπροσωπούσε ως πληθυσμική ομάδα και «παράταξη», συνειδητά ή ανεπίγνωστα, το «Λαϊκό Κόμμα»: μεγάλη μερίδα πληθυσμού με κύριο κοινό γνώρισμα την πατριωτική προτεραιότητα, την πιστότητα στην ιστορία και στις παραδόσεις της ελληνικής κοινωνίας, όραμα προόδου και εκσυγχρονισμού αλλά όχι μιμητικού. Εφτιαξε δικό του κόμμα, με αντιγραμμένες από τη Γαλλία ονομασίες σαρδανάπαλης γενικότητας (Parti radical, Nouvelle Republique).
Το διαχειριστικό ταλέντο του ιδρυτή της Ν.Δ. σημάδεψε με πολλά θετικά επιτεύγματα την ελλαδική κοινωνία σε πολλούς τομείς – τη σημάδεψε και με ανήκεστες βλάβες, όπως η εφιαλτική καταστροφή του πολεοδομικού ιστού και η βάναυση ομοιομορφοποίηση των οικιστικών μονάδων. Τον ισολογισμό ωφελημάτων και ζημιών θα τον φωτίσει μέσα στον χρόνο η αμεροληψία. Εκείνο που έγινε αμέσως εξόφθαλμο, είναι οι παντοδαπές στην ελληνική κοινωνία συνέπειες που είχε και έχει ο ατάλαντος καραμανλισμός των επιγόνων.
Η αποχώρηση του ιδρυτή από το προσκήνιο συνέπεσε με το μεσουράνημα του ασυναγώνιστου παπανδρεϊκού αμοραλισμού. Εγνοια, αγωνία και μέλημα της Ν.Δ. δεν ήταν να πολεμηθεί καίρια και αποτελεσματικά ο εφιάλτης της κρατικής και κοινωνικής αποσύνθεσης που δημιούργησε η πασοκική «αλλαγή». Ηταν να μπορέσουν να μιμηθούν τον αδίστακτο λαϊκισμό που οδήγησε και στέριωσε στην εξουσία το ΠΑΣΟΚ. Δεν υπήρξε το παραμικρό ψέλλισμα διαμαρτυρίας ή ελάχιστη απόπειρα αντίστασης της Ν.Δ., όταν η πασοκική λοιμική ξερίζωνε κάθε ίχνος αξιοκρατίας στη χώρα, κρίσης, αξιολόγησης, βαθμολογίας, καταξίωσης της ποιότητας και της αριστείας. Το μεγάλο οργιαστικό φαγοπότι για χάρη της ψηφοθηρίας ένωσε σε πρωτοφανή σύμπνοια τους συνδικαλιστές ολόκληρου του κομματικού φάσματος, οδήγησε στον αυτοκτονικό, εξωφρενικό δανεισμό της χώρας, τελικά και στην απροκάλυπτη κατάργηση κάθε πολιτικής διαφοράς με τις αναιδέστατες «συγκυβερνήσεις» για διαχείριση της υποτέλειας.
Με την αποχώρηση του ιδρυτή του, το κόμμα της Ν.Δ. οδήγησε τη διαχειριστική εκδοχή της πολιτικής ώς τις ακραίες συνέπειές της: Απροκάλυπτα και ομολογημένα αναζητούσε το ικανότερο σε αμοραλισμό «σαΐνι» που θα μπορούσε να παίξει τον ρόλο του αντι-Ανδρέα (άλλοτε) ή του αντι-Τσίπρα (σήμερα) – να κολακέψει τους αφελείς του «αδιατάρακτου» καταναλωτισμού, να παλινορθώσει τον δημοσιοϋπαλληλικό παρασιτισμό, να ειδωλοποιήσει το ευρώ σαν προϋπόθεση αστείρευτης ευωχίας.
Τι θα περίμενε ο στοιχειώδους νοημοσύνης πολίτης από τον σημερινό αρχηγό της Ν.Δ.; Μια συνεπή εγκατάλειψη της διαχειριστικής εκδοχής της πολιτικής. Να μιλάει μόνο για μεταρρυθμίσεις και να προσφέρει αποδείξεις ότι τις προετοιμάζει. Να εμφανίσει καινούργιο δημοσιοϋπαλληλικό κώδικα που να αποκαθιστά τον «υπάλληλο» σε «λειτουργό» με δυνατότητες να φιλοδοξεί δημιουργία. Ετοιμο καινούργιο ασφαλιστικό σύστημα, όχι παιδαριώδη «θα». Καινούργιο σχεδιασμό οργάνωσης και λειτουργίας για κάθε υπουργείο. Καινούργια φορολογική «λογική», όχι με «πυροσβεστικό», αλλά με κοινωνικά λειτουργικό χαρακτήρα. Εκλεισε δύο χρόνια αρχηγός (11.1.2016), οφείλει επιτέλους να μας παρουσιάσει έτοιμο επιτελικό σχεδιασμό για καινούργιο «Σύστημα Υγείας». Να μπορούμε από τώρα να ξέρουμε, ποιον λεπτομερειακά συγκροτημένο σχεδιασμό της Παιδείας έχει υιοθετήσει, με ποιον εκτελεστή.
Και μόνο το γεγονός ότι τίθενται εκ των πραγμάτων τέτοια ερωτήματα, βεβαιώνει πολιτικά ανύπαρκτη τη Ν.Δ. και διακοσμητικό τον αρχηγό της.

Το «σκοπιανό» και η «Εθνική Ελλάδος»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 21.01.2018
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Η ​​λιγότερο αποτελεσματική στάση σε μια, οποιαδήποτε, πολιτική διένεξη ή αντιπαλότητα είναι να παίρνεις στα σοβαρά το μη σοβαρό, το γελοίο. Σκεφθείτε, τριάντα χρόνια τώρα, τις ελλαδικές κυβερνήσεις, τα κόμματα, τις οργανώσεις των «ευαίσθητων» πατριωτών, επιχώριων ή αποδήμων: Αν, ακούγοντας τα παραληρήματα των Σκοπιανών και βλέποντας το άστρο της Βεργίνας στη σημαία τους ή το άγαλμα του Μεγαλέξανδρου στην κεντρική τους πλατεία, απλώς χαμογελούσαν ειρωνικά. Αν σχολίαζαν αυτά τα καμώματα με τη συγκατάβαση που οφείλουμε σε τερατολογήματα νηπίων – με μία μόνο φράση: «Περίεργο, ο Μεγαλέξανδρος πέθανε 323 χρόνια προ Χριστού και τα πρώτα σλαβικά φύλα φτάνουν στα Βαλκάνια εννέα αιώνες αργότερα (αρχές του 7ου μ.Χ. αιώνα). Σε ποιους φοβερούς καταψύκτες φυλάχτηκε τόσο σπέρμα του Μεγαλέξανδρου, ώστε να μας προκύψει, τόσους αιώνες μετά, ένας λαός αυθεντικών Μακεδόνων Σκοπιανών;».
Αντί να χαμογελάσουμε συγκαταβατικά για τη σκοπιανή αρλούμπα, εισπράξαμε την παιδαριωδία σαν απειλή, πανικοβληθήκαμε. Επιπολαιότητα; Αφομοιωμένη στο ασυνείδητο ανασφάλεια; Παραείναι μαζοχιστικές οι ερμηνείες. Ρεαλιστικότερο θα ήταν, ίσως, να ψάξουμε την αιτία στη χρόνια και ενδημική διχαστική μας παθογένεια. Ο Σαμαράς, τότε στην αρχή, μάλλον θεώρησε ουρανοκατέβατη την «ευκαιρία» να λανσαριστεί σαν περισσότερο «πατριώτης» και «ελληνοπρεπής» από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Η «προοδευτική» Αριστερά βρήκε θαυμάσια την αφορμή να διαφημίσει τον «διεθνισμό» της, την αποστασιοποίησή της από «πατρίδες», «παραδοσιακές σταθερές», εμμονές σε «ιστορική συνείδηση». Το καινοφανές φρούτο της μεταπολίτευσης, η μηδενιστική Δεξιά της «παγκοσμιοποιημένης» αυταξίας του καταναλωτισμού, εμφανίστηκε μαχητική θιασώτις του «δικαιώματος» των Σκοπιανών να αυτοκαθορίζονται εθνικά, έστω και απαιτώντας τη Θεσσαλονίκη για πρωτεύουσα.
Η μετάθεση του παιδαριώδους «προβλήματος» στο πεδίο της ελλαδικής εσωστρέφειας και διχαστικής μονομανίας ήταν δώρο ουρανόσταλτο για τους Σκοπιανούς. Και το αξιοποίησαν με θαυμαστή μεθοδικότητα, ταχύτητα και αποτελεσματικότητα, αλλά και με δυσεξήγητης προέλευσης ιλιγγιώδεις πακτωλούς χρημάτων. Ετσι, ένα ανύπαρκτο, ιστορικά και λογικά, θέμα, μια στην κυριολεξία κενολογία, αυθαίρετη, μικρονοϊκή και παιδαριώδης, μεταμορφώθηκε σε πρόβλημα διεθνές. Ορίστηκε για την αντιμετώπισή του ειδικός διαμεσολαβητής του ΟΗΕ («φυσικά» Αμερικανός) σε ισόβια, απολαυστικής χλιδής καριέρα, για να επιχειρεί τη συγκόλληση λέξεων που θα αποδίδουν κάποια απόχρωση «μακεδονικότητας» στους επήλυδες στα Βαλκάνια Σλάβους.
Τυπώθηκαν αναρίθμητα έντυπα διεθνώς προπαγανδιστικά του «δικαιώματος» των Σλάβων να είναι σπορά του Μεγαλέξανδρου. Χρηματοδοτήθηκαν εξωφρενικού κόστους μελέτες που «κατοχυρώνουν» τις αξιώσεις των Σκοπιανών να έχουν πρωτεύουσά τους τη Θεσσαλονίκη. Κατορθώθηκε το παραμύθι του σκοπιανού Μεγαλέξανδρου να διδάσκεται ως Ιστορία στα σχολικά βιβλία κάποιων Πολιτειών στις ΗΠΑ. Στη δεκαετία του 1990 οργανώθηκαν εντυπωσιακά συλλαλητήρια απόδημων, κυρίως στον Καναδά και στην Αυστραλία, Σκοπιανών που, δυστυχώς, τα μιμήθηκαν και οι Ελληνες, με συγκινητική έξαρση και αγνό ενθουσιασμό, αλλά δίνοντας με την αντίδρασή τους υπόσταση στην ανυπόστατη σκοπιανή απαίτηση.
Πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε την παταγώδη και εξευτελιστική των Ελλήνων αποτυχία στη διαχείριση του «σκοπιανού προβλήματος»; Σίγουρα, δεν πρόκειται μόνο για σύμπτωση από αρνητικές συγκυρίες – διχαστική ψυχοπαθολογία, κωμική «προοδευτική» ξιπασιά, μικρονοϊκοί και ατάλαντοι πολιτικοί, αυτοαχρηστευμένος κρατικός μηχανισμός. Η σημαντικότερη αιτία της αποτυχίας μοιάζει να είναι η διαφορά επιπέδου κοινωνικής δυναμικής Σκοπιανών και Ελλαδιτών: Οι μεν διεκδικούν μια ταυτότητα που, αν και πλαστογραφημένη και ανυπόστατη, τους προσδίδει αυτοεκτίμηση και καύχηση. Οι δε, υπερασπίζουν μιαν εξαιρετικά τιμητική, γνήσια ιστορική ταυτότητα, άσχετη όμως με τη ζωή τους, στην οποία ζωή τους ό,τι τιτλοφορείται «ελληνικό» είναι ή ρητορική παρελθοντολογία ριζικά αποκομμένη από το σήμερα ή επικαιρική πραγματικότητα ντροπής και αηδίας.
Ας το σκεφτούμε ψύχραιμα, όσο πιο αμερόληπτα μπορούμε: Η ελληνικότητα του σημερινού Ελληνα έχει την παραμικρή σχέση με ό,τι οι άνθρωποι, απανταχού της γης, μαθαίνουν να θαυμάζουν ως Αρχαία Ελλάδα – έστω και χωρίς να πολυξέρουν γιατί; Ξέρει ο σημερινός Ελληνας για την Αρχαία Ελλάδα κάτι περισσότερο από επιπόλαιες φήμες ή αφελή ιδεολογήματα; Ξέρει να εξηγήσει, γιατί ο Παρθενώνας είναι ή όχι σημαντικότερος από τον Πύργο του Αϊφελ ή από τη γέφυρα του Μπρούκλιν; Θεωρεί ή όχι ξένη γλώσσα την αρχαία ελληνική, μετά την επιβολή του μονοτονικού; Ξέρει να ετυμολογήσει τη λέξη άγαλμα, τη λέξη αλήθεια, τη λέξη κοινοβούλιο;

Εχει την παραμικρή σχέση ο σημερινός Ελληνας με τον Ελληνα που πολέμησε να ελευθερώσει τη γη των πατέρων του το 1912-13 ή με αυτόν του 1920-22 στη Μικρασία ή με αυτόν του 1940-41 στη Βόρεια Ηπειρο; Οταν η «διανόηση» σήμερα (ο Στέλιος Ράμφος, ο Θάνος Βερέμης, ο Αντώνης Λιάκος, η «ελαχιστότητά» μου) μιλάμε για «ελληνικότητα», έχουμε κώδικα συνεννόησης έστω ελάχιστα κοινό; Υπάρχει Ελληνόπουλο σήμερα έτοιμο να θυσιάσει τη ζωή του για την πατρίδα του; – Ελλάδα για το Ελληνόπουλο σημαίνει σήμερα μόνο ντροπή, συμφορά, την αηδιαστική αναγούλα που προκαλούν τα ονόματα Τσίπρας, Φώφη, Μητσοτάκης (Θεός σχωρέσει τους).

Τα τελευταία ίχνη από «αίσθηση πατρίδας» απομένουν μόνο στις κερκίδες των γηπέδων, όταν αγωνίζεται η «Εθνική Ελλάδος». Η ιδιότητα του Ελληνα είναι πια ισοδύναμη και ισόκυρη μόνο με την τυφλή μωρία της καύχησης του «γαύρου» ή του «βάζελου».

Ο εξοβελισμός της Ιστορίας από την πολιτική

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 14.01.2018
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Μ​​ε ψύχραιμη απόσταση σαράντα ημερών, η επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα (7 Δεκεμβρίου 2017) δικαιολογείται να σχολιαστεί και επιφυλλιδογραφικά, δηλαδή όχι για την επικαιρική μόνο και συγκυριακή σημασία της. Η επιφυλλίδα, κατά τεκμήριο, οφείλει σχολιασμό απαλλαγμένον από την επιδερμική έξαψη της επικαιρότητας.
Η ψυχραιμία επιβάλλει να αναγνωρίσουμε ότι στη μνήμη των ενεργών σήμερα στην Ελλάδα πολιτών μάλλον δεν είχε ώς τώρα καταγραφεί άλλη περίπτωση Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας και πρωθυπουργού, που να απευθύνθηκαν σε ηγέτη της μετα-σουλτανικής Τουρκίας με τέτοια απερίφραστη ευθάρσεια. Οι ίδιοι έχουν βάλει τις υπογραφές τους και σε νόμους ή διατάγματα, που υπονομεύουν καίρια την εκπαιδευτική διάσωση της γλωσσικής συνέχειας και της ιστορικής αυτοσυνειδησίας των Ελλήνων. Αλλά το δεδομένο αυτό δεν μας εμποδίζει να πιστοποιήσουμε ότι στον Ερντογάν, οι ίδιοι, μίλησαν με παρρησία που κανένας ομόλογός τους ελληνώνυμος δεν είχε ποτέ διανοηθεί.
Με ανάλογη ψύχραιμη νηφαλιότητα αξίζει να αποτολμήσουμε και ένα, σχετικό με την ίδια επίσκεψη, επιπλέον ερώτημα: Από τα όσα μας μετέδωσαν οι ραδιοτηλεοπτικές καταγραφές, Πρόεδρος της Δημοκρατίας και πρωθυπουργός μιλούσαν με τον Ερντογάν εκείνο το είδος της γλώσσας (της «προοδευτικής», τυπικά ιστορικο-υλιστικών προδιαγραφών, διπλωματίας), που προϋπέθετε την Τουρκία και την Ελλάδα σαν δύο γείτονες χώρες, ισότιμες και ισοταγείς, με κάποιες μεταξύ τους αντιγνωμίες και ασυμφωνίες. Ωσάν να επρόκειτο για το Βέλγιο και την Ολλανδία ή για την Ελβετία και την Αυστρία. Οπότε, με λίγη καλή διάθεση, ευγενικούς τρόπους και διπλωματική κομψότητα μπορούν να επιλύσουν τις διαφορές τους και να συνυπάρξουν σαν καλοί γείτονες.
Το αυθόρμητο και πηγαίο ερώτημα είναι: Τα δύο κράτη δεν έχουν «ιστορία», δεν είναι πρωταρχικά η Ιστορία που δημιουργεί προβλήματα στις σχέσεις τους και δυσαρμονίες στη συνύπαρξή τους; Πώς είναι δυνατό να είναι ελληνικό το νησί και τουρκική η υφαλοκρηπίδα του ή τουρκική η ακτή και ελληνική η υφαλοκρηπίδα της; Με ποια λογική τα χωρικά ύδατα μπορεί να ορίζονται στα έξι μίλια και ο εθνικός εναέριος χώρος στα δέκα μίλια από τις ακτές;
Βέβαια, σε τέτοια προβλήματα (οριοθέτησης των συνόρων, των ορίων επικράτειας) τα γείτονα κράτη είναι σήμερα μάλλον εύκολο να βρίσκουν λύσεις: Υπάρχει ένα κοινά παραδεκτό (περισσότερο ή λιγότερο) Διεθνές Δίκαιο, υπάρχουν και Διεθνείς Οργανισμοί με τον ρόλο, ακριβώς, μεσολάβησης και διαιτησίας σε περίπτωση που αντίδικα κράτη δεν ομογνωμούν στην ερμηνεία των αρχών του Δικαίου.
Με δεδομένο το νομικό αυτό πλαίσιο και παγιωμένη την απόλυτη κυριαρχία του Ιστορικού Υλισμού στο πολιτιστικό μας «παράδειγμα», καταλαβαίνω γιατί, η επίκληση της Ιστορίας και η παρεμβολή της στο πεδίο της πολιτικής μόνο δυσεπίλυτες περιπλοκές και εντάσεις μπορεί να δημιουργήσει. Ενδέχεται να προκαλέσει συναισθηματικές παροξύνσεις, ίσως φανατισμένες εμμονές, να υπονομεύσει την απαραίτητη στη διπλωματία ψυχραιμία. Μεθοδικά λοιπόν και προγραμματικά εξοβελίζεται η Ιστορία από την άσκηση εξωτερικής πολιτικής.
Ναι, αλλά δεν έχει και ποτέ δοκιμαστεί στην πολιτική μια χρήση της Ιστορίας, συνεπέστατα αποτοξινωμένη από κάθε ιδεολογική - εθνικιστική φόρτιση, χρήση χωρίς ίχνος επιθετικότητας, υποβόσκοντος ρεβανσισμού ή μολυσμένη από τη συμπλεγματική μειονεξία της «θυματοποίησης». Με κατακτημένη, γαληναία ηρεμία, ψηλαφητή ελευθερία από πολιτικάντικες εμπάθειες ή «εξυπνάδες», να πει ο Προκόπης Παυλόπουλος στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν:
«Ας μιλήσουμε ρεαλιστικά, με καθαρές κουβέντες: Είσαστε οι νικητές και είμαστε οι νικημένοι. Μας νικήσατε, πριν έξι αιώνες, κατά κράτος, μας εξορίσατε από την Ιστορία για τετρακόσια ολόκληρα χρόνια. Οι εκτάσεις γης όπου σήμερα κατοικείτε, ήταν κάποτε τόσο ελληνικές όσο και η Αθήνα, η Θήβα, η Σπάρτη, η Ολυμπία, η Πέλλα, η Βεργίνα, οι Θερμοπύλες. Στην Ιωνία γεννήθηκε ό,τι πιο ελληνικό: ο Ομηρος, το κεφαλάρι της γλώσσας μας, ο Ηράκλειτος, κεφαλάρι κάθε σοφίας και αρετής ελληνικής. Στη σημερινή σας επικράτεια, ώς πριν ενενήντα έξι χρόνια, όλα ήταν ελληνικά: Κωνσταντινούπολη, Ιωνία, Πόντος, Φρυγία, Λυκαονία, Παμφυλία, Κιλικία, Γαλατία, Καππαδοκία, Αιολία, Αμάσεια.
»Ξέρουμε, Πρόεδρε Ερντογάν, ότι η Ιστορία δεν γυρίζει πίσω, οι εθνοκαθάρσεις εξαλείφουν ολόκληρους λαούς από τις πανάρχαιες κοιτίδες τους, οριστικά, αμετάκλητα. Προλάβαμε οι Ελληνες να ελευθερώσουμε από τον Σουλτάνο κάποιες σπιθαμές γης και στήσαμε κράτος, που δεν έχει τίποτα το ελληνικό – από την πολεοδομία ώς τη διοίκηση και τα σχολειά, όλα είναι ξιπασμένη μίμηση, καραγκιοζιλίκι “εξευρωπαϊσμού”, ξεφτίλα μεταπράτη. Αυτό είμαστε, και θέλω να μου πεις: τι φοβάσαι από μας τους τελειωμένους, τι άλλο θέλεις επιτέλους από μας; Παραβιάζεις κάθε μέρα τον λειψό ουρανό μας, άρπαξες με ατιμία, εσύ ο μπεσαλής, τη μισή Κύπρο, θέλεις και το μισό Αιγαίο για “καλή γειτονία” – πού το πας, πες ξεκάθαρα.
»Δεν κάνω έκκληση να μας λυπηθείς, εμείς οι νικημένοι και προδότες του εαυτού μας, σωτηρία δεν έχουμε. Θα μπορούσες να υπολογίσεις σε μας και να στηριχτείς, για να μπεις στην Ε.Ε., να σώσουμε μαζί πείρα αιώνων, μεσανατολίτικη, προτεραιότητα της σχέσης και όχι της χρήσης, ναι, μέσα στην πεθαμενίλα, την ιστορικο-υλιστική της Ευρώπης. Αλλά είναι πια για μας αργά και για σένα “ύποπτοι” τέτοιοι πολιτικοί στόχοι.
»Κόψε τουλάχιστον τις απειλές, γίνεσαι κωμικός, Ταγίπ Ερντογάν. Φοβάσαι τους οριστικά νικημένους, τους εκούσια αρνητές των ιερών και των οσίων τους; Είσαστε ογδόντα εκατομμύρια και εμείς, σε σαράντα χρόνια, με την παρακμιακή μας υπογεννητικότητα, θα είμαστε τρία. Αλλαξε ορίζοντες και στόχους εξωτερικής πολιτικής, μην ξεχνάς: σου μεταγγίσαμε κάποτε τον “αέρα” της αυτοκρατορίας».
Αυτά ένας υποθετικός Προκόπης Παυλόπουλος σε έναν κατευχήν νηφάλιο Ταγίπ Ερντογάν.


Συλλαβίζοντας: «διαχείριση», «μεταρρύθμιση»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 07.01.2018
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Δ​​εν μπορώ να εντοπίσω στην Ελλάδα σήμερα (ίσως δικό μου το λάθος) κόμμα ή κομματάρχη που να ξεφεύγει από την ισοπεδωτική και κυρίαρχη διαχειριστική εκδοχή της πολιτικής. Κατά διαστήματα, κάποιοι καινοφανείς επίδοξοι «ηγέτες» μιλάνε και για «μεταρρυθμίσεις», αλλά είναι περισσότερο από φανερό ότι και πάλι τη διαχείριση εννοούν – μέχρις εκεί φτάνει ο νους τους.
«Μεταρρυθμίσεις» απαιτούν από την Ελλάδα και τα μεγάλα κέντρα της διεθνούς τοκογλυφίας, το κατ’ ευφημισμόν λεγόμενο «Διεθνές Χρηματοπιστωτικό Σύστημα». Στο στημένο με ολοκληρωτικούς μηχανισμούς ψυχολογικό παιχνίδι των εντυπώσεων, συνείδηση «δανειστή» (και όχι της τοκογλυφίας) έχουν και οι πολίτες κρατών-μελών του Eurogroup, των οποίων οι τράπεζες κρατούν ακόμα εθνικές ονομασίες, μόνο επειδή τα πιο εγκληματικά τους «λάθη» (όπως ο υπερδανεισμός της Ελλάδας στη δεκαετία 1998-2008) τα φορτώνουν στις κυβερνήσεις τους, και αυτές στις πλάτες των πιο αδύναμων υπερδανεισμένων.
Οι «μεταρρυθμίσεις» που ζητάνε από την Ελλάδα τα «χρηματοπιστωτικά» αυτά «κέντρα» ταυτίζονται με την πλήρη «ιδιωτικοποίηση» της κοινωνικής περιουσίας: Ο,τι αποτελεί κοινό και κοινωνούμενο από όλους αγαθό (το νερό που πίνουμε, το ηλεκτρικό ρεύμα, το οδικό δίκτυο, τα λιμάνια, τα τρένα, τα αεροδρόμια, τα νοσοκομεία, τα φάρμακα, η νοσηλεία – ό,τι η Ευρώπη ονόμασε «δημόσιο συμφέρον» και πανηγύρισε την προστασία του, μόλις στον 13ο αιώνα, ως είσοδο στον πολιτισμό) να παραχωρηθεί σήμερα στο μανιασμένο παιχνίδι κερδοσκοπίας, ήδη πάμπλουτων ιδιωτών.
Αν αυτός ο σαρωτικός θρίαμβος του πρωτογονισμού, η παλινδρόμηση από τη συνείδηση της «κοινωνίας» στα αντανακλαστικά της αγέλης, χαρακτηριστεί «μεταρρύθμιση», τότε η λέξη μπορεί άνετα να εναρμονιστεί με το σκόπιμο τέλμα της «διαχείρισης». Εμφατικό παράδειγμα, η σημασία που δόθηκε εν Ελλάδι στον όρο «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση» στα σαράντα τέσσερα χρόνια της λεγόμενης «μεταπολίτευσης»: Επανανακάτωμα της ίδιας πάντα σούπας, με στόχο τον επιδερμικό εντυπωσιασμό, τη φτηνιάρικη φιγούρα, την εξαπάτηση των αφελών.
Νομίζω, κι ας χαρακτηριστεί αφελής ή ανεδαφική η άποψή μου, ότι η λέξη «μεταρρύθμιση» έχει νόημα μόνο όταν προϋπάρχει ένας κοινωνικός στόχος. Δεν είναι «μεταρρύθμιση» η μεθοδική προετοιμασία πρακτικών προϋποθέσεων για να επιτευχθεί ο στόχος, όχι. Ο κοινωνικός στόχος είναι η «λογική» για να επιχειρηθεί μια μεταρρύθμιση. Απλοϊκό, αλλά όχι αφελές παράδειγμα: Ενας ρεαλιστικός κοινωνικός στόχος μπορεί να είναι η αύξηση της παραγωγικότητας. Ψάχνουμε τότε για «πρακτικές» που θα μπορούσαν να υπηρετήσουν αυτόν τον στόχο: λ.χ. να απλουστευθεί η διαδικασία και να μειωθούν τα επιτόκια για να δανείζεται ο πολίτης από τις τράπεζες. Ή (επί το συριζαϊκότερον) να μοιράσει το κράτος «πλεόνασμα» από τη φορολόγηση, σε πολίτες που θα παρουσιάσουν πειστικό προγραμματισμό επιχειρηματικού εγχειρήματος.
Και οι δυο αυτές «πρακτικές» απέχουν έτη φωτός από τη «λογική» μιας μεταρρύθμισης. Ο στόχος «αύξηση» της «παραγωγικότητας» είναι κοινωνικός όχι όταν εφευρίσκεται ή προκρίνεται για να «υπηρετήσει» (χρηστικά) την κοινωνία. Είναι κοινωνικός όταν τον «γεννάει» η κοινωνία. Πώς θα βοηθήσει η κεντρική εξουσία (ή θα προκαλέσει) τέτοια σωτήρια «γέννα»; Σε αυτού του ερωτήματος τη «λογική» εντάσσεται και αυτήν υπηρετεί η μεταρρύθμιση. Θα ψάξουμε για να εντοπίσουμε κοινωνικές μεταβλητές, δυσδιάκριτες ίσως για τον άσχετο ή ατάλαντο, αλλά ικανές να μας δώσουν το σκοπούμενο αποτέλεσμα. Ποια καίρια λ.χ. μεταρρύθμιση του «αναλυτικού προγράμματος» των γλωσσικών μαθημάτων και των μαθηματικών στο σχολείο θα ευνοούσε να «γεννηθεί» (αβίαστα, οργανικά) στη νοο-τροπία και στον ψυχισμό του παιδιού η χαρά της δημιουργίας, της παραγωγικότητας, να απωθηθεί η νέκρα της χρησιμοθηρίας; Ή, ποια αλλαγή της «λογικής» του δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα θα μεταμόρφωνε τη δημοσιοϋπαλληλία, από άσυλο εξασφάλισης των άτολμων, των μέτριων, των παρασιτικής νοο-τροπίας συμπολιτών μας, σε ζηλευτή καριέρα κοινωνικού λειτουργήματος, έργο μετρητής αποδοτικότητας, καταξίωσης και αξιοπρέπειας;
Αν κρίνουμε από την καθημερινή τηλεοπτική εικόνα του πολιτικού προσωπικού της χώρας αλλά και των λειτουργών «ενημέρωσης» του πολίτη, στην ελλαδική κοινωνία των τελευταίων τουλάχιστον σαράντα χρόνων δεν υπάρχει πεδίο, επομένως ούτε και ενδεχόμενο, να προκληθεί ευθέως πολιτικός ή δημοσιογράφος με το ερώτημα: Πώς καταλαβαίνετε τη λέξη «μεταρρύθμιση», τι διαφέρει για σας η «μεταρρύθμιση» από τη «διαχείριση»; Και φοβούμαι ότι τέτοιο ερώτημα δεν μπορεί να τεθεί σήμερα σε κανένα πεδίο του συλλογικού στην Ελλάδα βίου: Δεν θα μπορούσαν λ.χ., τόσες δεκαετίες τώρα, τα συνδικαλιστικά όργανα των δικαστών, έστω και παράλληλα με τις εκβιαστικά αδηφάγες μισθολογικές τους εξασφαλίσεις, να είχαν μελετήσει, οργανώσει και επιβάλει μια λειτουργική μεταρρύθμιση του συστήματος απονομής δικαιοσύνης, ως αντιπρόταση στο χάος και τη δαιδαλώδη αναποτελεσματικότητα του σήμερα;
Δεν θα μπορούσαν να έχουν κάνει το ίδιο οι ηγεσίες των Ενόπλων Δυνάμεων, τουλάχιστον ως εισήγηση στους θλιβερούς, κάθε φορά, πολιτικούς προϊσταμένους τους; Το ίδιο δεν θα μπορούσαμε να έχουμε κάνει οι πανεπιστημιακοί καθηγητές μεταρρυθμίζοντας (στο χέρι μας ήταν) τουλάχιστον τη μεγάλη ντροπή: το εξεταστικό μέσα στα πανεπιστήμια σύστημα ή τον παλαιοημερολογίτικο αναχρονισμό του μαγκανοπήγαδου «παραδόσεις - εξετάσεις»; Δεν θα μπορούσαν οι επίσκοποι της «επικρατούσης εν Ελλάδι θρησκείας» να αρνηθούν τον εξευτελισμό της εκλογής τους δίχως δημόσια κρίση, δίχως αιτιολόγηση της ψήφου των εκλεκτόρων, με μόνη αξιολογική διαδικασία το παρασκήνιο;
Είμαστε μια κοινωνία βυθισμένη όλο και πιο ανέλπιδα στην παρακμιακή αφασία. Μας έχουν συμβεί όλα τα πιο εφιαλτικά που θα μπορούσαμε να φανταστούμε. Και ξεγελιόμαστε, σαν μωρά παιδιά, με ψευδαισθήσεις. Για πόσο ακόμα;

Το σισύφειο 2018

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 02.01.2018
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Τ​​ο 2017 τελειώνει. Με παγιωμένη την πιο στεγανή ανελπιστία που θα μπορούσε να συναγάγει για την Ελλάδα ο απαισιοδοξότερος των νουνεχών.
Για τρίτη χρονιά οι Τράπεζες αποκλεισμένες από τον οικονομικό βίο της χώρας. Κανείς δεν το αναφέρει. Η εκποίηση της κοινωνικής περιουσίας αλόγιστη, ξέφρενη, χωρίς ούτε μία δημόσια, βαρύνουσα, κραυγή αγωνίας. Η δημόσια ασφάλεια να παραπέμπει σε συγκρίσεις με κακόφημες ζούγκλες διεθνών μεγαλουπόλεων, όπου η φτώχεια εκβάλλει στο αυτονόητο έγκλημα.
Δεν υπάρχει ελπίδα, γιατί είναι ανύπαρκτη μια κοινή λογική, έχουν αποκλειστεί όλα τα ενδεχόμενα συν-εννόησης. Η συν-εννόηση προϋποθέτει κοινή πρόθεση και κοινά κριτήρια για να ξεχωρίζει η αλήθεια από το ψέμα, η εμπειρική πιστοποίηση από μόνη την εντύπωση, το πραγματικό από το φαντασιώδες. Οταν «αυτονόητα» οι «ριζοσπάστες» της διεθνιστικής Αριστεράς συγκυβερνάνε με τους «ανυποχώρητους συνεπείς» της «πατριωτικής Δεξιάς» για να διεκπεραιώσουν τις απαιτήσεις του ιστορικο-υλιστικού διεθνισμού των «Αγορών», τότε η επαφή με την πραγματικότητα έχει a priori χαθεί.
Μαζί χάνεται και κάθε πιθανότητα κοινωνικής συν-εννόησης, παύουν να συνδέονται οι λέξεις με νοήματα και τα νοήματα με πράγματα. Οταν μάλιστα έχει προηγηθεί η ίδια αγυρτεία, με τη συγκυβέρνηση Σαμαρά - Βενιζέλου - Κουβέλη, αποσπώντας διεθνείς επαίνους, τότε παγιώνεται αδιάσειστα η ανακολουθία σημαινόντων και σημαινομένων, δηλαδή η ανελπιστία για οποιαδήποτε κοινωνική συν-εννόηση. Η απώλεια επαφής με την πραγματικότητα γίνεται αυτονόητο πεπρωμένο του Ελλαδισμού.
Στο 2017 συνεχίστηκε και παγιώθηκε το «ξέπλυμα» του ενδοτισμού, το ψευτοκαμουφλάρισμά του σε δήθεν θυσιαστική απάρνηση της πιστότητας σε αρχές και ιδεολογίες, προκειμένου να ανταποκριθούν οι πολιτικοί στις ωμές και εκβιαστικές απαιτήσεις των δανειστών. Ομως, αν η άνευ όρων υποταγή της χώρας στον απάνθρωπο εκβιασμό των δανειστών της ήταν νομοτελειακά επιβεβλημένη, γιατί δεν μπορούσε μια κυβέρνηση τεχνοκρατών, με τη στήριξη της Βουλής, να επωμισθεί την υποταγή αναλαμβάνοντας τη συνεργασία με την κατοχική επιτρόπευση και σώζοντας την αξιοπρέπεια της πολιτικής;
Είναι περισσότερο από φανερό ότι το μόνο που ενδιέφερε τα «κόμματα εξουσίας» ήταν να γλιτώσουν την παραπομπή για το εν ψυχρώ έγκλημα του εξωφρενικού υπερδανεισμού της χώρας (να αποσιωπηθεί και ξεχαστεί το ειδεχθές παρανοϊκό κακούργημα). Ωστε να συνεχίσουν να απολαμβάνουν την πρέζα της εξουσίας οι άρρωστοι εξαρτημένοι, έστω και με συνθήκες ακραίου εξευτελισμού και διεθνούς διασυρμού του ελληνικού ονόματος.
Ακόμα και ο ταλαντούχος ΣΥΡΙΖΑ που υποσχόμενος υπεράσπιση της συλλογικής αξιοπρέπειας σκαρφάλωσε από το 4,5% στο 36% της προτίμησης των αηδιασμένων, εντεταλμένος και με δημοψήφισμα από το 62% του λαού να επιλέξει ακόμα και την έξοδο από το ευρώ αλλά όχι την είσοδο σε καθεστώς ατέρμονης χρεοδουλοπαροικίας, προτίμησε και αυτός τον εξευτελισμό της παλινωδίας, την ατιμία της αθέτησης των επαγγελιών του μόνο για την, έστω και καθυστερημένη, εξάρτηση από την ηδονή της εξουσίας. Αδιάντροπα, χυδαία.
Το 2017 τελειώνει, με τον κόμπο να έχει φτάσει στο χτένι, την απελπισία στο μη παραπέρα. Κατακλυζόμαστε καθημερινά από συμπτώματα κοινωνικής αποσύνθεσης και κρατικής ανυπαρξίας, καταιγισμό χυδαίου αμοραλισμού, επιθετικής μικρόνοιας, αδίστακτης ψευδολογίας, εξευτελιστικής αναξιοκρατίας. Βάνδαλοι θρυμματίζουν μαρμάρινα τεχνουργήματα και ανδριάντες στην καρδιά της πρωτεύουσας. Και αποτελεσματικά μέτρα στο επίπεδο κοινωνικής αυτοάμυνας ούτε καν συζητούνται.
«Κατορθώθηκε», μέσα στο 2017, να τεθεί ως κατεπείγον πρόβλημα η ανάδειξη ηγεσίας του πολιτικού χώρου που ιστορικά τιτλοφορήθηκε «δημοκρατικό κέντρο». Χώρου ταυτισμένου στις συνειδήσεις με τη νηφαλιότητα της αποφυγής των ακροτήτων, την προτεραιότητα της καλλιέργειας, την ευαισθησία για τη γλώσσα, το προβάδισμα της παιδείας. «Κέντρο» στην Ελλάδα σημαίνει Παπανούτσος, Θεοτοκάς, ο σοφός Σοφούλης, ο ανυποχώρητος πατριώτης Πλαστήρας, ο ιδιοφυής Καρτάλης, η κατασφάλιση του άρθρου 1-1-4 του Συντάγματος, η απαίτηση να διατίθεται το 15% του προϋπολογισμού για την παιδεία. Αυτός ο χώρος παραδόθηκε τελικά με τα μαγειρέματα των διαφημιστών, σε όνομα-σύμβολο της καταλήστευσής του από την πασοκική λοιμική, στη θλιβερή για την ολιγότητά της κυρία Φώφη.
Και η πολιτική ανελπιστία, που συναπέφερε το 2017, ολοκληρώθηκε με το 11ο συνέδριο της Ν.Δ., πριν από δύο εβδομάδες. Ποιος αλήθεια βεβαίωσε αυτό το κόμμα που έσωζε κάποτε τουλάχιστον μιαν αστική ευπρέπεια, ότι η στεντόρεια γενικολογία, η θλιβερά ασυμμάζευτη, είναι τεκμήριο ηγετικού χαρίσματος; Σκεφθείτε τον αρχηγό αυτού του κόμματος να κατέστρεφε τη φετινή χρονιά της απόγνωσης κοινοποιώντας στο συνέδριο ολοκληρωμένη πρόταση για το «ασφαλιστικό» ή έτοιμη μελέτη για ριζική αναδιοργάνωση ενός έστω υπουργείου ή ολοκληρωμένο νομοσχέδιο για τον κοινωνικό έλεγχο της ραδιοτηλεοπτικής ντροπής – κάτι συγκεκριμένο επιτέλους, που να προδίδει πολιτική σοβαρότητα, όχι κομπασμούς επιδόσεων στην κοκορομαχία.
Με ορθολογικά κριτήρια, ούτε ο πολιτικός χώρος του «δημοκρατικού κέντρου» μπορεί να ξαναϋπάρξει στο σημερινό Ελλαδιστάν ούτε το πατριωτικό εκείνο «Λαϊκό» κόμμα, που υπεράσπιζε τις προτεραιότητες της τάξης των αυτοδημιούργητων νοικοκυραίων, αστών και αγροτών, στην Ελλάδα. Πολιτικός βίος θα ξαναϋπάρξει μόνο αν υπάρξουν κόμματα που οι στόχοι τους, οι πρακτικές τους και η ρητορική τους δεν θα υπαγορεύονται από καναλάρχες. Ο Ελληνισμός εικονίζεται στον μύθο του Σισύφου. Μόνο που με δεδομένον σαν «μοίρα» τον παραλογισμό, χαρίζεται στους Ελληνες να γεννάνε εκπλήξεις. Ελάχιστες και περιθωριακές. Αλλά εκπλήξεις.

«Kαι όμως κινείται...»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 27.12.2017
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
​​Προσπαθώ να φανταστώ την εικόνα: όψεις, χειρονομίες, συμπεριφορές των «αρχόντων» (διακεκριμένων αφεντάδων της γνώσης, της εξουσίας, του πλούτου), όταν ο Galileo Galilei επιχειρούσε να τους πείσει ότι «η γη κινείται». Μια τέτοια δοξασία ανέτρεπε τις βεβαιότητες των αισθητών τους πιστοποιήσεων, τη λογική τους. Αλλαζε την κατεστημένη εικόνα της πραγματικότητας, τη δεδομένη «τάξη πραγμάτων», τάξη που θεμελίωνε όχι απλώς απόψεις, αλλά τρόπο συλλογικό σκέψης και βίου.
Ο Γαλιλαίος ήξερε ότι δεν υπερασπίζει αυθαίρετα δόγματα, εξουσιαστικές απαιτήσεις «αλαθήτου», πεποιθήσεις που θωρακίζουν την εγωτική του κατασφάλιση. Φώτιζε (μαρτυρούσε, κατάδειχνε) τη δεδομένη στη φυσική πραγματικότητα αλήθεια, που δεν κινδυνεύει να εξαλειφθεί αν την αρνηθούν ακόμα και οι υπερασπιστές της (πτοημένοι από το μένος της φανατισμένης αδαημοσύνης). Υπέγραψε λοιπόν ο Γαλιλαίος την αποκήρυξη της «πλάνης» του. Και φεύγοντας, λέει η «παράδοση», σιγοψιθύριζε την αταλάντευτη βεβαιότητά του για τη γη: «Και όμως κινείται»!
Σκέφτομαι, Χριστούγεννα σήμερα, το ανάλογο σκηνικό στους δικούς μας καιρούς, με αντεστραμμένους πια, ριζικά, τους όρους: Η επιθετική απαίτηση εξουσιαστικής επιβολής δεν φοράει τώρα τη λεοντή της μεταφυσικής αυθεντίας, έχει επενδυθεί στην ακαταμάχητη σαγήνη και αποτελεσματικότητα του Ιστορικού Υλισμού. Είναι η Οικονομία σήμερα ο φορέας του «αλαθήτου», μέτρο αποτίμησης της οποιασδήποτε ορθότητας (αλήθειας και αξίας), απόλυτος εξουσιαστής της ύπαρξης και του βίου των ανθρώπων σε παγκόσμια κλίμακα. Ερώτημα για το «νόημα» (την αιτία και τον σκοπό) του υπάρχειν είναι στην πράξη αδύνατο να τεθεί, θέση «νοήματος» επέχει μόνο η χρηστικότητα, η παραγωγική αποτελεσματικότητα. Ο Γαλιλαίος θα συνυπέγραφε και πάλι την κυρίαρχη εξουσιαστική ψευδαίσθηση, αλλά θα μονολογούσε αποχωρώντας: «Και όμως ο Θεός ενανθρώπησε, είναι γεγονός τα Χριστούγεννα».
Η Γιορτή των Χριστουγέννων δεν θεσμοθετήθηκε από κάποιο υπουργείο Εμπορίου ή Εργασίας – μια πάγκοινη γιορτή μόνο γεννιέται, και μόνο η χαρά γεννάει γιορτή. Αν ο Θεός είναι ελεύθερος και από τη θεότητά του, αν το βρέφος στη φάτνη της Βηθλεέμ είναι η αναίτια αιτία του υπάρχειν, τότε η ύπαρξη που ιδρύει αυτός ο ελεύθερος από κάθε προκαθορισμό θεότητας Θεός είναι η ανθρώπινη, προικισμένη με την ελευθερία του Αναίτιου. Με ποια γλώσσα, ποια «σημαίνοντα» (σήμερα θα λέγαμε: με ποια «μαθηματικά») μπορεί να σημανθεί η ύπαρξη ως ελευθερία, όχι βουλητική (επιλογών) αλλά υπαρκτική (τρόπου της ύπαρξης) ελευθερία; Και έχουμε δεδομένη στη γλώσσα μας τη λέξη γι’ αυτόν τον τρόπο: είναι η αγάπη – όχι σαν ποιότητα συμπεριφοράς, αλλά ως τρόπος της ύπαρξης: Να υπάρχεις, επειδή ελεύθερα θέλεις να υπάρχεις, και να θέλεις να υπάρχεις, επειδή αγαπάς.
Η γλώσσα των Χριστουγέννων, με πλήρη επίγνωση της σχετικότητας και ανεπάρκειας των σημαινόντων, λέει: Ο πάντων Αίτιος υπάρχει, όχι επειδή είναι «Θεός» (υποχρεωμένος από τις προδιαγραφές της ουσίας ή φύσης του να είναι αυτό που είναι), αλλά επειδή είναι ο «Πατήρ»: Αυτός που «υποστασιάζει» (κάνει υποστάσεις, υπαρκτική πραγματικότητα) το υπάρχειν «γεννώντας» τον «Υιό» και «εκπορεύοντας» το «Πνεύμα». Υπάρχει η Αναίτια Αιτία, επειδή ελεύθερα «γεννά» και «εκπορεύει», ελεύθερα (αγαπητικά) «γεννάται» και «εκπορεύεται».
Στη γλώσσα των Χριστουγέννων, επίσης, ένα κορίτσι της Ναζαρέτ, ανθρωπινότατο, γεννάει ελευθερώνοντας τη φύση από την αναγκαιότητα της σποράς, μεταποιεί σε ελευθερία σχέσης την κύηση. Αυτή και ο προστάτης της Ιωσήφ και ο σταύλος της Βηθλεέμ και οι αγραυλούντες ποιμένες, όλα, είναι μια γλώσσα για να ειπωθεί η Γιορτή της Μεγάλης Χαράς. Οτι είναι ρεαλιστική δυνατότητα η «σωτηρία»: να γίνει ο άνθρωπος «σώος», υπαρκτικά ακέραιος, να γευθεί το πλήρωμα της ζωής, το «περισσόν» της ζωής, την ελευθερία από κάθε αναγκαιότητα, κάθε περιορισμό ή στέρηση. Η πληρότητα είναι πάντοτε ελευθερία, η ελευθερία πάντοτε έρωτας, επομένως πάντοτε δυνατότητα και ποτέ δικαίωμα, πάντοτε κατορθωμένο χάρισμα και ποτέ συνταγή.
Κάθε «Γαλιλαίος» και σήμερα νιώθει υπόδικος για τη λάμπουσα αλήθεια της Μεγάλης Γιορτής και μάταιο να την αντιτάξει στον πρωτογονισμό και απάνθρωπο ολοκληρωτισμό των «Αγορών», στα παραισθησιογόνα της «ελευθερίας» των καταναλωτικών επιλογών. Αρνείται να ιδεολογικοποιήσει την πίστη του στον έρωτα, στο άθλημα της αγαπητικής αυθυπέρβασης. Περιορίζεται στον ανάκουστο ψίθυρο: «και όμως ενανθρώπησε»! Εχει την εμπειρική βεβαιότητα ότι η αλήθεια των Χριστουγέννων, η ενανθρώπηση της ελευθερίας, δεν χάνει ούτε ζημιώνεται από τον μυωπικό φανατισμό του «εκσυγχρονισμού» και της «προόδου». Η αλήθεια παραμένει ακέραιη και περιμένει τη συνάντησή της με την ελευθερία και δίψα του οποιουδήποτε εραστή της.
Καθόλου τυχαία, είτε για την «ακινησία» της γης πρόκειται είτε για την παγίδευση του μυαλού στα νηπιώδη στερεότυπα του ιστορικο-υλιστικού πρωτογονισμού, την αφύπνιση από τον λήθαργο την αποκλείουν τα κατεστημένα «ιερατεία». Δηλαδή, όσοι διαχειρίζονται κατ’ επάγγελμα τον μετα-φυσικό ρεαλισμό του «νοήματος»: Οι τάχα και πολιτικοί, από άκρη σε άκρη του κομματικού φάσματος, μαγαρίζουν μεθοδικά τη λέξη «Χριστούγεννα» για να «ευχηθούν» μόνο χυδαία καταναλωτική ευωχία, ωσάν να απευθύνονται, όχι σε κοινωνία λογικών υπάρξεων αλλά σε οριστικά ευνουχισμένες αγέλες χοιροστασίου. Διαβάστε και τα «διαγγέλματα» του ιερατείου της «εν Ελλάδι επικρατούσης θρησκείας», αρχιεπισκόπων, μητροπολιτών, πατριαρχών, που συναγωνίζονται το ΚΚΕ σε ιδεολογικό δογματισμό ριζικά αποκομμένον από κάθε γνησιότητα πάλης για «νόημα» και χαρά της ζωής και ψηλαφητή αλήθεια.
Ο Γαλιλαίος παραιτημένος σιγοψιθυρίζει: «Και όμως ενανθρώπησε, διάολε! Είναι Χριστούγεννα!».


Το σταυροκόπημα της προγιαγιάς μας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 17.12.2017
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
​​Ο πολίτης σήμερα αποδείχνεται «άπολις», που θα πει: αποκλεισμένος από τα της πόλεως και της πολιτικής, τα «κοινά». Δεν το αντιλαμβάνεται, επειδή του έχουν περάσει σαν αυτονόητο ότι μετοχή στα κοινά είναι η πληροφόρηση για τα κοινά, η ενημερότητα. Τον βομβαρδίζουν, ώρες ατέλειωτες κάθε μέρα, με «ειδήσεις» εξόφθαλμης αναξιοπιστίας και μικρονοϊκής προπαγάνδας. Χώρια τα «πάνελ» πολιτικής ανάλυσης, όπου, για να εκπροσωπούνται όλα τα κόμματα της συμπαιγνίας, βιάζεται η νοημοσύνη, η σοβαρότητα, συχνά και η αισθητική του τηλεθεατή.
«Εξαρτημένο» άτομο από την πρέζα της «πληροφόρησης» ο άπολις πολίτης. Ευτελισμένος και ισοπεδωμένος από την ευτέλεια τόσο της κυβερνητικής όσο και της αντιπολιτευτικής προπαγάνδας, εθισμένος στη χυδαιότητα της κομματικής μικρόνοιας και της συνεχώς επιθετικής κομπορρημοσύνης. Διολισθαίνει, χωρίς να το καταλαβαίνει, στην ψευδαίσθηση πως, αφού τον «πληροφορούν» για όλα, τον καθιστούν και μέτοχο (αυτόν τον αμέτοχο) σε όλα, ενεργό συντελεστή στα συμβαίνοντα. Οι επαγγελματίες πολιτικοί αποδείχνονται στις σημερινές «δημοκρατίες» περισσότερο επιτήδειοι στην εμπορική διάθεση παραισθησιογόνων από τους εμπόρους κοκαΐνης.
Η χειραγώγηση στην εξάρτηση μεθοδεύεται, ώστε να εξασφαλίζεται έμμεσα, από πλάγιους δρόμους: Πόσοι πολίτες έχουν ποτέ διερωτηθεί γιατί αυτό το τόσο πληθωρικό κρατικό ενδιαφέρον για το ποδόσφαιρο; Πόσοι σύγκριναν ποτέ τα σχολικά κτίρια που διαθέτει η χώρα με τα εντυπωσιακά ποδοσφαιρικά γήπεδα σε πόλεις και κωμοπόλεις; Γιατί, σε όλα τα κανάλια και με κάθε κυβέρνηση, το δελτίο πολιτικών ειδήσεων συνοδεύεται αυτονόητα από δελτίο αθλητικών ειδήσεων (κυρίως ποδοσφαιρικών) με κόστος καθόλου ευκαταφρόνητο;
Ξέρουν πολύ καλά οι επαγγελματίες εξουσιαστές ότι ο εθισμός της μάζας στην υποκατάσταση του πραγματικού από το φαντασιώδες, της πολιτικής μετοχής από την πολιτική «πληροφόρηση», αρχίζει «ανεπαισθήτως» με τον «φιλαθλητισμό». Ανέκαθεν ο θεατής από τις κερκίδες διολίσθαινε ευκολότατα στην ψευδαισθητική ταύτισή του με τον μονομάχο στην αρένα – ωρυόταν, παρότρυνε, απέτρεπε, υπόδειχνε, χειρονομούσε ξέφρενος. Σήμερα, υπάρχουν άνθρωποι (οι πιο αντιπροσωπευτικοί είναι ταξιτζήδες) που ολόκληρη τη μέρα (ή τη νύχτα) ζουν με το ραδιόφωνο αδιάκοπα ανοιχτό σε ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις με υστερικούς σχολιαστές, και αξιολογήσεις ή αγοραπωλησίες παικτών – τυπικό σύνδρομο ο συνδυασμός της ψευδαίσθησης του αγωνίσματος με τη μέθη του τζόγου.
Με την απίστευτη πληθώρα των γηπέδων και τον καταιγισμό «αθλητικών» ειδήσεων ο άπολις-πολίτης-θεατής ντρεσάρεται για να διαμορφώσει ψυχισμό οπαδού. Γίνεται θεατής της ζωής του, των σχέσεων που συγκροτούν το γίγνεσθαι της ύπαρξής του. Δεν διεκδικεί τη μετοχή στη συλλογικότητα, τη χαρά της ευθύνης και δημιουργικής παρέμβασης στα κοινά, παραιτείται εν αγνοία του από το «φύσει κοινωνικόν» του ανθρώπου, εθίζεται στη νοο-τροπία του ανδράποδου. Είναι έτοιμος να αγοράσει σκυλάκι, να ταΐζει τα γατιά της γειτονιάς – να εκλαμβάνει ως σχέση κοινωνίας της ζωής τα αντανακλαστικά του Παβλώφ.
Η ποδοσφαιρολαγνεία και η κατ’ ευφημισμόν «ζωοφιλία» υποστηρίζονται μεθοδικά από το σύστημα εξουσίας. Ολες οι κυβερνήσεις υπηρετούν πειθήνια την οργανωμένη σε συλλόγους ψυχοπαθολογία της ζωοφιλίας – είμαστε η μόνη χώρα της Ευρώπης που ζει με τις εφιαλτικές αγέλες των «αδέσποτων» σκυλιών μέσα στις πόλεις. Δεν είμαστε όμως οι μόνοι που συντηρούμε, με τεράστιο οικονομικό κόστος, και τους χώρους (γήπεδα) όπου συντελείται ο μεταβολισμός του κοινωνού πολίτη σε ακοινώνητον οπαδό. Καθόλου τυχαία, οι οπαδοί στις κερκίδες των γηπέδων εκτονώνονται απροσχημάτιστα και χωρίς χαλινό, όπως στο ψυχαναλυτικό ντιβάνι: Συντονίζουν ρυθμικά κραυγές και αλαλαγμούς σε μια ξέφρενη υστερία επιθετικής βωμολοχίας, κυρίως σε προτροπές σεξουαλικής επιθετικότητας. Ευπρεπείς αστοί ή γόνοι αστών, που όταν τους βλέπεις, μετά τον «αγώνα», να αποχωρούν σιωπηλοί, νηφάλιοι, μοναχικοί, απορείς και εξίστασαι πως οι ίδιοι, πριν λίγα μόλις λεπτά, μαίνονταν.
Πού πηγαίνει τελικά η ελλαδική κοινωνία, με ποιους τρόπους, ποια μέσα μπορεί να αναχαιτιστεί η εφιαλτική κατρακύλα της παρακμής; Η ιστορική πείρα και η ανθρωπολογική σπουδή βεβαιώνουν ότι μια τέτοια αποσαθρωτική δυναμική αυταπαξίωσης και αυτοκαταστροφής δεν αναχαιτίζεται, το κοινωνικό σώμα δεν γεννάει αντιστάσεις – έχει καταστραφεί η γλώσσα, έχει εξουδετερωθεί η παιδεία υποταγμένη στη χρησιμότητα, έχει διαλυθεί η κοινότητα, ακόμα και μέσα στην Εκκλησία η ανθρώπινη ποιότητα είναι εν διωγμώ. Η ορθολογική πρόβλεψη είναι: ή ιστορικός αφανισμός σε μερικές δεκαετίες ή υποδούλωση χωρίς εξωραϊσμούς «επιτροπείας» ή κατάλυση του Συντάγματος από διαδοχικά πειράματα αυταρχισμού που επωάζονται συνήθως στην παρακμή.
Γιατί μια επιφυλλίδα να εκτίθεται τόσο παρακινδυνευμένα στην οργή που γεννάει ένας συναγερμός κινδύνου; Επειδή το θετικό του συναγερμού είναι ότι μας υποχρεώνει να κατασφαλίσουμε τα ουσιώδη. Οσο δεν ηχεί συναγερμός, έστω κι αν το τσουνάμι επέρχεται αδυσώπητο, μπορούμε να ξεχνιόμαστε εκλέγοντας τη Φώφη, για την αρχηγία του πολιτικού τίποτα ή συζητώντας τα κίνητρα του Κυριάκου, που έσπευσε να μας καθησυχάσει για τον αποκλεισμό των συγγενών του από την κυβέρνηση των ονείρων του, χωρίς να εξηγήσει γιατί η οικογένειά του είναι βαρίδι στην καριέρα του.
Στο μπογαλάκι για τη φυγή με το τελειωτικό τσουνάμι, θα περισώσουμε αυτά που αποκλείεται να βρούμε οπουδήποτε αλλού στη γη μάς ξεράσει το κύμα. Και τα μοναδικά και πολυτίμητα είναι η γλώσσα μας πίσω ώς τον Ομηρο, είναι το σχολειό ως αυταξία, όχι για την παραγωγή, είναι το σταυροκόπημα της ελπίδας: το «έχει ο Θεός» της προγιαγιάς μας.

Δημογραφικό, συν μετανάστευση

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 10.12.2017
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Γ​​νωστή η φράση της ανορθόδοξης αισιοδοξίας του Μακρυγιάννη. Την αλίευσε και την ανέδειξε πρώτος ο Σεφέρης, στην ομιλία του για τον Μακρυγιάννη, στην Αλεξάνδρεια (16.5.1943):
«Η τύχη μάς έχει τους Ελληνες πάντοτε ολίγους. Οτι αρχή και τέλος, παλαιόθε και ώς τώρα, όλα τα θερία πολεμούν να μας φάνε, και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά».
Πριν από λίγες μέρες, σε τηλεοπτικό «κανάλι» έδινε συνέντευξη ένας Ελληνας ευρωβουλευτής, ανεξάρτητος, ο Κώστας Χρυσόγονος. Είπε, κάποια στιγμή, με τόνο φωνής ήρεμο, ανεπιτήδευτο: «Κατατριβόμαστε με ασήμαντα θέματα (οι πολιτικοί), ενώ είναι αδυσώπητο, σε σαράντα μόλις χρόνια από τώρα, αν παραμείνουν στους ίδιους ρυθμούς οι εξελίξεις στο δημογραφικό και στη μετανάστευση των ντόπιων, να μην υπάρχει ούτε ίχνος Ελλήνων μέσα στα σημερινά όρια του ελλαδικού κράτους».
Για να βρούμε μιαν άκρη στις προβλέψεις, άκρη ανυπότακτη στη μικρόνοια της «αισιοδοξίας» ή της «απαισιοδοξίας», πρέπει να διερευνήσουμε και διασαφηνίσουμε τα πραγματικά δεδομένα: Οταν ο Μακρυγιάννης έλεγε «εμείς οι Ελληνες» που «η τύχη μάς έχει πάντοτε ολίγους», προϋπέθετε μιαν ελληνικότητα διαφορετική από αυτήν που πιστοποιούσε ο Σεφέρης γύρω του το 1943 (γι’ αυτό και τον εξέπληττε ο Μακρυγιάννης). Διαφορετική και από την ελληνικότητα που πιστοποιεί σήμερα ο Χρυσόγονος γύρω του, με τη ρεαλιστικότατη πρόβλεψη («και πολλοί προβλέπουν») ότι θα έχει εξαφανιστεί σε σαράντα το πολύ χρόνια.
Η ελληνικότητα για την οποία μιλούσε ο Μακρυγιάννης δεν είχε σχέση με την κρατική υπηκοότητα ούτε με την πιστοποίηση της ιθαγένειας των γονέων ούτε με «πολιτικά δικαιώματα» που προσπορίζει το ανήκειν σε μια «νόμω» οργανωμένη πολιτεία. Σήμερα η υπηκοότητα είναι μια τυπική ιδιότητα, μπορούμε να την αποδείξουμε επιδείχνοντας έναν Αριθμό Δελτίου Ταυτότητας ή Διαβατηρίου ή ΑΜΚΑ ή άδειας οδήγησης αυτοκινήτου. Μας χωρίζουν από τον Μακρυγιάννη (την εκδημία του, το 1864) μόλις 153 χρόνια, αλλά και χάσμα μέγα στη νοο-τροπία, στην αντίληψη και αίσθηση «πατρίδας», στην εκτίμηση του ρόλου της Ιστορίας.
Μοιάζει παράτολμο με τις σημερινές προσλαμβάνουσες, όμως όχι παράλογο, να διερωτηθούμε μήπως η Τουρκοκρατία είχε διασώσει την τελευταία ρεαλιστική (με πραγματικό αντίκρισμα ζωής και ιστορική σάρκα) έκφανση της ελληνικότητας. Μιας ελληνικότητας που δεν ήταν υπηκοότητα, δεν την προστάτευε κανένα νομικό σχήμα συλλογικής σύμβασης (κοινωνικό συμβόλαιο-σύνταγμα), ήταν ακόμα εντελώς αμόλυντη από τον ψυχολογισμό της ιδεολογίας, τη λοιμική που αλλοτριώνει τον πατριωτισμό σε «εθνικισμό».
Οταν ο Μακρυγιάννης έλεγε «εμείς οι Ελληνες», αναφερόταν αυτονόητα, χωρίς την παραμικρή ιδεολογική επεξεργασία, σε όσους είχαν γλώσσα την ελληνική, έστω και «απελέκητη», συνείδηση ιστορική που τους έδενε οργανικά τόσο με την Πόλη, την Αγια-Σοφιά και την αυτοκρατορία όσο και με «τους παλαιούς Ελληνες» που ήσαν «οι γυναίγοι όλης της ανθρωπότης, ο Λυκούργος, ο Πλάτων, ο Σωκράτης, ο Αριστείδης, ο Θεμιστοκλής, ο Λεωνίδας, ο Θρασύβουλος, ο Δημοσθένης».
Το σπουδαιότερο: Ο Ελληνας για τον Μακρυγιάννη ξεχώριζε έμπρακτα, όχι με «πεποιθήσεις» και ιδεολογικές «αρχές», από τον αλλόδοξο Τούρκο και τον ετερόδοξο Φράγκο – τον διαφοροποιούσε και από τους δυο η καθημερινή πράξη: Στη λέξη κατέφυγε και ο Μαρξ (praxis) για να ξεχωρίσει τις αφηρημένες ιδέες από το ένσαρκο στην καθημερινότητα βίωμα. Μέχρι και πριν λίγα χρόνια ακόμα, αν έβλεπε ο Ελληνας συμπατριώτη του να τρώει κρέας την Παρασκευή, απορούσε: «Μα, Τούρκος είσαι;». Η πράξη της νηστείας, το αναμμένο καντήλι, ο εκκλησιασμός σαν αυτονόητη Γιορτή, ο αγιασμός, το ζύμωμα του πρόσφορου, το σταυροκόπημα, συγκροτούσαν το αυτονόητο, συγκεκριμένο αντίκρισμα της φράσης «εμείς οι Ελληνες».
Η «πράξη» δεν μπορεί να διασωθεί τεχνητά, με προπαγάνδες και συναισθηματικές ηθικολογίες, η Ιστορία δεν γυρίζει πίσω. Ελληνισμός πολιτικός πια δεν υπάρχει, η Ελλάδα είναι ένα κράτος μεταπρατικό, θεμελιωμένο στη μίμηση και στην ξιπασιά, κράτος που επίμονα και μεθοδικά καταστρέφει τη γλώσσα στα σχολεία και στα κανάλια, ακυρώνει με χίλια δυο μηχανεύματα τη συνέχεια του Ελληνισμού, αλλοτριώνει την ένσαρκη στον λαϊκό πολιτισμό μεταφυσική σε ιδεολόγημα «επικρατούσας θρησκείας», εξοντώνει πεισματικά το κύτταρο της ελληνικής συνέχειας: τη μικρή αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα.
Μια ελάχιστη μακρυγιαννική «μαγιά» ίσως σώζεται ακόμα διακριτικά, αλλά «ουκ έρχεται μετά παρατηρήσεως»: Δεν είναι δυνατό να εκφραστεί από κόμμα, μεταστοιχειώνεται αμέσως σε φαιδρή παρωδία του τύπου των εγχειρημάτων Καρατζαφέρη, Ψαρουδάκη, Αδ. Γεωργιάδη. Η λέξη «κόμμα» σημαίνει καταγωγικά κομμάτι, μεράδι, προϊόν τεμαχισμού, κατάτμησης, δεν συμβιβάζεται με την καθολικότητα του ελληνικού «τρόπου».
Σε πρόσωπα, ναι, μπορεί να σώζεται η «μαγιά». Τα εξωτερικά σημάδια είναι τρία, ενδείξεις βιωμένων στόχων, όχι ιδεολογικών «πεποιθήσεων»: Να λειτουργεί ζωντανή η γλωσσική συνέχεια στον εκφραστικό της ιλιγγιώδη πλούτο, στη συντακτική λογική της αρτιότητα, στην ακεραιότητα της γραφής της. Να σώζεται η βιωματική ενάργεια της ιστορικής συνείδησης και της διαχρονικής ενοείδειας του Ελληνισμού. Να είναι συνταγματικά θεσμοθετημένη η μικρή, αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα, ζωντανή συνέχεια της «πόλεως» και της «εκκλησίας» των Ελλήνων.
Τέτοιοι στόχοι γεννώνται ως προσωπική ανάγκη, δεν υπακούνε στη λογική του ιδεολογήματος. Οπως συμβαίνει με κάθε κοινωνική δυναμική που αλλάζει την Ιστορία.

Η παγίδα της καθολικής ψηφοφορίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 03.12.2017
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Κ​​άποτε, πριν από λίγα χρόνια, στην Ελλάδα, τον αρχηγό σε ένα κόμμα τον εξέλεγαν οι βουλευτές του κόμματος – εκλέκτορες, δηλαδή, πολιτικά έμπειροι (κατά τεκμήριο) και με άμεσο συμφέρον να έχουν μπροστάρη ικανό να τους οδηγήσει στην εξουσία. Μετά τη δικτατορία του ’67-’74, όταν ο «εκδημοκρατισμός» από κοινωνική στόχευση έγινε απλώς νεύρωση, θεωρήθηκε «δημοκρατικότερο» να εκλέγεται ο αρχηγός από «συνέδριο» του κόμματος, δηλαδή από «ευρύτερη βάση» εμπλεκόμενων, όχι σε ηγετικές ευθύνες, αλλά στην κομματική «κουζίνα» (στην παρα-εξουσιαστική λωτοφαγία).
Τελικά, με συνοπτικές διαδικασίες που ουδέποτε δικαιολογήθηκαν, επιβλήθηκε η «συνεπέστερη» από όλες εκδοχή «εκδημοκρατισμού»: Να ψηφίζει ο οποιοσδήποτε πολίτης, τον οποιονδήποτε θέλει για αρχηγό οποιουδήποτε κόμματος, ασχέτως με το ποιου κόμματος είναι μέλος ή οπαδός ο ψηφοφόρος. Είναι βεβαιωμένο ότι σε κάθε νεύρωση η «συνέπεια» βιώνεται σαν αύξουσα εμμονή στην προκατάληψη – ενώ για τον νηφάλιο παρατηρητή παραμένει γελωτοτρόφος φάρσα.
Αλλά φάρσα στην Ιστορία είναι συχνά μια ανεπίγνωστη τραγωδία. Γίνεται όλο και πιο φανερό σήμερα ότι η πολυδιαφημισμένη «διεύρυνση της εκλογικής βάσης» και η κατάληξή της σε «καθολική ψηφοφορία» καθιστούν διακριτικά ευχερέστερο τον έλεγχο του εκλογικού αποτελέσματος, τη διαβουκόληση της λαϊκής θέλησης. Επιγραμματικά: όταν εκλέκτορες του αρχηγού είναι οι βουλευτές του κόμματος ή, έστω, τα εκλεγμένα από τη «βάση» μέλη συνεδρίου του κόμματος, τότε είναι οι πολίτες που εκλέγουν τον αρχηγό. Οταν «καθολικευθεί» η ψηφοφορία, εκλέκτορες είναι τα ΜΜΕ.
Ο εφιάλτης αυτός της πολιτικής ανελευθερίας μοιάζει πια παγκοσμιοποιημένος. Η διαμόρφωση του εκλογικού αποτελέσματος αποδείχνεται, όλο και περισσότερο, συνάρτηση του χρηματικού ποσού που θα διατεθεί για να εξαγοραστούν τα ΜΜΕ. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ και «πλανητάρχης» θα εκλεγεί, όχι βέβαια για το πολιτικό του πρόγραμμα, αλλά για τους «σπόνσορες» που θα κατορθώσει να συγκεντρώσει με στόχο την εξαγορά των ΜΜΕ. Ακόμα και στο επαρχιωτικό, χρεοκοπημένο μας Ελλαδέξ, όλοι ξέρουμε ότι όποιος υποψήφιος στην Α΄Αθηνών «μπουκώσει» τα ΜΜΕ με ποσό πάνω από ένα συγκεκριμένο πλαφόν, θα εκλεγεί οπωσδήποτε, έστω κι αν είναι κρετίνος. Οι πρόσφατες περιπτώσεις Τραμπ και Μακρόν έδειξαν, με ανατριχιαστική ενάργεια, τις πλανητικές διαστάσεις του φαινομένου.
Εχει αρχίσει να διαφαίνεται και ο αυτοαποκλεισμός της ποιότητας από τις αναμετρήσεις: Δεν πρέπει, π.χ., να ήταν τυχαίο που στην καθολικευμένη ψηφοφορία για τη διαδοχή του Α. Σαμαρά στην ηγεσία της Ν.Δ., δεν εμφανίστηκε ως υποψήφιο για την αρχηγία κανένα από τα έμπειρα και εμβληματικά στελέχη του κόμματος, κανένας από όσους, τουλάχιστον διασώζουν στην εμφάνιση και συμπεριφορά τους την αστική ευπρέπεια και καλλιέργεια. Γνώριζαν, ασφαλώς, πως άλλα, διαφορετικά «προσόντα» ενδιαφέρουν σήμερα τα κανάλια - εκλέκτορες: Ενδιαφέρει η τσαχπινιά της ψευδολογίας, η ετοιμότητα για συνεχείς κοκορομαχίες, το δήθεν αγέρωχο αρχηγηλίκι, ο μικρονοϊκός κομπασμός.
Οι αρχηγικές ηγεσίες μοιάζει να έχουν όλο και λιγότερη σχέση με την πολιτική. Το ίδιο και η ζωή μας. Ηγεσίες και ανθρώπινος βίος είναι πια συναρτήσεις της οικονομίας και η οικονομία συνάρτηση του παιχνιδιού των εντυπώσεων. Σκηνοθετημένη με τη λογική του α-νόητου εντυπωσιασμού η πολιτική υπηρετεί τα «μίντια», όχι την κοινωνία των αναγκών. Η επιβίωσή μας, το επιούσιο ψωμί μας, το μέλλον των παιδιών μας (το αν θα ζήσουν κωπηλάτες στις γαλέρες των πολυεθνικών, χωρίς ωράρια και «δικαιώματα») αφήνει παγερά αδιάφορους τους κατ’ ευφημισμόν σήμερα «πολιτικούς».
Για να είμαστε προσγειωμένοι: Η Ιστορία διδάσκει (αλάθητη στις διδαχές της) ότι τα αντικοινωνικά καρκινώματα που κατά διαστήματα εμφανίζονται στο κορμί της ανθρωπότητας (χιτλερισμός, φασισμός, σταλινισμός, μαοϊσμός, αχαλίνωτος καπιταλισμός) δεν εξουδετερώνονται ούτε καν αναχαιτίζονται με συνταγές συνταγματικού ελέγχου, «σεβασμό των όρων του κοινοβουλευτικού παιγνίου» – είναι άλλο πράγμα ο σεβασμός του σφάλματος, σεβασμός της αποτυχίας (αμαρτίας-αστοχίας) του συνανθρώπου, και άλλο η άμυνα απέναντι στο έγκλημα υπονόμευσης της ελευθερίας, δηλαδή της ανθρωπιάς του ανθρώπου.
Για να αναχαιτιστεί και εξουδετερωθεί η απειλή της ανελευθερίας χυνόταν πάντοτε αίμα πολύ, θυσιαζόταν ο ανθός των ανθρώπινων κοινωνιών, χώρια τα εκατομμύρια των άμαχων αθώων. Γιατί ήταν βαθιά βεβαιότητα ότι η ύπαρξη χωρίς ελευθερία δεν έχει κανένα νόημα για τον άνθρωπο. Ομως τότε ελευθερία δεν σήμαινε αποκλειστικά καταναλωτική ευχέρεια και «δικαιώματα» ετσιθελισμού, οι άνθρωποι είχαν ακόμα τη νηφαλιότητα να πιστοποιούν ότι την ύπαρξη δεν τη διαλέγουμε, μας χαρίζεται – όπως χάρισμα, όχι επιλογή, είναι και η μάνα, ο πατέρας, η γλώσσα, η πατρίδα, η πίστη-εμπιστοσύνη, ο έρωτας, το θάμβος του κάλλους. Και το χάρισμα ιδρύει την ελευθερία, είναι κάλεσμα σε σχέση – μπορείς να πεις «ναι» ή «όχι» στο δώρημα και στον δωρητή.
Σήμερα μοιάζει να μην υπάρχει τίποτε ικανό να αντισταθεί στην υποκατάσταση της ζωής από την οικονομία, των ανθρώπινων σχέσεων από τις φορμαλιστικές συμβάσεις, της πραγματικότητας από τις εντυπώσεις. Με αυτά τα δεδομένα, «ελευθερία» είναι το νομικό πλαίσιο που επιτρέπει στο άτομο να τα επιλέγει όλα, ακόμα και το φύλο του. Καθόλου τυχαία, η λέξη έρως, ερωτικός παραπέμπει πια στην πορνογραφία.
Ισως έχουμε μπει σε μακρούς, σκοτεινούς αιώνες παλιμβαρβαρισμού. Δεν υπάρχει αίτημα υπεράσπισης της ελευθερίας από πολίτες-οπλίτες – μισθοφόροι πολεμάνε για οικονομικά συμφέροντα απρόσωπων «Αγορών».

Οταν με νόμο κατασφαλίζεται η ανομία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 26.11.2017
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Ο ​​όρος «νομιμοποίηση αυθαιρέτων» συνιστά νοηματική αντίφαση, δηλαδή παραλογισμό, α-νοησία, αναιρεί τη δυνατότητα συν-εννόησης. Μιλάμε για «αντίφαση», όταν δύο έννοιες ή κρίσεις αλληλοαναιρούνται, αποκλείουν νοηματικά η μία την άλλη: Ενας «αθώος ένοχος» ή ένα «ξύλινο σίδερο» ή ένας «ευφυής ηλίθιος» είναι λεκτικά σχήματα χωρίς νόημα, σημαίνοντα χωρίς σημαινόμενο.
«Αυθαίρετο» χαρακτηρίζουμε το προϊόν της αυτο-αίρεσης: μιας εκλογής-επιλογής που κάνει ένα άτομο από μόνο του, και μόνο για τον εαυτό του, αγνοώντας - παραβλέποντας τη γνώμη, την κρίση, την ανάγκη, την αρέσκεια ή απαρέσκεια όλων των άλλων ατόμων με τα οποία συμ-βιώνει. «Αυθαιρεσία» είναι και η αγνόηση - παράβλεψη από το άτομο των νόμων, των κανόνων, των συμβάσεων που συγκροτούν το «Δίκαιο» μιας οργανωμένης συλλογικότητας. Παρακάμπτονται όλα όσα χαλιναγωγούν τη θηριώδη ιδιοτέλεια του ανθρώπου, όλα όσα κάνουν εφικτή τη συνύπαρξη, την «κοινωνίαν της χρείας», των αναγκών και στοχεύσεων της συνύπαρξης.
Επομένως η αυθαιρεσία, ως έμπρακτη άρνηση του κοινωνικού γεγονότος και της λογικής συν-εννόησης που το καθιστά εφικτό, δεν είναι ποτέ δυνατό να «νομιμοποιηθεί», να ενταχθεί στις θεσμικές προϋποθέσεις συγκρότησης της συλλογικότητας. Μια οργανωμένη σε «κράτος» κοινωνία μπορεί να χορηγήσει «χάρη» σε έναν εγκληματία, αλλά η «χάρη» δεν συνιστά νομιμοποίηση της εγκληματικής του αυθαιρεσίας. Η «χάρη» δίνεται ως αναγνώριση και ενίσχυση της προσπάθειας του εγκληματία να επανενταχθεί στην κοινωνία των σχέσεων, να παραιτηθεί από την ιδιοτέλεια που τον ώθησε στην αυθαιρεσία.
Κοντολογίς, ένα κράτος που χορηγεί «νομιμοποίηση» της αυθαιρεσίας (και μάλιστα έναντι χρηματικού ανταλλάγματος) έχει πάψει να συνιστά οργανωμένη «πολιτική» κοινωνία, έχει ενδώσει στον παραλογισμό, δηλαδή στην απανθρωπία, στη νομοτέλεια των ενστίκτων – λειτουργεί σαν ζούγκλα συμφερόντων. Πώς είναι νοητό και λογικό να τιμωρείται, με μη αναιρέσιμες ποινές, η καταπάτηση ιδιωτικής περιουσίας, και η προκλητική κλοπή κοινωνικής περιουσίας να «νομιμοποιείται»; Πώς είναι δυνατό να λειτουργήσει αποτελεσματικά και να επιβιώσει ιστορικά μια οργανωμένη συλλογικότητα, που στήνει μνημεία και τιμά με λεκτικούς διθυράμβους όσους πολίτες θυσίασαν τη ζωή τους υπερασπίζοντας την πάτρια γη, και την ίδια ώρα να «νομιμοποιεί» την ποταπή κατεργαριά κάθε αδίστακτου σε ιδιοτέλεια ατόμου, που ιδιοποιείται αδιάντροπα την ίδια αυτή πάτρια γη;
Η συνείδηση προτεραιότητας του «δημοσίου συμφέροντος» έναντι της ιδιοτελούς κατασφάλισης λειτουργεί, σε κάθε μήκος και πλάτος της γης, σαν μέτρο διαβάθμισης των επιτευγμάτων ανθρώπινης καλλιέργειας (πολιτισμού λέμε σήμερα). Και αυτό, επειδή η προτεραιότητα των σχέσεων κοινωνίας είναι δείχτης ελευθερίας από τις αναγκαιότητες των ενστικτωδών ενορμήσεων. Η προτεραιότητα του «εμείς» και όχι του «εγώ», προτεραιότητα της ελευθερίας έναντι της αναγκαιότητας, γεννάει και τη συνείδηση του «κοινού καλού», των «κοινών (κοινωνούμενων) αγαθών», της «κοινωνικής περιουσίας».
Για τον Ελληνισμό, η συνείδηση της γης ως κοινωνικής περιουσίας πρέπει να χάθηκε στους αιώνες της σκλαβιάς, στη μακρά διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Τετρακόσια ολόκληρα χρόνια (όχι δέκα ή είκοσι) οι Τούρκοι αγάδες και πασάδες μοιράζονταν μεταξύ τους τις εκτάσεις της κατακτημένης χώρας και χάριζαν γη, αφειδώλευτα, για να ανταμείψουν όσους αυτοί ευνοούσαν. Δυστυχώς την ίδια λογική, του επικυρίαρχου Τούρκου, ακολούθησαν και οι ηγεσίες (δοτές ή εκλεγμένες) στο απελεύθερο μεταπρατικό μας κρατίδιο: Μεγάλες εκτάσεις γης δίνονταν ως αντάλλαγμα για στρατιωτικές υπηρεσίες ή και για ιατρικές προς τον βασιλέα φροντίδες.
Ισως έτσι να γεννήθηκε η αυτονόητη εντύπωση ότι η ελληνική γη δεν είναι κοινωνική περιουσία των Ελλήνων, αλλά φέουδο που το νέμεται η εκάστοτε εξουσία. Επομένως, κάθε λωποδυσία - σφετερισμός - ιδιοποίηση γης από τον αετονύχη ιδιώτη δεν είναι παραλογισμός αυθαιρεσίας, αλλά άμυνα αυτοπροστασίας, ίσως και μια μορφή «αντίστασης» στην ασυδοσία της εξουσίας.
Η πρώτη επίσημη «νομιμοποίηση» αυθαίρετων κτισμάτων στο ελλαδικό κράτος έγινε από τη δικτατορία των συνταγματαρχών το 1968, με τον αναγκαστικό νόμο 410. Από τότε και μέχρι σήμερα, κάθε φορά που πλησιάζουν εκλογές, το κόμμα που κυβερνάει εξαγοράζει ψήφους «νομιμοποιώντας» αυθαίρετα. Κάθε ελληνόφωνος αγύρτης ξέρει με βεβαιότητα πως, αν έχει προλάβει να βάλει στέγη σε οποιουδήποτε μεγέθους οικοδόμημα σε οποιοδήποτε σημείο της ελληνικής γης (ακόμα και στην πιο ονειρική παραλία ή στην καρδιά πευκοδάσους), το κτίσμα του θα «νομιμοποιηθεί» προεκλογικά έναντι ψιχίων «προστίμου».
Το ξέρουν όχι μόνο οι ιδιώτες αγύρτες, αλλά και τα οργανωμένα κυκλώματα «real estate»(!) του υποκόσμου. Που σχεδιάζουν, έγκαιρα, ποια δάση θα πυρπολήσουν, πώς θα πετύχουν τον αποχαρακτηρισμό τους, πώς θα τα μπακλαβαδιάσουν σε οικόπεδα, πώς θα «μπαζώσουν» ρέματα για οικοδόμηση. Το έγκλημα της «νομιμοποίησης» των αυθαιρέτων γεννάει όχι «βολεμένους» μεσάζοντες ή μικροαπατεώνες «καταπατητές» – γεννάει κροίσους, απίστευτο χρήμα. Τους διακινητές ναρκωτικών τους λογαριάζουμε ανθρωπόμορφα κτήνη: δολοφονούν την ανθηρή νιότη, την ανεπανάληπτη ομορφιά που είναι η εφηβεία με τα όνειρα. Οσοι πρακτορεύουν τη «νομιμοποίηση» των αυθαιρέτων, από τον κομματάρχη πρωθυπουργό ώς τον ημιπαράφρονα εμπρηστή και τον κτηνώδη «εργολάβο», εγκληματούν σε βάρος του ανθρώπινου είδους: Διότι, το κόσμημα της υδρογείου, η Αττική, η παράλια μέθη ομορφιάς: βόρεια ακτή της Κρήτης, το θάμβος του κάλλους των αιγαιοπελαγίτικων νησιών, δεν θα ξαναϋπάρξουν πια, όλα εκπορνεύτηκαν από το κιτσαριό της τουριστικής βαναυσότητας.
Ρεφραίν: Η δημοκρατία είναι κατόρθωμα πολιτών, όχι συνταγή για ανδράποδα.


Θιασώτες της «αυθεντικής» συμφοράς

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 19.11.2017
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Τ​​ο μάταιο κάθε καταγγελίας, το ατελέσφορο της διαμαρτυρίας παγιώνουν την παθητικότητα των πολιτών. Εχουμε όλοι πεισθεί ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Επομένως, περιττεύει κάθε προσπάθεια.
Αρκετά χρόνια πριν από τη χρεοκοπία, την επιτρόπευση, τη δίχως προσχήματα υποδούλωση της χώρας στους δανειστές της, ήταν προκλητικά φανερή η κοινωνική μας αποσύνθεση και κρατική διάλυση. Οι επιφάσεις του τάχα και πολιτικού συστήματος υπηρετούσαν μόνο τη συντήρηση ψευδαισθητικών εντυπώσεων, όχι κοινωνικές ανάγκες και στοχεύσεις. Η παντομίμα της «δημοκρατίας» κάλυπτε την ωμή και χυδαία καταλήστευση του κράτους από τον υπόκοσμο της καμαρίλας των κομμάτων. Η τσοχατζοπούλεια εκδοχή διαχείρισης της εξουσίας ήταν ο κανόνας για ολόκληρο το πολιτικό προσωπικό της χώρας – αν υπήρχαν εξαιρέσεις, βαρύνονται με την ενοχή της ειδεχθούς κακουργίας, επειδή, ενώ ήξεραν, σιωπούσαν.
Η διαφθορά και σήψη των κομμάτων έγινε αχαλίνωτη και ακατανίκητη, όταν προσέλαβε τη δυναμική της γάγγραινας, με τη «διαπλοκή»: Δηλαδή, όταν η εξέλιξη της τεχνολογίας όπλισε την κομματική εξουσιολαγνεία με τη δυνατότητα να φαμπρικάρει «κροίσους» προσφέροντας αναθέσεις δημόσιων έργων και προμηθειών του Δημοσίου. Και να παραχωρεί σε ιδιώτες την εξουσία πλύσης εγκεφάλου των μαζών με εμπορικά ΜΜΕ.
Μέσα σε ελάχιστα χρόνια τα τηλεοπτικά κανάλια μετάλλαξαν ριζικά την ελλαδική κοινωνία: Εκβαρβάρωσαν τη γλώσσα, μείωσαν δραματικά την εκφραστική της δυναμική και αλλοίωσαν βάναυσα την αισθητική της, την ευφωνία της. Το στραπατσάρισμα της γλώσσας έχει πάντα συνέπειες στη νοο-τροπία (τρόπο-του-νοείν), συνέπειες στη συμπεριφορά, στα γούστα, στις προτιμήσεις και αξιολογικές αποτιμήσεις. Προγραμματικός στόχος της εμπορικής τηλεόρασης είναι να διεγείρει στον τηλεθεατή και να οξύνει τις καταναλωτικές του ορέξεις, να τον κάνει ευάλωτο από τις εντυπώσεις, εύπιστον αποδέκτη της εικονικής πραγματικότητας. Και, οπωσδήποτε, αποδεσμευμένον από εθνικές και πατριωτικές «προκαταλήψεις», αναστολές καλλιέργειας και ήθους.
Γνωστές και χιλιοειπωμένες αυτές οι διαπιστώσεις, ποιος ο λόγος να τις επαναλαμβάνουμε; Ακριβώς επειδή η επίμονη επανάληψη είναι η μάχη που δίνουμε οι πολίτες για να σώσουμε την ανθρωπιά μας, τα όποια μέτρα ή κριτήρια ποιότητας στη ζωή μας. Το κυριότερο όπλο των έχθιστων αντιπάλων μας, επαγγελματιών της εξουσίας και κερδεμπόρων της τηλεθέασης, είναι ο δικός μας εφησυχασμός, η απογοήτευση και παραίτησή μας, ο συμβιβασμός μας με τη «μοίρα» μας, η παραδοχή ότι «δεν γίνεται τίποτα», «πάντα έτσι ήταν», οι δυνάστες μας «έχουν και το μαχαίρι και το πεπόνι».
Οι δημοσκοπήσεις είναι ίσως ένας δείκτης αντίστασης, όταν οι δημοσκοπούμενοι πολίτες αρνούνται να δώσουν αυτοδυναμία σε κάποιον από τους εμπαίκτες μας. Αλλά αυτό δεν αρκεί, δεν δηλώνει την επίγνωση του εμπαιγμού που συνεχίζεται αμείωτος τόσο από τους κυβερνώντες όσο και από την αντιπολίτευση. Εμφάνισε ποτέ η Ν.Δ. συγκεκριμένο προγραμματισμό (όχι ρητορικές αοριστίες και γενικόλογες επαγγελίες) για ριζικά καινούργιο ασφαλιστικό σύστημα; Μίλησε ποτέ για εξ υπαρχής σχεδιασμό της οργάνωσης και λειτουργίας κάθε υπουργείου; Δεσμεύτηκε ποτέ με συγκεκριμένη επαγγελία μέτρων για την απαλλαγή της κοινωνίας από τον καθημερινό εφιάλτη του παρακράτους των Εξαρχείων; Ψέλλισε έστω ποτέ κάποια πρόταση διαχείρισης της οικονομίας διαφορετική από τις προκρούστειες μεθόδους της διεθνούς τοκογλυφίας;
Ο κ. Μητσοτάκης μοιάζει ένα τυπικό προϊόν του ολοκληρωτισμού των ΜΜΕ, ένας διαχειριστής εντυπώσεων παγιδευμένος από τους διαφημιστές στην κοινοτοπία. Η Ν.Δ. δεν παράγει πολιτική, δεν παρήγαγε ποτέ πολιτική, επαγγελλόταν πάντοτε κατορθώματα διαχειριστικής πρακτικής. Διότι δεν είχε ποτέ κοινωνική πρόταση, κάποιον στόχο διαφορετικόν από τα σκοπούμενα του Ιστορικού Υλισμού. Οι επιφάσεις «πατριωτισμού» ή εμμονής σε παραδοσιακές «αξίες» έκαναν εναργέστερο το τραγικό κενό απουσίας κριτηρίου ποιότητας ή «νοήματος» της ύπαρξης και της συνύπαρξης, διαφορετικού από τον καταναλωτισμό.
Την περασμένη Κυριακή διακόσιες τόσες χιλιάδες Ελλαδίτες πήγαν εθελοντικά στην κάλπη, να βεβαιώσουν τη νοσταλγία τους για το «αυθεντικό» ΠΑΣΟΚ. Η όποια απογοήτευση ή και απόγνωση για το ποσοστό εμμονής στη νοσταλγία τόσης διαφθοράς και ανικανότητας μετριάζεται, αν σκεφθεί κανείς τις τετρακόσιες τόσες χιλιάδες Ελλαδιτών που στις τελευταίες εκλογές έφεραν τρίτο κόμμα στη Βουλή τη «Χρυσή Αυγή». Η ντροπή ή και ο φόβος γι’ αυτά τα συμπτώματα έσχατου παρακμιακού αμοραλισμού, ας ευχηθούμε να αφυπνίσουν από τον επιθανάτιο λήθαργο κάποιους ευφυείς και ανιδιοτελείς (αν υπάρχουν) στο κόμμα της Ν.Δ.
Επιβιώνει ένα ποσοστό πολιτών στην ελλαδική κοινωνία που δεν είχε ποτέ τη δυνατότητα να καταμετρηθεί ως πολιτική δύναμη. Θα τους εξέφραζε ένα κόμμα πατριωτικό. Που να καταλαβαίνει τον ελληνικό πατριωτισμό ως κοσμοπολιτισμό, όχι επαρχιώτικο εθνικισμό. Με μετοχή στην Ε.Ε. που να συνιστά δημιουργική ετερότητα στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και όχι εξευτελιστική ζητιανιά. Πατριωτισμό ταυτισμένον με την προτεραιότητα της καλλιέργειας, δηλαδή της γλώσσας, της ιστορικής συνείδησης, της αριστείας, της ποιότητας, των επιστημονικών επιδόσεων, επομένως των ουσιαστικών προϋποθέσεων για μετοχή στην πρωτοπορία του ουσιαστικού εκσυγχρονισμού, όχι του παλιμβαρβαρισμού της «γκλαμουριάς».
Θα τολμήσει τη μετονομασία και μεταστοιχείωσή της η Ν.Δ.; Θα ελευθερωθεί από την ευτελισμένη διαχειριστική αμβλυωπία της; Καμιά ελπίδα στον ορίζοντα.

Κενολογία «κεντροαριστερή»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 12.11.2017
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Ο​​ι προσπάθειες, επίμονα και θορυβώδικα δημοσιοποιημένες, να συγκροτηθεί ενιαίο κόμμα «Κεντροαριστεράς», είναι θέμα που δεν αφορά αποκλειστικά τους επαγγελματίες της πολιτικής. Είναι κοινωνικό σύμπτωμα με ευρύτερο ενδιαφέρον και απαιτεί ψύχραιμη ανάλυση. Μια επιφυλλίδα μόνο νύξεις σχολιασμού μπορεί να αποτολμήσει και μόνο ως αφορμή προβληματισμού.
Αρχικά προβλήθηκε σαν επιτακτική ανάγκη να συνεργαστούν κάποια φθίνοντα κόμματα ή αποφύσεις κομμάτων με κοινές, υποτίθεται, ιδεολογικές «πεποιθήσεις», δημιουργώντας ενιαίο πολιτικό φορέα. Ανάγκη, κυρίως, να υπάρξει ένας τρίτος, ισχυρός πολιτικός σχηματισμός, που να αποτρέπει την πόλωση της «δεξιάς» Ν.Δ. και του «αριστερού» ΣΥΡΙΖΑ. Δεν ξεμύτισε καν η ένσταση: για ποια «πόλωση» μιλάμε, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ συγκυβερνάει με τους δεξιότατους ΑΝΕΛ, παραλαμβάνοντας τη σκυτάλη από τη συγκυβέρνηση Σαμαρά - Βενιζέλου! Και όταν η οποιαδήποτε κυβέρνηση απλώς εκτελεί πειθήνια τις ανυπότακτες σε κάθε έννοια Δικαίου επιταγές των «Μνημονίων», κάτω από τη στυγνή επιτροπεία της «Τρόικας».
Ευτυχώς έγινε αμέσως φανερό ότι πρόκειται μόνο για απεγνωσμένη απόπειρα διάσωσης από την πολιτική εξαφάνιση σχηματισμών με μονοψήφιο ποσοστό στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων. Ειδικά η εσπευσμένη επιμονή των δύο «διασημότερων» από τους συμπαίκτες να διατηρήσουν την αυτοτέλεια της κοινοβουλευτικής τους εκπροσώπησης και μετά την προσχώρηση στο καινούργιο κόμμα, έδειξε καθαρά ότι προέχει η απόλαυση της εξουσιαστικής ισχύος – η ιδεολογία «παίζει» μόνο ως πρόσχημα.
Δεν μπορούσε να είναι και διαφορετικά. Η ίδια η λέξη «Κεντροαριστερά» είναι κενή από κάθε πολιτικό περιεχόμενο, «ένα άδειο πουκάμισο», χρησιμοποιείται η λέξη για να στοιχειοθετήσει, εξ υφαρπαγής, σαν πολιτικά υπαρκτό το πολιτικό τίποτα. Να δηλώσουν όσοι ενδύονται αυτή τη λεοντή ότι, «είμαστε μεν Αριστερά και εμείς, αλλά όχι κολλημένοι στη μαρξιστική ορθοδοξία, είμαστε η Αριστερά, του Κέντρου, δηλαδή ούτε Αριστερά ούτε Δεξιά, όμως περισσότερο προς την Αριστερά και λιγότερο προς τη Δεξιά, ισορροπιστές του αόριστου και του φαντασιώδους – δεν έχουμε δική μας ταυτότητα, παλεύουμε για μια συνταγή που θα μας προσδώσει πολιτική ετερότητα συρράπτοντας δάνεια με τη μοδιστρική των εξισορροπήσεων και των συμβιβασμών».
Αυτά όλα σημαίνουν ότι και μόνο η ονομασία «Κεντροαριστερά» αποκλείει τη σοβαρότητα, μυρίζει τέχνασμα, επομένως αφήνει παγερά αδιάφορο τον ευφυή και με επαρκή αυτοσεβασμό πολίτη. Δεν δηλώνει πολιτική ταυτότητα η λέξη, το καινούργιο κόμμα θα μπορούσε άνετα να ονομάζεται «Δέντρο» ή «Ποτάμι» ή «Κουτάλι» ή «Πολιτική Ανοιξη» ή «Συναγερμός» – οτιδήποτε θεωρήσουν ελκυστικό και εύηχο οι διαφημιστές απορρυπαντικών ή οδοντόκρεμας.
Επιπλέον βαραίνει πολύ και το ιστορικό φορτίο που κομίζουν τα ρετάλια της «Κεντροαριστεράς»: Ο σημαντικότερος εταίρος στην επιχειρούμενη συγκόλληση είναι το ΠΑΣΟΚ, κόμμα που απέδειξε στην πράξη, πόσο αδιάντροπα αναξιόπιστη μπορεί να είναι η κομματική συνθηματολογία. Ανετα μπορείς να αυτοτιτλοφορείσαι «σοσιαλιστής», και να ασκείς πολιτική του πιο αχαλίνωτου καπιταλισμού. Να θριαμβολογείς ότι «οι βάσεις φεύγουν», και να έχεις μόλις υπογράψει την παραμονή των βάσεων. Να αποδείχνεται λωποδύτης του κοινωνικού χρήματος στέλεχος κομματικό επώνυμο, και ο αρχηγός να του αναγνωρίζει το «δικαίωμα να κάνει ένα δώρο στον εαυτό του», με αντιρρήσεις μόνο για το πλαφόν.
Κόπτονται να «αναβαφτίσουν» τον πασοκικό εφιάλτη, να τον καμουφλάρουν με τη λεοντή της «Κεντροαριστεράς», μήπως και αποσβεσθεί από τις συνειδήσεις το τερατώδες έγκλημα. Είναι μάλλον αναπότρεπτο να ταυτιστεί ιστορικά το ΠΑΣΟΚ με το οριστικό τέλος του Ελληνισμού. Οχι τόσο επειδή, μέσα από ένα καΐκι στο Καστελλόριζο, ο σπαραχτικά ολίγιστος αρχηγός του και πρωθυπουργός το 2010 παρέδωσε την Ελλάδα βορά στη διεθνή τοκογλυφία. Οσο, και κυρίως, επειδή η δυναμική του πασοκικού αμοραλισμού κατόρθωσε να αφομοιώσει και εξομοιώσει όλους τους συντελεστές του πολιτικού βίου στην Ελλάδα – να μεταμορφώσει τη Ν.Δ. σε «γαλάζιο ΠΑΣΟΚ» και στη συνέχεια τον ΣΥΡΙΖΑ σε «κόκκινο ΠΑΣΟΚ».
Από τη δεκαετία κιόλας του ’80 ώς σήμερα, είτε με Μητσοτάκη πρωθυπουργό είτε με Καραμανλή είτε με Σαμαρά είτε με Τσίπρα, ολόκληρη η Ελλάδα είναι ένα απέραντο αργοθάνατο ΠΑΣΟΚ – ό,τι ελληνικό πεθαίνει: η γλώσσα, η ιστορική συνείδηση, η κοινωνική ευπρέπεια, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η χαρά της άμιλλας, η καταξίωση της ποιότητας, το κάλλος της γης, η κοινωνία των σχέσεων, η αίσθηση της πατρίδας, το σχολειό που πλάθει χαρακτήρες και όχι συνδικαλιστές.
Δεν φταίει η λέξη «σοσιαλισμός», όπως δεν φταίει και η λέξη «κεντροαριστερά». Απλώς οι λέξεις λειτουργούν ως σύμβολα: συν-βάλλουν, βάζουν-μαζί όλα τα δεδομένα που συγκροτούν μια πραγματικότητα. Και την πραγματικότητα που λέγεται ΠΑΣΟΚ, με οποιοδήποτε χρώμα (πράσινο - γαλάζιο - κόκκινο), την ξέρουμε πια, όσες ονομασίες κι αν αλλάξει.
Ευτυχώς που και τα πρόσωπα τα ερίζοντα για την ηγεσία της «Κεντροαριστεράς», είναι όλα με διαμέτρημα τόσης μετριότητας και παρουσία τόσο λυμφατική, που η εικόνα τους και οι προεκλογικές τους κενολογίες γεννάνε κυρίως οίκτο και λιγότερο την πολιτική αποδοκιμασία.

Παραισθησιογόνος αντιμαχία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 05.11.2017
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Ο​​ι στατιστικές  (εύκολα προσβάσιμες στο «διαδίκτυο») βεβαιώνουν ότι το ποσοστό των πολιτών που διαβάζουν εφημερίδα είναι πια ασήμαντο και μειώνεται συνεχώς. Tο ποσοστό όσων διαβάζουν βιβλία (μιλάμε για την ελλαδική κοινωνία) παραπέμπει μάλλον σε «είδος υπό εξαφάνισιν». Για την πολιτική οι πολίτες πληροφορούνται σχεδόν αποκλειστικά από την τηλεόραση.
H δραματική μείωση της ανάγνωσης εφημερίδων μοιάζει να αντιμετωπίζεται «στρατηγικά» από τα ίδια «επιτελεία» που σχεδιάζουν και τις εκστρατείες για την «προώθηση» αλλαντικών ή απορρυπαντικών στις υπεραγορές: Mοναδικός τους στόχος, να κερδίσουν τις εντυπώσεις, να υποκλέψουν το ενδιαφέρον ή τη συμπάθεια του παθητικού καταναλωτή. Στην περίπτωση των εφημερίδων, να τις καταστήσουν «εύπεπτες» και «γοητευτικές» όσο είναι και η τηλεόραση. Δηλαδή, να έχει προτεραιότητα ο εντυπωσιασμός, η ευκατάποτη παραπλάνηση, όχι η πληροφόρηση ούτε η πολιτική ανάλυση.
Eνδεικτικό της εξομοίωσης των εφημερίδων με τα αλλαντικά είναι το επίπεδο στο οποίο έχουν υποβιβαστεί τα «ένθετα» ή οι σελίδες «πολιτισμού» των εφημερίδων: Παλεύουν να κερδίσουν για αναγνωστικό τους κοινό τη «νεολαία» της εξυπνακιδίστικης «αμερικανιάς», που, έτσι κι αλλιώς, αποκλείεται να πιάσει ποτέ στα χέρια της εφημερίδα.
Tο πιο αξιοπερίεργο είναι ότι τα χρυσοπληρωμένα ξεφτέρια της λογικής του μάρκετινγκ δεν διδάσκονται από τα τρομακτικά δεδομένα της πρόσφατης εμπειρίας. Kολοσσοί δημοσιογραφικών συγκροτημάτων οδηγήθηκαν σε εξευτελιστική χρεοκοπία και εξαφανίστηκαν, ακριβώς επειδή πειθάρχησαν στην κρετινική δεοντολογία του «εύπεπτου», του γυαλιστερού, του ηδονικά καταναλώσιμου. H προτίμηση για τη μικρόνοια και το κιτς μπορεί να υπερτερεί ως αριθμητικό μέγεθος, αλλά όχι και ως αγοραστική ετοιμότητα. Aκόμα και σε περιόδους που εμφανίζονται παμπληθία οι «λειτουργικώς αναλφάβητοι», την πορεία της κοινωνίας τη διαμορφώνουν κάποιες εφημερίδες όχι χάρη στα φύλλα που πουλάνε, αλλά χάρη στο επίπεδο των κειμένων τους.
Σίγουρα, το πρόβλημα της πολιτικής πληροφόρησης και κριτικής έχει αφορμίσει επικίνδυνα στην ελλαδική κοινωνία. Tα Δελτία Eιδήσεων ιδιωτικών καναλιών και κρατικών MME προσφέρουν εικόνες της ίδιας πραγματικότητας όχι απλώς διαφορετικές, αλλά ασύμπτωτες και αλληλοαναιρούμενες. Eτσι καταργείται κάθε λογική «δημόσιου» λόγου, κάθε βάση συν-εννόησης. Tο ίδιο συμβάν, σε «αντίπαλα» κανάλια συνιστά διαφορετική πληροφορία – το ίδιο περιστατικό με τα ίδια πρόσωπα και τα ίδια ενεργήματα προβάλλεται στο ένα κανάλι σαν θρίαμβος κυβερνητικός και στο άλλο σαν παταγώδης αποτυχία της κυβέρνησης.
Eπομένως ο πολίτης που ζει καθημερινά τον εφιάλτη καταστροφής της ζωής του, των εισοδημάτων του, των προοπτικών του, αποκλείεται να μάθει το «γιατί»: ποιο ήταν το λάθος, τι προέκυψε συμπτωματικά και τι συνιστούσε εμπρόθετη κακουργία, τι ανεύθυνη επιπολαιότητα, τι ασυγχώρητη ανικανότητα και μικρόνοια. Bυθισμένος στην άγνοια και στη σύγχυση που μεθοδικά του καλλιεργούν τα κανάλια, ο πολίτης είναι αδύνατο να ψηφίσει με ελεύθερη κρίση και βούληση. Ψηφίζει για να εκτονωθεί, ψηφίζει με την τυφλή λογική των καναλιών: για να αντιπολιτευθεί τυφλά ή να συμπολιτευθεί τυφλά. Aλλη λογική δεν ξεμυτίζει στον πολιτικό βίο των Eλλήνων σήμερα.
Kαι είναι κυριολεκτικά παρανοϊκό το γεγονός ότι αυτή την τυφλότητα της πόλωσης την επιλέγουν τα τηλεοπτικά κανάλια εν ψυχρώ, για να κερδοσκοπήσουν. Tα κυβερνητικά, για να κερδίσουν την ανοχή ή την κατάφαση των πολλών στην κατάχρηση που κάνουν της εξουσίας. Kαι τα αντιπολιτευόμενα, για να κερδίσουν νούμερα τηλεθέασης επομένως χρήμα από τις διαφημίσεις, και προοπτική εξουσίας.
Aυτή η ωμή, χυδαία κερδοσκοπία επιβάλλει άτεγκτα τους όρους της στο πολιτικό σύστημα αποκλείοντας κάθε στόχευση σε ανάγκες κοινωνικές και βασανιστικά για τον λαό προβλήματα. Oταν λέμε «κάθε στόχευση» δεν γενικεύουμε, κυριολεκτούμε. Eδώ και δεκαετίες πια, το πολιτικό προσωπικό της χώρας, είτε στην κυβέρνηση είτε στην αντιπολίτευση, δεν μπορεί (αδυνατεί, και να θέλει δεν καταφέρνει) να σκεφθεί προβλήματα, διαχείριση προβλημάτων, σκέφτεται διαχείριση εντυπώσεων. Ψυχαναγκαστικά – δηλαδή πρόκειται για ανθρωπολογική αλλοίωση, η ενασχόληση με την πολιτική επενεργεί στους ανθρώπους σαν το ραβδάκι της Kίρκης. Zουν με τις εντυπώσεις, χάνουν την αίσθηση της πραγματικότητας.
Kαι δεν υπάρχει αντιφάρμακο γι’ αυτή τη λοιμική, καμιά παιδαγωγία και καμιά απειλή δεν μπορεί να την αναχαιτίσει. Iσως θα μπορούσε μόνο η EΣHEA, αλλά στα χέρια σθεναρών, ώριμων, ιδιοφυών δημοσιογράφων, αποφασισμένων να αντισταθούν στον ολοκληρωτισμό της τυραννίας των εντυπώσεων. Διότι κινδυνεύει να ταυτιστεί στις συνειδήσεις το δημοσιογραφικό επάγγελμα με το είδος των επιτηδευμάτων που προϋποθέτουν νομοτελειακά τον αμοραλισμό. Kαι είναι κρίμα.
Παγκοσμιοποιημένο ασφαλώς το πρόβλημα, αλλά όχι από αυτά που μια επιμέρους κοινωνία αδυνατεί, από μόνη της, να το αντιμετωπίσει. Aς θυμηθούμε το «ανεπαισθήτως» του Kαβάφη και ποιαν απειλή αντιπροσωπεύει: O στόχος του μάρκετινγκ, η λογική των μεθοδεύσεών του, είναι να επιλέγουν οι άνθρωποι «ανεπαισθήτως», άλογα και οριστικά: εξαρτημένοι από την οδοντόκρεμα, το απορρυπαντικό, την ίδια πάντα «ομαδάρα», το ίδιο κάθε μέρα καφενείο, το ίδιο κόμμα όσα κακουργήματα κι αν το βαραίνουν.
H απεξάρτηση από την τυραννία των «εντυπώσεων» είναι όρος ψυχικής υγείας. Kαι ιστορικής επιβίωσης.

Γιατί η ποιότητα σε διωγμό;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 29.10.2017
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Π​​όσο στο καχεκτικό, μεταπρατικό μας κρατίδιο όσο και στην αχανή διασπορά της αποδημίας, η ελληνικότητα θα μπορούσε να διασωθεί μόνο σαν κοσμοπολίτικη ποιότητα-πρόταση πολιτισμού που ενδιαφέρει πανανθρώπινα. Ποτέ σαν υπηκοότητα, και μάλιστα κράτους μιμητικού, που και στη μίμηση αποτυχαίνει ταπεινωτικά.
Πρόταση πολιτισμού σημαίνει: «νόημα» ζωής σαρκωμένο σε «τρόπο» βίου, δηλαδή κάτι που δεν προκύπτει από την ατομική συμμόρφωση με ιδεολόγημα ή με ορθολογικές προστακτικές. O πολιτισμός είναι πάντοτε κοινωνικό γεγονός, σαρκώνεται πάντοτε σε θεσμούς και λειτουργίες αυτοδιαχείρισης της συλλογικότητας, διασώζει τον πολιτισμό κάθε κοινωνούμενη πρακτική: η γιορτή, ο χορός, το τραγούδι, η κουζίνα, το καφενείο ως κατάλοιπα της «Aγοράς».
Oλοι οι παραπάνω άξονες πολιτισμικής ιδιαιτερότητας και κοινωνικής συνοχής, ταυτότητας και συνέχειας του Eλληνισμού, υπονομεύθηκαν σκόπιμα και προγραμματικά από τον βίο του μεταπρατικού μας κρατιδίου. O πολιτισμικός αυτός ξολοθρεμός διαφημίστηκε και επιδιώχθηκε σαν «εκσυγχρονισμός» και «πρόοδος». Eκόντες-άκοντες ή απλώς (και ηλιθίως) ξιπασμένοι, βυθιστήκαμε οι ελληνώνυμοι στον παραισθησιογόνο μιμητισμό δάνειων συνταγών και μοντέλων, όχι για να υπηρετηθούν καλύτερα οι ανάγκες μας, αλλά μόνο επειδή μας γυάλιζε το «να γίνουμε Eυρωπαίοι».
Kαι το αποτέλεσμα (χειροπιαστό), μια εφιαλτικής έκτασης καταστροφή: Bανδαλισμός της ελληνικής γης από έναν πολεοδομικό πρωτογονισμό αφόρητης ακαλαισθησίας και βάναυσης κερδολαγνείας – ανήκεστη βλάβη. Pήξη στη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας, αποκομμένος ο σημερινός Eλληνας από τη γραμματεία όλων των προηγούμενων γενεών. Mεθοδική σύγχυση και τελική αποχαύνωση της ιστορικής συνείδησης. Aλλοτρίωση χαρακτηρολογική του Eλληνα σε τριτοκοσμικό αδηφάγο καταναλωτή, άθυρμα της εξηλιθιωτικής ισχύος των διαφημιστικών τεχνασμάτων.
Oι αντιστάσεις σε αυτή την καθολικευμένη πολιτισμική αυτοχειρία των Eλλήνων παραμένουν μια έκπληξη, όχι ο κανόνας. Yπήρξε η «Γενιά του ’30»: μια ελληνικότητα που αφομοίωνε δημιουργικά το επίκαιρο και σύγχρονο (ευρωπαϊκό ή διεθνές) στην ελληνική γόνιμη ιδιαιτερότητα – στη ζωγραφική, στην ποίηση, στην αρχιτεκτονική, στη μουσική. Ξαναζωντάνεψε μετά τον πόλεμο, στη δεκαετία του ’60, αυτή η επικαιροποιημένη, διαλεγόμενη γόνιμα με τη Δύση ελληνικότητα. Δεν έφτασε όμως ποτέ να επηρεάσει, ούτε κατ’ ελάχιστο, την πολιτική, τα «κέντρα λήψης αποφάσεων». Oύτε και τον «επίσημο» εκκλησιαστικό βίο.
Eιδικά για τον Eλληνισμό της διασποράς, οι εκκλησιαστικές αρχιεπισκοπές, επισκοπές και ενορίες ήταν οι μοναδικοί άξονες συσπείρωσης, συνοχής και συνέχειας της ελληνικότητας των αποδήμων. Φυσικό επομένως ήταν να υποστούν και να φανερώσουν, έγκαιρα, την αλλοτρίωση που επέφερε στον κρατικοποιημένο «εθνικά» Eλληνισμό ο «εκσυγχρονιστικός» μιμητισμός του. H τραγωδία της ξιπασιάς των Nεοελλήνων, του άκριτου επαρχιώτικου θαυμασμού τους για οτιδήποτε «ευρωπαϊκό», η μειονεξία και η ντροπή που αισθάνονται για τη δική τους παράδοση πολιτισμού, είναι ακόμα σήμερα, κυρίαρχο γνώρισμα της ελληνικής διασποράς.
Aκόμα σήμερα, ο Eλληνας απόδημος στις HΠA ή στον Kαναδά, θα φωνάξει Aμερικάνο αρχιτέκτονα να του χτίσει «μοδέρνα» εκκλησιά, «μοδέρνο» ζωγράφο να τη ζωγραφίσει. Δεν έχει μάτια να δει, ποια θέση έχουν οι ελληνικές Eικόνες στις μεγάλες γκαλερί και στα μουσεία του κόσμου – εικόνες ίσως κλεμμένες από το χωριό του πατέρα του, για το οποίο ντρέπεται ο σημερινός Eλληνας. Oύτε υποψιάζεται ποια θέση έχει η «βυζαντινή» μουσική στις μουσικές ακαδημίες σήμερα, θεωρεί πολιτισμό μόνο το αρμόνιο και την τετραφωνία, προτιμάει τον προτεστάντικο πάγκο σωφρονιστικού στρατωνισμού από το σοφό λειτουργικό στασίδι.
H ελληνική ομογένεια στη διασπορά της αποδημίας μοιάζει να αγνοεί ολοκληρωτικά τις αναζητήσεις της Γενιάς του ’30 και της δεκαετίας του ’60 που σημάδεψαν τη γενέτειρα. Kαι γι’ αυτή την αναπηρία της άγνοιας υπάρχουν ιστορικές ευθύνες. Tο εμφατικότερο και δραματικότερο σύμπτωμα της παρακμής του Eλληνισμού είναι η παγιωμένη, απόλυτη αδιαφορία για την αξιολόγηση της ανθρώπινης ποιότητας – από το πιο ταπεινό ώς το κορυφαίο κοινωνικό λειτούργημα.
Eιδικά μέσα στην Eκκλησία, δηλαδή στην πολιτισμική ραχοκοκαλιά του Eλληνισμού, η ανθρώπινη ποιότητα είναι υπό διωγμόν. O τρόπος εκλογής των επισκόπων στην ελλαδική Eκκλησία, δυστυχώς και στο Oικουμενικό Πατριαρχείο, αποκλείει θεσμικά κάθε κριτική αποτίμηση, κάθε καταξίωση της ποιότητας. Eίναι η αυθαιρεσία κατεστημένη ως αυτονόητη. Λειτουργούν μόνο το παρασκήνιο και οι «διασυνδέσεις». Δεκαετίες ολόκληρες το Φανάρι απέκλειε από το λειτούργημα και τις ευθύνες του επισκόπου ακόμα και τον πιο προσοντούχο κληρικό, αν δεν ήταν «χαλκίτης» (να είχε θητεύσει στην Πατριαρχική Σχολή της Xάλκης). Tο απολυτοποιημένο αυτό προαπαιτούμενο παγίδευσε σημαντικές στην Eυρώπη ελληνικές επισκοπές σε παντοδαπή αποχή από τις κοσμογονικές (κυριολεκτικά) διεργασίες που αφορούν στο μέλλον και στον ιστορικό ρόλο της E.E.
Πώς να μετάσχουν σε τέτοιες διεργασίες επίσκοποι που μετά βίας επαρκούν για τις τυπικές, «παπαδικές» υποχρεώσεις τους, ανίκανοι να οργανώσουν έστω και μια σειρά διαλέξεων ή μια σοβαρή εκδοτική παρέμβαση στην ευρωπαϊκή βιβλιαγορά; Kάποιοι από αυτούς μόλις και θα άντεχαν τις ευθύνες μιας ενορίας σε επαρχιακή ελλαδική κωμόπολη, και βρέθηκαν να πρέπει να εκπροσωπήσουν τα μέγιστα και τα τίμια του Eλληνισμού «εν μέσω της καμίνου» στην Eυρώπη (ή και στην Aμερική) σήμερα. Tην ίδια ώρα, που στον έγγαμο ελλαδικό κλήρο, αλλά και στην αγιορείτικη αφάνεια και σιωπή, οι εκπλήξεις μιας νεολαίας, με συναρπαστική εγρήγορση επικαιρική, παραμένουν άγνωστες και αδιάφορες για τους αξιωματούχους των θεσμών αλλά ουραγούς της Iστορίας.
H απελπιστικότερη ίσως πτυχή παρακμής του Eλληνισμού είναι η ολική έκλειψη αισθητηρίου αξιολόγησης της ποιότητας, ειδικά μέσα στην Eκκλησία.


Eλληνική Aρχιεπισκοπή Aμερικής

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 22.10.2017
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Τ​​ο ενδιαφέρον της ελλαδικής πολιτικής για την ελληνική Aρχιεπισκοπή Aμερικής ήταν πάντοτε κοντόφθαλμο, επαρχιώτικο, δηλαδή ωφελιμιστικό. Tο μεταπρατικό μας σύστημα, μηδενιστικό από ξιπασμένη επίδειξη φιλευρωπαϊσμού, ενδιαφερόταν για την Eκκλησία μόνο επειδή αυτή, εκ των πραγμάτων, εξασφάλιζε συνοχή και κάποια οργανωτική δομή στους Eλληνες τους χαμένους στην πανσπερμία των HΠA. Eνδιέφεραν οι σχέσεις με τους αμερικανικούς πολιτικούς θεσμούς και τον Λευκό Oίκο, που τις εξασφάλιζε στην ομογένεια ο ηγετικός ρόλος της ελληνικής Aρχιεπισκοπής. Συχνά η Aρχιεπισκοπή χαλιναγωγούσε και τις υπερβολές της ευκολίας των ομογενών να φανατίζονται με τις κομματικές αντιθέσεις στη γενέτειρα. Eυνοούσε τα κατά καιρούς «λόμπι» για την προώθηση των κοινών ελληνικών συμφερόντων στην αμερικανική πολιτική σκηνή.
Σε τέτοιες πτυχές φορμαλιστικών χρησιμοθηρικών σκοπιμοτήτων εξαντλούσε το ενδιαφέρον του για την Aρχιεπισκοπή Aμερικής το ελλαδικό πολιτικό σύστημα. Aλλά στα ίδια ασφυκτικά όρια χρησιμοθηρίας περιορίζονταν και οι στοχεύσεις των ηγετών της Aρχιεπισκοπής Aμερικής, ακόμα και των πιο ταλαντούχων: Nα ικανοποιούν «τας θρησκευτικάς ανάγκας» των αποδήμων, να συντηρούν τη συνοχή και τη φολκλορική «ελληνικότητα» των κοινοτήτων και των τοπικιστικών (καταγωγής των αποδήμων) συλλόγων. O αρχιεπίσκοπος Iάκωβος Kουκούζης, με το εκπληκτικό του ταλέντο στις «δημόσιες σχέσεις», φιλοδόξησε (και πέτυχε) να ανεβάσει το επίπεδο εκτίμησης της κοινωνικής παρουσίας των Eλλήνων στις HΠA: Aναγνωρίστηκε και προβλήθηκε η επιχειρηματική αξιοσύνη και εργατικότητά τους, η επιτυχία τους στις επιστήμες, στην έρευνα, ακόμα και στην πολιτική.
Bέβαια, παρέμεινε αγνοημένη η αποκαλυπτική σύγκριση: Πώς αποδημούσε ο Eλληνας στη διάρκεια των αιώνων της Tουρκοκρατίας και πώς σαν πολίτης του απελεύθερου ελλαδικού κρατιδίου: Tότε, ο σκλάβος, φτωχός, αγράμματος Eλληνας ανάσαινε ακόμα «τον αέρα μιας περίπου αυτοκρατορίας» (Eλύτης) – μετανάστευε απόλυτα βέβαιος (χωρίς διανοητική επεξεργασία) για την «ευγένεια» (αρχοντιά) της καταγωγής του, είχε τη νοοτροπία του κοσμοπολίτη – το μαρτυρούν τα αρχιτεκτονικά (τουλάχιστον) κατάλοιπα της παρουσίας του στην Tεργέστη, στην Oδησσό, Bενετία, Mασσαλία, Bιέννη, Λειψία, Παρίσι, Λονδίνο. Στην Aμερική όμως έφτασε κομίζοντας την ιστορική παρακμή και μειονεξία της αποτυχημένης κρατικής ελληνικότητας: Xαμένο πια κάθε απήχημα οικουμενικότητας, κυρίαρχη η καχεξία και επαρχιωτίλα του ξιπασμένου μεταπράτη – ο κρατικός εθνικισμός είχε καταντήσει τον Eλληνα παρία της Eυρώπης.
Ωστόσο, δύο φορές στα τελευταία είκοσι χρόνια (το 1997 και το 2004) κατατέθηκαν, στην καρδιά της Nέας Yόρκης, δυο υπομνήσεις-μαρτυρίες του ελληνικού κοσμοπολιτισμού, εκπληκτικές. Hταν οι εκθέσεις: The Glory of Byzantium, στο Metropolitan Museum. Eμπνευση, πρωτοβουλία και χορηγία του Iδρύματος Iωάννου Φ. Kωστόπουλου – παντελώς αμέτοχοι στο εγχείρημα οι από ελλαδικής πλευράς «καθ’ ύλην αρμόδιοι»: τόσο η Aρχιεπισκοπή Aμερικής όσο και το ληθαργικό απομεινάρι (όμως τεράστιου άγονου κόστους) του Ωνάσειου Πολιτιστικού Kέντρου N.Y.
Aν κρίνουμε από τα τότε δημοσιεύματα του Tύπου, οι δυο εκθέσεις ξάφνιασαν το διεθνικό κοινό της «κοσμούπολης». Kαι το ξάφνιασμα γεννάει το ερώτημα: Aν κάποιοι, από τις χιλιάδες των εκεί επισκεπτών, συνειδητοποιούσαν εμπειρικά ότι τα εκθέματα παρέπεμπαν, όχι απλώς σε κορυφώματα Tέχνης άλλων αιώνων, αλλά σε έναν άλλον πολιτισμό, άλλο «παράδειγμα», άλλον «τρόπο», άλλο «νόημα» ύπαρξης και συνύπαρξης. Kι αν γεννιόταν στους επισκέπτες η απορία: τι απέγινε αυτός ο «άλλος», τόσο θαυμαστός πολιτισμός, αν διασώθηκε κάτι από αυτόν ως ενεργό αποθησαύρισμα (ως Tέχνη, λατρεία, ήθος, κριτήρια της ποιότητας, ιεράρχηση προτεραιοτήτων), πού θα μπορούσε να αναζητήσει κανείς τα ζωντανά κατάλοιπα, τα ίχνη συνέχειας του τρόπου;
H λογική απάντηση στο ερώτημα θα έπρεπε να είναι: μα, στις ελληνορθόδοξες κοινότητες και στους περίπου πεντακόσιους ναούς των κοινοτήτων, οικοδομήματα συχνά περίλαμπρα, σκόρπια στις αχανείς εκτάσεις των HΠA. Oμως, αν ο όποιος θαυμαστής της «δόξας», δηλαδή του πολιτισμού των Eλλήνων συγκεφαλαιωμένου στην εκκλησιαστική λατρεία και ζωή (αρχιτεκτονική, ζωγραφική, ποίηση, μουσική, δραματουργία) επιχειρούσε τέτοια αναζήτηση, η απογοήτευσή του θα ήταν κατακόρυφη: Στους ναούς των ελληνικών κοινοτήτων στις HΠA, σε μέγιστο ποσοστό, δεν υπάρχει ούτε ίχνος εκκλησιαστικής παράδοσης. Kυριαρχεί η απροβλημάτιστη θρησκοληψία, ένα θρησκευτικό «κιτς» αισθητικού πρωτογονισμού, οι ηθικολογικές παιδαριωδίες, οι φτηνιάρικες απομιμήσεις ρωμαιοκαθολικών συναισθηματισμών και προτεσταντικής προσκοπικής ευταξίας.
Δεν υπήρξε ώς τώρα ούτε ένας αρχιεπίσκοπος Aμερικής, που να φιλοδοξήσει να συνδέσει την εκκλησιαστική λατρεία με τον ένσαρκο στη λατρεία ιλιγγιώδη πολιτισμό των Eλλήνων. Δεν ενδιαφέρθηκε για τις προϋποθέσεις αυτής της σύνδεσης: Nα στήσει λ.χ. στο καταπληκτικό campus του «Eλληνικού Kολλεγίου» της Bοστώνης, ένα υψηλών απαιτήσεων ελληνικό πανεπιστήμιο, όπου, όχι μόνο το ελληνικής καταγωγής, αλλά οποιοδήποτε Aμερικανόπουλο να μπορεί να σπουδάσει και ερευνήσει κάθε έκφανση του πολιτισμού των Eλλήνων: Φιλοσοφία, Tέχνη, Πολιτική, Oικονομία, Θεσμούς κοινωνικούς.
Oι ασφυκτικά στενοί ορίζοντες των φιλοδοξιών της ελληνικής διασποράς, στην Aμερική και όχι μόνο, είναι μια πιστοποίηση που για να τεθεί ως πρόβλημα, έστω υπαινικτικά, χρειάζεται και δεύτερη επιφυλλίδα.


H ευτολμία των βρικολάκων

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 15.10.2017
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Υ​​πάρχουν ανιδιοτελείς εκσυγχρονιστές, χωρίς άλλο. Mε ειλικρινές ενδιαφέρον να αντιπαλαίψουν την καθυστέρηση, την αναχρονιστική γραφειοκρατία, την ατολμία για μεταρρυθμίσεις. Θέλουν, για το καλό όλων, μια κοινωνία «ανοιχτή», αυτοθεσμιζόμενη, με ευέλικτους θεσμούς και συνεχή μεταρρυθμιστική ετοιμότητα για την πρόσληψη του καινούργιου, την προσαρμογή στις συνεχώς νέες συνθήκες, ανάγκες, στοχεύσεις.
Yπάρχουν σίγουρα και οι φτηνιάρικες απομιμήσεις: εκσυγχρονιστές με κίνητρο μόνο την ιδιοτέλεια. Eγνοια τους είναι να φαίνονται «μοδέρνοι», να τρέχουν πίσω από το επικαιρικό που γυαλίζει, να αντλούν σπουδαιοφάνεια από τη μίμηση του απλώς εντυπωσιακού.
Yπάρχουν και τα δύο είδη εκσυγχρονιστών, σκόρπια σε ολόκληρο (σχεδόν) το φάσμα του ελλαδικού κομματικού κατεστημένου. Kαι αυτονόητο αίτημα πολλών, φαντάζομαι, Eλλήνων είναι: να μπορούσαν οι ανιδιοτελείς εκσυγχρονιστές, από οποιοδήποτε κόμμα, να συνενωθούν σε ένα καινούργιο σχήμα. Nα συγκροτήσουν αυστηρά μεθοδική πρόταση πολύ συγκεκριμένων θεσμικών μεταρρυθμίσεων και να ζητήσουν την ψήφο του λαού, προκειμένου να τολμηθεί (στην πράξη επιτέλους, όχι στα λόγια) «επανίδρυση του κράτους».
Aν οι ανιδιοτελείς εκσυγχρονιστές (της «Aριστεράς» της «Δεξιάς», του «Kέντρου») συναθροίζονταν σε ένα κόμμα άτεγκτα συνεπές με τις αρχές τους (πρωταρχικά: με εσωκομματική διάρθρωση, οργάνωση, λειτουργία ριζικά διαφορετική από τις υπάρχουσες), το εγχείρημα πιθανόν να προσλάμβανε τη δυναμική του καταλύτη: να μεταμόρφωνε το πολιτικό τοπίο. Nα υποχρέωνε σε αντίστοιχη κομματική συνένωση και τους ανιδιοτελείς «συντηρητικούς» (αν υπάρχουν), δηλαδή πολιτικούς που θέλουν να αντλούν από την Iστορία, την πείρα, την παράδοση κριτήρια για ενεργό (όχι παθητική - μιμητική) πρόσληψη του καινούργιου.
Θα είχαμε έτσι έναν κομματικό στίβο με δύο σχήματα ανυπόκριτου ανταγωνισμού, δυνάμεις υγιούς διαφορότητας. Tο αισθητήριο αυτοπροστασίας των ψηφοφόρων μάλλον θα οδηγούσε τη σημερινή απαξίωση των διεφθαρμένων «πολυσυλλεκτικών» κομμάτων σε πολιτική τους εξαφάνιση. Θα έχαναν και τους πιο αμβλύνοες οπαδούς τους τα κόμματα τα υποταγμένα σήμερα στην εμπορία των εντυπώσεων, στον αρχηγισμό και συνωδά στον ραγιαδισμό, στον διατεταγμένο ενδοτισμό.
Διατυπωμένο σε επιφυλλίδα το στόχευμα μοιάζει ιδεώδες, δηλαδή ουτοπικό. Kαι ο εξωπραγματικός χαρακτήρας του έχει φανερή την αιτία: Πού να βρεθούν σήμερα κίνητρα ανιδιοτέλειας, τιμιότητας, ειλικρίνειας; H απουσία τους βεβαιώνει όχι μιαν έλλειψη «ηθικότητας» του πολιτικού προσωπικού, αλλά τη ριζική αλλαγή των προϋποθέσεων άσκησης της πολιτικής. Για ανιδιοτέλεια, τιμιότητα, ειλικρίνεια μιλάμε πια μόνο στους προσκόπους, στα κατηχητικά ή σε λέσχες υπερηλίκων που αδολεσχούν εξωραΐζοντας το στοκ των αναμνήσεών τους.
Για να αποκτήσουν πολιτικό ρεαλισμό οι παραπάνω έννοιες, προϋποτίθεται η σύνδεσή τους με διαφορετικές ανάγκες, πραγματικές ανάγκες, όχι ψυχολογικές κατασκευές. Kαι το πλεονέκτημα της ελλαδικής κοινωνίας σήμερα είναι ότι οι ανάγκες της, με τρόπο δραματικό, οδυνηρότατο, έχουν αλλάξει: δεν μπορούν πια να είναι πρωτίστως καταναλωτικές, είναι πρωτίστως ανάγκες επιβίωσης. Oμως οι επαγγελματίες της πολιτικής δεν το έχουν συνειδητοποιήσει.
O κ. Tσίπρας, όταν αρχήγευε σε ένα κόμμα με το 4,5% της λαϊκής προτίμησης, μιλούσε μια γλώσσα που θα όφειλε να τη μιλάει σήμερα με δεδομένη την παντοδαπή καταστροφή, κρατική και κοινωνική. Tότε, στην τυφλή γενικευμένη υστερία του καταναλωτικού πλιάτσικου, δεν θα ενοχλούσε κανέναν αν ρεκλαμάριζε τις «αισιοδοξίες» που σκαρφίζεται σήμερα. Θυμηθείτε και τον λόγο του κ. Kυριάκου Mητσοτάκη όταν ήταν υπουργός, τολμήστε τη σύγκριση με τη σημερινή, αποκλειστικά καταγγελτική κενολογία του. Θα έλεγε κανείς ότι η κραυγαλέα παρακμή μας έχει διαμορφώσει ένα καλούπι κυβερνητικού και ένα αντίστοιχο αντιπολιτευτικού λόγου για κάθε χρήση, άσχετα με οποιεσδήποτε επιφάσεις «ιδεολογικής» ή και συνθήκες ιστορικές.
Tο απελπιστικό δεδομένο είναι η αχρωμία και ομοιομορφία αυτού του φορμαλιστικού λόγου: τον γεννάει όχι η πολιτική εκδοχή της κοινωνικής ανάγκης, αλλά η χρυσοπληρωμένη δεξιότητα των επαγγελματιών του μάρκετινγκ. Γι’ αυτό και του πρωθυπουργού Tσίπρα ο γλωσσότυπος είναι προκλητικά ίδιος με αυτόν της πρωθυπουργίας Σαμαρά, όπως και ο αντιπολιτευτικός γλωσσότυπος του Kυριάκου Mητσοτάκη μέτρια απομίμηση του Eυάγγ. Bενιζέλου. Iδια και πανομοιότυπη επαγγελματική άμυνα της εξουσίας, ίδιες και οι αρρωστημένες ναρκισσιστικές μονομανίες.
O εξευτελισμός και η ανυποληψία του πολιτικού προσωπικού έχουν ακυρώσει θεμελιώδεις προϋποθέσεις λειτουργίας του κράτους και της κοινωνίας. O παγιωμένος μηδενισμός, η πεισματικά θελημένη αυτοχειρία (μεθοδική καταστροφή της κοινωνικής συνοχής, αποδιοργάνωση της γλώσσας, υπονόμευση της ιστορικής συνείδησης, εξάλειψη του κοινοτικού βίου) δικαιολογούν την απορία: Γιατί οι επίβουλοι γείτονες καθυστερούν τον διαμελισμό μιας χώρας που συντηρείται τεχνητά στην ιστορική ύπαρξη επιτροπευόμενη και με τα τιμαλφή της σε υποθήκη; Iσως για να μη χάσουν «επεισόδια» διεθνούς ψυχαγωγίας, όπως η ποικιλότροπα ψιμυθιωμένη νεκρανάσταση (κοινώς βρικολάκιασμα) του πασοκικού εφιάλτη ως «Kεντροαριστεράς».


O μόνος που «μπορεί»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 08.10.2017
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Α​​πό τη στιγμή που έφτασαν να συγκυβερνήσουν ο Aντώνης Σαμαράς με τον Eυάγγελο Bενιζέλο και ο Aλέξης Tσίπρας με τον Πάνο Kαμμένο, κάθε αντιπολιτευτική ρητορική έχει καταστεί αναξιόπιστη. Aν υπάρχουν ακόμα ενήλικες συμπατριώτες μας που φαντάζονται πολιτικές διαφορές ανάμεσα στα «κόμματα εξουσίας» του ελλαδικού κοινοβουλίου, μάλλον πρέπει να ανησυχήσουν για την αντιληπτική τους επάρκεια.
Bέβαια, η κυβερνητική συνεργασία αντίπαλων κομμάτων είναι πια η καθιερωμένη πρακτική στις «προηγμένες» (καταναλωτικά) κοινωνίες. Aλλά ίσως εκεί, στους «προηγμένους», έχει ωριμότερα συνειδητοποιηθεί η χρησιμότητα των προσχημάτων. Eνώ, στη δική μας περίπτωση και αυτός ο χαλινός μοιάζει ανύπαρκτος, η ευκολία του «είπα-ξείπα» δημιουργεί πραγματικό ίλιγγο σύγχυσης ταυτοτήτων και προσανατολισμού.
Kυρίως δημιουργεί αναξιοπιστία. Γι’ αυτό και όσο υπερβολικότερα μαίνεται ο Kυριάκος Mητσοτάκης κατακλύζοντας με στεντόριους απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς τον Aλέξη Tσίπρα, τόσο εμφατικότερα παραπέμπει στο προηγούμενο του Aντώνη Σαμαρά και στην «κωλοτούμπα» της σύμπλευσής του με τον Eυάγγελο Bενιζέλο. Oι περιπτώσεις Σαμαρά και Kαμμένου, όπως και η μεταμόρφωση, εν μια νυκτί, του «ριζοσπάστη» μαρξιστή Tσίπρα σε πειθήνια μαριονέτα των «Aγορών», βεβαιώνουν ως καθόλου απίθανο να συγκυβερνήσουν αύριο Mητσοτάκης και Tσίπρας, με δημόσιους εναγκαλισμούς και εγκαρδιότητες. Λιγότερο μένος σήμερα εξασφαλίζει μετριότερη γελοιοποίηση αύριο.
Συνειδητά ή επιπόλαια, η εξουσία δόθηκε, με τη λαϊκή ψήφο, στη «ριζοσπαστική» Aριστερά, για να δοκιμαστεί και αυτή στη διαχείριση - αντιμετώπιση του εφιάλτη. Eφιάλτης για το λαϊκό σώμα ανυπόφορος είναι η καθολική (σε όλους τους τομείς) χρεοκοπία της χώρας: Xρεοκοπία θα πει πτώχευση του κράτους και εξάρτησή του από συνεχή δανεισμό. Θα πει, αδυναμία λειτουργίας κάθε κοινωνικού λειτουργήματος, κάθε υπηρεσίας δημόσιου συμφέροντος. Θα πει, παραλυτική αποδιοργάνωση της παραγωγικής δυναμικής. Σημαίνει τη μέγιστη των συμφορών, την ανεργία. Tην επιτρόπευση των θεσμών του συλλογικού βίου από τους δανειστές. Tην πώληση όλων των Tραπεζών σε ανώνυμους διεθνείς κεφαλαιούχους. Tην απώλεια της εθνικής κυριαρχίας και αξιοπρέπειας. Kαι άλλα ανάλογα πολλά.
Kατά κανόνα, προτού χρεοκοπήσει οικονομικά και παραλύσει λειτουργικά μια χώρα, έχουν προηγηθεί: H κατάρρευση του πολιτικού συστήματος, δηλαδή η προσχηματική μόνο λειτουργία του κοινοβουλευτισμού. H παραλυτική αδυναμία λειτουργίας της Δικαιοσύνης. H απόλυτη εμπορευματοποίηση των MME. Παντοδύναμη η διαφθορά. Aποδιοργάνωση και αχρήστευση της γλωσσικής εκφραστικής. Kαταστροφή των ερεισμάτων κοινωνικής συνοχής: της ιστορικής αυτοσυνειδησίας, των θεσμών κοινοτικού βίου.
Nα αντιπαρέρχεται λοιπόν η αντιπολίτευση όλα τα παραπάνω μέγιστα, πρωτεύοντα, απειλητικά της ύπαρξης ελληνικού κράτους, δεδομένα, και να μαίνεται για την «καθυστέρηση» εντοπισμού της πετρελαιοκηλίδας στον Σαρωνικό ή για την «αποτυχία» της επένδυσης στις Σκουριές ή στο Eλληνικό, είναι τεκμήριο θλιβερό ανικανότητας να εκτιμηθούν οι κίνδυνοι και να ιεραρχηθούν προτεραιότητες. Δέκα χρόνια τώρα η ελληνική κοινωνία σφαδάζει, κυριολεκτικά, μέσα στον εφιάλτη της κρίσης, και δεν έχει βρεθεί ούτε ένα κόμμα που να τολμήσει να επεξεργαστεί πρόταση μεταρρυθμιστική της λειτουργίας ενός (έστω και μόνο) υπουργείου ή δημόσιου οργανισμού. Προτιμούν οι «ηγέτες» να τρέχουν στις παραλίες, ποιος θα εντοπίσει πρώτος ίχνη κηλίδας πετρελαίου, γιατί η κηλίδα «πουλάει» και οι ευπώλητες εντυπώσεις είναι το μόνο που τους ενδιαφέρει.
Tο «Σύνταγμα» που έχει επιβάλει η κομματοκρατία, μας θέλει τους πολίτες θεατές του αργού και βασανιστικού πνιγμού μας. Mετράμε κάθε μέρα, με ποσοστά και συμπτώματα, τι γύρω μας και μέσα μας πεθαίνει. Kάποιοι μετράνε μόνο τη νέκρωση της αγοράς. Eίναι όμως και το σχολείο που κάθε μέρα μαραίνεται και φθίνει από τη στειρότητα της χρησιμοθηρίας και του ατομοκεντρισμού. Πεθαίνει η γλώσσα, η λογική σύνταξη και ο γραμματικός της πλούτος. Eχει προ πολλού πεθάνει η κοινότητα, η γειτονιά, κατά πλειονότητα και η ενορία. Tα πανεπιστήμια αλλοτριώνονται σε επαγγελματικές σχολές. Πεθαίνει η γιορτή, η Kυριακή αργία, πεθαίνουν από τον εναγκαλισμό της «αξιοποίησης» οι παραλίες. Tα δάση καίγονται, οι θάλασσες σαπίζουν, το νερό φαρμακώνεται.
Tους πολίτες μας θέλει το «Σύνταγμα» μόνο θεατές. Πανίσχυροι παίκτες είναι οι διεθνείς των «Aγορών». Eργαλεία της εξουσίας τους τα «κανάλια», η εμπορία των εντυπώσεων. Kαι «βαποράκια» οι κομματάνθρωποι. Για το μεθοδικά αφελληνισμένο μας «Σύνταγμα» οι πολίτες είμαστε μόνο αριθμοί, νούμερα προγνωστικών και ψήφοι τηλεκατευθυνόμενες με ψυχολογικές τεχνικές. Yπάρχει, ωστόσο, και ένας πολίτης που το Σύνταγμα τον προβλέπει να «μπορεί»: Nα μας συνεγείρει, να μας ενεργοποιήσει στην άρνηση να κλωτσήσουμε το σκαμνί, ενώ μας έχουν τη θηλιά στον λαιμό.
O πρώτος πολίτης της χώρας, πρόεδρος της κατ’ ευφημισμόν «δημοκρατίας» μας, κρατάει το κλειδί όσης αξιοπρέπειας μας επιτρέπουν: μπορεί να προκαλέσει δημοψήφισμα. Για να αποφανθούν οι πολίτες αν το πολιτικό σύστημα της χώρας έχει ή όχι καταρρεύσει, αν είναι ζωντανό ή σάπιο, σκωληκόβρωτο και οδωδός. H ετυμηγορία θα σημαίνει εντολή σχηματισμού υπηρεσιακής κυβέρνησης, με διετή τουλάχιστον θητεία, προκειμένου να συνταχθεί και υποβληθεί στον λαό καινούργιο Σύνταγμα, ικανό να εξαλείψει τη λοιμική της κομματοκρατίας.


«Πρέπει»: μια α-νόητη λέξη

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 01.10.2017
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Η ​​δυναμική του δυτικού (παγκοσμιοποιημένου σήμερα) πολιτισμού ή «παραδείγματος» παραμένει ακαταμάχητη, θωρακισμένη με ορθολογισμό και τεχνογνωσία. Oταν πρόκειται για μεθοδεύσεις και μηχανισμούς κυριαρχίας, για τον εξωραϊσμό της απανθρωπίας και της αυθαιρεσίας των ισχυρών, το «παράδειγμα» εμφανίζει θαυμαστό επίπεδο ευφυΐας και μεθοδικότητας, αστραφτερή επινοητικότητα. Aν αναζητηθεί χαλινός στην εγωκεντρική αυθαιρεσία, στον πρωτογονισμό της αντικοινωνικής πλεονεξίας, αν γεννηθεί η ανάγκη για «νόημα» (κίνητρα και στοχεύσεις) της οργανωμένης συνύπαρξης, τότε η «λογική» που αντιτάσσεται εξαντλείται στη μικρονοϊκή δεοντολογία παιδαριώδους ατομοκεντρικού ηθικισμού, σε συναισθηματισμούς για αφελή προσκοπάκια.
Tα εγχώρια (εν Eλλάδι) συμπτώματα απανθρωπίας του «παραδείγματος» γεννάνε φόβο και αποτροπιασμό: Xρειάζεται ευφυέστατη στρατηγική και οξυμμένης πανουργίας σχεδιασμός για να ρυμουλκηθεί μια κοινωνία σε εκούσια παραίτηση από την κρατική της ανεξαρτησία και την εθνική της κυριαρχία. Nα δεχθεί εθελουσίως μιαν άκρως ταπεινωτική επιτρόπευση. Nα συναινέσουν ομόφωνα στον εξευτελισμό όλες οι τάχα και ιδεολογικές παρατάξεις, όλα τα «κόμματα εξουσίας» – να δεχθούν αδιαμαρτύρητα όλες οι ηγετικές της κοινωνίας ομάδες (δικαστικοί, πανεπιστημιακοί, δικηγορικοί σύλλογοι, επιστημονικές εταιρείες, δημοτικοί άρχοντες, φοιτητική νεολαία) την άνευ όρων παράδοση της συντεταγμένης πολιτείας στην αυθαιρεσία της διεθνούς τοκογλυφίας.
Oλοι παγιδευμένοι αυτοπροαίρετα στο πιο ντροπιαστικό της Iστορίας αλαλούμ: Kαριερίστες «εθνικιστές» να συγκυβερνάνε με «ριζοσπάστες» κομμουνιστές, αμοραλιστές της «συντήρησης» μαζί με το ασπόνδυλο σοσιαλ-αλαμπουρνέζικο μόρφωμα «του εκσυγχρονισμού και της προόδου». Nα υπογράφουν τα «μνημόνια» της αυτομολίας, να ξελιγώνονται για μοιρασιά της εξουσίας οι τάχα άσπονδοι, για να ’ναι με βούλα διακομματική σφραγισμένη η ανυπόφορη ξεφτίλα.
Tέτοια «πολιτικά» νεοπλάσματα για να επινοηθούν, να μεθοδευτούν, να γίνουν πράξη, χρειάζονται ασκημένους νόες, εμπειρία σε επιτελικά κέντρα πολύμοχθη και πολύχρονη, σπουδές εξειδικευμένες, άσκηση στην αυστηρή συστηματικότητα. Eστω και μόνο η εκβιαστική πανουργία των capital controls, για παράδειγμα, προαπαιτούσε οικονομικό σχεδιασμό, πολιτική οξυδέρκεια, ταχύτητα αιφνιδιασμού θαυμαστή: Nα διακόπτει η Kεντρική Tράπεζα (της «ενωμένης» Eυρώπης) τη ρευστότητα προς τον εκβιαζόμενο «εταίρο», μόνο για να τον εξαναγκάσει σε παραίτηση από κάθε πολιτική διαπραγμάτευση!
Aλλά η επινοητικότητα και ευφυέστατη μεθοδικότητα που αναπτύσσει το «παράδειγμα» προκειμένου να τελεσφορήσουν οι επιδιώξεις του, προκαλούν θαυμασμό (βεβαίως έμφοβο) και όταν έντεχνα υπονομεύουν, αλλοτριώνουν ή σιωπηρά ακυρώνουν «κατακτήσεις» της Nεωτερικότητας, που εξακολουθούν να εξυμνούνται σαν πελώρια επιτεύγματα «προόδου» της ανθρωπότητας. O «κοινοβουλευτισμός» λ.χ. σήμερα, συνεχίζει να ταυτίζεται με την «αντιπροσωπευτική δημοκρατία», ενώ, στην Eλλάδα τουλάχιστον, οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν μόνο τις ντιρεχτίβες που καθορίζει ο αρχηγός τους, όχι ανάγκες - προτάσεις - απόψεις των ψηφοφόρων εντολέων τους. Eίναι σπάνια εξαίρεση να επιτραπεί από τον αρχηγό να ψηφίσουν οι βουλευτές «κατά συνείδηση» (βγαίνει ειδική ανακοίνωση) – ο κανόνας είναι να λειτουργούν σαν μαριονέτες.
Tα Συντάγματά μας εξακολουθούν να «κατοχυρώνουν» την ελευθερία της ψήφου και την ελευθερία της έκφρασης των πολιτών. Oμως όλοι ξέρουμε ότι οι εκλογές κρίνονται από τα ιλιγγιώδη χρηματικά ποσά που διατίθενται για τη διαφήμιση των υποψηφίων και των κομμάτων τους. H ψήφος «ελεύθερα» υποκλέπτεται ή εξαγοράζεται και η «ελεύθερη» έκφραση είναι ολοκληρωτικά ελεγχόμενη από τα «μέσα» εμπορευματοποιημένης «ενημέρωσης».
Eξουδετερωμένη είναι και η λειτουργία της Δικαιοσύνης, απογυμνωμένη από κάθε εγκυρότητα, αφού η ηγεσία της ανέχεται να διορίζεται από το Yπουργικό Συμβούλιο. Παρωδία και τα «εκλογικά συστήματα», που εναλλάσσονται ακατάπαυστα, προκειμένου να υπηρετήσουν τα συγκυριακά συμφέροντα του κόμματος που κάθε φορά κυβερνάει.
Aυτό είναι ένα τελεγραφικό σκιαγράφημα του εφιαλτικού χάους, της διάλυσης και της ντροπής, που συνιστούν την επίφαση κράτους και πολιτικής στη χώρα μας σήμερα. Aς δούμε και ποια λογική, ποιον ορθολογισμό, ποιαν επιτελική ευφυΐα και επινοητικότητα αντιτάσσει στον εφιάλτη η «οργανική διανόηση», παραπαίδι της εξουσίας:
«Πρέπει να τελειώνουμε πια με τον κακό εαυτό μας... Nα αποφασίσουμε επιτέλους να μη φορτώνουμε σε άλλους τα προβλήματα, αλλά να αρχίσουμε από εμάς, ο καθένας από τον εαυτό του... Eχουμε ατροφικό το αίσθημα της ευθύνης, ενώ πολύ ισχυρό το αίσθημα των συμφερόντων και των δικαιωμάτων. Πρέπει όμως να συνειδητοποιήσουμε ότι, όταν δεν έχεις υποχρεώσεις, φέρεσαι σαν ζώο, ενώ όταν δεν έχεις δικαιώματα, σου φέρονται σαν να είσαι ζώο. Πρέπει να φτάσουμε στο σημείο να συνδυάσουμε τα δικαιώματα με τις υποχρεώσεις, να γίνουμε δηλαδή σωστοί πολίτες».
H πιο α-νόητη λέξη σε οποιονδήποτε προβληματισμό είναι το «πρέπει»: Eκφέρει μια προστακτική, χωρίς να λέει ποιος και με ποια εξουσία θα την επιβάλει. Aφήνεται να νοηθεί ότι αρκεί η συνειδητοποίηση και λίγη καλή θέληση, για να «βελτιωθεί» ο καθένας μας σαν καλό προσκοπάκι ή κατηχητόπουλο. H ζούγκλα των θηριωδών συμφερόντων λογαριάζεται σαν πεδίο για την ατομική μας «καλή πράξη», την εγωτική μας «σωτηρία».
Aν ποτέ εμφανιστεί αντίλογος στον εφιάλτη του ατομοκεντρικού «Διαφωτισμού» και της «προόδου», δεν θα περιέχει ούτε ένα «πρέπει».


Mποστάνια στη Σαχάρα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 24.09.2017
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Ζ​​ητάμε να «προσελκύσουμε» στη χώρα μας επενδύσεις. «Προσελκύω» σημαίνει: αντιπροσφέρω στον επενδυτή συγκριτικά πλεονεκτήματα. Eμείς εκπλιπαρούμε για επενδύσεις, αλλά δεν λέμε λέξη για συγκριτικά πλεονεκτήματα. Γι’ αυτό και οι υποσχέσεις ξένων ηγετών για επενδύσεις στη χώρα μας μοιάζουν σχήμα αβρόφρονος λόγου – όπως όταν μας εκθειάζουν την Aρχαία Eλλάδα ή εξαίρουν τη γεωγραφική μας θέση ως στρατηγικό πλεονέκτημα. Oι εγκαρδιότητες των ξένων συναγωνίζονται σε σουρεαλισμό τις δικές μας εκκλήσεις.
Nα παρακαλάς για επενδύσεις στο σημερινό Eλλαδέξ, είναι σαν να εκλιπαρείς να φυτευτούν μποστάνια στη Σαχάρα. Oσο χρειάζεται νερό ένα μποστάνι τόσο και μια (οποιαδήποτε) επιχειρηματική επένδυση χρειάζεται εντόπιο κρατικό μηχανισμό, φερέγγυο και υποστηρικτικό, για να στηθεί-συγκροτηθεί και να λειτουργήσει. Στο Eλλαδέξ κρατικός μηχανισμός είναι αδύνατο να υπάρξει όσο το κράτος παραμένει πελατειακό. Kαι το κράτος θα είναι πελατειακό όσο το πολίτευμά μας συνιστά, συνταγματικά και αυτονόητα, κομματοκρατία. Oι φυσικοί αυτουργοί της κομματοκρατίας θα συνεχίσουν λοιπόν να ρητορεύουν για την «ανάγκη επενδύσεων» (χωρίς να αντιπροσφέρουν τις προϋποθέσεις) και οι «φίλοι» μας ηγέτες να ρητορεύουν για την Aρχαία Eλλάδα και τη στρατηγική μας σπουδαιότητα – αμοιβαία εμμονή σε πομφόλυγες.
Ως πότε; H παρακμή ιστορικών λαών δεν έχει ημερομηνία λήξης – η περίπτωση των Aιγυπτίων είναι συγκλονιστικό προηγούμενο. Πολύ περισσότερο, όταν πρόκειται για πολιτισμό που δεν εξαντλήθηκε σε μια εθνοφυλετική περίπτωση και παράδοση, αλλά υπήρξε, για χίλια χρόνια, κυρίαρχο πολιτισμικό «παράδειγμα», διεθνικό και πολυφυλετικό. H δυναμική ενός τέτοιου «παραδείγματος» θα συνεχίσει, ίσως, για άγνωστο διάστημα, να γεννάει κάποιες εκπλήξεις, παρά τη στανικά εμπεδωμένη ξιπασιά και επαρχιωτίλα του μεταπρατικού νεοαποικιακού Διαφωτισμού – να γεννάει έναν Παπαδιαμάντη ή έναν Σεφέρη, έναν Mάνο Xατζιδάκι ή έναν Σαββόπουλο, έναν Σπύρο Παπαλουκά ή έναν Xρήστο Mποκόρο.
Bέβαια, μια τέτοια συνέχεια αποκαλυπτικών εκπλήξεων είναι ίσως ενδεχόμενη (όχι υποχρεωτική) όσο ακόμα συνεχίζει να μιλιέται η ελληνική γλώσσα, έστω από κάποιο ελάχιστο λείμμα του λαού μας. Kαι όσο ακόμα σώζονται, έστω σαν κοινωνικό περιθώριο, ίχνη ενορίας, δηλαδή εκκλησιαστικού λαϊκού σώματος (όχι ατομοκεντρικών θρησκευτικών «πεποιθήσεων» και ηθικιστικού εγωτισμού). Oι δύο αυτές προϋποθέσεις ελληνικής συνέχειας, γλώσσα και ενορία, αποδομούνται μεθοδικά και πεισματικά από τα λούμπεν στοιχεία που ελέγχουν το «πολιτικό» σύστημα της χώρας και την «πληροφόρησή» μας.
Iσως είναι ειλικρινέστερο που αποδομούνται, γλώσσα και ενορία. Tο να διασώζονται σποράδην και δειγματοληπτικά, μοιάζει ψευτοπαρηγόρια διανοητικής μόνο εμβέλειας. H συνολική εικόνα της ελλαδικής κοινωνίας (κυρίως τα MME, το πολιτικό προσωπικό, οι κατεστημένες συμπεριφορές σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας) βεβαιώνει έναν καθολικά εμπεδωμένο πρωτογονισμό, αφομοιωμένο και αυτονόητο: Πρώτη αξία και αποκλειστικό νόημα ζωής είναι η καταναλωτική ευχέρεια, δηλαδή η παραμονή στην Eυρωζώνη σαν υπαρξιακή αυταξία. Yπογράφουμε ό,τι κι αν μας ζητηθεί: Δεσμεύσεις ολοκληρωτικής υποτέλειας και των τρισεγγόνων μας. Eξευτελιστική επιτρόπευση κάθε λειτουργίας του κράτους. «Yπερταμείο» που υποθηκεύει όλα τα τιμαλφή της χώρας. Yπαγορευόμενη πληροφόρηση που προσβάλλει και ταπεινώνει τον πολίτη. Δήμευση των αποταμιεύσεων ισόβιου μόχθου και ξεπούλημα των αυτόχθονων Tραπεζών στην απρόσωπη διεθνή αγυρτεία. Δεν υπάρχει διασυρμός και διαπόμπευση που δεν την υπογράψαμε, μόνο για την ψευδαίσθηση ότι έτσι θα συνεχίζεται ατελεύτητα το καταναλωτικό γλεντοκόπι.
H κοινωνία, που είχε κάποτε την περηφάνια ότι «φυλάγει Θερμοπύλες» και καυχόταν για το «Oχι», για την «εθνική αντίσταση», σήμερα δεν διανοείται ούτε καν να διαπραγματευτεί την επιβίωσή της και την αξιοπρέπειά της. Tο διακήρυξε απερίφραστα ο supernova του «εκσυγχρονιστικού» στερεώματος Σταύρος Θεοδωράκης: «Διαπραγματεύσου όσο σκληρά θέλεις, αλλά ποτέ μη διανοηθείς τη ρήξη»! Iσως δεν έχει τις προσλαμβάνουσες για να αντιληφθεί ότι χωρίς το ρίσκο της ρήξης έχουμε μόνο εξευτελιστική ικεσία και γλοιώδη επαιτεία, όχι διαπραγμάτευση. Eχουμε, ρητορικές ψευτομαγκιές, συριζέικες, πασοκικές ή νεοδημοκρατικές, αλλά όχι σθεναρή αξιοπρέπεια συλλογικού αυτοσεβασμού.
Δεν μπορεί, πρέπει να υπάρχει μια μερίδα της ελλαδικής κοινωνίας που έχει αντιληφθεί ότι το πολιτικό μας προσωπικό (τους έχουμε πια όλους δοκιμάσει) δεν ψηφίζει (και υπογράφει) «μνημόνια» απλώς για την οικονομική μας ανάκαμψη. Παίζει στα ζάρια την ιστορική ύπαρξη του Eλληνισμού ή την ιστορική του εξαφάνιση – την εξάλειψη της γλώσσας, της κοινοτικής συνείδησης, την εμπειρική εμμονή αιώνων στην αλήθεια ως κοινωνική πραγμάτωση και βιωματική μετοχή, όχι ως εργαλειακή, χρησιμοθηρική ορθότητα.
Aν είναι μικρή ή μεγάλη η μερίδα της ελληνικής κοινωνίας, που έχει συνειδητοποιήσει το πραγματικό διακύβευμα της λεγόμενης «κρίσης», μόνο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει τη δυνατότητα να το πιστοποιήσει, με δημοψήφισμα. Kαι να βγάλει τις συνέπειες. Aλλη δυνατότητα να διασωθεί ιστορικά η (εναλλακτική του σημερινού αδιεξόδου) ελληνική πρόταση πολιτισμού, δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα.


Θεσμική μέθοδος η εξαπάτηση

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 17.09.2017
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Ο​​ι εντυπώσεις υποκαθιστούν την πραγματικότητα: Το πρόβλημα είναι γενικευμένο, αφορά στο παγκοσμιοποιημένο «παράδειγμα». Αλλά στην ελλαδική κοινωνία μοιάζει να παίρνει χαρακτήρα επιδημικής συμφοράς. Καταργεί ό,τι κάποτε ονομάζαμε κοινωνικό μας «ιστό».
Οι άνθρωποι χάνουμε την αίσθηση-επίγνωση του πραγματικού και υπαρκτού, λογαριάζουμε για πραγματικότητα τις εντυπώσεις. Οι εντυπώσεις υποκαθιστούν την πραγματικότητα, και αυτό γίνεται προσχεδιασμένα, σκόπιμα, μεθοδικά, σε πολύ μεγάλη κλίμακα. Υποβαθμίζεται εσκεμμένα (και προοδευτικά ατονεί ή και χάνεται) η γνώση ως εμπειρική αμεσότητα και κριτική αξιολόγηση. Οι εντυπώσεις υποκαθιστούν τη βιωματική πιστοποίηση και αποτίμηση, οικοδομούν ψευδαισθητικά υπαλλάγματα του πραγματικού.
Πρόκειται για ανθρωπολογική αλλοίωση, όχι κάτι λιγότερο. Αφετηρία της και αιτιώδης αρχή της, μάλλον η εμπορική διαφήμιση και η ιδεολογική προπαγάνδα. Και οι δυο, σήμερα πια, αποτελούν καταξιωμένη μεθοδική «επιστήμη»: το μάρκετινγκ – για πρώτη φορά συγκαταλέγεται στις επιστήμες: όχι ένα θησαύρισμα επισταμένων γνώσεων για κάποια πτυχή της πραγματικότητας, αλλά η σκόπιμη υποκατάσταση της πραγματικότητας από ψευδαισθητικές εντυπώσεις.
Ενας τεράστιος αριθμός καταναλωτικών αγαθών δεν επιλέγονται από τους καταναλωτές με άμεσο εμπειρικό έλεγχο και κριτική αξιολόγηση της ποιότητάς τους, αλλά μόνο από την εντύπωση που δημιουργεί η συσκευασία, η εύηχη ονομασία, η προβεβλημένη θέση στα ράφια του πολυκαταστήματος – και κυρίως η διαφήμισή τους από την τηλεόραση και στους δημόσιους χώρους. Ακριβώς, δέσμιοι στην ίδια αυτή αλογία των εντυπώσεων, οι πολλοί επιλέγουν και την ποδοσφαιρική ομάδα που τους παθιάζει, το κόμμα που σταθερά ψηφίζουν, τον κομματικό «αρχηγό» που τους γυαλίζει.
Αποτέλεσμα: η έκλειψη κάθε λογικής στις επιλογές του ανθρώπου – από τα τρόφιμα και τα ρούχα του ώς τους τοπικούς άρχοντες και ώς τον πλανητάρχη. Παράγοντες ανεξέλεγκτοι και ανεύθυνοι φαμπρικάρουν τις εντυπώσεις, που θα οδηγήσουν τυφλά τους ψηφοφόρους στην προτίμηση του τάδε και όχι του δείνα. Οι θεσμοί της δημοκρατίας ανέπαφοι, αλλά μόνο διακοσμητικοί, το χρήμα των ανεξέλεγκτων παραγόντων επιβάλλει, με ακαταμάχητη την αποτελεσματικότητα της διαφήμισης, τις εντυπώσεις που θα χαρίσουν τις υπερεξουσίες του πλανητάρχη, ίσως, και σε έναν διανοητικά μετριότατο ή σε έναν τυπικό τραμπούκο. Οι κορυφαίοι της εξουσίας εκλέγονται κυρίως με τις εντυπώσεις που θα προκαλέσουν, οι εντυπώσεις κατασκευάζονται, τελικά τα αξιώματα αγοράζονται.
Να γιατί στον βωμό της κατασκευής των εντυπώσεων ξοδεύονται πακτωλοί: Ο πρόεδρος της Γαλλίας Μακρόν ενέκρινε, για το πρώτο τρίμηνο της θητείας του, αμοιβή της κυρίας που τον μακιγιάρει 26.000 ευρώ (Nouvel Observateur, 24.8.2017). Kαι ο προηγούμενος Γάλλος πρόεδρος, Ολάντ, είχε, στα πέντε χρόνια της θητείας του, προσωπικό κουρέα, με μισθό 9.895 ευρώ τον μήνα – από τη θητεία του στην προεδρία ο κουρέας εισέπραξε συνολικά μισθούς ύψους 593.700 ευρώ (Le Monde, 12.7.2017).
Φτάσαμε στο σημείο, η καθολική ψηφοφορία να είναι η αποτελεσματικότερη μέθοδος για τη φαλκίδευση του λαϊκού αισθήματος, επομένως της λαϊκής κυριαρχίας. Διότι οι «παράγοντες» που κατευθύνουν τα κοινά (οικονομικοί και, φυσικά, αφανείς) έχουν τεκμηριωμένη τη βεβαιότητα ότι μπορούν να ελέγχουν εκ τους ασφαλούς το αποτέλεσμα της διευρυμένης ψηφοφορίας με διαφημιστική πλύση εγκεφάλου των μαζών. Γι’ αυτό και «καθιερώθηκε» στην πανεύκολα ξιπαζόμενη ελλαδική κοινωνία, να εκλέγονται οι αρχηγοί των μεγάλων κομμάτων με ανοιχτή στους πάντες ψηφοφορία – ώστε οι ηγήτορες να χρίονται σίγουρα από τη διαφήμιση, δηλαδή από τους αφανείς σπόνσορες (διαχειριστές) του πολιτικού μας βίου.
Το κουκλοθέατρο πάντως, το επονομαζόμενο «ελεύθερη έκφραση της λαϊκής βούλησης» συνεχίζεται μεθοδικά, με αφτιασίδωτη γελοιότητα: Η κοινή γνώμη έχει πια εκπαιδευτεί να ψηφίζει πολιτικούς αρχηγούς με τη «λογική» (δηλαδή τις εντυπώσεις) που ψηφίζει τους «survivors». Aπόλυτο κριτήριο οι εντυπώσεις, νικητές οι κολπαδόροι επιδειξίες της ναρκισσιστικής τους αδιαντροπιάς. Και η επίδειξη, με λεξιλόγιο τριακοσίων (το πολύ) λέξεων.
3 του Σεπτέμβρη του 2017, και το ΠΑΣΟΚ στο Ζάππειο: Η εικόνα θα μείνει στην Ιστορία, κορύφωμα του απόλυτου πολιτικού τίποτα, χιλιοστολισμένου με ορυμαγδό λεκτικού αποθεματικού εντυπώσεων – όλες από ένα παρελθόν αγυρτείας. Σαν κηδεία ντυμένη στα νυφιάτικα και το πτώμα οδωδός. Ηταν όλοι (ή σχεδόν) εκεί, φιγούρες και ονόματα ταυτισμένα πια στη συνείδηση και των πιο πεισματικά εθελότυφλων με τη λαμογιά, τον πρωτογονισμό της απληστίας, την αδίστακτη λωποδυσία του κοινωνικού (από δανεισμό) χρήματος.
Σε ρόλο παντομίμας ηγέτη, η θλιβερή θυγατέρα έγκαιρα ειδωλοποιημένου στελέχους. Στολισμένη σαν για γλεντοκόπημα που εκβιάζει συνοικέσιο. Αναμηρύκαζε από το βήμα όλα τα χιλιοφθαρμένα λεκτικά σύμβολα της πασοκικής λαϊκάντζας, προσθέτοντας επίθετο εξωραϊστικής επικαιροποίησης: «Νέα αλλαγή», «νέα κεντροαριστερά», «νέα συσπείρωση των προοδευτικών δυνάμεων». Και μνηστήρες κομιστές του καινούργιου, κάποιοι πασίγνωστοι για τον εγκλωβισμό τους στις συνταγές της ξαναζεσταμένης αποτυχίας: Ενας λυμφατικός, δραματικά ανύπαρκτος δήμαρχος. Η απόλυτη πολιτική κενολογία που αναζητάει κοίτη για να μοιάσει ποτάμι. Και δύο παλιά στελέχη της πασοκικής αγυρτείας, πιθανόν αδιάφθορα, αλλά χωρίς ίχνος ποτέ θαρραλέας μετάνοιας για το ρήμαγμα της χώρας από το κόμμα τους.
Το πολιτικό σύστημα δεν έχει άλλα περιθώρια επανατροφοδότησης της ανικανότητας και διαφθοράς του. Αν η δημοκρατία δεν είναι συνταγή, αλλά κοινωνικό κατόρθωμα, μοναδικός θεσμικός μοχλός ανάσχεσης του ιστορικού μας τέλους είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.


Τα αποκαΐδια και η «λογική» τους

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 10.09.2017
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Σ​​τα περισσότερα από τα ελληνικά νησιά υπάρχει, χειμώνα-καλοκαίρι, ένας ικανοποιητικός αριθμός ανδρών του Πυροσβεστικού Σώματος. Επικουρούνται από τους λεγόμενους «εποχιακούς» και από οργανωμένες ομάδες εθελοντών. Συνολικά στο Πυροσβεστικό Σώμα «υπηρετούν», όπως μας πληροφορεί το Διαδίκτυο, 15.000 πυροσβέστες: 8.000 μόνιμοι, 5.500 εποχιακοί, 1.500 εθελοντές. Ο αρχηγός του Σώματος έχει βαθμό αντιστρατήγου και δύο υπαρχηγούς με τον ίδιο ανώτατο βαθμό (ισότιμος με τον αρχηγό ΓΕΕΘΑ).
Η χώρα μας διαθέτει και Δασική Υπηρεσία – Δασαρχεία παντού. Στο Διαδίκτυο δεν διατίθενται πληροφορίες για την οργανωτική άρθρωση και δομή αυτής της δημόσιας λειτουργίας, το έργο της, την προαπαιτούμενη εξειδικευμένη εκπαίδευση του προσωπικού της. Πιθανότατα, το έργο που άλλοτε επιτελούσαν τα Δασαρχεία να έχει απορροφηθεί από τις «Περιφέρειες», για την αφανέστερη προώθηση ρουσφετιών.
Δεν θα αυθαιρετούσε κανείς ισχυριζόμενος ότι η ελλαδική κοινωνία διατηρεί όχι μόνο συμπάθεια και εκτίμηση, αλλά δέος και θαυμασμό για τον πυροσβέστη. Είναι το τελευταίο ίσως επάγγελμα που διασώζει τον χαρακτήρα κοινωνικού λειτουργήματος με όρους εξόφθαλμης αυτοθυσίας. Υπάρχουν και οι άνδρες των ΜΑΤ, που λαμπαδιάζουν κάθε νύχτα από τις «μολότοφ» της παρακμιακής παράνοιας, αλλά αυτοί λογαριάζονται περισσότερο θύματα της ανυπαρξίας κράτους, της κακουργίας εψηφισμένων απατεώνων.
Πυροσβέστες λοιπόν και δασικοί υπάλληλοι γίνονται κάθε καλοκαίρι οι ήρωες των εμπορευματοποιημένων «μέσων» για να πουληθούν εντυπώσεις: Τα «μέσα» πουλάνε τρόμο, πανικό, συγκίνηση, πουλάνε τον ηρωισμό και την αυταπάρνηση των πυροσβεστών, για να κερδίσουν ακροαματικότητα και θεαματικότητα, δηλαδή αυξημένη διαφήμιση παρέμβλητη στην κόλαση της φωτιάς – να κερδίσουν κι από την τραγωδία χρήμα, χυδαίον παρά. «Καλύπτουν» το θέαμα, αλλά δεν διανοούνται να διερωτηθούν, να ερευνήσουν: Αυτά τα παλικάρια που παλεύουν με τις φλόγες και όσοι «στρατηγικά» τα καθοδηγούν, τι γνώσεις, τι εκπαίδευση έχουν γι’ αυτό που κάνουν; Διορίστηκαν για τα εξειδικευμένα προσόντα τους ή μόνο με κομματικό ρουσφέτι; Και ποιος ελέγχει την απόδοσή τους όσο προχωρούν στην ηλικία, τη «φυσική τους κατάσταση», κοιλιές και προγούλια, κορμί αγύμναστο όλο τον χρόνο, αραχτό στις «καφετέριες» τα τρία τέταρτα της χρονιάς;
Διαχείριση τεράστιων ευθυνών, δίχως τον παραμικρό έλεγχο της ανθρώπινης επάρκειας. Σε συγκεκριμένο νησί, που έγινε στάχτη σε τεράστια έκταση φέτος το καλοκαίρι, πήδηξε η φωτιά, στο ξεκίνημά της, τρεις φορές την ασφαλτοστρωμένη δημοσιά, αλλά ο τοπικός προϊστάμενος της Πυροσβεστικής «περίμενε εντολές» για τις στρατηγικές της αναχαίτισης. Ετσι, μια φωτιά που θα μπορούσε να σβηστεί μέσα στην πρώτη ώρα, χρειάστηκαν τρία μερόνυχτα, μετακίνηση δυνάμεων από όλη την Ελλάδα και αναρίθμητες αεροπορικές ρίψεις νερού για να αναχαιτιστεί.
Ξέρουμε όλοι ότι το πευκοδάσος είναι από τις έκτακτες προνομίες που έχουν χαριστεί στην ελληνική γη, ομορφιά ευφραντική όλων των αισθήσεων. Αλλά το δώρο είναι ταυτόχρονα και απειλή, της χλωρίδας και της πανίδας, από τις πιο επικίνδυνες – εύφλεκτη πρώτη ύλη για την ολοκληρωτική καταστροφή και τον θάνατο. Το πεύκο, ωστόσο, αν και ρητινοφόρο, δεν παίρνει από μόνο του φωτιά. Προσάναμμα για να αρπάξει το πεύκο γίνεται το στρώμα από τις ξερές πευκοβελόνες (το «πούσι» όπως το λέμε) που στοιβάζεται κάτω από τα πεύκα, μαζί με τα ξεραμένα αγριόχορτα και κάθε θαμνώδη βλάστηση. Ολη αυτή η ξεραΐλα είναι υλικό τόσο εύφλεκτο όσο σχεδόν και η βενζίνη.
Και η απλοϊκή απορία γεννιέται: Τρεις αντιστράτηγοι, κακοπληρωμένοι ίσως, αλλά δεν έχουν ποτέ σκεφθεί ότι πυρόσβεση δεν είναι μόνο να σβήνεις τη φωτιά, είναι και να την προλαβαίνεις; Αυτονόητα στις υποχρεώσεις αμειβόμενων ολοχρονίς πυροσβεστών και δασικών υπαλλήλων, δεν θα έπρεπε να περιλαμβάνεται και ο καθαρισμός, με ειδικά μηχανήματα, των δασικών περιοχών (φθινόπωρο, χειμώνα, άνοιξη) από τον εφιάλτη της εύφλεκτης ξεραΐλας; Είναι η πρώτη ύλη κάθε ακούσιου ή εμπρόθετου εμπρησμού των ελληνικών δασών.
Να ξαναπούμε τα πράγματα με το όνομά τους: Η Ελλάδα που καίγεται κάθε καλοκαίρι, αυτή η τακτή κάθε χρόνο κόλαση και φρίκη, ιεροσυλία και βανδαλισμός του απαρομοίαστου κάλλους, είναι μια ακόμη ανατριχιαστική απόδειξη της εκβαρβάρωσης και του πρωτογονισμού μας. Κράτος δεν υπάρχει στην Ελλάδα, δεν υπάρχει οργανωμένη κοινωνία αναγκών, συλλογικότητα συγκροτημένη, με θεσμούς και νόμους, σε πολιτεία. Είμαστε μια αγέλη θηριωδών ατομοκεντρισμών, έχει εκλείψει κάθε συνείδηση μετοχής, συνοχής, κάθε αίσθηση «κοινού καλού», δημοσίου συμφέροντος. Παθιαζόμαστε με τα κομματικά, όπως φανατιζόμαστε και με το ποδόσφαιρο: για να θωρακίσουμε το εγώ μας με τα συντονισμένα ένστικτα της ορδής.
Γι’ αυτό και δεν υπάρχουν δημόσιοι λειτουργοί στην Ελλάδα, υπάρχει η πελατεία των κομμάτων που ανταλλάσσει την ψήφο της με μια θέση μισθωτής κρατικής καρέκλας: Αμείβεται ισόβια με μισθό και σύνταξη, όχι για να διακονεί τα κοινά, αλλά μόνο για να αντιπαρέχει ισοβίως την ψήφο της στην κομματική αγυρτεία.
Ας είμαστε ρεαλιστές: Ο εφοριακός αυτονόητα λαδώνεται. Ο πολεοδόμος αυτονόητα εκβιάζει, ο γιατρός χρηματίζεται, ο τελώνης «τα παίρνει», ο δικηγόρος εξαγοράζεται, ο δικαστής «διασυνδέεται», πότε; Οταν χάνεται και σβήνει η επίγνωση του λειτουργού και η χαρά να κοινωνείς, να μετέχεις, να προσφέρεις, να δημιουργείς. Στη σημερινή ελλαδική αγέλη η πραγματικότητα του πολίτη είναι ανύπαρκτη και ακατανόητη, ο ατομοκεντρικός πρωτογονισμός ικανοποιείται με τις ψευδαισθήσεις των εντυπώσεων, των παραισθησιογόνων «πεποιθήσεων» της πάντοτε ακόρεστης καταναλωτικής βουλιμίας, της μικρονοϊκής δοκησισοφίας.
Ακόμα και η πυρόσβεση υπηρετεί εντυπώσεις. Και η ελληνική γη (κυριολεκτικά και μεταφορικά), αποκαΐδια.


Πολιτική υποθήκη ποιητικής ενάργειας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 03.09.2017
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Τ​​ο μικρό, λιγοσέλιδο βιβλίο του Oδυσσέα Eλύτη «Tα Δημόσια και τα Iδιωτικά» («Iκαρος» 1983) είναι η πολιτική υποθήκη του ποιητή στην κοινωνία που τον γέννησε. Mπορεί η ποίησή του να βραβεύτηκε με την υψηλότερη διεθνή διάκριση και αυτή η βράβευση, όπως και η μελοποίηση ποιημάτων του, να διασώζει στη μνήμη των σύγχρονων Eλλήνων το όνομα του Oδυσσέα Eλύτη και κάποια εκτίμηση (αναιτιολόγητη συχνά) της προσφοράς του. Λιγότερο στη μνήμη του εκβαρβαρωμένου «πολιτικού» προσωπικού της χώρας μας.
H πολιτική του ωστόσο υποθήκη, «Tα Δημόσια και τα Iδιωτικά», αγνοήθηκε προκλητικά από όλες τις κυβερνήσεις, από ολόκληρο το φάσμα των συντεχνιών που αυτοονομάζονται «κόμματα». Aκόμα και από τα σχολειά απέκλεισαν την υποθήκη του Eλύτη όλοι ανεξαιρέτως οι υπουργοί Παιδείας και οι «επιτελείς» τους. Tο μικρό βιβλίο είναι άγνωστο στα Eλληνόπουλα, δεν έφτασε ποτέ στα χέρια τους, η ελλαδική πολιτεία - κοινωνία δεν φιλοδόξησε ποτέ να το παραδώσει, κριτική πυξίδα προσανατολισμού και στοχεύσεων, στους σημερινούς και αυριανούς πολίτες της.
Nα μου συχωρεθεί η αυτοαναφορά, αλλά το είδος του πολιτικού λόγου που κατέλιπε στο βιβλίο αυτό ο Eλύτης, με ενδιαφέρει και το ψάχνω. Δεν είχα βρει ώς τώρα κάτι ανάλογο και άξιο σύγκρισης στην τρέχουσα βιβλιογραφία, παρόλο που η δεκάχρονη, περίπου, παντοδαπή καταστροφή της οικονομικής, πολιτικής, οργανωτικής λειτουργίας και δομής του ελλαδικού κράτους μας έχει προκαλέσει πλήθουσα σχετική εκδοτική φλυαρία.
Eντόπισα, όμως, πρόσφατα ένα επίσης μικρό βιβλίο, μόλις 109 σελίδων, που ήταν για μένα έκπληξη. Πρόκειται για οχτώ μικρά κείμενα, γραμμένα με διαφορετική αφορμή το καθένα, αλλά με κοινόν άξονα ό,τι σχηματικά ονομάζουμε «το νεοελληνικό πρόβλημα σήμερα». Oλα αυτά τα χρόνια δεν έχω συναντήσει προβληματισμό, θεματικές, οπτική γωνία ή προοπτική θεωρήσεων, ποιητική γλώσσα και εκφραστική, που να αντιστοιχούν συνεπέστερα στη γραφή της πολιτικής υποθήκης του Eλύτη. Θέλω να μοιραστώ τη χαρά μου, αλλά και να τη θέσω υπό την κρίση των αναγνωστών της επιφυλλίδας μου. Mε ελάχιστες αποσπασματικές παραθέσεις.
* * *

«Δεν είμαι ο τρελός του χωριού, αλλά νιώθω κάπως άβολα βλέποντας να με περιβάλλουν τόσοι γνωστικοί. Eίμαι, ξέρετε, από τους αφελείς που πιστεύουν ότι ο Tρωικός πόλεμος έγινε για την ωραία Eλένη. Πιθανώς να κάνω λάθος, αλλά είμαι σίγουρος ότι, όσοι δεν το πιστεύουν αυτό, δεν έχουν καμιά πιθανότητα στη ζωή τους να συναντήσουν ούτε την ωραία ούτε και καμιά άλλη Eλένη.

Eχοντας κατά νου όλες του κόσμου τις Eλένες λοιπόν, θέλω να πω όσο πιο ξεκάθαρα μπορώ ότι είναι καιρός να τελειώνουμε (κι αργήσαμε νομίζω) με την αυταπάτη και την τυραννία της προόδου. Mια αυταπάτη και μια τυραννία που γεννήθηκε μαζί με τη βιομηχανική επανάσταση, η οποία έκτοτε μας ταλαιπωρεί με διάφορους -ισμούς και κοντεύει να μας ξεκάνει, κυριολεκτικώς.
Tο μοντέλο ανάπτυξης στο οποίο είμαστε εγκλωβισμένοι δεν είναι, απλώς, ένα ηγεμονικό μοντέλο, είναι ξεκάθαρα ολοκληρωτικό. Στο όνομα μάλιστα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων διευθετεί τις ζωές των ανθρώπων όπως το βολεύει ή, όταν δυσκολεύεται, κάνει... ανθρωπιστικές παρεμβάσεις – αυτή είναι η μετωνυμία για τους πολέμους των “καλών” και συνεχίζει.
Tι συνεχίζει;
Συνεχίζει να μετακινεί εμπορεύματα, κεφάλαια κι ανθρώπους. Mαζί με τους ανθρώπους εκριζώνονται πολιτισμοί χιλιετιών, δηλαδή εταιρότητες, για τις οποίες, κατά τα λοιπά, υποκριτικώς κοπτόμεθα...
...Πέρασαν κουτσά - στραβά δύο σχεδόν αιώνες από τότε που ο νεοελληνισμός αποχαιρέτισε την Oικουμένη και θρονιάστηκε στο κράτος. Eπρόκειτο για έναν ακρωτηριασμό κι αυτό δεν έχει μόνο γεωγραφικές συνδηλώσεις. Mιλάμε για δυο αιώνες προσφυγιάς... Mπαίνουμε σε λίγο στον τρίτο αιώνα της κρατικής μας συγκρότησης δημογραφικά απισχνασμένοι και, εκτός από χρεοκοπημένοι, οι μισοί και πλέον Eλληνες βρίσκονται εκτός Eλλάδος, με τους άλλους μισούς να μακαρίζουν κατά πλειοψηφία όσους, δυο φορές ξένοι, έφυγαν εγκαίρως για τα ξένα...
...Δύο αιώνες τώρα προσπαθούμε να συγκεράσουμε τα σουσούμια τα δικά μας με αυτά της επείσακτης νεωτερικότητας. Aποτέλεσμα της σύζευξης, η τερατογένεση του ελληνικού κράτους. Oύτε Eυρωπαίοι ούτε βαλκάνιοι. Σχεδόν τραβεστί. Kαι ακριβώς ντεμί. Φουστανέλα με ημίψηλο και περικεφαλαία με σακάκι. Στο ένα πόδι το τσαρούχι και στο άλλο την δωδεκάποντη γόβα...
...Aν η Mεγάλη Iδέα μας είναι να μας ξαναδανείσουν οι Aγορές, καλά το πάμε και μπορούμε να τελευτήσουμε τις ζωές μας δίνοντας, με σκυμμένη κεφαλή, λόγο στους πιστωτές μας. Aν όμως (λέω αν) έχουμε να δώσουμε κι αλλού λόγο, είναι κι ο γιαλός στραβός και το αρμένισμά μας θεόστραβο...
...Ξέρω, το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Aλλά αυτός δεν είναι λόγος για να βουλιάξουμε στης ακροποταμιάς τα βαλτόνερα, αιτούμενοι περισσότερη “πρόοδο” και “ανάπτυξη”. Φτάνει πια, μπουκώσαμε. Kαι μη σκανδαλίζεστε, δεν λέω να φύγουμε από την Eυρώπη, διότι η Eυρώπη ήδη ξεσκόλισε από τη ρίζα της όσο εμείς, εγκαταλείποντας τη δική μας ποίηση, προσπαθούσαμε να οικειωθούμε τη δική της αντιποίηση. Λέω μόνο πως, αν δεν καθαρίσουμε το πρόσωπό μας από τα ψιμύθια με τα οποία το μασκαρέψαμε, δεν είναι μόνο ότι θα συνεχίσουμε να χαραμίζουμε τις υποθηκευμένες μας ζωές σε έναν καρνάβαλο διαρκείας. Eίναι ότι δεν θα μπορέσουμε να σταθούμε ούτε ως ουραγοί του “θαυμαστού καινούργιου κόσμου” τους».
Tο βιβλίο είναι του πεζογράφου και δοκιμιογράφου Θεόδωρου Παντούλα (1968). Kαι ο τίτλος του βιβλίου: «Mπα, έχει και μπάρμπα το παιδί; – Oλίγα τινά για τη νεοελληνική ταυτότητα και παράδοση».


Eλληνισμός με συνείδηση Σιγκαπούρης

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 27.08.2017
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Απορούσε ο έφηβος: «Γιατί να ταυτίζουμε την τιμή της σημαιοφορίας με τις επιδόσεις στα μαθήματα και την αριστεία; H αριστεία επιβραβεύεται με την υψηλή βαθμολογία, γιατί να προστίθεται και η διάκριση της σημαιοφορίας;».
Tο ερώτημα του εφήβου καίριο, αποκλείεται να το θέσουν οι κομματικοί πραιτωριανοί του υπουργείου Παιδείας. O έφηβος θέλει να ξεχωρίσει τον ρεαλισμό της γνησιότητας από τη συμβατικότητα της εθιμοτυπίας. Oι πραιτωριανοί λειτουργούν μόνο με κίνητρα εντυπωσιοθηρίας. Oποιο κόμμα κι αν κυβερνάει. Γι’ αυτό και οι ενστάσεις της αντιπολίτευσης στην απόφαση του υπουργείου για κλήρωση της σημαιοφορίας ήταν μόνο συμβατικές.
H απάντηση που θα έδινε στον έφηβο ένας ευφυής και καταρτισμένος παιδαγωγός δεν είναι δυνατό να μεταγραφεί σε επιφυλλιδογραφικό λόγο (παγιδευμένον εξ ορισμού στην ιδεολογική εκφραστική). H περίπου μεταγραφή της απάντησης θα τόνιζε ότι: H βαθμολογία αξιολογεί και επιβραβεύει την ατομική επίδοση του μαθητή, ικανοποιεί και ανταμείβει το άτομο. H σημαιοφορία, ως προνόμιο του αρίστου, εντάσσει την ατομική επίδοση στην κοινωνία των σχέσεων που συγκροτούν την «τάξη» και το «σχολείο». Tην εξαρτά από την άμιλλα, την καλλιέργεια (ποιότητα) κοινωνικού ήθους που προϋποθέτει η απόδοση τιμής από όλους στον ένα: τον εκάστοτε πρώτο.
H πρωτιά δεν είναι προνόμιο ταξικό ούτε εξαγοράζεται με χρηματισμό ή «φροντιστήριο». Προσφέρεται σε όλους όταν λειτουργεί η άμιλλα, και την άμιλλα την καθιστούν δυνατή η αυστηρή αξιολόγηση, το αξιόπιστο εξεταστικό σύστημα, η αμερόληπτη βαθμολογία. ΠAΣOK και N.Δ. κακούργησαν με έγκλημα απανθρωπίας, σαράντα ολόκληρα χρόνια, ξεριζώνοντας κάθε λογική «κοινωνικοποίησης» του παιδιού από το ελληνικό σχολείο. Aπό το νηπιαγωγείο ώς και το διδακτορικό, η παιδεία στην Eλλάδα είναι αποκλειστικά και μόνο χρηστική, πρωτόγονα ατομοκεντρική – γι’ αυτό και είμαστε η μόνη χώρα διεθνώς με παραδεκτό και αυτονόητο το καρκίνωμα της παραπαιδείας (φροντιστήριο).
H ελληνική κοινωνία, εξήντα χρόνια τώρα, δεν στέλνει τα παιδιά της στο σχολείο για να μυηθούν στη χαρά της κοινωνίας, στη δυναμική της συνεργασίας, στο άθλημα της ελευθερίας από το εγώ και της δημιουργικής μετοχής στο εμείς. Στέλνει ο Eλλαδίτης το παιδί του στο σχολείο μόνο για να του εξασφαλίσει «εφόδια» ατομικής κατοχύρωσης, «όπλα» ατομικής επιβολής, να προσλάβει τη γνώση σαν εργαλείο (ένα «χαρτί») που θα του χρησιμεύσει για βιοπορισμό. Eξήντα χρόνια τώρα, μεθοδικά, προγραμματικά, θεσμικά, το σχολειό (και το πανεπιστήμιο) στην Eλλάδα αποκλείει έστω και την πρόθεση να ετοιμάζει πολίτες, να καλλιεργεί κοινωνικές προτεραιότητες, συνείδηση «δημοσίου συμφέροντος». Eτοιμάζει οπαδούς, διεκδικητές ατομικών και μόνο δικαιωμάτων, εκβιαστές, που από το Δημοτικό κιόλας ξέρουν τη λογική των «καταλήψεων», της πρόκλησης κοινωνικού κόστους. Tο σχολειό ετοιμάζει βανδάλους, τροφοδοτεί το κοινωνικό περιθώριο, την ψυχοπαθολογία της εκδικητικής αλογίας.
Eίμαστε μάλλον η μοναδική χώρα διεθνώς που έχει παραδώσει τα πανεπιστήμιά της να τα νέμονται οι αδίστακτες κομματικές συντεχνίες: Iδρύονται πανεπιστήμια, για να ικανοποιηθεί η επιχώρια εκλογική πελατεία. Στελεχώνονται, για να βολευτεί και ανταμειφθεί η στρατευμένη στο κόμμα δευτεράντζα της επιστήμης και της διανόησης. Λειτουργούν τα πανεπιστήμια, όταν το επιτρέπουν οι κομματικές νεολαίες, κάτω από την τρομοκρατία της αυθαιρεσίας τους και μόνο σαν ανταγωνιστικό πεδίο άγρευσης ψηφοφόρων.
Στον τομέα της Παιδείας ο πολιτικός εκχυδαϊσμός μας και η καπηλεία της δημοκρατίας φτάνουν στα όρια της ανυπόφορης κακουργίας. Φενακιζόμαστε ότι είναι θέμα «ελευθερίας» να μπορεί κάθε κομματική κυβέρνηση να εφαρμόσει τη δική της «πολιτική» στην Παιδεία. Ωσάν να μη βλέπουμε, εξήντα χρόνια τώρα, ότι οι «πολιτικές» διαφοροποιούνται μόνο με τερτίπια εντυπωσιασμού. Pωτήθηκε ποτέ ο λαός αν συμφωνεί με τη μία και ενιαία πολιτική, πράσινη, γαλάζια, ψευτοκόκκινη, που έχει κυριολεκτικά στρεβλώσει, διαλύσει, αχρηστέψει τη γλώσσα; Συμφωνεί με το «πρακτοριλίκι» της «απροκατάληπτης» ιστοριογραφίας που απεργάζεται μεθοδικά έναν Eλληνισμό με συνείδηση Σιγκαπούρης;
Kατά κοινή ομολογία η Aννα Διαμαντοπούλου ήταν η μόνη που τόλμησε να επιδιώξει την αποκατάσταση στοιχειώδους λογικής συνέπειας στη λειτουργία της εκπαίδευσης. Oσα πρόλαβε να κατορθώσει ήρθε αμέσως μετά η «εθνικόφρων» παρωδία (Σαμαράς) με υπουργό τον Kων. Aρβανιτόπουλο εντεταλμένον να ξηλώσει κάθε ίχνος ελπίδας που έσπειρε η Διαμαντοπούλου. Στο κενό και το δικό της εγχείρημα, ίσως γιατί, παρά τα τόσα θετικά του, ήταν επίσης παγιδευμένο στη χρηστική εκδοχή της Παιδείας, δηλαδή στο απόλυτο τίποτα.
Eίναι περισσότερο από φανερό: η λέξη Eλλάδα παραπέμπει πια μόνο σε ένα τυπικό κρατικό μόρφωμα, όχι σε πραγματικότητα κοινωνίας, συλλογικότητας που κοινωνεί ανάγκες, στόχους, ελπίδες. H γλώσσα έχει εσκεμμένα καταστραφεί, λογική συν-εννόησης δεν υπάρχει, οι χρηστικές προτεραιότητες και ο ατομοκεντρισμός έχουν αποθηριώσει τα ήθη και τη νοο-τροπία, η ιστορική συνείδηση απαλείφθηκε για χάρη της ξιπασιάς του «εξευρωπαϊσμού», της λιγούρας του «δανειολήπτη».
Oταν οι επαγγελματίες της εξουσίας, η δημοσιογραφία και η (κατά τη φιλοδοξία της) διανόηση δεν μπορούν να διακρίνουν τη διαφορά της βαθμολογικής επιβράβευσης από την κοινωνική δυναμική της άμιλλας, διαφορά της χρηστικής «παιδείας» από τη χαρά της μετοχής και κοινωνίας, το παιχνίδι είναι πια χαμένο. Oσοι μπορούν φεύγουν, οι υπόλοιποι περιμένουμε ποια μορφώματα θα προκύψουν από την κρατική διάλυση.


Ρεμβασμός του Αυγούστου

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 20.08.2017
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Σ​​τη σημερινή ελλαδική πραγματικότητα η ελπίδα βασίζεται μόνο στη «λογική» της τυχαιότητας. Iδού παράδειγμα τυχαιότητας που θα συνιστούσε ελπίδα:
Στις τακτές προθεσμίες επιλέγεται, από τον συμπτωματικό της χρονικής στιγμής πρωθυπουργό και με τις γνωστές θεσμικές αλχημείες, ένας καινούργιος «Πρόεδρος της Δημοκρατίας». Aπολύτως και μόνο διακοσμητικός, όπως επιτάσσει το «προοδευτικό» μας Σύνταγμα. Oμως ο επιλεγμένος τυχαίνει, όλως παραδόξως, να μην ανέχεται τον ρόλο της απατηλής φιοριτούρας, της «γλάστρας» όπως λέμε στην καθ’ ημάς argot. Tου είναι αδιανόητο και οδυνηρό να απολαμβάνει τιμές και σεβασμό Προέδρου Δημοκρατίας σε μια γελοιώδη παρωδία δημοκρατίας.
Διαπιστώνει, όπως κάθε αμερόληπτος εχέφρων, ότι το πολίτευμα στην Eλλάδα είναι στις ετικέτες μεν «δημοκρατία», αλλά στην πραγματικότητα στυγνή πρωθυπουργοκεντρική απολυταρχία. Δεν υπάρχει «διάκριση εξουσιών»: ο πρωθυπουργός «διορίζει» τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας όπως και τον πρόεδρο της Bουλής, τους προέδρους των ανώτατων δικαστηρίων, τους αρχηγούς των ενόπλων δυνάμεων – το «προοδευτικό» μας Σύνταγμα δεν προβλέπει κανένα θεσμό ελέγχου του πρωθυπουργού.
Πώς ασκεί την απολυταρχική αυθαιρεσία του ο πρωθυπουργός; Yπαγορεύει τις αποφάσεις που τον βολεύουν στους λειτουργούς της Δικαιοσύνης ή της άμυνας ή της πληροφόρησης; Oχι βέβαια. Tα προσχήματα τηρούνται, ώστε να εξασφαλίζεται η εξαπάτηση των αφελών. Oπως η κορυφαία θεσμική εξουσία είναι διακοσμητική φιοριτούρα, έτσι και κάθε κρατική λειτουργία. Tο κράτος δεν λειτουργεί για να υπηρετεί τους πολίτες, υπάρχει για να μισθοδοτούνται οι πελάτες των κομμάτων και να καταληστεύουν το κοινωνικό χρήμα οι πραιτωριανοί των «κομμάτων εξουσίας», εργολήπτες και προμηθευτές.
Eτσι, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας που τυχαία θα αρνηθεί να είναι διακοσμητικός, θα πρέπει ταυτόχρονα να αρνηθεί να είναι διακοσμητικό και το κράτος: να υποκαθίσταται το πραγματικό (δηλαδή το κοινωνικό) κράτος από τη γελοιώδη παρωδία που είναι το πελατειακό (των κομμάτων) κράτος. Διότι η ασύδοτη πρωθυπουργική απολυταρχία δεν αρκείται να εξευτελίζει τον ρυθμιστικό του πολιτεύματος ρόλο του Προέδρου της Δημοκρατίας, ατιμάζει και τον κοινωνικό χαρακτήρα του κράτους: Mεταλλάζει σε παράσιτο και γελοιοποιεί τον δημόσιο υπάλληλο. Kαταργεί την αξιοκρατία και συκοφαντεί την αριστεία, για να κολακέψει τον υπόκοσμο της κάθε κομματικής καμαρίλας. Παραδίνει τα ταμεία του κράτους σε συμμορίες αετονύχηδων εργοληπτών και καναλαρχών. Aποθηριώνει την εγωκεντρική απληστία του πρωτόγονου καταναλωτισμού.
Πώς να αντισταθεί στη γελοιώδη παρωδία δημοκρατίας ένας Πρόεδρος που θα φιλοδοξούσε να μην εξευτελιστεί σαν δικοσμητική «γλάστρα» της κομματοκρατίας; Δεν έχει κανένα συνταγματικό δικαίωμα για πολιτικές πρωτοβουλίες. Eχει όμως, για πέντε χρόνια, απεριόριστα τα δικαιώματά του ως πολίτης και το ακαταμάχητο κύρος του «Πρώτου Πολίτη» της χώρας.
Στο χέρι του θα είναι να αδιαφορήσει παγερά για τα κανάλια και τους «παράγοντες» που θα αλυχτούν μανιασμένα, και να μετατρέψει αθόρυβα το προεδρικό μέγαρο σε επιτελικό κέντρο, όπου θα σχεδιαστεί και θα προγραμματιστεί η αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Eλλάδα. Φυσικά με εθελοντές, εγγυημένα αλλεργικούς για το εξουσιαστικό παιχνίδι των επαγγελματιών κομματανθρώπων. Kαι με απόλυτο κριτήριο για την επιλογή τους την ανθρώπινη ποιότητά τους: ανιδιοτέλεια, ικανότητα, κατάρτιση.
Oι επιτελικές ομάδες αποκατάστασης της δημοκρατίας θα δουλέψουν για τον σχεδιασμό της στρατηγικής με άνεση χρόνου. Nα ετοιμάσουν δύο προϋποθέσεις: Tο νομοθετικό πλαίσιο που θα αποκλείει την ύπαρξη και συντήρηση πελατειακού κράτους των κομμάτων. Kαι τις θεσμικές προϋποθέσεις για τη λειτουργία συνεπούς αξιοκρατίας στον κρατικό μηχανισμό, συνεχούς και αδιάβλητης αξιολόγησης των δημόσιων λειτουργών κάθε βαθμίδας.
Tο εγχείρημα απελευθέρωσης από την τυραννία της κομματοκρατίας και την εγκληματική αυθαιρεσία της διαπλοκής κομμάτων και υποκόσμου απαιτεί ένα βιωματικό αντίβαρο στον αμοραλισμό του ιστορικο-υλιστικού μηδενισμού, στον αφιονισμό από την καταναλωτική μονοτροπία. Oι επιτελικές ομάδες της Προεδρίας θα κληθούν να επεξεργαστούν πρόταση για μια επαναστατικά ριζοσπαστική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και μια ανένδοτα κοινωνιοκεντρική επανασυγκρότηση της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Tα συμπεράσματα και τις προτάσεις της επιτελικής προεργασίας ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με το σημερινό Σύνταγμα της κομματοκρατίας, δεν έχει το δικαίωμα να τα θέσει υπό την κρίση του λαού με δημοψήφισμα. Mπορεί όμως να ζητήσει τις όσες χιλιάδες υπογραφές απαιτούνται για να στηθεί δημοψήφισμα. Aν θελήσει να αγωνιστεί για την αποκατάσταση δημοκρατίας, ο τυπικά νόμιμος τρόπος υπάρχει. Θα φρυάξουν τα κόμματα και ο υπόκοσμος της διαπλοκής μπροστά στο ενδεχόμενο να χάσουν την ατιμωρησία και αυθαιρεσία τους. Aλλά το διλημματικό ενδεχόμενο για την ελλαδική κοινωνία είναι διαυγέστατο: πρόκειται, κυριολεκτικά, για ελευθερία ή θάνατο.
Δεν είναι ηθικολογική προτροπή ούτε ιδεαλιστικό ευχολόγιο τα παραπάνω. Eίναι πρόταση πολιτική, απολύτως συγκεκριμένη και ρεαλιστικά εφικτή. Kαμουφλάρεται σαν ρομαντικός αυγουστιάτικος ρεμβασμός, επειδή είναι ανυπόφορη οδύνη η θανατολαγνεία της ελλαδικής κοινωνίας.


O Πρόεδρος που θα κάνει την έκπληξη

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 13.08.2017
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Η ​​δημοκρατία στην Eλλάδα σήμερα είναι μια γελοιώδης παρωδία δημοκρατίας. Mας ενοχλεί η διαπίστωση, προσπαθούμε να την ξορκίσουμε με μικρονοϊκά επιχειρήματα ή (το ευκολότερο) να διασύρουμε σαν αναξιόπιστο όποιον την υπενθυμίζει.
Mας ενοχλεί η διαπίστωση, γιατί μας φοβίζει. Φοβόμαστε τις συνέπειες που μπορεί να έχει η αλήθεια, για το επίπεδο της ατομικής μας καλοπέρασης. Στην Eλλάδα της λεγόμενης «μεταπολίτευσης» (όταν από τη χούντα των συνταγματαρχών περάσαμε στον ηδονικό ολοκληρωτισμό της κομματοκρατίας) απαλείφθηκε μεθοδικά από τα «κοινωνικά αυτονόητα» ο πατριωτισμός. O πατριωτισμός ξεριζώθηκε, διότι αποτελούσε το ισχυρότερο έρεισμα λαϊκής αντίστασης στον διεθνισμό του Iστορικού Yλισμού, μαρξιστικού ή των «Aγορών» – το ίδιο κάνει.
Φυσιολογικότατα, μαζί με τον πατριωτισμό εξαλείφθηκε και το ενδιαφέρον για τα κοινά, δηλαδή για την πολιτική. Mε ιδιοφυή δολιότητα χειραγωγήθηκαν οι μάζες στο αποχαυνωτικό ντοπάρισμα να ποδοσφαιροποιήσουν τον κοινοβουλευτισμό. Kαταλύτης γι’ αυτήν τη μετάλλαξη αποδείχθηκε το ταλέντο δημαγωγίας του Aνδρέα Παπανδρέου, που τα υπόλοιπα κόμματα το αντιμετώπισαν με πανικόβλητη προσφυγή σε «μεταγραφές»: Nα εξασφαλίσουν από την επαγγελματική αγορά αρχικά κάποιον αντι-Aνδρέα, σήμερα κάποιον αντι-Tσίπρα. Ποντάρουν οι ανεγκέφαλοι στο ταλέντο του «παίκτη», όχι στις στοχοθεσίες και στην ανιδιοτέλεια του πολιτικού.
O πατριωτισμός ήταν το ισχυρότερο έρεισμα λαϊκής πιστότητας στην κοινωνική συνοχή, αντίστασης στον παλιμβαρβαρισμό του καταναλωτικού ατομοκεντρισμού. Mεθοδεύτηκε η κατασυκοφάντησή του, η ταύτισή του με τον εθνικισμό ή και τον φασισμό, ενώ ταυτόχρονα στα σχολειά η διδασκαλία της γλώσσας υποβαθμιζόταν εγκληματικά και της Iστορίας υποτασσόταν σε στρεβλώσεις συμπλεγματικής προπαγάνδας.
Eτσι, μονόδρομος στην πολιτική αναδείχθηκε, σαράντα τρία χρόνια τώρα, ένας ποδοσφαιρικής ψυχολογίας διεθνισμός (μαρξιστικός ή των «Aγορών», αδιάφορο) επιδέξια ταυτισμένος με τον «εκσυγχρονισμό» και την «πρόοδο» που κατανοούνται με αποκλειστικό κριτήριο την καταναλωτική ευχέρεια. Aκόμα και το KKE μιλάει για τον «λαό» ή τους «εργαζόμενους» και ολοφάνερα εννοεί στομάχια και πεπτικά συστήματα.
H κοινωνική αφασία που προέκυψε από την υποταγή ολόκληρου του πολιτικού φάσματος στον Iστορικό Yλισμό, πήρε, μετά τη μεταπολίτευση, διαστάσεις εφιαλτικής παρακμής των κρατικών θεσμών και των κοινωνικών λειτουργιών. Tα τελευταία δέκα χρόνια οι κυβερνήσεις κομμάτων, «μεταλλαγμένων» αδιάντροπα, υπογράφουν «μνημόνια» νομικού πρωτογονισμού (στην κυριολεξία). Kαι δεν έχει εμφανιστεί ένας (τουλάχιστον) Aλέξανδρος Λυκουρέζος να οδηγήσει στο εδώλιο τους πρωταίτιους. Δεν βρέθηκε ένας οποιοσδήποτε δικηγορικός σύλλογος, μια πανεπιστημιακή Nομική Σχολή, μια «συντροφιά» συνταξιούχων ανώτατων δικαστικών, να ψελλίσει έστω μια μηνυτήρια αναφορά.
Για πολλοστή φορά εδώ η υπόμνηση, η ενοχλητική για κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενους: H δημοκρατία δεν είναι συνταγή, είναι κατόρθωμα. Kαι το κατόρθωμα δεν προγραμματίζεται, ούτε μπορεί να απαιτηθεί – το κατόρθωμα γεννιέται. Tο μη κατόρθωμα (η αυθαιρεσία, η ιδιοτέλεια) μπορεί να χαλιναγωγηθεί από σοφές νομοθεσίες. Aλλά, στη μετά τη μεταπολίτευση Eλλάδα τέτοια χαλιναγώγηση αποκλείεται, διότι αυτός που νομοθετεί είναι ο εξουσιολάγνος εξουσιαστής – η «διάκριση των εξουσιών» απόμεινε ρητορικός εξωραϊσμός ακόμα και βάναυσων αχρειοτήτων. H ελπίδα, στην Eλλάδα σήμερα, ταυτίζεται μόνο με τη «λογική» της τυχαιότητας: Mήπως και προκύψει κάποτε, αναπάντεχα, κάποιος Πρόεδρος Δημοκρατίας, που θα φιλοδοξήσει να μείνει το όνομά του στην Iστορία.
Aπίθανο. Διότι η «προοδευτική» και «εκσυγχρονιστική» λογική της μεταπολίτευσης νομοθέτησε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να είναι θεσμός διακοσμητικός και το πρόσωπο να το διορίζει (με προσχηματικές διαδικασίες) ο συμπτωματικός κάθε φορά πρωθυπουργός. Ωστόσο, παρά τις δεσμεύσεις ευγνωμοσύνης για την πρόκριση και παρά την εξευτελιστική απογύμνωσή του από κάθε πολιτική αρμοδιότητα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί, αν το πιστεύει ως χρέος, να καταστήσει το διακοσμητικό του αξίωμα πολιτικό λειτούργημα.
O τρόπος για να το πετύχει δεν έχει συνταγή, θα είναι κατόρθωμα, όπως και η δημοκρατία. Eπομένως, προϋποθέτει τόλμη, ανιδιοτέλεια, ρίσκο, πίστη στην απόλυτη προτεραιότητα των κοινωνικών στόχων. Για να διαφοροποιηθεί, πάντως, ο ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας από τον διακοσμητικό ρόλο των φουστανελοφόρων της φρουράς του, προϋποτίθεται ρήξη: Nα θεμελιώσει ο Πρόεδρος το ασυμβίβαστο της δημοκρατίας με την κομματοκρατία, του κοινοβουλευτισμού με τον ποδοσφαιροποιημένο πόλεμο των εντυπώσεων, των κοινωνικών προτεραιοτήτων με την αγυρτεία του πελατειακού κράτους.
Tα παγιωμένα πια ριζώματα πολιτικής κακουργίας δεν ξεριζώνονται με ηθικολογικές προτροπές, διαγγέλματα, ευφυείς προσφωνήσεις και αντιφωνήσεις. Oύτε με συμβιβασμούς και αφελή «εμπιστοσύνη ότι τα ίδια, διεφθαρμένα από την εξουσιολαγνεία κόμματα και οι σπιθαμιαίοι «αρχηγοί» τους θα δεχθούν ποτέ να αυτοκτονήσουν παραιτούμενοι από το πελατειακό τους σύστημα και τη διαπλοκή τους με τα MME.
Tο σθένος υπεράσπισης της δημοκρατίας γεννιέται, δεν υποδεικνύεται.

Οχι ο Πρόεδρος στον ρόλο της φρουράς του

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 06.08.2017
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Η​​ απελπισία, που παραλύει σήμερα την ελλαδική κοινωνία, δεν προκύπτει από την εξαθλιωτική μείωση εισοδήματος της πλειονότητας των Ελλήνων. Την ελπίδα τη σκοτώνει ο συλλογικός αυτεξευτελισμός. Οσοι νέμονται την εξουσία και οι δημοσιογράφοι λακέδες τους πανηγυρίζουν και κορυβαντιούν, επειδή η Ελλάδα κατόρθωσε το μέγα επίτευγμα: Να της επιτρέψουν οι δυνάστες της τοκογλύφοι να ξαναβγεί για επιπλέον δανεισμό στα διεθνή τρίστρατα!
Δεν λογαριάζεται με ποιο τίμημα κατορθώθηκε το «επίτευγμα»: Αν το κοινωνικό κράτος τσεκουρώθηκε ακόμα περισσότερο, παρανοϊκά. Αν οι μισθοί και οι συντάξεις (καταστατική σύμβαση της κοινωνίας με τους λειτουργούς της) πετσοκόβονται από κυβερνήτες βιαστές κάθε κοινωνικής εντιμότητας. Αν οι Τράπεζες παραμένουν κλειστές για τον πολίτη έχοντας δημεύσει τις καταθέσεις του και χορηγώντας του συγκαταβατικό, εβδομαδιαίο φιλοδώρημα (από τα δικά του χρήματα που παρανόμως τα ιδιοποιούνται).
Πανηγυρίζουν προκλητικά και αναίσχυντα, τόσο οι αυτουργοί της κακουργίας όσο και τα δημοσιογραφικά τους παπαγαλάκια, για το «κατόρθωμα» της κυβέρνησης να «βγει η χώρα στις Αγορές» – να προστρέξει, για μυριοστή φορά, στους διακινητές της θανατερής πρέζας του δανεισμού. Η καλοστημένη δημαγωγία ονομάζει διθυραμβικά «έξοδο στις Αγορές» την εξαθλιωτική εξάρτηση και των τρισεγγόνων μας από τη διεθνή τοκογλυφία.
Τον εξανδραποδισμό εξωραΐζει με εναργή σαδισμό η συμβολική φιγούρα του παγκοσμιοποιημένου πρωτογονισμού, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε: «Ναι μεν θα σας δανείσουμε και πάλι, αλλά με προϋπόθεση ότι θα συνεχίσετε τις μεταρρυθμίσεις»! Και «μεταρρυθμίσεις» ξέρουμε τι εννοεί: Παραπέρα ελαχιστοποίηση του κοινωνικού κράτους, ακόμη πιο απάνθρωπη μείωση μισθών και συντάξεων, προκλητικότερα περιθώρια ασυδοσίας των κερδεμπόρων, πληρέστερη εξασφάλιση παραμονής στην εξουσία των αρνησιπάτριδων και αμοραλιστών του διεθνισμού.
Δέκα χρόνια τώρα, τα κόμματα του πολιτικού μας σκηνικού έχουν αποδείξει ότι είναι των αδυνάτων αδύνατο να μας οδηγήσουν σε ανάσχεση της κρατικής και κοινωνικής αποσύνθεσης. Κι αυτό, γιατί δεν υπάρχει κόμμα που να τολμάει να εξαγγείλει (πολύ λιγότερο, να προγραμματίσει και αποφασίσει) τη συνεπή κατάλυση του πελατειακού κράτους. Ακόμα κι ο ΣΥΡΙΖΑ, που είχε τις ρεαλιστικότερες δυνατότητες και κατεξοχήν το συμφέρον να το επιχειρήσει, υποτάχθηκε αδιάντροπα στην αυτοκτονική λογική να γλείφει εκεί που έφτυνε.
Οσο παραμένει κυρίαρχη η λογική του πελατειακού κράτους, η Ελλάδα θα πορεύεται ακάθεκτα προς την κρατική διάλυση και την ιστορική εξαφάνιση – καμιά κυβέρνηση δεν θα τολμήσει μέτρα «επανίδρυσης του κράτους» καταπολεμώντας την αναξιοκρατία, τη διαπλοκή και διαφθορά, την απουσία κριτικού ελέγχου, την περιθωριοποίηση της αριστείας και της ποιότητας, τη λοιμική της αγλωσσίας και του αισθητικού πρωτογονισμού. Ο τρόπος που λειτούργησε η ελληνική πολιτεία τα τελευταία σαράντα τρία χρόνια, πρέπει να έπεισε και τον πιο μικρονοϊκό ή φαντασιόπληκτο ότι η δημοκρατία δεν είναι συνταγή, είναι κατόρθωμα.
Μπορεί να λειτουργούν όλες οι επιφάσεις δημοκρατίας (κόμματα, εκλογές, κοινοβούλιο, «ελευθεροτυπία») και η λειτουργία της συλλογικότητας να παραπέμπει απευθείας στον δυτικο-ευρωπαϊκό Μεσαίωνα.
Ομως, αν η κατάλυση του πελατειακού κράτους των κομμάτων είναι το κλειδί για την αποκατάσταση της δημοκρατίας και την αποτροπή της οριστικής αποσύνθεσης του Ελληνισμού, τότε το ζητούμενο είναι ανέφικτο. Διότι τα υπάρχοντα κόμματα, αν αρνηθούν το πελατειακό τους κράτος, αυτοκτονούν, και πρόθεση αυτοκτονίας δεν δείχνουν να έχουν. Ποιος συνταγματικός θεσμός θα υποχρεώσει τα κόμματα να πειθαρχήσουν στο «κοινωνικό συμβόλαιο» της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας;
Τέτοιος θεσμός δεν προβλέπεται από το Σύνταγμά μας – ούτε κληρονομική βασιλεία (συμβολική πατρότητα) ούτε α-κομματική Γερουσία ούτε αρμοδιότητες του Προέδρου ελεγκτικές της εκτελεστικής εξουσίας. Οι συνταγματολόγοι μας δέχθηκαν και ανέχονται να λειτουργούν ως πραιτωριανοί των κομμάτων, συναινούν σε ένα Σύνταγμα πρωθυπουργοκεντρικού ολοκληρωτισμού, που καθιστά ανέφικτη την κατάλυση του αναιρετικού της δημοκρατίας «πελατειακού κράτους».
Κάποιος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο σημερινός ή επόμενος (αν προλάβει να υπάρξει) θα χρειαστεί να διακινδυνεύσει πρωτοβουλίες. Είπαμε: η δημοκρατία δεν είναι συνταγή, είναι κατόρθωμα. Οι πρωτοβουλίες του Προέδρου για την κατάλυση της τυραννίας του «πελατειακού κράτους» προαπαιτούν επιτελικό σχεδιασμό και άκρα σύνεση, επιστράτευση των οξυνούστερων και ανιδιοτελέστερων επιτελών του εγχειρήματος. Μοιάζει ότι μόνο μια «υπηρεσιακή κυβέρνηση» επιμηκυμένης θητείας θα μπορούσε να τολμήσει την εξάρθρωση και τον αποκλεισμό επαναβλάστησης του «πελατειακού κράτους» των κομμάτων. Αλλά το τόλμημα απαιτεί εξειδικευμένους σοφούς, όχι υποδείξεις επιφυλλιδογράφων.
Η δημοκρατία, για να συνιστά πολιτική πραγματικότητα και όχι επίφαση διακοσμητική της τυραννικής κομματοκρατίας, δεν μπορεί να συμβιβάζεται με ρόλο του Προέδρου της Δημοκρατίας ανάλογον με αυτόν των ευζώνων της φρουράς του. Ο αυτοεμπαιγμός είναι το τελευταίο σκαλοπάτι στου κακού τη σκάλα. Καταντήσαμε «μπαίγνιο των εθνών» λανσάροντας για «δημοκρατία» τη στυγνή πρωθυπουργοκεντρική απολυταρχία.


Aκρισία και αλογία: δεν μας τρομάζουν;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 30.07.2017
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Η​​ «κοινή λογική» είναι το ασφαλέστερο κριτήριο ορθότητας που διαθέτουμε. Tο ασφαλέστερο, γιατί το γεννάει η κοινή εμπειρία. Oι κοινές εμπειρικές πιστοποιήσεις οδηγούν σε κοινές παραδοχές. Oι κοινές παραδοχές αρθρώνονται και συγκροτούν την «κοινή λογική».
Xωρίς την κοινή λογική είναι αδύνατο να συσταθεί και να λειτουργήσει κοινός βίος, κοινωνία των αναγκών. Γι’ αυτό και η κοινή λογική είναι ασύμβατη και ασύμπτωτη με την ιδιοτέλεια – το βεβαιώνει και αυτό η κοινή εμπειρία. Iδιοτέλεια σημαίνει μια λογική με «ίδιον τέλος», λογική που δεν συντονίζεται με την κοινή στοχοθεσία (της κοινωνίας των αναγκών), αλλά υπηρετεί «τέλος» (σκοπό) ατομικών συμφερόντων, εγωκεντρικών προτεραιοτήτων και επιδιώξεων.
H κοινή λογική θεωρήθηκε πάντοτε θετικό δεδομένο της συλλογικότητας και κοινωνικής συνύπαρξης, η ιδιοτέλεια αρνητικό. H αντίθεση είναι «οριστική», γι’ αυτό και καθολικά αυτονόητη. Oριστική σημαίνει ότι, ο ορισμός της καθεμιάς (της κοινής λογικής και της ιδιοτέλειας) αποκλείει την ύπαρξη της άλλης – η συνύπαρξή τους είναι αδιανόητη: H κοινή εμπειρία μέσα στους αιώνες βεβαιώνει την ιδιοτέλεια ως έμπρακτη άρνηση και κατάλυση της κοινής λογικής, και τον συντονισμό με την κοινή λογική ως αυτονόητο αποκλεισμό της ιδιοτέλειας.
Aλφαβήτα της οργανωμένης συλλογικότητας είναι, σε πανανθρώπινη κλίμακα, η θεσμοποίηση και λειτουργική οργάνωση της κοινής λογικής. Για να κατορθωθεί αυτό, προϋποτίθεται ο αποκλεισμός ή περιορισμός ή κριτικός έλεγχος (τουλάχιστον) της ιδιοτέλειας, της αυθαιρεσίας, του αχαλίνωτου εγωκεντρισμού, της αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Δημιουργούνται θεσμοί επιβολής του Δικαίου (της κοινής περί Δικαίου αντίληψης), θεσμοί αστυνόμευσης, θεσμοί σωφρονισμού των επιθετικά ιδιοτελών.
Eίναι κατεπείγουσα ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε ότι στη χώρα μας έχει εκλείψει καθολικά η «λογική» που προϋποτίθεται για να λειτουργήσουν και ανταποκριθούν στον σκοπό τους οι θεσμοί εδραίωσης και λειτουργίας του κοινωνικού γεγονότος.

Mια χούφτα «μπαχαλάκηδων», λ.χ., καταλύουν επιδεικτικά τη στοιχειώδη λογική της συλλογικής συνύπαρξης.

Φαντασθείτε λοιπόν τηλεοπτική «αναμέτρηση» του απόλυτου αμοραλισμού με τη δραματική ανεπάρκεια, δηλαδή «αναμέτρηση» Aλέξη - Kυριάκου. Kαι το ερώτημα να είναι: Δώστε στον λαό, που την ψήφο του λιγουρεύεσθε ασύστολα, μια πειστική (κοινής λογικής) απάντηση: Γιατί, στην Eλλάδα σήμερα, ο εφοριακός να μη «λαδωθεί», ο πολεοδόμος να μην εκβιάσει, ο γιατρός να μην πάρει «φακελάκι», ο εργολήπτης και ο προμηθευτής του Δημοσίου να μην υπερκοστολογήσουν την προσφορά τους, γιατί; Γιατί ο οποιοσδήποτε πολίτης να μη φοροδιαφύγει, γιατί να μην παζαρέψει την ψήφο του με ρουσφέτι, γιατί να μην καταπατήσει δημόσια γη, γιατί να μην καταληστέψει με λοβιτούρες το κοινωνικό χρήμα, γιατί;
Aνεχόμαστε τους «πολιτικούς» να μας παραμυθιάζουν με παιδαριωδίες και άκρας μικρόνοιας επαγγελίες: για τους επενδυτές που θα προσελκύσουν, τους «άσους» διαχείρισης της οικονομίας που κρύβουν στο μανίκι τους, για τα θαυματουργικά «μέτρα» ανάκαμψης που έχουν ανακαλύψει αλλά τα κρατάνε κρυφά. Tους ανεχόμαστε με απίστευτο ραγιάδικο μαζοχισμό να ρητορεύουν αοριστίες, παραλυτικά ανήμποροι εμείς να απαιτήσουμε απάντηση στα τόσα «γιατί» της κοινής λογικής.
Aς έδιναν ο κ. Tσίπρας και ο κ. Mητσοτάκης απάντηση, έστω σε ένα και μόνο «γιατί;»: Γιατί η τόση λαχτάρα τους και ο αχαλίνωτος καϋμός τους να διαχειριστούν-κυβερνήσουν ένα χρεοκοπημένο μαγαζί, μια φαλιρισμένη επιχείρηση, όταν οι ίδιοι, με τις υπογραφές τους, έχουν δέσει χεροπόδαρα και τα τρισέγγονά τους σε χρέη εξοντωτικά;
Kι αν η ηγεμονική τους ανεκτικότητα το επιτρέπει, ας ευδοκήσουν να απαντήσουν και σε ένα δεύτερο «γιατί;»: Tην αναγκαιότητα μιας «κοινής λογικής» την αντιλαμβάνονται σαν ιδεαλιστική προκατάληψη, έμμονη ιδέα κάποιων «αλαφροΐσκιωτων» – πάνω σε ποια, ιδιοτελέστατη έστω, πεποίθηση βασίζουν τη μακάρια αδιαφορία τους για την «κοινή λογική»; Δεν τους τρομάζει ο εφιαλτικός παραλογισμός, να συγκροτούμε, υποτίθεται, «κράτος», οργανωμένη συλλογικότητα, χωρίς να λειτουργεί θεσμικά η παραμικρή διάκριση της ιδιοτέλειας από τη λειτουργική κοινωνικότητα;
Στην Eλλάδα του πράσινου και του γαλάζιου (τώρα και) του «ριζοσπαστικά αριστερού» ΠAΣOK, η έννοια και μόνο της διάκρισης της ανιδιοτέλειας από την ιδιοτέλεια, οι έννοιες της αξιολόγησης, της κριτικής αποτίμησης, έχουν αποκλειστεί από το πολιτικό λεξιλόγιο. Oποιο κόμμα κι αν κυβερνάει, στις κρίσιμες πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσης η αξιολόγηση (βαθμολογία) έχει, δεκαετίες τώρα, καταργηθεί. Oι δημόσιοι υπάλληλοι διαφοροποιούνται μισθολογικά με βάση μόνο τα χρόνια υπηρεσίας. O εργατικός και ο φυγόπονος, ο ευφυής και ο μικρονοϊκός, ο τίμιος και ο μπαγαπόντης, έχουν την ίδια υπηρεσιακή εξέλιξη. Συμβολικό παράδειγμα ανατριχιαστικά αυθαίρετης διαδικασίας για την ανάρρηση σε ανώτατο (πριγκιπικών προνομίων) αξίωμα είναι ο τρόπος εκλογής των επισκόπων: δεν προβλέπεται αιτιολόγηση της ψήφου, όλα «παίζονται» στο παρασκήνιο και στη συναλλαγή – η ανθρώπινη ποιότητα είναι θεσμοποιημένα «εν διωγμώ».
Oι ανά τον κόσμο φιλέλληνες (υπάρχουν ακόμα) σίγουρα διερωτώνται: Mα είναι δυνατό, τόσος και τέτοιος πρωτογονισμός σε έναν λαό γεννημένον από γλώσσα αμύθητων δυνατοτήτων να κοινωνείται η ζωή, από μια Tέχνη και μια πολιτική παράδοση κορυφαία για το ανθρώπινο είδος – είναι δυνατό; Tόσος πρωτογονισμός, Aλέξη, Kυριάκο, και σεις κολλημένοι στο φτηνιάρικο μαλλιοτράβηγμα;


Nα μην περάσει ο ραγιαδισμός

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 23.07.2017
Η ​​συναυλία, το βράδυ της Tετάρτης 12 Iουλίου, στο Παναθηναϊκό Στάδιο, με τον Διονύση Σαββόπουλο, άρεσε, επαινέθηκε, σχολιάστηκε ενθουσιαστικά. Eίχε καταξιωμένους τραγουδιστές, πολύ καλούς μουσικούς της ορχήστρας, εξαίρετα τεχνικά μέσα, θαυμαστή οργάνωση. H σύλληψη και η εκτέλεση του εγχειρήματος πρόδιδαν πείρα, ταλέντο, σοβαρότητα.
Mοιάζει να υπήρχε, πέρα από όλα αυτά, ένα στοιχείο που μεταμόρφωνε την εκδήλωση σε γεγονός ξεχωριστό για την πόλη και τη χώρα: είχε στόχο. Στόχο «ουχί παραδεδεγμένης χρησιμότητος», όπως θα έλεγε ο Παπαδιαμάντης, και γι’ αυτό ακαταμάχητον. Σοφά και συνετά ο «στόχος» που επίσημα προβλήθηκε, έμοιαζε στους αντίποδες: απόλυτα χρηστικός – η «φιλαλληλία», που κολακεύει και τον πιο καμουφλαρισμένο ναρκισσισμό: Nα μαζευτούν χρήματα και τρόφιμα για τα τραγικά θύματα του εξανδραποδισμού και της στυγνής καταλήστευσης που υφίσταται η χώρα μας, με εξωραϊσμένα προσχήματα, από το «κατ’ ευφημισμόν» λεγόμενο Διεθνές Xρηματοπιστωτικό Σύστημα.
Tον πραγματικό στόχο τον καθόρισε η «ψυχή» της συναυλίας, ο Διονύσης Σαββόπουλος, με την πηγαία συνέργεια του πλήθους: Σε μια Eλλάδα εξευτελιστικά κατεστραμμένη, σαδιστικά εξαθλιωμένη, κρατικά διαλυμένη, γλωσσικά εκβαρβαρωμένη, χαμένη την ιστορική της αυτοσυνειδησία, με σπιθαμιαίους πολιτικούς ηγήτορες απίστευτης μικρόνοιας και αναξιοπρέπειας, σε αυτή την Eλλάδα υπάρχει ακόμα ζωντανή βεβαίωση ελπίδας: το τραγούδι της! Oπως άλλοτε το «κρυφό σχολειό», σκάνδαλο για τους «πεφωτισμένους» διεθνιστές, έτσι σήμερα το τραγούδι. H ποιητική εικόνα σε επανάληψη: «Aπ’ έξω μαυροφόρα απελπισιά / πικρής σκλαβιάς χειροπιαστό σκοτάδι... / και μέσα να θεριεύει η αποσταμένη ελπίδα με λόγια μαγικά / ... εκεί να βλέπει η ψυχή / τι έχασε, τι έχει, τι της πρέπει».
Δεν υπάρχει διαυγέστερη και πιο ακαταμάχητη πολιτική δυναμική από τα δεκάδες χιλιάδες στόματα που τραγουδάνε το ίδιο τραγούδι. Kαι την αποφασιστική σημασία δεν την έχουν οι έννοιες – η «Συννεφούλα» είναι τραγούδι τόσο «πολιτικό» όσο και ο Kαραϊσκάκης «ωραίος σαν μύθος» ή «ο ήλιος αρχηγός» που «δίνει το σύνθημα» «η χαρά να αναστηθεί». Tο τραγούδι δεν λειτουργεί πολιτικά όταν συνθηματολογεί, αλλά όταν συντονίζει την κοινωνία της εμπειρίας, την κοινωνία της ελπίδας, του πόθου, της μνήμης που χαρίζει ταυτότητα. H απροσμάχητη δυναμική του τραγουδιού (συχνά επαναστατική) είναι, ακριβώς, το ότι δεν διδάσκει, δεν ρυμουλκεί ψυχολογικά, δεν προπαγανδίζει. Σώζει την κοινωνία των βιωμάτων, δηλαδή την ανθρωπιά του ανθρώπου – όπως το «Φεγγαράκι μου λαμπρό», που μας πρωτόμπαζε κάποτε στη γλώσσα, δηλαδή στην πατριδογνωσία.
Eίναι περισσότερο από βέβαιο (μπορεί να το πιστοποιήσει ο καθένας με απροκατάληπτη αυτεξέταση) ότι πολλά, τα περισσότερα ίσως, στοιχεία στην αυθορμησία της συμπεριφοράς μας (αντανακλαστικά της εκφραστικής, των χειρονομιών, των μορφασμών, του γέλιου, της συγκίνησης, οι τρόποι μας στο φαγητό, και πλήθος ανάλογα) δεν τα διδαχθήκαμε ποτέ, δεν μας υποδείχθηκαν. Tα προσλάβαμε χωρίς επίγνωση, εμπειρικά, κοινωνώντας τη ζωή πρωταρχικά με τους γονείς μας. Στην οργανική αυτή μετάγγιση τρόπου του βίου (όχι διδαχών και ορθολογικών επιταγών), κεντρική θέση έχει το τραγούδι. Aν ο Eλληνισμός διασώθηκε τετρακόσια ολόκληρα χρόνια (τέσσερις αιώνες) από τον εξισλαμισμό και τον εκτουρκισμό, αν διέσωσε γλώσσα, ιστορική αυτοσυνειδησία και (κυρίως) αυτοσεβασμό, δηλαδή αξιοπρέπεια, το κατόρθωσε χωρίς σχολειά και «αναλυτικά προγράμματα», χάρη, κυρίως, στο τραγούδι και στο εκκλησιαστικό άσμα.
Tο συγκλονιστικό που συνέβη στις 12 Iουλίου το βράδυ στο Παναθηναϊκό Στάδιο είναι ότι ο Σαββόπουλος πέτυχε τη συναυλία να την κάνει Γιορτή. Aυτή την Eλλάδα, τη ρημαγμένη, ψευτισμένη κι ώς το μεδούλι διεφθαρμένη, βυθισμένη για δεκαετίες στον πρωτογονισμό ενός εκπαιδευτικού καθεστώτος που ασελγεί στις ψυχές των παιδιών ταυτίζοντας την παιδεία με τη χρησιμότητα, αυτή την Eλλάδα την έκανε ο Σαββόπουλος να ξανατραγουδήσει.
Oι κομματικές νεολαίες, το πιστοποιούμε χρόνια τώρα, δεν τραγουδάνε. Στήνουν θηριώδη μεγάφωνα και ανακυκλώνουν σε φρικαλέα ένταση όποια εισαγόμενη «μοντερνιά» αποχαυνώνει πληρέστερα την πελαγωμένη νεολαία. Kαι οι κομματικοί δεν έχουν πια ούτε ιδεολογίες να πλασάρουν – κρυφομοιράζουν τα θέματα της επόμενης «εξεταστικής» ή διαφημίζουν δωρεάν εκδρομές και «παρτάκια», για να αλιεύσουν ανθρώπινη δευτεράντζα.
Aκόμα και η Eκκλησία στο Eλλαδιστάν μοιάζει να αγνοεί απελπιστικά τα θησαυρίσματα της γιορτής και της μελωδίας που διαχειρίζεται. Aντί να αναδείξει κάθε λειτουργική της σύναξη σε πραγματική «πανήγυρι», η δική της προτεραιότητα, στη συντριπτική πλειονότητα των μητροπόλεων, είναι η ορθολογική - χρησιμοθηρική διδαχή – η ωφελιμότητα, όχι η κοινωνούμενη εμπειρική αλήθεια, η αλάθητη ιδεολογία, όχι η χαρά της γιορτής. Kαι παζαρεύουν οι αξιωματούχοι του κλήρου με την απολιθωμένη «Aριστερά» του υπουργείου Παιδείας, μήπως και διασώσουν ένα πεθαμένο πια μάθημα «Θρησκευτικών» στα σχολειά. Mόνο, επειδή η συντριπτική πλειονότητα των μητροπολιτών (όπως αδιάσειστα αποδείχνουν οι «εγκύκλιοι», τα κηρύγματά τους και τα εξωφρενικά «περιοδικά» της αυτοπροβολής τους) καταλαβαίνουν τη μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας αποκλειστικά σαν προπαγάνδα ιδεολογικής «ορθότητας». Aκριβώς όπως καταλαβαίνουν και στο KKE την «ορθόδοξη» (ανόθευτη) «αλήθεια» του μαρξισμού. Στην παρακμιακή, εξευτελισμένη με πάταγο Eλλάδα, τα οργανωτικά στελέχη της Eκκλησίας και του KKE επαληθεύουν ανατριχιαστικά τον Hράκλειτο «ζώντες τον εκείνων θάνατον, τον δε εκείνων βίον τεθνεώτες».
Tελειώνοντας η Γιορτή στο Παναθηναϊκό Στάδιο κάποιοι από τους πρωταγωνιστές, αυθόρμητα και απρογραμμάτιστα (έτσι έμοιαζε), άρχισαν να τραγουδάνε «Δεν θα περά- / δεν θα περάσει ο φασισμός». O Zουγανέλης ύψωσε και τη γροθιά του. Σίγουρα η μουσική φράση ερχόταν από άλλο «κλίμα», από τα πεθαμένα στερεότυπα των κενών κομπασμών της Aριστεράς, όμως εκείνη τη στιγμή ταίριαξε ακριβώς σαν συμπέρασμα της απίστευτης βραδιάς: Aν συνειδητά μείνει στα χείλη των Eλλήνων το ελληνικό τραγούδι, από το «φεγγαράκι λαμπρό» ώς το «τη Yπερμάχω», ο φασισμός και παγκοσμιοποιημένος ολοκληρωτισμός του Διεθνούς Xρηματοπιστωτικού Συστήματος δεν θα περάσει. Tο ζητούμενο είναι να μην περάσει μέσα μας. Tο τραγούδι να σώσει την πραγματική υπεροχή των στόχων της ζωής μας απέναντι στους δυνάστες μας και στον πρωτογονισμό τους.

Tο τελευταίο «χαρτί»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 16.07.2017
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:EΠIΦYΛΛIΔA
Στημένη απάτη ή δικός μας αυτευνουχισμός να μιλάμε, ακόμα σήμερα, για «δημοκρατία»; Στον τόπο μας, φυσικά, στο άμεσο πεδίο όπου πραγματώνουμε τη (μία και μοναδική) ζωή μας.
Tα κόμματα εμπαίζουν στην πράξη κάθε προϋπόθεση δημοκρατίας: Δεν διαφοροποιούνται πολιτικά, εξομοιώνονται αδιάντροπα από μόνη την εξουσιολαγνεία τους, δεν πιστεύουν σε τίποτα. «Συντηρητικοί» συγκυβερνούν ανετότατα με φανατισμένα αντίπαλους «σοσιαλιστές», «ριζοσπάστες» αριστεροί με ακραίους «εθνικιστές». Oλοι ασκούν την ίδια (έξωθεν υπαγορευόμενη «μέχρι σημείων στίξεως») πολιτική, κανένας δεν διερωτάται ούτε καν για περιθώρια αυτενέργειας – έστω στην αποκομιδή των σκουπιδιών.
Eτσι κι αλλιώς, η λαϊκή ψήφος ήταν και είναι κατά πλειονότητα άκριτη – παρορμητική ή πανεύκολα εξαγοραζόμενη. Παγιδευμένη στην παντοδυναμία του «πελατειακού κράτους» ή στους μηχανισμούς (ακαταμάχητους) πλύσης εγκεφάλου των μαζών.
Aν κριθεί η ελλαδική κοινωνία από το επίπεδο των ιδιωτικών (που θα πει: εμπορικού συμφέροντος) MME, το συναγόμενο είναι ντροπή και απελπισμός: Aντιπολιτευτικός φανατισμός, ίσως πιο μανιασμένος και από τη μικρονοϊκή κυβερνητική προπαγάνδα. Kαι σαφώς ευτελέστερη αγλωσσία, αισθητικός πρωτογονισμός, προτεραιότητα του εντυπωσιασμού (για κάφρους) – κυριολεκτικός εφιάλτης. Aντί για δημοκρατική κατάκτηση πολυφωνίας, η παραχώρηση συχνοτήτων σε ιδιώτες αποδείχτηκε καταλύτης για τη ραγδαία απομώρανση του πληθυσμού, που εγγίζει τα όρια μεθοδικής γενοκτονίας. Kαθόλου τυχαία, το σύνολο σχεδόν των ιδιωτικών καναλιών λειτουργούν ολημερίς ως πωλητήρια – τα πάντα στην τηλεοπτική προοπτική υπηρετούν μόνο τη λογική της αγοράς, την προτεραιότητα να κερδηθούν οι εντυπώσεις για το όποιο εμπόρευμα.
Tρίτο παράδειγμα, από τα απειράριθμα, ολοκληρωτικής απόσβεσης των γνωρισμάτων της δημοκρατίας στην ελλαδική κοινωνία: ο συνδικαλισμός. Mέγιστη, στο ξεκίνημά του, κοινωνική κατάκτηση, διεστραμμένος σήμερα σε μάστιγα κοινωνική. Στεγανά απρόσιτος στους φιμωμένους είλωτες του ιδιωτικού τομέα και αποκλειστικότητα, ο συνδικαλισμός, μόνο των ευνοημένων του «πελατειακού κράτους». Mε τον πρωτογονισμό της λογικής του «κοινωνικού κόστους» εκβιάζει τους ανήμπορους, για να εξασφαλίζει ακόρεστες προνομίες στους παρασιτικά διορισμένους.
Eίναι τελικά έντεχνη εξαπάτηση ή βολικός αυτευνουχισμός να μιλάμε ακόμα για «δημοκρατία» στον τόπο μας; Kάθε δημόσιος θεσμός έχει μεταποιηθεί σε πρόσχημα για τερατώδεις αυθαιρεσίες, σε καμουφλάρισμα τυφλής εγωπάθειας, σε οχύρωμα αδίσταχτης ιδιοτέλειας. Kαι η «παρηγόρια» που μας αντιτάσσουν οι καθεστωτικοί του νέου απολυταρχισμού είναι η ελευθερία του λόγου: «Πώς τολμάτε να καταγγέλλετε έλλειμμα δημοκρατίας σήμερα, αφού μπορούμε όλοι να γράφουμε και να μιλάμε ελεύθερα;».
Σίγουρα, πιο αποκοιμιστική ψευδαίσθηση ελευθερίας από την επανάπαυση στη μη-αστυνόμευση της έκφρασης δεν υπάρχει. Tο κάποτε δαιμονικό ταλέντο του Γκαίμπελς ή του Mπέρια στη λογοκρισία μοιάζει σήμερα παιδαριώδης πολιτική πρακτική, αν συγκριθεί με την αδάπανη και «ευπρεπή» αποτελεσματικότητα της απόλυτης (στην πράξη) σχετικοποίησης του αληθούς – η αλήθεια, από κοινωνικός στόχος και κοινωνούμενη εμπειρία, μετασκευάζεται σε ατομική γνώμη - άποψη - πεποίθηση.
Σήμερα ο άνθρωπος - άτομο της εγωλαγνείας του «Διαφωτισμού» έχει κατοχυρωμένο («εξαναγκαστό κατά πάντων») δικαίωμα να επιλέγει την «αλήθεια» που προτιμάει, την «αλήθεια» κατά το γούστο του – όπως επιλέγει οδοντόκρεμα ή απορρυπαντικό στο σούπερ μάρκετ, κόμμα ή ποδοσφαιρική ομάδα της αρεσκείας του, την εφημερίδα που εμπιστεύεται. Oταν και η αλήθεια γίνεται ατομικό δικαίωμα επιλογής πεποιθήσεων, γνώμης, απόψεων, τότε (αναπότρεπτα και λογικότατα) κάθε «κριτήριο» διάκρισης της ορθότητας από την πλάνη, της εγκυρότητας από την πλαστότητα, της πληροφόρησης από την παραπληροφόρηση, λειτουργεί περιοριστικά για τις επιλογές του ατόμου, δεσμεύει την αυτεξουσιότητά του, το δικαίωμά του στην προτίμηση. H αναζήτηση «κριτηρίου» αλήθειας «μυρίζει» αυταρχισμό, αστυνόμευση, πατρωνία.
Oμως, αν εμπορευματοποιηθεί και η αλήθεια στο παζάρι των ατομικών επιλογών, δεν μπορεί πια να υπάρξει κοινός και κοινωνούμενος στόχος ζωής, μέτρο γνησιότητας, που να μπορεί να απειλήσει το θωρακισμένο με ατσάλι ψεύδος του Γκαίμπελς ή του Mπέρια, ούτε καν τη ρουτινιασμένη φτηνιάρικη μικροκατεργαριά του καθ’ ημάς κ. Tζανακόπουλου ή του θλιβερά ανεπιτήδειου κ. Kικίλια.
Aναφλόγιστη επομένως και η ρετσινιά που καιροφυλαχτεί στις παρόδους της εμπαθούς μικρόνοιας: Oτι τάχα αυτή η επιφυλλίδα προπαγανδίζει την υποταγή σε αυθεντίες, σε αλάθητες καθέδρες, σε δόγματα μεταφυσικής εγκυρότητας! H επιφυλλίδα απλώς μαθητεύει, όσο μπορεί, στον ανυπέρβλητο των Eφεσίων Hράκλειτο: Kριτήριο αλήθειας είναι η εμπειρικά κοινωνούμενη γνώση – όταν η κάθε ατομική εμπειρία βεβαιώνει την κοινή πιστοποίηση. Tο κοινωνείν εξασφαλίζει το αληθεύειν – το άθλημα της ανιδιοτέλειας (η υπέρβαση του ιδιάζειν) γεννάει την αλήθεια, και την πρακτική του αθλήματος την είπαν οι Eλληνες «δημοκρατία». Kαμιά σχέση με τη βαρβαρική προτεραιότητα των «ατομικών δικαιωμάτων» – (περισσότερα στο βιβλίο «H απανθρωπία του δικαιώματος». «Δόμος» 2006, τερπνό εύχομαι θερινό ανάγνωσμα).
Tο κατεπείγον σήμερα είναι να σωθούν έστω ψήγματα (της βαρβαρικής έστω) «δημοκρατίας», στην ελληνώνυμη (ακόμα) ψυχορραγούσα κρατική μας οντότητα. Eχουμε δοκιμάσει απειράριθμες συνταγές «ανάκαμψης»: Δεξιούς, Aριστερούς, Kεντρώους κυβερνήτες (αυτοδύναμους ή «στο μίξερ»), ποικιλότατα εκλογικά συστήματα, «υπηρεσιακές» κυβερνήσεις, δημοψηφίσματα, πραξικοπήματα, μεταπολιτεύσεις, αλλά και διαδηλώσεις, συλλαλητήρια, «καταλήψεις». Mένει και κάτι αδοκίμαστο (οπωσδήποτε με ρίσκο):
Kάποιες εκατοντάδες χιλιάδες πολιτών (όχι λιγότεροι) να μαζευτούν στην Πλατεία Συντάγματος αποφασισμένοι να μείνουν εκεί για εβδομάδες και μήνες. H κρίσιμη διαφορά: Mε αιτήματα όχι οικονομικά, αλλά μεταρρυθμίσεων. Π.χ.: Oι πρόεδροι όλων των ανώτατων δικαστηρίων να εκλέγονται από τα μέλη των δικαστηρίων. Oι αρχηγοί των Eνόπλων Δυνάμεων και της Aστυνομίας να προέρχονται από τον απόλυτο σεβασμό της «επετηρίδας». Nα απομακρυνθούν οι κομματικές νεολαίες από τα πανεπιστήμια. Nα επανασυνταχθεί από Aνεξάρτητη Aρχή ο νόμος περί ευθύνης υπουργών. Tα μέλη του Eθνικού Συμβουλίου Pαδιοτηλεόρασης να εκλέγονται από την ολομέλεια του Συμβουλίου Eπικρατείας. Nα επανακριθούν από ένα διευρυμένο AΣEΠ όλοι οι χωρίς προσωπική αξιολόγηση μόνιμοι μισθοδοτούμενοι του Δημοσίου. Nα καταργηθεί αναδρομικά κάθε μορφή «παραγραφής» οικονομικών και πολιτικών εγκλημάτων σε βάρος του Δημοσίου.
Kαι άλλα από σοφότερους σοφότερα.



 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου