Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

Ο Δημ. Ψαθάς, τα Δεκεμβριανά και το Ταράτσεν πάρτι



Ιανουαρίου 5, 2015 από seisaxthiablog


Ο Δημήτρης Ψαθάς έζησε από πρώτο χέρι τη Δεκεμβριανή σύγκρουση. Σαν σήμερα, πριν 70 χρόνια έπεφταν οι τελευταίες τουφεκιές καθώς ο ΕΛΑΣ αποσυρόταν λαβωμένος από την Αθήνα. Η εμπειρία του Ψαθά αναφέρεται στην 4η Δεκεμβρίου 1944, ο τόπος είναι η Αθήνα και κατά πάσα πιθανότητα το Παγκράτι.

Ο Ψαθάς ήταν ΕΑΜικός1 δημοσιογράφος (πράγμα που είναι ελάχιστα γνωστό) και έγραψε το εκπληκτικό αυτό χρονογράφημα, σε μεταγενέστερο χρόνο. Αναρτήθηκε στο Διαδίκτυο στις 15 Δεκεμβρίου 2014 (mao.gr, paskelarcomei.blogspot.co, greki-gr.blogspot.com απ΄ όπου το αντιγράφω) με την εσφαλμένη παραδοχή πως γράφτηκε στις 4 Δεκεμβρίου επειδή κάπου λέει «η πραγματικότητα σήμερα, 4 Δεκεμβρίου του έτους 1944, τρέχει πολύ γρηγορότερα».

Ο Ψαθάς επέλεξε τον ιστορικό ενεστώτα για να προσδώσει στο κείμενο του ζωντάνια και δράση. Όμως είναι σαφές πως το έγραψε αργότερα, αφού στην κατακλείδα σημειώνει: «Πολλές φορές έκατσα και σκέφτηκα επάνω στον Δεκέμβρη αν ήταν ένα σφάλμα, όμως ποτέ δεν μπόρεσα να καταλήξω».

Στη θύελλα που ακολούθησε, ο Ψαθάς ακολούθησε τα βήματα των πολλών. Απομακρύνθηκε από το ΕΑΜ. Ανασύρω το φύλλο της «Λαοκρατίας» της Παρασκευής 1η Δεκεμβρίου 1944 – μόλις δύο μέρες πριν την έκρηξη των συγκρούσεων – όπου στην πρώτη σελίδα υπάρχει χρονογράφημα του με τίτλο «Ο έξυπνος». Φέρνω στη μνήμη μου (και αναζητώ ακόμη στο αρχείο μου) την τελευταία συνεργασία του σε ΕΑΜική εφημερίδα που συμπίπτει χρονικά περίπου με τη συμφωνία της Βάρκιζας.


Μετά τράβηξε το δικό του δρόμο. Αναδείχτηκε σε κορυφαία υπογραφή στη ναυαρχίδα του καθεστωτικού Τύπου (Συγκρότημα Λαμπράκη), στο Θέατρο2, στο Βιβλίο3, στο Σινεμά4.

Όμως ο «Δεκέμβρης» επανέρχεται στη μνήμη του και τον τριβελίζει. Και τον ρωτά «Τι έκανες εσύ, ο ΕΑΜίτης;». Και ο Ψαθάς δεν διστάζει να απαντήσει, λογοτεχνικά. Με ένα κρεσέντο, που κλιμακώνει μαεστρικά, από «ουδέτερος» νυκοκυραίος (sic), που δέχεται «εισβολή» ΕΛΑΣιτών στο σπίτι του, μεταβάλλεται σε έναν τρομαγμένο συμπαθούντα που όμως δεν αποτολμά να πάρει το ντουφέκι. Και το ομολογεί με παρρησία ο ίδιος.

Πόση γενναιότητα άραγε θέλει για να παραδεχτεί κάποιος πως δείλιασε την κρίσιμη στιγμή προκειμένου να σώσει την οικογένεια του; Πως δεν τα πάει καλά με τα όπλα. Πως όπλο του είναι η πένα του. Η πένα του με την οποία έβγαλε όλη την περιφρόνηση του για τον δωσιλογισμό του «Φον Δημητράκη» 5.

Απολαύστε το θαυμάσιο αυτό κείμενο, του οποίου τήρησα την ορθογραφία της εποχής.

*****

ΤΑΡΑΤΣΕΝ ΠΑΡΤΙ

Η μέρα είναι λαμπρή. Κάτω απ’ το σπίτι μου συμβαίνουν πράγματα περίεργα. Στέκομαι στο παράθυρο και βλέπω πολλά παιδιά με όπλα κι έναν που φαίνεται να είναι αρχηγός τους να τους λέη:

– Ακούστε συναγωνιστές. Εσείς θα ακροβολιστήτε εδώ. Εσείς οι άλλοι θ’ ακροβολιστείτε εκεί. Εσείς οι δέκα πιάστε αμέσως εκείνη την ταράτσα. Αν οι Εγγλέζοι δεν χτυπήσουν, δεν θα ρίξετε. Αν σας χτυπήσουν, βαράτε στο ψαχνό. Μπρος! Πάρτε πυρομαχικά!

Ένα αυτοκίνητο έφτασε κάτω απ’ το μπαλκόνι μου κι αδειάζει κάσσες πυρομαχικά. Εν τάξει. Ο αρχηγός δείχνει με το δάχτυλό του την δική μου την ταράτσα κι εξηγεί στα παιδιά πώς πρέπει να ταμπουρωθούν. Βλέπω που τον ακούνε και παίρνουν πυρομαχικά. Αρχίζω να μην αισθάνωμαι καλά γιατί απ’ όσα αντιλαμβάνομαι πρόκειται να συμβούν τα εξής ευχάριστα: Σε πέντε λεπτά θα έχω πάνω απ’ το κεφάλι μου μια ομάδα με ντουφέκια, μ’ ένα πολυβόλο και άλλα ανάλογα. Ο Θεός είχε την καλωσύνη να με πλουτίση με φαντασία που αστραπιαία αρχίζει να καλπάζη στα ωραία γεγονότα που σίγουρα θ’ ακολουθήσουν. Επάνω στην ταράτσα μου το πολυβόλο των ελασιτών.

Απέναντι στον δρόμο το τανκ των Εγγλέζων. Θα κελαϊδά το πολυβόλο απ’ την ταράτσα και θ’ απαντά το τανκ από τον δρόμο. Ανάμεσα, λοιπόν, σ’ αυτόν τον συναρπαστικό διάλογο θα είμαι εγώ ο ευτυχής ακροατής ν’ απολαμβάνω και να χαίρομαι. Βροντά η πόρτα.

– Ποιος είναι;

– Άνοιξε, συναγωνιστής.

– Αμέσως.

Τσακίζομαι ν’ ανοίξω και βλέπω μ’ ευχαρίστηση ότι η φαντασία μου και η πραγματικότητα είναι δύο πράμματα που δεν υπερβάλλουνε πολύ το ένα τ’ άλλο. Ίσα-ίσα, που η πραγματικότητα σήμερα, 4 Δεκεμβρίου του έτους 1944, τρέχει πολύ γρηγορότερα κι’ εγγίζει περιοχές όπου η φαντασία μου στέκεται μουδιασμένη. Δέκα ντουφέκια, ένα πολυβόλο, μια κάσα πυρομαχικά κι ένα καλάθι με χειροβομβίδες είναι οι επισκέπτες μου που τους καλωσορίζω με παγωμένα μειδιάματα.

– Από πού πάνε στην ταράτσα, συναγωνιστή;

– Από δω, συναγωνιστή.

– Ποιος κάθεται στο σπίτι, συναγωνιστή;

Στο σπίτι κάθομαι εγώ και η ευτυχισμένη οικογένειά μου που εσχημάτισε απορημένο ημικύκλιο από πίσω μου και παρακολουθά με ζωηρό ενδιαφέρον. Οπλίζομαι μ’ όλο το απόθεμα της ευγένειας που ήταν δυνατό να διαθέτω και ρωτώ τα ντουφέκια μήπως τυχόν καμιά γειτονική ταράτσα θα τους εβόλευε καλύτερα. Γι’ απάντηση ακούγονται γκραγκ και γκρουγκ τα βήματα των συναγωνιστών που ανεβαίνουν την εσωτερική σκάλα του σπιτιού προς την ταράτσα. Σωπαίνω αξιοπρεπώς και παρακολουθώ. Να την που ανέβαινε κι η κάσσα με τα πυρομαχικά. Να το που ανεβαίνει και το καλάθι με τις χειροβομβίδες. Δεν μένει τίποτε άλλο για να ολοκληρώση την ευτυχία μου παρά το τανκ να ’ρθή απέναντι και να αρχίσει η συναρπαστική στιχομυθία. Ωραία. Πάντως όλα αυτά δεν βοηθούν καθόλου να μου στρώσουν το κέφι που δεν νοιώθω να βρίσκεται σε ανθηρή κατάσταση.

Η λατρευτή μου σύζυγος έχει αποκτήσει μια συμπαθητική χλωμάδα που της δίνει στο πρόσωπο μια απέραντη ευγένεια. Την θαυμάζω. Αλλά κι εκείνη φαίνεται έχει σοβαρούς λόγους να με θαυμάζει περισσότερο.

– Μου φαίνεσαι λίγο χλωμός.

– Περίεργο!

– Τι πρόκειται να γίνη τώρα;

– Τώρα, αγαπητή μου, αν αντιλαμβάνομαι καλά θα γίνουν μέσα στο σπίτι μας πράμματα σπουδαία. Κατά πάσαν πιθανότητα, θα έχωμε επισκέπτες που μπαίνουν απ’ τους τοίχους.

– Πώς δηλαδή;

– Τους τρυπάνε λιγάκι απρεπώς.

– Τι θέλεις να πης;

– Θέλω να πω ότι οι επισκέπτες αυτοί στην αντικειμενική γλώσσα λέγονται οβίδες. Στην υποκειμενική όμως γλώσσα των ανθρώπων λέγονται λαχτάρα. Αν μείνωμε στα μπροστινά δωμάτια, δεν θα προφτάσουμε να τους δεχτούμε, γιατί θ’ αναληφθούμε κι’ οι δυο μας στους ουρανούς. Αν πάμε στα παραπίσω δωμάτια, δεν είναι καθόλου απίθανο να επιμείνουν να φτάσουν ώς εκεί. Υπάρχει όμως και μια άλλη πιθανότητα. Να βάλουν κάτω απ’ την ευτυχισμένη στέγη μας ένα ωραίο πράμμα που το λένε δυναμίτιδα. Τότε εγώ και εσύ, λατρευτή μου, δεν θα έχουμε την τύχη να παρακολουθήσουμε αυτό το αναπάντεχο ελληνοαγγλικό ματς που παρακολουθά τούτη τη στιγμή ολόκληρη η οικουμένη.

– Και τι θα γίνη λοιπόν;

– Εσύ τι λες να γίνη;

– Είσαι ο αρχηγός της οικογένειας. Περιμένω τις αποφάσεις σου. Πάντως χωρίς να θέλω το παράπαν να σε θίξω, νομίζω πως δεν είσαι ενθουσιασμένος απ’ την όλη κατάσταση καθώς διαμορφώθηκε. Δύο λύσεις υπάρχουν. Πρώτον, αν θέλης ν’ ανέβης στην ταράτσα, να πάρης κι εσύ κανένα όπλο. Αν δεν το προτιμάς αυτό, τότε πρέπει να άρης τον κράββατόν μας και να φύγουμε απ’ το σπίτι μας το γρηγορώτερο.

Η λατρευτή μου σύζυγος μου έθεσε το πρόβλημα πολύ ρεαλιστικά, όπως το απαιτούσε η στιγμή. Το όπλο ή τον κράββατον. Ανασκαλεύω τις αναμνήσεις μου να δω μήπως τυχόν ποτέ το όπλο περιλαμβανόταν στον κύκλο των αδυναμιών μου. Όχι μονάχα δεν το βρίσκω αλλά και νοιώθω ένα ελαφρό ρίγος να διατρέχη το κορμί μου, που προσπαθώ να κρύψω για λόγους ευνόητης αξιοπρέπειας. Άξαφνα απ’ την ταράτσα μου ακούεται τραγούδι:

Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα

το δίκηο και τη λευτεριά!…

Τεντώνω το αυτί. Τραγουδάνε! Υπολογίζω ότι ο θάνατος μπορεί να βρίσκεται στον δρόμο και με πιάνει μια ακατάσχετη βιασύνη.

– Τον κράββατον, λατρευτή μου!

– Μπρος, λοιπόν.

– Να σου εξηγήσω το γιατί.

– Περιττό, αγαπητέ μου.

Το χω παράπονο από την λατρευτήν μου σύζυγο ότι ποτέ δεν μου επέτρεψε να της εξηγήσω γιατί την μεγάλην εκείνη ώρα κατέληξα σ’ αυτές τις αποφάσεις. Το ν’ αρπάω ένα ντουφέκι και να χτυπηθώ με την αγγλική αυτοκρατορία μού φάνηκε τόσο τερατώδες εκείνη τη στιγμή, ώστε θα ’πρεπε να κάτσω έναν αιώνα να το συζητώ για να το χωνέψω απλώς. Καθώς κατέβαινα τις σκάλες του σπιτιού μου, βλέπω ένα παιδί ξυπόλητο, είκοσι ετών, ν’ ανεβαίνη πηδώντας μ’ ένα κουμπουροντούφεκο στο χέρι.

– Πούθε πάνε στην ταράτσα, συναγωνιστή;

– Από δω, συναγωνιστή.

– Ευχαριστώ πολύ.

Κι’ ανεβαίνει την ανεμόσκαλα σφυρώντας «Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα».

Πολλές φορές έκατσα και σκέφτηκα επάνω στον Δεκέμβρη αν ήταν ένα σφάλμα, όμως ποτέ δεν μπόρεσα να καταλήξω σε συμπέρασμα. Κάθε φορά που το επιχειρώ θυμάμαι το ήρεμο χαμόγελο τούτου του παιδιού που ανέβαινε σφυρίζοντας επάνω στην ταράτσα του σπιτιού μου, μ’ ένα κουμπουροντούφεκο να χτυπηθή με την βρετανική αυτοκρατορία. Κι’ όλες τις λογικές μου σκέψεις τις παρασύρει και τις καταπλημμυρά ο θαυμασμός».

*****

Είναι άχαρο μετά από ένα τέτοιο μαργαριτάρι, να επιχειρώ έναν επίλογο. Ωστόσο δεν μπορώ να αποφύγω ένα μικρό σχολιασμό: Έχω-κι αν έχω διαβάσει για τα Δεκεμβριανά. Όλες τις πολιτικές αποτιμήσεις: «Το κίνημα δεν ήταν έτοιμο να τα βάλει με τον Σκόμπι», «Το ΕΑΜ άργησε να αντιδράσει και επέτρεψε στους Άγγλους να αποβιβαστούν», «Πέσαμε στην προβοκάτσια που μας έστησαν» και – μακριά από μένα – «Ο Σιάντος ήταν ύποπτος».

Τα Δεκεμβριανά ήταν μια ανεξέλεγκτη έκρηξη λαϊκής οργής, πέρα από κανόνες «πολιτικής λογικής» και πάνω από κομματικούς σχεδιασμούς, που δεν μπορούσε να αποφευχθεί. Αυτό μας μαρτυρεί ο Ψαθάς με το απαράμιλλο στιλ του. Ο Ψαθάς που ξέκοψε από το ΕΑΜ. Ο Ψαθάς που δεν μπόρεσε – ή δεν θέλησε – να σκοτώσει μέσα του κείνες τις 33 ηρωικές μέρες.

(1) Όπως αφηγείται ο αξέχαστος Νίκος Καραντηνός («Ριζοσπάστης 31/5/2005) «για τον αγωνιστή, τον ΕΑΜίτη Ψαθά και την αγάπη, το πάθος του για την Εθνική Αντίσταση»: Ύστερα από τα Δεκεμβριανά, και όπως είναι φυσικό σε δύσκολες συνθήκες, τις Αποκριές του 1945, αντιστασιακοί δημοσιογράφοι αποφάσισαν να οργανώσουν μια γιορταστική εκδήλωση στην αίθουσα, στο υπόγειο του Αρσακείου, εκεί, που αργότερα έγινε το Θέατρο Τέχνης. Μεγάλη η αίθουσα, πολλοί ηθοποιοί, γνωστοί τραγουδιστές, ώρες αξέχαστες αλλά γενικά η ατμόσφαιρα δε βοηθούσε, ήταν «πεσμένη». Και ξαφνικά μέσα στους ψιθύρους και στη μουσική ακούστηκε μια στεντόρεια φωνή να βροντοφωνάζει: Βροντάει ο Όλυμπος / Αστράφτει η Γκιώνα. Ήταν ο Δημήτρης Ψαθάς που πρώτος τραγουδούσε του Νίκου Καρβούνη το ρωμαλέο και αθάνατο θούριο. Άλλαξε η ατμόσφαιρα, αλλάζουν όλοι. Ο Ψαθάς κι η παρέα του παρέσυραν μαζί τους το αποκριάτικο εκείνο γλέντι, σε μια γιορτή αξέχαστη της Αντίστασης του ΕΑΜ.

(2) «Το στραβόξυλο», «Ο εαυτούλης μου», «Οι ελαφρόμυαλοι», «Μαντάμ Σουσού», «Σκίτσα της εποχής», «Φον Δημητράκης», «Η ζωή μου είναι ωραία», «Ζητείται ψεύτης», «Μικροί Φαρισαίοι», «Ο φαύλος κύκλος», «Ένας βλάκας και μισός», «Προς Θεού μεταξύ μας», «Φωνάζει ο κλέφτης», «Εταιρεία θαυμάτων», «Η Μαίρη τα λέει όλα», «Εξοχικόν κέντρον ο Έρως», «Εμπρός να γδυθούμε», «Η Χαρτοπαίχτρα», «Ξύπνα Βασίλη», ο «Αχόρταγος», «Ο Κουτσομπόλης», «Προίκα μου αγαπημένη», «Οι ατίθασοι», «Ο αφελής», «Το ανθρωπάκι» κ.α.

(3) Περίπου 40 τόμοι. Ξεχωρίζω τα λιγότερα γνωστά. «Χειμώνας του ΄41», «Αντίσταση». Το εξαίσιο πατριωτικό μελό (άλλη παρεξηγημένη λέξη κι αυτή) «Γράφοντας συνθήματα». Στο:


Το «Λευκό όραμα» και πάνω απ΄ όλα το «Ο Ναπολέων Σουκατζίδης και οι Διακόσιοι της Πρωτομαγιάς». Στο:


(4) Έγραψε τα σενάρια 14 ταινιών εκ των οποίων η μία έγινε πρόσφατα ριμέικ.

(5) Ο «Φον Δημητράκης» αποτελούσε έναν ύμνο στην αντίσταση. Πρωτοπαίχτηκε, με μεγάλη επιτυχία, από τον ΕΑΜικό θίασο «Ελεύθεροι Καλλιτέχνες» στο «Βρετάνια», σε σκηνοθεσία Τάκη Μουζενίδη από τις 4 Απριλίου 1946. Έπαιζαν οι Αντ. Γιαννίδης, Αιμ. Βεάκης και σαν δωσίλογος ο Χρ. Τσαγανέας. Και οι Άννα Λώρη, Σμάρω Στεφανίδου, Τζόλη Γαρμπή, Θόδ. Μορίδης, Γ. Δαμασιώτης. Το έργο εξαφανίστηκε μέχρι το 1979 όταν το ξανανέβασε ο Θύμιος Καρακατσάνης.



Στη «Λαοκρατία» της 27ης Σεπτεμβρίου 1944 ο Ψαθάς σαρκάζει τον επαγγελματία «πατριώτη».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.