Του Μάνου Λαμπράκη
Η φράση αυτή στέκεται στο τέλος της αυριανής ευαγγελικής περικοπής ως άνοιγμα ενός νέου τρόπου ύπαρξης. Έρχεται να δηλώσει ότι η αλήθεια του Αναστάντος δεν εξαντλείται στο καθεστώς της απόδειξης.
Και όμως, για να φτάσει κανείς σε αυτόν τον μακαρισμό, πρέπει να περάσει μέσα από όλη τη δραματική πυκνότητα της σκηνής: από τις κλειστές θύρες, τον φόβο, το τραύμα, τη δυσπιστία, την αφή, την ομολογία.
Η περικοπή δεν είναι ένα εγκώμιο της πίστης απέναντι στην αμφιβολία. Είναι η φανέρωση του τρόπου με τον οποίο ο Χριστός εισέρχεται στο κλειστό σύμπαν του ανθρώπου και το μετασχηματίζει από μέσα.
Όλα αρχίζουν από τον φόβο. «Τῶν θυρῶν κεκλεισμένων». Δεν πρόκειται μόνο για την ιστορική κατάσταση των μαθητών, αλλά για μια οντολογική εικόνα του ανθρώπου κάθε εποχής. Ο φόβος δεν κλείνει απλώς πόρτες, κλείνει το υποκείμενο μέσα στην άμυνά του.
Και αυτός είναι ο πιο ακριβής ορισμός του σύγχρονου ανθρώπου: όχι ο άνθρωπος που αρνείται μεγαλόστομα, αλλά ο άνθρωπος που οχυρώνεται. Ζει μέσα σε μια μόνιμη εσωτερική επιφυλακή, αδυνατώντας να παραδοθεί σε λόγο, θεσμό, έρωτα, πίστη, γιατί έχει προηγηθεί μια βαθιά εμπειρία διάψευσης.
Η ύπαρξη λειτουργεί αμυντικά. Δεν λέει «δεν θέλω τον άλλον», αλλά «δεν αντέχω πια να εκτεθώ».
Και ακριβώς εκεί έρχεται ο Χριστός, όχι όταν οι μαθητές έχουν ήδη πιστέψει, αλλά όταν ακόμη είναι κλεισμένοι, φοβισμένοι, ατελείς.
Η Ανάσταση δεν επισκέπτεται τους ισχυρούς. Επισκέπτεται τους οχυρωμένους.
Η πρώτη λέξη του Χριστού είναι «εἰρήνη». Αλλά η ειρήνη αυτή δεν είναι συναισθηματική ανακούφιση, ούτε μια απλή παρηγορητική χειρονομία. Είναι η επανίδρυση της δυνατότητας σχέσεως.
Ο Αναστάς Χριστός δεν τους δίνει πρώτα μια θεωρία περί νίκης επί του θανάτου, τους δίνει την ειρήνη ως νέο τρόπο κατοικήσεως του κόσμου. Και αμέσως τους δείχνει τα χέρια και την πλευρά.
Εδώ βρίσκεται ένας από τους πιο ριζοσπαστικούς πυρήνες της περικοπής: ο Χριστός δεν ανασταίνεται απογυμνωμένος από τα τραύματά Του.
Δεν προσφέρει έναν εαυτό λείο, καθαρό, άτρωτο.
Προσφέρει ένα σώμα που φέρει ακόμη επάνω του τα ίχνη της βίας.
Στον σημερινό κόσμο, όπου όλοι πιέζονται να επιδεικνύουν μια κατασκευασμένη ακεραιότητα, αυτή η εικόνα έχει τρομακτική επικαιρότητα: το αληθινό σώμα της αγάπης είναι πάντοτε τραυματισμένο.
Η αλήθεια δεν εμφανίζεται ως θρίαμβος δίχως μνήμη του πόνου, αλλά ως πληγή που δεν κρύβεται.
Έπειτα έρχεται η αποστολή: «καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ Πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς». Δηλαδή ο φόβος δεν θεραπεύεται απλώς για να αισθανθεί ο άνθρωπος καλύτερα. Θεραπεύεται για να εξέλθει από τον εαυτό του.
Ο δικός μας πολιτισμός, ακόμη και όταν μιλά για θεραπεία, το κάνει συχνά με όρους ατομοκεντρικής ανακούφισης: να σωθώ εγώ, να ισορροπήσω εγώ, να προστατεύσω τα όριά μου, να διαχειριστώ το τραύμα μου.
Εδώ όμως ο Αναστάς Χριστός δείχνει κάτι άλλο: η αληθινή θεραπεία δεν είναι αναδίπλωση, αλλά αποστολή. Η ειρήνη δεν είναι να κλειστώ καλύτερα μέσα στον εαυτό μου, είναι να μπορώ ξανά να σταλώ. Και γι’ αυτό «ἐνεφύσησε». Το ρήμα αυτό έχει μια συγκλονιστική βαρύτητα: δεν σημαίνει μόνο δωρεά πνευματικής δυνάμεως, αλλά νέα δημιουργία.
Ο άνθρωπος που έχει καταρρεύσει ψυχικά, συμβολικά, υπαρξιακά, δεν χρειάζεται απλώς ενίσχυση, χρειάζεται ξαναδημιουργία. Ο Χριστός, μπροστά στους φοβισμένους μαθητές, δεν ενεργεί ως ηθικός διδάσκαλος, αλλά ως ο Νέος Δημιουργός.
Εδώ ο Θωμάς δεν εμφανίζεται ως ο «κακός μαθητής», αλλά ως ο μόνος που εκφέρει μέχρι τέλους το τραύμα της εποχής. Δεν του αρκεί η μαρτυρία των άλλων, ζητεί το ίδιο το σώμα. «Ἐὰν μὴ ἴδω… ἐὰν μὴ βάλω… οὐ μὴ πιστεύσω».
Είναι η φωνή ενός ανθρώπου που δεν θέλει να εξαπατηθεί άλλη μια φορά.
Σήμερα σχεδόν όλοι ζούμε κάπως έτσι.
Ζητάμε αποδείξεις όχι επειδή αγαπάμε την αλήθεια με καθαρότητα, αλλά επειδή έχουμε κουραστεί από τη διάψευση.
Δεν πιστεύουμε εύκολα σε κανέναν, γιατί έχουμε ήδη γνωρίσει τον κλονισμό του λόγου, την αναξιοπιστία των θεσμών, την προδοσία της οικειότητας, την αποσύνθεση της υπόσχεσης. Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι Θωμάς όχι γιατί σκέφτεται πολύ, αλλά γιατί έχει πληγωθεί πολύ. Και εδώ ακριβώς το μεγαλείο της περικοπής φαίνεται στο ότι ο Χριστός δεν προσβάλλεται από αυτή την ανάγκη αλλά την συναντά.
«Φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε». Συγκαταβαίνει στην ανάγκη του. Αυτό είναι το πιο συγκλονιστικό στοιχείο της περικοπής για το σήμερα: ο Θεός δεν θεραπεύει τον άνθρωπο ακυρώνοντας τη δομή της επιθυμίας του, αλλά περνώντας μέσα από αυτήν.
Η αφή, που στη δική μας εποχή έχει γίνει είτε καταναλωτική επιφάνεια είτε φοβισμένη απόσυρση, μεταμορφώνεται εδώ σε τόπο αλήθειας.
Ο Χριστός επιτρέπει να Τον πλησιάσουν εκεί ακριβώς όπου τραυματίστηκε. Το τραύμα Του δεν είναι ντροπή, είναι πέρασμα. Και τότε η αμφιβολία του Θωμά ανατρέπεται όχι με βία, αλλά με συνάντηση.
Γι’ αυτό η κορύφωση δεν είναι ότι «πείστηκε», αλλά ότι ομολόγησε: «ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Η απαίτηση για βεβαιότητα μετασχηματίζεται σε προσωπική σχέση. Δεν λέει απλώς «είσαι ο Θεός», λέει «ο Κύριός μου». Η πίστη γεννιέται όταν η αλήθεια γίνεται προσφώνηση.
Ο μακαρισμός λοιπόν δεν καταργεί ούτε υποτιμά όσα προηγήθηκαν, τα αγκαλιάζει όλα. Οι «μὴ ἰδόντες» δεν είναι εκείνοι που δεν πέρασαν από φόβο, τραύμα, αμφιβολία, ανάγκη, αλλά εκείνοι που, μέσα σε όλα αυτά, έμαθαν να ζουν από μια σχέση που δεν κατέχουν ως απόδειξη. Αυτή είναι η μεγάλη δυσκολία και η μεγάλη πρόκληση του σήμερα. Να πιστεύσει κανείς όχι σημαίνει να απαρνηθεί τη ρωγμή του, αλλά να δεχθεί ότι η αλήθεια μπορεί να τον συναντήσει ακριβώς εκεί.
Όλοι είμαστε, κατά κάποιον τρόπο, οι μαθητές πίσω από τις κλειστές θύρες και όλοι είμαστε, σε μια άλλη στιγμή, ο Θωμάς που ζητά να αγγίξει για να μην χαθεί μέσα στο ψεύδος.
Και η απάντηση του Αναστάντος Χριστού δεν είναι ούτε η καταγγελία ούτε η επιβράβευση της αμφιβολίας, αλλά η είσοδος μέσα στο ίδιο το κλειστό μας δωμάτιο.
Εκεί όπου ο άνθρωπος δεν μπορεί πια να πιστέψει μόνος του, ο Χριστός δεν του προσφέρει μια ιδέα να την κρατήσει, αλλά το πληγωμένο σώμα Του ως τόπο από τον οποίο μπορεί να ξαναρχίσει η ζωή.
Ιωάν. κ΄ 19-31
19 Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν ᾿Ιουδαίων, ἦλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν. 20 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον. 21 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς πάλιν· εἰρήνη ὑμῖν. καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. 22 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα ῞Αγιον· 23 ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται.
24 Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Δίδυμος, οὐκ ἦν μετ' αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς. 25 ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί· ἑωράκαμεν τὸν Κύριον. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω. 26 Καὶ μεθ' ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ' αὐτῶν. ἔρχεται ὁ ᾿Ιησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· εἰρήνη ὑμῖν. 27 εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ· φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός. 28 καὶ ἀπεκρίθη Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου. 29 λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες.
30 Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ· 31 ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι ᾿Ιησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ.
Απόδοση στη Νέα Ελληνική
19 Την ίδια εκείνη μέρα, δηλαδή την πρώτη μέρα μετά το Σάββατο, όταν βράδιασε κι ενώ οι μαθητές ήταν συγκεντρωμένοι κάπου με κλειστές τις πόρτες, επειδή φοβούνταν τις ιουδαϊκές αρχές, ήρθε ο Ιησούς, στάθηκε στη μέση και τους λέει: «Ειρήνη σ’ εσάς». Κι όταν το είπε αυτό, τους έδειξε τα χέρια και την πλευρά του. Οι μαθητές χάρηκαν που είδαν τον Κύριο. 21 Ο Ιησούς τους είπε πάλι: «Ειρήνη σ’ εσάς! Όπως ο Πατέρας έστειλε εμένα, έτσι στέλνω κι εγώ εσάς». 22 Έπειτα από τα λόγια αυτά, φύσηξε στα πρόσωπά τους και τους λέει: «Λάβετε Πνεύμα Άγιο. 23 Σε όποιους συγχωρήσετε τις αμαρτίες, θα τους είναι συγχωρημένες· σε όποιους τις κρατήσετε ασυγχώρητες, θα κρατηθούν έτσι».
24 Ο Θωμάς όμως, ένας από τους δώδεκα μαθητές, που λεγόταν Δίδυμος, δεν ήταν μαζί τους όταν ήρθε ο Ιησούς.25 Του έλεγαν λοιπόν οι άλλοι μαθητές: «Είδαμε τον Κύριο με τα μάτια μας». Αυτός όμως τους είπε: «Εγώ αν δεν δω στα χέρια του τα σημάδια από τα καρφιά, κι αν δε βάλω το δάχτυλό μου στα σημάδια από τα καρφιά, και δε βάλω το χέρι μου στη λογχισμένη πλευρά του, δε θα πιστέψω». 26 Οκτώ μέρες αργότερα οι μαθητές ήταν πάλι μέσα στο σπίτι, μαζί τους κι ο Θωμάς. Έρχεται λοιπόν ο Ιησούς, ενώ οι «πόρτες ήταν κλειστές, στάθηκε στη μέση και είπε: «Ειρήνη σ’ εσάς», Έπειτα λέει,στο Θωμά: «Φέρε εσύ το δάχτυλό σου εδώ και δες τα χέρια μου, φέρε και το χέρι σου και βάλ’ το στην πλευρά μου. Μην αμφιβάλλεις και πίστεψε».
28 Ο Θωμάς τότε του αποκρίθηκε: «Είσαι ο Κύριος μου και ο Θεός μου». 29 Του λέει τότε ο Ιησούς: «Πείστηκες επειδή με είδες με τα μάτια σου- μακάριοι εκείνοι που πιστεύουν χωρίς να μ’ έχουν δει!»
30 Ο Ιησούς έκανε βέβαια και πολλά άλλα θαύματα μπροστά στους μαθητές του, που δεν είναι γραμμένα σ’ αυτό εδώ το βιβλίο. 31 Αυτά όμως γράφτηκαν για να πιστέψετε πως ο Ιησούς είναι ο Χριστός ο Υιός του θεού, και πιστεύοντας να αποκτήσετε στο όνομά Του την αληθινή ζωή.
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.