Του Γιώργου Μαργαρίτη
Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές βρισκόμαστε στην πέμπτη ημέρα του νέου πολέμου στη Μέση Ανατολή. Πολέμου που ξεκίνησε με την αιφνιδιαστική επίθεση του Ισραήλ και των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν. Οι πληροφορίες που φθάνουν ως εμάς είναι εξαιρετικά περιορισμένες και επιπλέον ελεγχόμενες ως προς την ακρίβειά τους. Βλέπουμε εικόνες από εντυπωσιακές εκρήξεις και τις συνέπειές τους, πλην όμως ελάχιστα γνωρίζουμε για την λογική, την σημασία και το αποτέλεσμα αυτών των πληγμάτων. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η πολεμική σύγκρουση συνεχίζεται.
Είναι λοιπόν παρακινδυνευμένο να προσθέσουμε εκτιμήσεις για την παρούσα κατάσταση και να προφητεύσουμε για την διάρκεια, την ένταση, την έκβαση ή τα αποτελέσματα αυτού του πολέμου. Θα ήταν εξάλλου περιττή μια τέτοια προσπάθεια. Οι τηλεοπτικές και διαδικτυακές οθόνες και κάθε άλλο μέσο ενημέρωσης υποδέχονται καθημερινά δεκάδες «προφήτες» που παράγουν πλήθος εκτιμήσεων και προβλέψεων «ευρείας κατανάλωσης», από εκείνες που η ανησυχία του κοινού επιθυμεί πρόθυμα να καταναλώσει. Τίποτε το νέο και σημαντικό δεν μαθαίνουμε από αυτό το είδος της «ενημέρωσης».
Οι πέντε ημέρες του πολέμου δεν είναι πολλές, δεν είναι όμως και λίγες. Μας επιτρέπουν, με τα όσα γνωρίζουμε να καταλήξουμε σε κάποιου είδους απολογισμό συνοδευόμενο από λογικά -στο μέτρο του δυνατού- συμπεράσματα. Να ξεκινήσουμε από μια πρώτη παρατήρηση:
Οι αεροπορικές επιθέσεις που εξαπολύουν Αμερικανοί και Ισραηλινοί ενάντια στο Ιράν δεν θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν εάν δεν είχε συγκεντρωθεί στην ευρύτερη περιοχή ένας εξαιρετικά πολυάριθμος στόλους από αεροσκάφη «ειδικού σκοπού». Εννοούμε αεροσκάφη εναέριου ανεφοδιασμού των μαχητικών, αεροσκάφη ηλεκτρονικού πολέμου, αναγνώρισης και διαβιβάσεων και αεροσκάφη ιπτάμενα ραντάρ. Ας ξεκινήσουμε τις παρατηρήσεις μας από τα πρώτα, εκείνα του εναέριου ανεφοδιασμού. Σε ένα δείγμα δέκα περίπου αεροσκαφών αυτού του τύπου (Boeing KC-135R Stratotanker) που χρησιμοποιούνται ενεργά στην περιοχή, τα έτη αρχικής κατασκευής τους ήταν μεταξύ 1959 και 1960. Πρόκειται δηλαδή για αεροσκάφη 65 και 66 ετών! Αν και τα αεροσκάφη αυτά περνούν τον περισσότερο χρόνο τους σε κατάσταση αποθήκευσης και δεν έχουν συμπληρώσει τον κύκλο των αποπροσγειώσεων που τους αναλογεί, η παλαιότητά τους δείχνει ότι βρίσκονται στο τέλος του επιχειρησιακού τους βίου, αν κιόλας δεν τον έχουν ξεπεράσει. Στην ίδια ηλικία και στην ίδια κατάσταση βρίσκονται και τα αεροσκάφη ηλεκτρονικού πολέμου RC-135V River Joint (η βάση τους στην περιοχή είναι η Σούδα της Κρήτης) που επίσης προέρχονται από μετασκευές του παλαιού Boeing-707.
Η αντικατάσταση των αεροσκαφών αυτών με νεότερα έχει προσκρούσει στις συνηθισμένες πλέον ανεπάρκειες της πολεμικής βιομηχανίας των ΗΠΑ. Το KC-46 Pegasus (βασισμένο στο Boeing 767), υποφέρει από διαδοχικές παρατάσεις χρόνων κατασκευής, τρομακτικές ανακοστολογήσεις και διαρκή τεχνικά προβλήματα. Με κόστος που πλέον υπερβαίνει τα 400 εκατομμύρια δολάρια ανά μονάδα είναι προφανώς αδύνατο να αντικατασταθούν ένα προς ένα τα παλαιά αεροσκάφη του τύπου. Αυτό συνεπάγεται σημαντική -ως δραματική- συρρίκνωση των δυνατοτήτων της αμερικανικής αεροπορίας, ειδικά σε πολέμους που γίνονται μακριά από το αμερικανικό έδαφος.
Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε πλήθος άλλων παραδειγμάτων στην ίδια κατεύθυνση. Το αμερικανικό ναυτικό κατάφερε να στείλει δύο αεροπλανοφόρα στον τρέχοντα πόλεμο παραβιάζοντας κανόνες και προδιαγραφές που το ίδιο είχε θεσπίσει. Τα πλοία αυτά, όπως και πολλά από την συνοδεία τους, έχουν υπερβεί τον κύκλο των έξι μηνών συνεχούς επιχειρησιακής ανάπτυξης και χρειάζονται επειγόντως δεξαμενισμό και τεχνική συντήρηση στα συστήματά τους – να μην αναφερθούμε στα συνακόλουθα προβλήματα στα πληρώματά τους. Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται δυνατό μέσα στην πολεμική δίνη των τελευταίων μηνών.
Η πρώτη αυτή παρατήρηση μας οδηγεί σε ένα συμπέρασμα που έχει ισχύ τόσο στον παρόντα πόλεμο όσο και σε όσους οι ΗΠΑ σχεδιάζουν για το μέλλον: η στρατιωτική μηχανή των ΗΠΑ -τόσο στον αέρα, όσο και στην θάλασσα- αντλεί την ισχύ της από το παρελθόν και δεν πρόκειται να διατηρήσει τις σημερινές της δυνατότητες στο άμεσο (5-6 χρόνια) μέλλον. Αυτό σημαίνει ότι ο χρόνος πιέζει και ότι οι ΗΠΑ πρέπει να αξιοποιήσουν το χαρτί της στρατιωτικής τους υπεροχής το ταχύτερο δυνατό. Αντί λοιπόν να αποδίδουμε τα όσα συμβαίνουν στην παράνοια του Τραμπ, καλό θα ήταν να στραφούμε και σε άλλες ερμηνευτικές παραμέτρους για την πολεμική θύελλα που έχει απλωθεί σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ας επιστρέψουμε όμως στον τρέχοντα πόλεμο. Από την πλευρά των επιτιθέμενων -ΗΠΑ και Ισραήλ- ο στρατηγικός στόχος ήταν ο συνηθισμένος. Ένα είδος Blizkrieg, πολέμου-αστραπής, ή, αν προτιμάτε, «σοκ και δέους». Μέσα από την δολοφονία του Χομεϊνί και πενήντα ίσως υψηλόβαθμων στελεχών του ιρανικού καθεστώτος επιδιώχθηκε η καταστροφή των κέντρων λήψης αποφάσεων σε τρόπο ώστε να αποδιοργανωθεί η όποια αντίσταση στην επίθεση και, ίσως, να ανατραπεί το καθεστώς μέσα στο γενικό χάος. Το σχέδιο δεν πήγε καλά. Μία ώρα περίπου μετά τις ισραηλινοαμερικανικές επιθέσεις το Ιράν απάντησε συνεκτικά και εμφανώς στην βάση σχεδίου. Μερικά κτυπήματα στο Ισραήλ -τόσα ώστε να διαταράξουν την οικονομική ζωή – και, κυρίως, επικέντρωση στις χώρες του Περσικού Κόλπου, εκεί όπου υπήρχε πυκνή παρουσία αμερικανικών θέσεων και βάσεων.
Στις επιλογές των αντιπάλων διακρίνουμε μια αντίφαση. Οι μεν Αμερικανοί και Ισραηλινοί επικεντρώθηκαν σε ένα στόχο: προσπάθησαν να εκβιάσουν ένα αποφασιστικό αποτέλεσμα στοχεύοντας την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία και τον κεντρικό μηχανισμό του ιρανικού κράτους, ενώ οι Ιρανοί, απάντησαν με «αποκεντρωμένες» επιλογές. Έπληξαν δηλαδή ένα πλήθος στόχων, αμερικανικών κυρίως, σε κάθε περίπου χώρα του Περσικού Κόλπου, από το Ιράκ ως το Ομάν. Σποραδικές επιθέσεις έγιναν επίσης στη Σαουδική Αραβία, την Ιορδανία αλλά και τις βρετανικές βάσεις στην Κύπρο.
Η επιλογή των Ιρανών τους εξασφάλισε μια σειρά από πλεονεκτήματα. Πρώτον η μικρή απόσταση των στόχων τους επέτρεψε να χρησιμοποιήσουν φθηνά πυρομαχικά. Οι επιθέσεις του Ιράν πραγματοποιούνται κυρίως με δρόνους (Σαχέντ-36) ενώ πολύ μικρός αριθμός βαλλιστικών πυραύλων έχει, ως τώρα, χρησιμοποιηθεί. Δεύτερο, η διασπορά των στόχων – η απόσταση ανάμεσα στην Βαγδάτη και στο Μασκάτ του Ομάν είναι πάνω από 2.000 χιλιόμετρα σε ευθεία γραμμή – καθιστά αδύνατη την συγκέντρωση αμυντικών μέσων σε κάθε απειλούμενο σημείο. Για τον λόγο αυτό παρατηρούμε πλήθος μαχητικών αεροσκαφών – από τις ΗΠΑ αλλά και πλέον από την Βρετανία, την Γαλλία, τα κράτη του Κόλπου και, εσχάτως την Ελλάδα – να επιδίδονται στο άχαρο ρόλο της καταδίωξης δρόνων…..
Η επιλογή των επιτιθέμενων – ΗΠΑ και Ισραήλ – δεν έφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Η ιρανική ηγεσία και οι μηχανισμοί της δεν διαλύθηκε και δεν συνθηκολόγησε. Η υποτιθέμενη εξέγερση των κατοίκων του Ιράν δεν προέκυψε. Η προθεσμία των τεσσάρων ημερών (αρχική δήλωση Τραμπ) επεκτάθηκε στις τέσσερεις εβδομάδες με ανοικτή την πιθανότητα νέας παράτασης. Ο χρόνος αρχίζει να πιέζει και να γίνεται ουσιαστική παράμετρος της αναμέτρησης.
Η επιλογή των Ιρανών έχει δώσει καρπούς, αν και όχι αποφασιστικούς. Οι «εγγυήσεις» των ΗΠΑ για εξασφάλιση της «ασφάλειας» των πλούσιων κρατών του Κόλπου, εξέπεσαν θεαματικά. Οι ίδιες οι αμερικανικές βάσεις και εγκαταστάσεις αποδείχθηκαν ευάλωτες και, ίσως, εν μέρει τουλάχιστον, εγκαταλειφθήκαν και εκκενώθηκαν. Οι φύλακες χρειάστηκε να φυλάξουν τον εαυτό τους. Το κλείσιμο των στενών του Ορμούζ προσθέτει στον παράγοντα «χρόνο» μία πιεστική παράμετρο: κάθε ημέρα κλεισίματος προκαλεί ανατριχίλες στην αγορά της ενέργειας και στις οικονομίες (εύθραυστες εξάλλου) όλου του κόσμου. Η θεαματική βιτρίνα των πλούσιων κρατών του Κόλπου έχει πληγεί σοβαρά και είναι αμφίβολο εάν θα επανέλθει σε προηγούμενες δόξες της. Προς μεγάλη χαρά της Τουρκίας ο κομβικός ρόλος των Εμιράτων στις παγκόσμιες αερομεταφορές περιορίζεται και ακυρώνεται ανοίγοντας στα φαραωνικά αεροδρόμια της Κωνσταντινούπολης μεγάλες προοπτικές. Και πολλά άλλα λιγότερο διακριτά.
Η προοπτική συνέχισης του πολέμου οδηγεί σε αναζήτηση νέων στρατηγικών και νέων στόχων. Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ φέρονται ως το πλέον αμήχανο μέρος. Τυχόν καταστροφή της βιομηχανίας και των παραγωγικών κέντρων του Ιράν προσκρούει στην απειλή αντιποίνων του Ιράν με την καταστροφή των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων και των απέναντι ακτών του Κόλπου. Κάτι τέτοιο θα ήταν αδιανόητο για την παγκόσμια οικονομία. Η ισοπέδωση της Τεχεράνης ή όποιας άλλης πόλης του Ιράν δεν έχει νόημα. Το Ιράν ελάχιστα κοινά σημεία έχει με την Γάζα και η τακτική του Νετανιάχου – η απόλυτη καταστροφή και η γενοκτονία – δεν μπορεί να εφαρμοστεί εδώ. Η επικέντρωση στην εξόντωση της ηγεσίας έχει απελπίσει και τον ίδιο τον Τραμπ – «Οι περισσότεροι από αυτούς (τους εναλλακτικούς ηγέτες) που είχαμε στο μυαλό μας είναι νεκροί».»…και η «εναλλακτική λύση» μετά από εκείνα τα πρόσωπα είναι πλέον επίσης νεκρή….». Οι προσπάθειες κινητοποίησης ισλαμιστών εναντίον του Ιράν ή η πρόκληση αποσχιστικών εξεγέρσεων, δείχνει επικίνδυνος δρόμος με απρόβλεπτες προοπτικές. Γενικώς, όλα φαίνονται πλέον δύσκολα.
Τα παραπάνω έχουν φυσικά γραφεί με βάση τα όσα ξέρουμε. Αυτά δε που ξέρουμε δεν είναι πολλά. Οι επόμενες ημέρες ίσως μας αποκαλύψουν περισσότερα. Προς το παρόν πάντως σκεφτόμαστε μα τα στοιχεία που μας επιτρέπουν να σκεφτούμε.
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.