Στρατηγός Μακρυγιάννης. Έργο του Karl_Krazeisen (1828).Στέλιος Κούκος
Ποιος θυμάται τον Μακρυγιάννη; Πολλοί! Όπως και εγώ! Πρόκειται για ένα καλό και ωραίο παλικάρι. Όχι βεβαίως, λόγω της δεδομένης ανδρείας του, αλλά γιατί είναι από τους ανθρώπους που θα ήθελες να κάνετε παρέα. Κατ’ αρχήν για να σου διηγείται αυτά που έζησε και ζούσε, «δυστυχήματα αναντίον της πατρίδος…», αλλά και να γεύεσαι και τις ατελείωτες και απόλυτες σιωπές του.Αυτά τα… ευτηχήματά του, τις μετέωρες στιγμές του ανάμεσα στις αναμνήσεις του και την σύγχρονη πραγματικότητα που θα ανάσαινε και θα σκεφτόταν: «και τι κάνουμε τώρα; Το Ρωμαίηκο λίγο πολύ το φτιάξαμε. Τι γίνεται με όλους αυτούς που μπλέξαμε. Πώς ξεμπερδεύουμε με δαύτους; Μοναρχικούς και αρχομανείς που ταλαιπωρούν την πατρίδα λόγω της ‘διοτέλειάς τους».
Και ας είναι πάλιν στιγμές αγωνίας, αλλά και ζωής και δράσης για το Ρωμαίηκο για τον αγράμματο ο οποίος μοιάζει να έγινε ο σοφός πατέρας του γένους. Αυτό έχει συνέχεια στο μυαλό του με την αγωνία του γονιού, για να μην ξεστρατίσει το παιδί του.
Μπορεί και, κάπου κάπου, να σκεφτόταν, πως θα έχει δίκαιο ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ο οποίος αύριο μεθαύριο θα γράψει: «Από τότε που μεταλλάξαμεν τυράννους»! Και θα αναρωτιέται, πού βρήκε τέτοιο σθένος ένας σχεδόν κουρελής συγγραφέας να το γράψει αυτό; Τέτοιους ανθρώπους θα ήθελα να έχω σήμερα κοντά μου.
Εξ ου και το κλάμα που βγήκε με την σκέψη αυτή από τα σωθικά του και οι ποταμοί των δακρύων που έρευσαν από τα μάτια του. Όχι δεν ήταν από γεροντική συγκίνηση, αλλά από το κακό που έβλεπε να γίνεται μπροστά του. Άκου τι λέει ο Σκιαθίτης, αυτός ο γίγαντας των ελληνικών γραμμάτων που τον μετράν από εδώ και από εκεί για να δουν αν αξίζει. Είναι έτσι ή αλλιώς, αναρωτιούνται δήθεν τάχα; Το ίδιο δεν θα πάθω και εγώ μ’ αυτά που γράφω; Και πού να βγουν και τα «Οράματα και θάματα» τι έχει να γίνει;
Όσο για το πώς θα τον αντιμετωπίσουν αυτός το ‘ξερε από τώρα. Εξάλλου πώς τελειώνει την πρώτη πρώτη πρόταση των «Απομνημονευμάτων» του; «Σας λέγω, αν δεν τα διαβάσετε όλα, δεν έχει το δικαίωμα κανένας από τους αναγνώστες να φέρη γνώμη ούτε υπέρ, ούτε κατά». Και φυσικά όλοι έχουν άποψη, άσχετα αν δεν διάβασαν ούτε τον πρόλογό του.
Αυτόν, άλλα πιο σοβαρά πράγματα τον απασχολούν τώρα. Αλλά τι μπορούσε να κάνει ο ίδιος; Ένας άνθρωπος πληγιασμένος πατόκορφα και πληγωμένος και προδομένος μέχρι τα σώψυχά του. Και όχι μόνον από την συμπεριφορά απέναντί του αυτών που βρίσκονται στην εξουσία, αλλά κυρίως κατά των συναγωνιστών του και των οικογενειών τους που σέρνονται πάμφτωχοι και σακάτηδες μέσα στους δρόμους. Σκέφτεται τα ορφανά των αγωνιστών…
«Καημένε Μακρυγιάννη να ‘ξερες/ γιατί το τζάκισες το χέρι σου…» που έγραψε ο Θεσσαλονικιός Ντίνος Χριστιανόπουλος. Και αυτό τον συγκίνησε όταν σκέφτηκε πως θα γραφόταν πολλά χρόνια μετά. Και χαιρόταν που έβλεπε την Θεσσαλονίκη από τότε ελεύθερη στο μέλλον και ας δεν έφτασε μέχρι εκεί η δική τους προσπάθεια. Και μην νομίζετε πως δεν ήταν μέσα στους στόχους τους. Τα γράφει κι αυτά στις γραφές του και για τι προσπάθειες έκαναν για τις λοιπές σκλαβωμένες περιοχές.
Αυτή ήταν η πορεία που χάραξε ο ξεσηκωμός μας η οποία έφτασε με τα χρόνια μέχρι την Θράκη. Πώς, αλλιώς, θα ελευθερωνόταν κι αυτή χωρίς τον δικό μας παράδοξο αν όχι παράλογο ξεσηκωμό;
Θέλει να γελάσει λίγο τ’ αχείλι του, αλλά αίφνης θυμάται τον ελληνισμό της Ανατολικής Θράκης, της Κωνσταντινούπολης, του Πόντου και όλης της Μικράς Ασίας, μέχρι την Καππαδοκία και δακρύζει. Τι έγιναν όλα αυτά τα ελληνικά μέρη; Οι άνθρωποί τους…
Μα να και η Κύπρος, που πλήρωσε με φονικό πογκρόμ την έναρξη της Επανάστασή μας το ’21. Ένα ολοκαύτωμα των πρώτων του ελληνικού αυτού νησιού. Αλλά και τι αγώνα παλικαρίσιο έδωσαν τα νεαρά παιδιά του το ’55-59! Μόνοι και αβοήθητοι. Κλεισμένοι από παντού, από την θάλασσα και τους στρατούς των Βρετανών.
Τι άνθρωποι, τι χαρακτήρες αυτά τα παιδιά! Για να γίνουν ένα με όλη την Ελλάδα έκαναν ότι έκαναν. Και αυτοί πάλιν σχεδόν άοπλοι. «Και ας τρώγουν πέτρες»! Τι είναι αυτό; Σύνθημα στον τοίχο ή ομολογία γνησιότητας και ψυχική κατάθεση;
Ας είναι καλά ο Σεφέρης που το διέσωσε φωτογραφίζοντάς το, αλλά και τα λοιπά γραπτά του, τα ποιήματά που ύμνησε γλυκόπικρα την Μεγαλόνησο. Δεν το λέω αυτό επειδή έγραψε για μένα τα καλύτερα και επαίνεσε εμένα τον αγράμματο με το απελέκητο γράψιμό μου.
Και καλύτερο πεζογράφο με είπε… Αν, βέβαια, το κείμενό μου δεν είχε πολλές επαναλήψεις. Μα και αυτό το γράφω στην αρχή του βιβλίου μου: «Ότι είμαι αγράμματος και δεν μπορώ να βαστήσω ταχτική σειρά ‘σ τα γραφόμενα». Αλλά και να ήξερα γράμματα και γνώριζα και να γράφω αυτές τις επανάληψες πάλιν θα τις έβαζα. Όπως επαναλαμβανόμενα ήταν τα λάθη μας… Τι να πεις! Τι να πεις! Σε ποιον να το πεις; Τα έγραψα είναι εκεί.
Όποιος θέλει τα μελετά και βγάζει συμπέρασμα. Αν λέω την αλήθεια ή όχι. Εγώ «γυμνή την αλήθεια» ήθελα να πω και τίποτε άλλο. Αυτά που έγραψα βγήκαν από αυτά τα σπασμένα και σάπια πια κόκαλα. Και τα δικά μου και των άλλων συναγωνιστών μας.
Δεν είδατε τον Νικήτα που τυφλός πια ζητιάνευε; Τον γέρο Νικήτα τον Τουρκοφάγο που του παραχώρησαν άδεια επαιτείας κάθε Παρασκευή! Τι να σας λέω;
Η ιστορία κάνει βόλτες, ακόμη, στους δρόμους και κάνουν πως δεν την βλέπουν και πως δεν γράφεται αντρίκια και από κόκαλα μας, τα σάπια σωθικά και τις ξέπνοες αναπνοές μας. Εμείς, πάντως, δεν θα ησυχάσουμε μέχρι τον θάνατό μας, αλλά και μετά πάλιν θα σας τσιγκλάμε και θα σας προβληματίζουμε για τις άδικες ενέργειές σας. Τα λόγια των βιβλίων μας θα σας κρένουν, θα σας μιλάνε και θα σας κρίνουν συνεχώς…
Αλλά και εσύ που τα ιστορείς όλα αυτά δεν σου είπε ένας ολόκληρος καθηγητής πανεπιστημίου, σπουδαγμένος στο εξωτερικό πως δεν καταλαβαίνει αυτά που γράφω. Δεν καταλαβαίνει εμένα! Ωραίος καθηγητής! Πολλά κατάλαβε, εμένα όχι! Τόσο σοφολογιότατος είμαι; Δεν το ‘ξερα.
Να γελάς και να κλαις…
Αλλά και η Κύπρος όλον αυτόν το αγώνα της τον πλήρωσε πολύ ακριβά. Πολύ ακριβά. Να έπιανα στα χέρια μου εκείνα τα παλληκάρια της φακής τους χουνταίους του ’74 θα τους πετσόκοβα! Τόσο μυαλό είχαν! Τόσο πατριωτισμό, γενναιότη, παλληκαριά και τιμιότη! Που τσάκιζαν στο ξύλο νεαρούς και νεαρές -ακόμη και στρατιωτικούς αχρήστεψαν βασανίζοντάς τους! Μέχρις εσχάτης προδοσίας έφτασε η ‘διοτέλειά τους, για να βρίσκονται μόνιμα στην εξουσία…
Οι δύο από τις τρεις λέξεις του αντρειωμένου που ήθελε να κάνει επανάσταση «αναντίον» του βασιλιά ήταν λάθος! Κάτω από την βάση θα του έβαζες αν επρόκειτο για κάποιον εξεταζόμενο, έναν μαθητή. Οπότε θα του έλεγες να έλθει με τον κηδεμόνα του στο επόμενο μάθημα!
Τι θα έκανες, λοιπόν, θα του έλεγες σαν μορφωμένος, καλαμαράς, έστω… κομπιουτεράς, πλέον, πως οι λέξεις του είναι λάθος; Με ποιο ηθικό, όμως, ανάστημα θα του έλεγες πως είναι λάθος οι λέξεις του;
Δεν θα σε πρόσβαλλε και αυτός αν σου απαντούσε: «Πως οι λέξες είναι λάθος, όμως είναι σωστός και δυνατός ο Θεός που μας προστατεύει και η νέα επανάσταση θα γίνει και πως θα πετύχει. «Εθνική συνέλεψη – Σύνταμα’, λοιπόν και λέγε ότι θες»!
Άντε και συ, μετά εμβρόντητος να αναθυμάσαι, πως έτσι απάντησε και στον γάλλο ναύαρχο Δεριγνύ όταν ο ξένος στρατιωτικός «επιθεωρητής» του είπε στους Μύλους πως οι αμυντικές του θέσεις ήταν αδύνατες! Και ο Μακρυγιάννης παρά τις αδύνατες θέσες κάθισε εκεί -και πιο αδύναμος ο ίδιος- πολέμησε και νίκησε. Δεν πέρασαν οι Τούρκοι!
Και ας μην ήταν τότε ορθογραφικό το λάθος του, αλλά αμυντικό! Και, όμως, νίκησε! «Οι θέσες μας είναι αδύνατες, αλλά είναι δυνατός ο Θεός που μας προστατεύει», είχε πει στον πολύπειρο γάλο αξιωματικό!
Και ο ναύαρχος του απάντησε: «Τρε μπιέν»! Δηλαδή, τρέχα γύρευε! Κάνε όπως θες. Και μέσα του θα σκεφτόταν: «Με ποιους έμπλεξα… Τι είναι αυτοί»!
Αλλά και πάλιν ο Μακρυγιάννης δεν έδινε κανενός είδους εξετάσεις στον Γάλλο! Εδώ έδινε πίστη και φρόνημα! Παρέδιδε την πίστη και το φρόνημα του ’21! Όπως αποκτήθηκε στο πείσμα των αιώνων της σκλαβιάς! Των σκλάβων που έγιναν έμψυχοι ήρωες και πήραν φαλάγγι μια αυτοκρατορία. Που τότε δεν ήταν ο «Μεγάλος ασθενής», όπως την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων.
Και, μάλιστα, τους βοηθούσαν και οι Αιγύπτιοι από κάτω με μιλιούνια στρατό και πλοία. Και απέναντί τους οι άοπλοι Έλληνες ραγιάδες που έπρεπε να εξοπλιστούν λαφυραγωγώντας τους νεκρούς αντιπάλους τους. Παράδοξα και τρελά πράγματα…
Για τον Μακρυγιάννη, όμως και τους λοιπούς Έλληνες ο αγώνας τους ήταν είτε για ελευθερία είτε για θάνατο. Με λίγα λόγια: εδώ θα μείνουμε και πιστεύουμε πως οι Τούρκοι δεν θα περάσουν! «Ότι είναι δυνατός ο Θεός που μας προστατεύει».
Επιπλέον, ο πλήρως ανορθόγραφος Μακρυγιάννης, ούτε στις 3 του Σεπτέμβρη έδινε εξετάσεις. Έδινε… επανάσταση! Συνέχιζε να γράφει ιστορία! Παρέδιδε ιστορία παντού, σε όλους όπως και σε ολόκληρή του τη ζωή! Το ίδιο κάνει και σήμερα με τα βιβλία του που αποτελούν και ιστορία ήθους και χαρακτήρα και μπορούν να μελετηθούν από ποικίλες πλευρές.
Και να! τώρα ήλθε η ώρα των Βαυαρών να διαβάσουν την ιστορία όπως γραφόταν και προβαλλόταν μπροστά στα μάτια τους! Να την βλέπουν λαχταριστή να προδιαγράφεται στους δρόμους της Αθήνας. Και εις βάρος τους.
Και τι δεν έκαναν εναντίον του Μακρυγιάννη και όλων των άλλων για να μη γραφτούν και αυτές οι σελίδες της. Τίποτε, όμως, δεν κατάφεραν γιατί ο Μακρυγιάννης ως μεγάλος συγγραφέας ήξερε από ανατροπές και την στόλιζε και την διάνθιζε ανατρεπτικά κατά την προετοιμασία και την εξέλιξή της. Το αυταρχικό πολίτευμα δεν θα ανέτρεπε; Τι λέμε τώρα!
Το χαλινάρι της εξέγερσης το είχε στο χέρι του. Και μια με τον ένα και μια με τον άλλο τρόπο μπορούσε να κάνει τις συμμαχίες που έπρεπε και να φέρει στο φιλότιμο και στον δρόμο του την ιστορία. Η δουλειά του ήταν να φέρει την ιστορία στην σωστή πλευρά για να ωφελήσει τον τόπο και τον ελληνικό λαό. Για ένα φιλότιμο. Ή με τα δικά του λόγια: «Ότι η φιλοτιμία μου δεν με άφηνε ήσυχο».
Αυτός ήταν ένα με την ιστορία των χρόνων του. Δεν υπήρχε η ιστορία που έγραψε στα «Απομνημονεύματά» του η δική του και η άλλη στα λαγκάδια, στα όρη, στα δύσβατα μέρη, στα δερβένια, στις φοβερές κλεισούρες και στους δρόμους των πόλεων. Αυτά ήταν ένα και το αυτό. Αγωνίες, αγώνα, τσαλαπάτημα του κορμιού του, σπασμένα κόκαλα, αίματα, ξέπνοος, ετοιμοθάνατος.
Ένα με την ιστορία ως ένας από την ιστορία. Να μάχεται, να γκρινιάζει, να συνωμοτεί για το καλό της πατρίδας και των ανθρώπων της.
Εδώ, στα γραπτά του, τα ορθογραφικά λάθη αποτελούσαν ζωντανά παθήματα και τραύματα του λαού που βρισκόταν χρόνια στην σκλαβιά, χωρίς σχολεία χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση. Πέραν, ίσως από κάποιους που μάθαιναν τα κολλυβογράμματα από τους κληρικούς και κάποιους πολύ πιο «τυχερούς» που μαθήτευσαν κοντά στους δασκάλους του Γένους που έκαναν κι αυτοί την δική τους πνευματική επανάσταση διδάσκοντας τα ελληνόπουλα.
Ποιος, όμως ξεχνά και τον Νεομάρτυρα Κοσμά τον Αιτωλό και το μεγαλειώδες έργο του για την πίστη και τα γράμματα, τον φωτισμό των Ελλήνων;
Αλλά ο ίδιος ο Μακρυγιάννης ούτε τα κολλυβογράμματα ήξερε. Γι’ αυτό έμαθε εκείνα τα λίγα, τα ψευτογράμματα για να πει μεγάλες αλήθειες. Για να αδειάσει το μέσα του περιγράφοντας το έξω του. Δεν θα μπορούσε αλλιώς. Θα είχε σκάσει αν τα κρατούσε μέσα του. Και είχε πολλά ακόμη να κάνει και να δώσει στην πατρίδα.
Χωρίς να είναι πατριδοκάπηλος. Αλλά ένας απλοϊκός ευγενής και φιλάγαθος που υποστήριζε πως αυτήν την πατρίδα την έχουμε όλοι. «Τούτην την πατρίδα την έχουμε όλοι μαζί, και σοφοί και αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί, και οι μικρότεροι άνθρωποι· όσοι αγωνιστήκαμε, αναλόγως ο καθείς, έχουμε να ζήσουμε εδώ».
Χρόνια πολλά!
ΠΗΓΗ:https://www.pemptousia.gr/2026/03/o-makrygiannis-den-edine-exetaseis-edine-epanastasi-egrafe-istoria-paredide-ithos/?fbclid=IwVERDUAQxp6RleHRuA2FlbQIxMABzcnRjBmFwcF9pZAwzNTA2ODU1MzE3MjgAAR46N6CYr123dU5GOxgZOqJA8uNzo6nMN7Huo4gMGltdfV-MwX-lS9KKTIs7eQ_aem_cstqAt6M0ZAWViDY9APa3Q
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.