Του Δημήτρη Αναστασίου
1. Αγωνία για το Τέλος του Μήνα
Τα ευρήματα της Ετήσιας Έρευνας ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ 2025 για τα εισοδήματα και τις δαπάνες των νοικοκυριών αποτυπώνουν μια συνθήκη γενικευμένης οικονομικής επισφάλειας που εκφράζεται στο ότι δεν "βγαίνει ο μήνας".
Έξι στα δέκα νοικοκυριά δηλώνουν ότι το μηνιαίο τους εισόδημα δεν επαρκεί για ολόκληρο τον μήνα, ενώ κατά μέσο όρο καλύπτει μόλις τις πρώτες 18 ημέρες. Μόνο ένα εξαιρετικά μικρό ποσοστό, της τάξης του 5,9%, δηλώνει ότι «ζει άνετα» — στοιχείο που αποδομεί τη ρητορική περί ύπαρξης μιας ευρείας, σταθερής και ανθεκτικής μεσαίας τάξης απέναντι στην ακρίβεια. Αντίθετα, το 54% των νοικοκυριών αναγκάζεται να προχωρεί συστηματικά σε περικοπές προκειμένου να καλύψει τις απολύτως αναγκαίες δαπάνες, ενώ το 12,1% δηλώνει ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν ούτε για την κάλυψη βασικών αναγκών.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικό είναι το εύρημα ότι το 55,7% αδυνατεί να αντιμετωπίσει ένα έκτακτο αλλά αναγκαίο έξοδο ύψους 500 ευρώ (π.χ. ένα πρόστιμο τροχαίας). Το στοιχείο αυτό λειτουργεί ως σαφής δείκτης πραγματικής φτώχειας. Συνολικά, τα δεδομένα συγκλίνουν ότι υπάρχει μια βαθιά και διαρκή αναντιστοιχία μεταξύ μισθών, τιμών και βασικών αναγκών, με μεγάλη αγωνία για να βγει ο μήνας.
2. Από την Κατανάλωση στην Επιβίωση
Τα πρότυπα "κατανάλωσης" δείχνουν ότι τα 2/3 των νοικοκυριών δηλώνουν αυξημένες δαπάνες τόσο για τα είδη διατροφής (65,5%) όσο και για τους λογαριασμούς κατοικίας (65,2%), γεγονός που καταδεικνύει ότι οι αυξήσεις τιμών πλήττουν πρωτίστως ανελαστικές, απολύτως αναγκαίες δαπάνες. Πρόκειται για έναν μηχανισμό οικονομικής ασφυξίας που δεν αφήνει περιθώρια προσαρμογής. Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι το 36,4% των νοικοκυριών καθυστερεί ή αδυνατεί να καλύψει ιατρικά έξοδα, μετατρέποντας την ακρίβεια σε υλικό ζήτημα δημόσιας υγείας. Παράλληλα, σημαντικά ποσοστά δηλώνουν δυσκολίες στην πληρωμή του ρεύματος (23,2%) και των εξόδων θέρμανσης (20,2%), ενισχύοντας την έννοια της ενεργειακής φτώχειας ως δομικού χαρακτηριστικού της καθημερινότητας. Το 87,5% των νοικοκυριών δηλώνει ότι οι αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων τα επηρέασαν σημαντικά, επιβεβαιώνοντας ότι η κρίση του κόστους ζωής είναι σχεδόν καθολική.
Η συσσώρευση αυτών των πιέσεων οδηγεί σε φαινόμενα κοινωνικής αποδιάρθρωσης: Δεν ζούμε σε μια «καταναλωτική κοινωνία» όπως αυτή περιγράφεται σε παλαιοκαιρισμένες και βολεμένες αναλύσεις και η κατά όνομα κατανάλωση μετατρέπεται σε καθαρό μηχανισμό επιβίωσης.
3. Πολιτική Απονομιμοποίηση
Η κοινωνική εμπειρία της ακρίβειας μεταφράζεται, αναπόφευκτα, και σε μια σαφή πολιτική κρίση νομιμοποίησης. Το 69,8% των νοικοκυριών αξιολογεί τα κυβερνητικά μέτρα αντιμετώπισης της ακρίβειας ως ανεπαρκή ή μάλλον ανεπαρκή, στοιχείο που αποτυπώνει με ακρίβεια το βαθύ χάσμα ανάμεσα στις πολιτικές παρεμβάσεις και τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες. Η πλειονότητα των ερωτώμενων αναγνωρίζει ως καταλληλότερα μέτρα την αύξηση μισθών και συντάξεων (68,4%) και τη μείωση φόρων και τελών (51,3%), δηλαδή παρεμβάσεις που ενισχύουν άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα και όχι επικοινωνιακές ή αποσπασματικές διορθώσεις.
Φωνές που δεν μιλάνε για Δίκαιη Φορολογία και Φόρο στον Πλούτο αποτυγχάνουν να συναντήσουν της κοινωνικές αναπαραστάσεις των πολλών. Η φορολογία στον πλούτο δεν συνιστά μεροληψία αλλά αναγκαία προϋπόθεση για την κάλυψη κοινωνικών αναγκών και για τη στοιχειώδη αναδιανομή πόρων σε μια Άδικη κοινωνία με έντονες ανισότητες.
4. Κρίση Κοινωνικής Αναπαραγωγής
Συνολικά, η έρευνα αναδεικνύει την ακρίβεια/Κόστος Ζωής ως πολυεπίπεδο κοινωνικό φαινόμενο: συμπιέζει τα εισοδήματα, διαβρώνει την πρόσβαση σε βασικές κοινωνικές υπηρεσίες και ενισχύει τις μεταναστευτικές τάσεις προς το εξωτερικό. Δεν πρόκειται απλώς για μια κρίση τιμών, αλλά για κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής, εξ ου και η δημογραφική κατάρρευση. Η καθημερινή οικονομική αδυναμία παύει να είναι συγκυριακή και μετατρέπεται σε σύμπτωμα βαθύτερης παρακμής της χώρας.
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.