Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2018

Η Μάνα της Αρκαδιάς (Διήγημα)

Η Μάνα της Αρκαδιάς

Διήγημα

Πάνω στη δεξαμενή της Κυπαρισσίας στη ρίζα του βουνού στέκει ένα ορειχάλκινο άγαλμα. Παριστάνει μια μάνα, νέα στην ηλικία μα με πρόσωπο αργασμένο από τους ήλιους και τα κρύα της υπαίθρου. Κρατά στην αγκαλιά το μωρό της και κοιτάζει μπροστά, κατά το μπλάβο Ιόνιο που εκτείνεται αχανές προς την δύση. 

Στα μάτια της ο γλύπτης κατάφερε με αρκετή πειστικότητα να μεταφέρει τη σκιά της απελπισίας και του φόβου.

Είναι ένα γεγονός που περιγράφει ο Γάλλος Καστελάν .Συνέβη την εποχή που την Πελοπόννησο την λυμαίνονταν οι συμμορίες των 10000 Τουρκαλβανών που έστειλαν οι Τούρκοι για να καταπνίξουν την επανάσταση του 1769 τα λεγόμενα Ορλωφικά. Δέκα χρόνια τριγύριζε ασύδοτη η ορδή των γκέκηδων και λεηλατούσε και καταδυνάστευε πόλεις και χωριά τόσο που η ζωή των ανθρώπων είχε γίνει αφόρητη.

Εκείνα τα χρόνια πριν την επανάσταση του 21 και τη απελευθέρωση η Κυπαρισσία ,Αρκαδιά την έλεγαν τότε ,ήταν μια καστροπολιτεία σκαρφαλωμένη γύρω από το βραχώδη λόφο που στην κορφή του έστεκε το παλιό της κάστρο .Ο κάμπος μέχρι τη θάλασσα ήταν γεμάτος με περιοβόλια , αμπέλια και λίγα ξώσπιτα. Λίγοι διακινδυνεύαν τα χρόνια εκείνα να κατοικούν στα χαμηλώματα γιατί αλώνιζαν τις θάλασσες κουρσάροι Αλτζερίνοι και Μπαρμπαρεζοι. Μόλις βίγλιζαν τις φούστες (έτσι λέγαν τα καράβια τα πειρατικά) από τη μεγάλη ντάπια του κάστρου οι Αρκαδιανοί ,δίνανε σινιάλο στον κόσμο που παράταγε τα χωράφια του κι έτρεχε να γλιτώσει στα κάστρα και στα ψηλώματα μακρυά απ τη θάλασσα. Γιατί κύριο στόχο οι Αλτζερίνοι είχαν να αρπάζουν χριστιανούς που τους πουλούσαν δουλους στα σκλαβοπάζαρα της βόρειας Αφρικής και τις κοπέλες για παλλακίδες και υπηρέτριες στους σεΐχηδες του Τουνεζιου και της Μπαρμπαριάς.
Μα εκείνα τα χρόνια μετά την επανάσταση των Ορλώφ ειχε και άλλη συφορά χτυπήσει του δύσμοιρους κατοίκους του Μοριά. Δεκα χιλιάδες Τουρκαλβανοί -που είχε καλέσει ο Σουλτάνος για να καταστείλουν την επανάσταση των ρωμιών αφου ξεμπέρδεψαν με τους επαναστάτες και αφού Ορλωφ παράτησε τον κόσμο στο μαχαίρι των τζοχανταραίων και μπάρκαρε σαν κύριος πρίγκιψ που ήταν για τα λιμανια της Ρουσιας- ειχαν εγκατασταθεί για τα καλά στο Μοριά και δεν είχαν αφήσει πέτρα απάνω στην πέτρα. Λήστευαν σκότωναν κι άρπαζαν ανθρώπους –κυρίως γυναίκες και παιδιά –και τους πουλούσαν δούλους- με καλό διάφορο -στα παζάρια που είχαν στηθεί στο Ανάπλι.
Τόσο καταστροφή μεγάλη έκαναν ώστε λιγόστεψε ο κόσμος, άλλους έφαγε το χώμα κι άλλοι φεύγανε για άλλους τόπους .Δεν ήτανε δα εκείνα τα χρόνια κι εύκολο πράγμα η ξενιτειά- ,να σηκωθείς να παρατήσεις τον τόπο σου το σπίτι σου τη γη που σε τρέφει και το κοπάδι σου και να πας άγνωστος σε ξένο τόπο, που δεν θα σε καλοδεχτούν κι ολας σαν βασιλια ,θα έχουνε και εκείνοι τα δικα τους προβλήματα, για υπηρέτες ψαχνουνε όχι για αφεντάδες...
Τόσο λοιπόν ερήμωσε ο τόπος , που φοβήθηκε ο Σουλτάνος , που αγνάντευε το Βόσπορο από το ψηλό του Διβάνι ότι δεν θα μείνει κανείς Χριστιανός για να δουλέψει τον τόπο και τα έσοδα από Μοριά για τα δέκα χρόνια που αλωνίζανε οι Τουρκαλβανοι είχαν μηδενιστεί,και ηταν της βαλιδέ χανουμ το κεμέρι και γκρίνιαζε κι αυτή πως δεν έφταναν τα έσοδα για το χαρέμι. Έστερξε κάποια ώρα ο Σουλτάνος αφού πια δεν είχε μείνει ψυχή ζώσα στο Μοριά και έστειλε στρατό και τους εξόντωσε όλους τους ληστές κι έστησε πύργο τρανό με τα κεφάλια τους έξω απο την Τριπολιτσά. Μα όσο να ησυχάσει ο τόπος από τη μάστιγα πολλούς έφαγε το σκοτάδι και πολλά σπίτια γίνανε σταχτη και παλικάρια λεβεντόκορμα και γυναίκες σαν τα κρύα τα νερά γίναν δούλες σε άλλους τόπους πέρα απο τη θάλασσα..


Μια μάνα, δεν θα ήταν πολλές ημέρες που είχε ξελεχωνιάσει, ξεκίνησε όπως κάθε ημέρα, πρωί αχάραγο –δεν είχε τότε ο κόσμος καιρό για σχόλη- για πάει για δουλειά στο αμπέλι. Άφησε το μωρό της φασκιωμένο και κρεμασμένο σε υφαντό κούνια στο γερό κυπαρισσένιο πατερό της σκεπής, το σταύρωσε το φίλησε κι έκανε κατά την εξώπορτα. Τούτο το ταπεινό καλύβι το ‘χε φτιασμένο ο άτυχος ο άντρας της ,φευγάτος τώρα κι αυτός για τον κάτω κόσμο. Του έστησαν οι Γκέκηδες χωσιά και τον χαλάσανε άδικα καθώς ταξίδευε νύχτα ,γυρίζοντας με το κεμέρι του γεμάτο παράδες κι ασπρα από τα μεροκάματα που έκανε τσοπάνης στα κοπάδια της Καρύταινας και είχε φορτωμένο το γαϊδούρι με καλούδια, για τη γυναίκα και το παιδί που περίμενε να γεννήσει.
Μαύρη ήταν η ώρα που ξεκίνησε ένα πρωί για τα βοσκοτόπια με τα τρανά κοπάδια στη Μεσαρέα .…Και δυο φορέα μαύρη η ωρα που του στήσανε τη χωσιά στου Κακή Σουμάνη το γιοφύρι και τον χάλασαν νεο άνθρωπο κι άφησε γυναίκα και παιδί μονάχους σε τούτο χαλασμό.Μα ήταν απελπισμένος από το φτωχό μεροκάματο του σκαφτιά ,τον έπεισαν και κάτι κουμπάροι του τσοπάνηδες Καρυτινοί ,από αυτούς που κατέβαιναν με τα κοπάδια τους στα χειμαδιά του κάμπου και πήρε την απόφαση να ανηφορίσει στα ψηλά βουνά.


Αναστέναξε σαν έκλεινε η μάνα την εξώθυρα ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στο μωρό που κοιμόταν μακάρια και σκέφτηκε ,πόσο άτυχη ήταν που απόμεινε μονάχη χωρίς σύντροφο στα βάσανα της δύσκολης ζωής και με ένα μωρό που θα μεγάλωνε –ο θεός να δώσει-χωρίς πατέρα και υποστήριξη.
Δόξα το θεό που βρέθηκε ένας καλός άνθρωπος- ο κοτζαμπάσης της Αρκαδιάς- και της έδωσε δουλειά στα χωράφια του ,να μπορέσει να ζήσει αυτή και να αναθρέψει το ορφανό της. Τον καιρό που ξελακώναν τη σταφίδα με το τσαπί-σκληρή και μονότονη δουλειά- είχε ψωμί για όλο τον κόσμο, ακόμα κι από τα μακρινά χωριά κατέφθαναν εργάτες , άντρες και γυναίκες για να δουλέψουν. Ενα κομμάτι ψωμί μια γουλιά κρασί και μερικοί παράδες ήταν το μεροκάματο, φτωχό αλλά απαραίτητο.
Έφτασε κάποια ώρα στο χωράφι κι έπιασε τα αξινάρι κι άρχισε να κάνει τη μονότονη δουλεια της. Δεν πρόλαβε όμως να ξελακώσει ένα δυο κούρβουλα κι άκουσε θόρυβο πολύ, τουφεκιές και οιμωγές. Σαν σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε κατά την πόλη εκεινο που ειδε εκανε να παγωσει το αιμα στο κορμί της. Είδε ορδές των Τουρκαλβανων να εισβάλουν στην πόλη από πολλές μεριές και κόσμο να τρέχει αλλόφρων να γλιτώσει από τα χατζάρια τους. Όπου έμπαιναν λήστευαν σκότωνα κακκοποιουσαν και στο τέλος έκαιγαν.
Χάρηκε η μάνα προς στιγμήν που ήταν έξω από την πόλη και γλίτωσε το κακό που βρήκε όσους είχα την ατυχία να βρίσκονται στα σπίτια τους την κακιά την ώρα του χαλασμού. Και σκέφτηκε ,τι μεγάλη που ήταν τύχη της σήμερα γιατί ειδικά σήμερα ξεκίνησε νωρίτερα από όλους τους ξωμάχους κι βγήκε από την γκρεμισμένη πύλη πρωί αχάραγο, τραβώντας για τα χωράφια του κάμπου Έπρεπε νωρίς να τελειώσει το ξελάκκωμα της σταφίδας και νωρίς να γυρίσει στο σπίτι .Έτσι βρέθηκε έξω από την πόλη την ώρα που μπήκαν μέσα οι επιδρομείς κι ευλογούσε την καλοτυχιά της κι έκαμε μέσα της και τάμα στην Παναγιά μια λαμπάδα ίσα με το μπόι της που τη γλίτωσε από το κακό.
Μα η χαρά της κράτησε μονάχα όσο το ανοιγόκλεισμα των ματιών. Και αμέσως αγωνία μεγάλη την κατέλαβε, σαν σκέφτηκε ότι η ζωή που κέρδιζε σήμερα θα ήταν μαύρη ,άχαρη χωρίς καμιά αξία αν έχανε μες τη σφαγή και τη φωτιά το πολυτιμότερο στολίδι της ταλαίπωρης ζωής της .Πίσω στο σπίτι της το ταπεινό ισόγειο χτισμένο με πλίθρες και καλάμια σε ένα από τα στενά δρομάκια που στριφογύριζαν γύρω από το αρχαίο κάστρο, το ασαράντιστο μωρό της την περίμενε ανίδεο για τα κακά του κόσμου του τούτου, πεινασμένο θα ξύπναγε σε λίγο αν δεν είχε κι ολας ξυπνήσει και θα αναστάτωνε τον κόσμο με το μωρουδίστικο κλάμα του. Και θα άνοιγε τα μάτια του γυρεύοντας το βυζί της μάνας του μα θα αντίκριζε τους χτηνώδεις ληστές με τα αιματοβαμένα λεπίδια στα χέρια ,άβουλο πλάσμα στις διαθέσεις τους Σπάραξε η καρδιά της μάνας ,οικτίρισε και μίσησε τον εαυτό της για τη στιγμιαία χαρά που ένοιωσε για τη δική της σωτηρία την ώρα που σπλάχνο της ήταν μόνο του μεσα στη φωτιά και το χαλασμό.
Παράτησε το αξινάρι και πήρε τρέχοντας την ανηφόρα για την πόλη. Οι άλλοι έφευγαν μα εκείνη τραβούσε αντίθετα, προς το σίγουρο χαμό της. Μα δεν μπορούσε να αφήσει το παιδί της, έπρεπε να το σώσει.
Φτάνοντας είδε την πόλη ρημαγμένη και παραδομένη στη φωτιά ,ένα πηχτό μαύρο σύννεφο από καπνό και στάχτη σκέπαζε τις άλλοτε χαρούμενες γειτονιές κι τις στενές ρούγες όπου πριν λίγες ώρες μονάχα, ακούγονταν οι χαρούμενες φωνές ,τα τραγούδια των παιδιών και τα νανουρίσματα των μικρομανάδων . Είδε το σπίτι να καίγεται μα για καλή τύχη το βρέφος ήταν ακόμα ζωντανό. Δεν στάθηκε να πάρει ούτε ανάσα ,παρόλο που κόντευε να βγει η ψυχή της απ τη τρεχάλα παρά άρπαξε το μωρό της και βγήκε από τα φλεγόμενα ερείπια στο στενό σοκάκι .Τυφλωμένη καθώς ήταν απο τους μαύρους καπνούς και που πλημμύριζαν τον αέρα, πνιγμένη από τη στάχτη που έκανε δύσκολη ακόμα την αναπνοή, γύρισε το κεφάλι δεξιά αριστερά ψάχνοντας ποιο δρόμο πάρει για να σωθεί.Και διάλεξε ένα στενό σοκάκι που είχε ακούσει πως έβγαζε στο βουνό. Μα κάποιο μάτι την είδε καθώς περπατούσε αλαλιασμένη ψάχνοντας δρόμο να φύγει, να φύγει εξω από τα πέτρινα μουράγια της πόλης όπως και οι άλλοι φευγάτοι που πρόλαβαν και κρύφτηκαν στα ξωσπιτα του κάμπου και στις καλύβες του βουνού.
Αυτός που την είδε ήταν ένας απ τους επιδρομείς που ψαχούλευε σε κάποιο αρχοντόσπιτο που δεν το είχε αγγίξει ακόμα η φωτιά .Έμπειρος στο πλιάτσικο και μαθημένος στα τερτίπια των νοικοκυραίων –καθώς εκείνα τα χρόνια στο Μοριά δεν υπήρχαν τράπεζες παρά μονάχα οι τοκογλύφοι δανείζαν τον κόσμο- ανασκάλευε το δάπεδο μήπως ανακαλύψει –έμπειρος αυτός σε τέτοια -που είχαν κρυμμένο οι νοικοκυραίοι το κομποδεμμά τους. Και σα δε βρήκε τίποτα αξίας παρά μονάχα ένα αδειασμένο κιούπι από άλλον που πρόλαβε νωρίτερα κι άρπαξε το θησαυρό, βγήκε χολωμένος φτύνοντας χολή και σάλιο, μαύρο από τον καπνό και το θειάφι .Τότε πήρε το μάτι του τη μάνα με το βρέφος που είχε απομείνει τελευταία ζωντανή στην ρημαγμένη Αρκαδιά. Νέα και σφριγηλή του φάνηκε, όταν το μαύρο μαντήλι της λυμένο έπεσε στους λιπόσαρκους ώμους της κι αποκάλυψε την νιότη που άνθιζε ακόμα στα φρυγμένα χείλη. Τότε φαντάστηκε ο ληστής πως θα έπιανε καλή τιμή στα παζάρια στο Ανάπλι που έρχονταν οι δουλέμποροι από το Τούνεζι και το Μισίρι και θα αποζημιωνόταν κι αυτός από την κακή του τύχη στο σημερινό πλιάτσικο. Χώρια που θα την γλεντούσε κι ολας- ήταν γλυκά τα καλη της - μέχρι να τη μοσχοπουλήσει ,άξιζε το λοιπόν τον κόπο να την κυνηγήσει. 
Με δυο τρεις συντρόφους του που γύριζαν κι αυτοί σαν τα τσακάλια ψάχνοντας να διαγουμίσουν ανάμεσα στα ερείπια ξεκίνησε να κυνηγά τη γυναίκα ,μα αυτή έστριψε σε μια γωνιά και πήρε το στενό μονοπατι που έλπιζε να την οδηγήσει στη σωτηρία.
Άκουσε φωνές και βήματα ,και πέτρες που κατρακυλούσανε στην κατηφόρα και στάθηκε για μια στιγμή να κοιτάξει πίσω της.Και ειδε με τρομο την ομαδα από τους αρματωμένους ληστές να την καταδιώκουν. Τρέχοντας για να σωθεί ακλούθησε στα τυφλά το καλντερίμι που οδηγούσε έξω από την πόλη σκαρφαλώνοντας την απότομη πλαγιά προς τα βοσκοτόπια του βουνού και σύντομα έχασε από τα μάτια της τους διώκτες της .Για μερικές στιγμές ένοιωσε να πλημμυρίζει την ύπαρξή της από την αρχέγονη αγαλλίαση ,την άγρια χαρά του θηράματος που ξεφεύγει από το θηρευτή του.
- Θα με έχασαν σκέφτηκε ή θα βαρέθηκαν να με κυνηγούν .Πίστεψε ότι λυτρώθηκε τάχα από τον κίνδυνο, καθώς έσβηνε απ την απόσταση ο απαίσιος θόρυβος της φωτιάς που κατέτρωγε τα σπίτια και οι ανατριχιαστικές κραυγές των συμπατριωτών της που έβρισκαν το θάνατο και την ατίμωση στα χέρια των ληστών. Κι έταξε δυο λαμπάδες τώρα κι όχι μόνο λαμπάδες ότι είχε και δεν είχε όλο το βιος της το λιγοστό θα 'δινε αφού γλίτωσε κατά πως ήταν φανερό αυτή και το παιδί της απ τη σφαγή.
Μα οι ληστές δεν θα άφηναν εύκολα τέτοια λεία λαχταριστή να τους ξεφύγει. Όχι για το μωρό δεν τους ένοιαζε καθόλου ,το μωρό δεν άξιζε τίποτα ,ίσα ίσα που θα μάραινε την ομορφιά της μάνας του και θα έχανε όσο να ναι κατι από την αξία της όταν θα την μεταπουλούσαν στους δουλέμπορους . Το μωρό κάπου θα το πετούσαν η θα το παρατούσαν να σκούζει μονάχο μέχρι που θα το τρώγανε τα λιμασμένα σκυλιά που τριγύριζαν στα έρμα μονοπάτια ή τα τσακάλια του βουνού που θα κατέβαιναν τρελαμένα από την πείνα - κι αυτά- απόψε κι ολας, τούτο το ίδιο βράδυ- για να πλιατσικολογήσουν λίγο από τη σάρκα της ρημαγμένης πόλης. Κι άρχισε πάλι η μάνα να τρέχει ξέπνοη τωρα γιατι εβλεπε πως δεν ειχε ελπιδα ο δρόμος που τραβούσε. Κι ολο κοντεύανε οι εχθροί που βλαστημούσαν στη γλώσσα τους και λαχάνιαζαν στο κατόπι της. Μα για κακή τύχη το μονοπάτι ήταν αδιέξοδο κι έφτανε στην άκρη ενός βράχου που δέσποζε πάνω την πόλη .Πίσω ανηφόρα αδιάβατη ,πέτρα κοφτή σαν με το μαχαίρι και μπροστά χάσμα βαθύ με πέτρες κοφτερές σπαρμένο στη βάση του. Μια καταιγίδα από σκέψεις πλημμύρισε το μυαλό της γυναίκας.
-Να κάνω πίσω να σωθώ να πάρω άλλο δρόμο μονολόγησε με φρυγμένα χείλη μα το ένοιωθε πως κάθε στιγμή που περνούσε λιγόστευε τις ελπίδες κι έτσι συνέχισε να σκαρφαλώνει ολο και ψηλότερα αν και ήταν φανερό πως το μονοπάτι την οδηγούσε στην παγίδα όπως οι κυνηγοί το θήραμα στις μεγάλες παγάνες. Και μια αδύναμη φωνή δυνάμωσε τωρα μεσα απο τα βάθη τις συνειδησής της :
-άστο να "πάει "...μωρό είναι δεν νοιώθειι δα και τίποτα και σα ζήσει δύστυχο θα είναι σαν κι εσένα ,άστο να "πάει" ,το δίκιο είναι εσύ να γλιτώσεις ,κι αν σε πιάσουν ακόμα όμορφη και προκομμένη εισαι ,θα γλιτώσεις.
Επνιξε με ενοχή τις μαυλιστικές φωνές του ενστίκτου της επιβίωσης που επαναστατούσε μέσα της και έσφιξε στην αγκαλια το παιδί της.
Οδός διαφυγής πια δεν υπήρχε. Πίσω οι εχθροί που πλησίαζαν γοργά ,σαν να άκουγε κι ολας την πυρωμένη ανάσα τους .Κι ο δρόμος ειχε φτάσει στο τέλος του. Το σκέφτηκε για λιγο …
Μπροστά ο θάνατος ,πίσω η ατίμωση η δουλεία όχι μόνο για αυτήν αλλά και για το άφταιγο μωρό της.
Δεν είχε τώρα πια άλλο χρόνο .Να ο διώκτης άπλωνε τα πιτσιλισμένα με αίμα χέρια του προς το μωρό της. Έπρεπε να διαλέξει.
Και η μάνα διάλεξε…
Η μάνα έπεσε από το βράχο στο κενό αγκαλιά με το παιδί της και τσακίστηκαν μαζί στους βράχους.
Λίγες στιγμές πριν το βέβηλο χέρι του ληστή προλάβει αν την αρπάξει και να την κρατήσει σε μια ……ζωή. Απόμεινε μονάχα ένα κουρέλι απο τη αραχνουφασμένη μπόλια στα χέρια του δήμιου που βλαστήμησε την κακοτυχιά του και στράφηκε προς τα πίσω να κυνηγήσει αλλού το άτιμο μεροκάματο του.
Τη μάνα λοιπόν τιμά αυτό το άγαλμα, την κάθε μάνα σε κάθε γωνιά του κόσμου που βρέθηκε σε ανάλογη θέση κυνηγημένη από πραγματικούς η ιδεατούς εχθρούς ,το ιδεώδες της μητρότητας χωρίς άλλο προσδιορισμό.

Γιώργος Μαυροειδής Κυπαρισσία (Αρκαδιά) 2016

ΠΗΓΗ: https://trifilios.blogspot.com/2017/05/blog-post_30.html

Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.