Του Μάνου Λαμπράκη
Σήμερα, 10 Σεπτεμβρίου (σύμφωνα με τον Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου) είναι η ημερομηνία της κοίμησης του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου. Η Εκκλησία, αναγνωρίζοντας το μέγεθος της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, μετέθεσε τη λειτουργική του εορτή στις 13 Σεπτεμβρίου. Όμως η μνήμη, η αληθινή μνήμη, δεν γνωρίζει ημερολογιακές διορθώσεις. Η καρδιά μας τιμά πάντα την ακριβή μέρα της εξόδου.
Η κοίμηση του Χρυσοστόμου δεν είναι η τελευταία πράξη ενός εκκλησιαστικού βίου. Είναι το θεολογικό συμπέρασμα της σιωπής. Ο άνθρωπος που στήριξε τον Λόγο πάνω στην αλήθεια και όχι στην εξουσία, δεν μπορούσε να πεθάνει διαφορετικά από έναν ταπεινωτικό θάνατο — χωρίς τιμές, χωρίς συνοδούς, χωρίς επιτίμους, μόνος, εξόριστος, άρρωστος, μισοπεθαμένος, χωρίς καν το δικαίωμα να σιωπά με αξιοπρέπεια.
Στο τέλος του δρόμου, στα Κόμανα, στον ερειπωμένο ναό του Αγίου Βασιλίσκου, ο Χρυσόστομος δεν ζήτησε εκδίκηση. Ζήτησε λευκά άμφια. Ζήτησε να κοινωνήσει. Ζήτησε να παραδοθεί. Και εκεί, ενώπιον της Αγίας Τραπέζης, είπε την πιο πυκνή θεολογία της Ορθοδοξίας:
«Δόξα τῷ Θεῷ, πάντων ἕνεκεν».
Ο Άγιος Ιωάννης δεν είχε ψευδαισθήσεις για τον κόσμο. Ούτε για την Εκκλησία. Δεν έζησε σε περίοδο ρωμαϊκής ειρήνης. Έζησε στο μεταιχμιακό διάστημα όπου η Εκκλησία είχε ανάγκη από φωνές που δεν συναλλάσσονται. Και εκείνος δεν συναλλάχθηκε. Αντιθέτως: υπέμεινε.
Ο Παλλάδιος περιγράφει την τελευταία του πορεία ως μια δημόσια κακοποίηση της αγιότητας. Τον ανάγκαζαν να βαδίζει με γυμνό κεφάλι στον ήλιο — κι εκείνος ήταν φαλακρός. Δεν του επέτρεπαν στάσεις σε πόλεις με λουτρά — και είχε πυρετό. Δεν του επέτρεπαν επιστολές — κι ήταν διδάσκαλος του λόγου. Το σώμα του, μουσκεμένο από τη βροχή και την αρρώστια, έλιωνε μέρα με τη μέρα. Η φρουρά του διασκέδαζε με τη δυσφορία του. Η πολιτεία, σιωπούσε.
«Ἐδιώχθην, καὶ οὐκ ἐλύπησα· ἐξωρίσθην, καὶ ἐχάρην· ἐλοιδορήθην, καὶ εὐλόγησα· ἐπλήγην, καὶ ηὐφράνθην»
Η ζωή του ήταν μια απογύμνωση από κάθε εγκόσμια στήριξη. Η κοίμησή του, μία απόλυτη επιστροφή στο Άγιο Πνεύμα. Είδε όραμα τον Άγιο Βασιλίσκο, που του είπε:
«Θάρσει, Ἰωάννη, ἀδελφέ μου· αὔριον ἔσῃ μετ’ ἐμοῦ».
Την ίδια νύχτα, ο ιερέας του ναού άκουσε τον ίδιο τον μάρτυρα να του λέει:
«Ἑτοίμασον τόπον τῷ ἀδελφῷ ἡμῶν Ἰωάννῃ».
Δεν είναι σύμπτωση. Είναι ο εσχατολογικός συγχρονισμός της αγιότητας.
Αγαπώ τον Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο βαθιά. Όχι γιατί υπήρξε ένας μεγάλος πατήρ της Εκκλησίας, αλλά γιατί υπήρξε ο πιο ακέραιος εξόριστος της αλήθειας. Τον έχω προστάτη μέγα, πολιούχο της δικής μου μυστικής εξορίας.
Η σημερινή μέρα δεν είναι ημέρα δόξης. Είναι ημέρα κρίσεως. Γιατί εκείνος ο οποίος ελέγχει τους βασιλείς, καταδικάζεται από την Εκκλησία του και εξορίζεται από την αυτοκρατορία του. Και όμως, λέει:
«Δόξα τῷ Θεῷ, πάντων ἕνεκεν».
Αυτό είναι το ύψος. Όχι η άσκηση. Όχι η επιστήμη. Όχι η ρητορική. Το ύψος είναι να δοξολογείς τον Θεό μέσα από την αποκοπή, την αρρώστια, την προσβολή, την εξορία, την ταπείνωση.
Γι’ αυτό και σήμερα, στην πραγματική ημερολογιακή μνήμη της κοιμήσεώς του, προσκυνώ εκείνη τη σιωπηλή στιγμή στον τάφο του Βασιλίσκου, όπου ο Άγιος λέει για τελευταία φορά:
«Δόξα τῷ Θεῷ, πάντων ἕνεκεν».
Όποιος έχει αυτιά, ας σωπάσει.
Όποιος έχει πίστη, ας πορευτεί στην εξορία.
Όποιος έχει καρδιά, ας απομνημονεύσει τη φράση.
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.