Ο αυτοκράτορας Νέρωνας κρατούσε στα χέρια του το τελευταίο. Ένα και μοναδικό κλωνάρι ενός φυτού που για επτά αιώνες είχε γεμίσει με ασήμι τα ταμεία μιας ολόκληρης πόλης. Δεν θα ξαναέβλεπε άλλο. Κανείς δεν θα το ξαναέβλεπε.
Το σίλφιον της Κυρήνης είχε μόλις σβήσει από τον κόσμο.
Σήμερα, δύο χιλιάδες χρόνια μετά, μια ομάδα Τούρκων βοτανολόγων ισχυρίζεται ότι το βρήκε ζωντανό σε ένα ορεινό μοναστήρι της Καππαδοκίας. Είναι αλήθεια, ή είναι μια από τις πιο όμορφες αυταπάτες της σύγχρονης επιστήμης;
Η ιστορία αξίζει να ειπωθεί από την αρχή.
Στις ακτές της σημερινής Λιβύης, εκεί όπου η έρημος συναντούσε τη Μεσόγειο, υπήρχε μια στενή λωρίδα γης που ονομαζόταν Κυρηναϊκή. Γη ξηρή, αμμώδης, όχι ιδιαίτερα γενναιόδωρη. Και όμως, σε αυτό το ασήμαντο κομμάτι του κόσμου φύτρωνε ένα φυτό που οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν δώρο του Απόλλωνα. Παχύς μίσχος, σύνθετα φύλλα, μικροί κίτρινοι ανθοί σε ομπρέλες, και καρποί σε σχήμα καρδιάς. Ναι, ακριβώς εκείνο το σχήμα της καρδιάς που σχεδιάζουμε ακόμα στα ερωτικά μας μηνύματα. Πολλοί ιστορικοί πιστεύουν ότι το σύμβολο γεννήθηκε εκεί, στους καρπούς του σιλφίου.
Ως μπαχαρικό στα φαγητά τους, ως φάρμακο για πληγές, ως αντισηπτικό. Και κυρίως, ως το πιο αξιόπιστο αντισυλληπτικό και εκτρωτικό της αρχαιότητας. Σε μια εποχή που μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη μπορούσε να σημάνει θάνατο για τη γυναίκα, η ρητίνη του σιλφίου ήταν ζωή.
Ο Διοσκουρίδης, ο μεγάλος γιατρός του 1ου αιώνα, καταγράφει συνταγές με σχολαστική ακρίβεια.
Η αξία του ήταν τόσο μεγάλη, που η Κυρήνη το αποτύπωσε στα νομίσματά της. Επί έξι αιώνες, κάθε ασημένιο τετράδραχμο της πόλης έφερε την εικόνα του φυτού. Όχι του βασιλιά, όχι του θεού, αλλά του φυτού. Ολόκληρη οικονομία, ολόκληρη ταυτότητα, χτισμένη πάνω σε ένα μόνο είδος.
Και εδώ αρχίζει το πρόβλημα.
Το σίλφιον είχε μια θανάσιμη ιδιαιτερότητα: αρνιόταν να καλλιεργηθεί.
Όσες προσπάθειες κι αν έγιναν, οι σπόροι του δεν φύτρωναν σε ξένα χωράφια. Έτσι, ολόκληρη η παγκόσμια προσφορά εξαρτιόταν από τη συλλογή των άγριων φυτών σε μια στενή ζώνη στους πρόποδες του βουνού Jebel al-Akhdar, του «Πράσινου Βουνού».
Η ζήτηση από τη Ρώμη ήταν αδηφάγος.
Η τιμή στα παζάρια ισοφάριζε εκείνη του ασημιού. Οι κτηνοτρόφοι παρατήρησαν ότι τα πρόβατα που έβοσκαν σίλφιον είχαν πιο γευστικό κρέας, οπότε άρχισαν να τα αφήνουν συστηματικά να βόσκουν στους βιοτόπους του φυτού. Η γη της Κυρηναϊκής, όπως αναφέρει ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, παραδόθηκε σιγά σιγά σε νομάδες ποιμένες.
Παράλληλα, κάτι άλλο συνέβαινε σε επίπεδο που οι ίδιοι οι αρχαίοι δεν μπορούσαν να αντιληφθούν.
Το κλίμα της Μεσογείου άλλαζε.
Οι επιστήμονες σήμερα την ονομάζουν «Ρωμαϊκή Θερμή Περίοδο». Από το 250 π.Χ. έως το 400 μ.Χ., οι θερμοκρασίες ανέβηκαν, οι βροχές μετατοπίστηκαν, η Βόρεια Αφρική έγινε πιο ξηρή. Το σίλφιον χρειαζόταν ψύχος και υγρασία για να ανθίσουν οι σπόροι του. Δεν τα είχε πια.
Τρεις παράγοντες, σαν τρία αόρατα χέρια, έσφιγγαν τον λαιμό του φυτού. Η βιολογική του αδυναμία να αναπαραχθεί έξω από τον φυσικό του χώρο. Η ανθρώπινη απληστία που υπερσυλλέγει και υπερβόσκει. Και η κλιματική μεταβολή που του στερούσε τις συνθήκες ζωής. Όταν τρεις πιέσεις χτυπούν ταυτόχρονα ένα είδος με μικρό πληθυσμό και στενό βιότοπο, υπάρχει ένα όριο πέρα από το οποίο η αναπαραγωγή σταματά. Δεν χρειάζεται να πεθάνει το τελευταίο φυτό για να εξαφανιστεί ένα είδος. Φτάνει να μην βρίσκουν πια τα εναπομείναντα μεταξύ τους.
Έτσι, κάποια στιγμή στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ., ένας Λίβυος αγρότης βρήκε το τελευταίο. Το έστειλε στη Ρώμη ως δώρο στον αυτοκράτορα. Ο Νέρωνας το έφαγε. Και η ιστορία του σιλφίου τελείωσε.
Ή μήπως όχι;
Το 2021, ο Τούρκος βοτανολόγος Mahmut Miski δημοσίευσε μια εργασία που αναστάτωσε τον ακαδημαϊκό κόσμο. Στις πλαγιές γύρω από ένα παλιό αρμένικο μοναστήρι στην Καππαδοκία, εντόπισε ένα σπάνιο ενδημικό φυτό, το Ferula drudeana. Παχύς μίσχος, σύνθετα φύλλα, ομπρελοειδείς ταξιανθίες.
Παρήγαγε ρητίνη πλούσια σε κουμαρίνες, ακριβώς όπως περιέγραφαν οι αρχαίοι ιατροί. Και είχε την ίδια εκνευριστική ιδιοτροπία: αρνιόταν να φυτρώσει χωρίς ψυχρή στρωμάτωση των σπόρων του. Η ομοιότητά του με τα νομίσματα της Κυρήνης ήταν εντυπωσιακή.
Είχε κάποιος μεταφέρει το σίλφιον στην Ασία πριν εξαφανιστεί από την Αφρική; Ίσως κάποιος Έλληνας έμπορος, κάποιος Ρωμαίος στρατιώτης, που ήθελε να σώσει τον θησαυρό του φυτού;
Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρουμε. Και ίσως δεν μάθουμε ποτέ.
Οι ειδικοί διαφωνούν ακόμα, και αμφότερες οι απόψεις έχουν βάση. Από τη μία, η μορφολογική και χημική ομοιότητα του Ferula drudeana με τις αρχαίες περιγραφές είναι πραγματικά αξιοσημείωτη.
Από την άλλη, η Καππαδοκία απέχει χιλιάδες χιλιόμετρα από την Κυρήνη, και το συγκεκριμένο γένος έχει συγγενικά είδη κυρίως γύρω από την Κασπία θάλασσα.
Είναι πιθανό δύο διαφορετικά φυτά, ζώντας σε παρόμοια κλίματα, να ανέπτυξαν ανεξάρτητα παρόμοια χαρακτηριστικά.
Αυτό η βιολογία το ονομάζει «συγκλίνουσα εξέλιξη».
Ο μόνος τρόπος για να λυθεί οριστικά το αίνιγμα θα ήταν η ανακάλυψη αρχαίου DNA σιλφίου, ίσως σε κάποιο ναυάγιο ρωμαϊκής εποχής, σε αμφορέα που κάποτε μετέφερε τη ρητίνη του. Μέχρι τότε, το σίλφιο της Κυρήνης παραμένει ταυτόχρονα νεκρό και ζωντανό, σαν την περίφημη γάτα του Schrödinger της αρχαιολογίας.
Γιατί όμως μας αφορά όλα αυτά σήμερα;
Επειδή το σίλφιον δεν είναι απλώς μια ωραία ιστορία από το παρελθόν. Είναι το πρώτο πλήρως καταγεγραμμένο παράδειγμα στην ιστορία ενός είδους που οδηγήθηκε στην εξαφάνιση από τον συνδυασμό υπερεκμετάλλευσης και κλιματικής αλλαγής. Δύο χιλιάδες χρόνια πριν, σε μια στενή λωρίδα της Λιβύης, η ανθρωπότητα έζησε σε μικρογραφία αυτό που σήμερα συζητάμε σε παγκόσμια κλίμακα.
Ένα φυτό που άξιζε όσο το ασήμι, χάθηκε επειδή κανείς δεν φαντάστηκε ότι μπορούσε να χαθεί. Όπως πάντα συμβαίνει, ίσως, πριν χαθεί κάτι.
Έρευνα & Επιμέλεια Δ. Αντωνόπουλος
Βιβλιογραφία & Πηγές
Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, Naturalis Historia, βιβλίο 19.39.
Θεόφραστος, Περί Φυτών Ιστορίας.
Διοσκουρίδης, Περί Ύλης Ιατρικής.
Miski, M. et al. (2021). “Next Chapter in the Legend of Silphion: Preliminary Morphological, Chemical, Biological and Pharmacological Evaluations”. Plants.
Μελέτες παλαιοκλίματος για τη Ρωμαϊκή Θερμή Περίοδο (Roman Warm Period analyses, Zygmunt et al.).
Για περισσότερη ανάγνωση:
Andrew Dalby, Dangerous Tastes: The Story of Spices.
Monica Kiel, “Lost: The Plant That Roman Authors Would Die For”.
National Geographic, ρεπορτάζ για την έρευνα του Mahmut Miski στην Καππαδοκία.
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.