Διονύσιος Σκλήρης
Γιώργος Κοντογιώργης, Ιστορία του ελληνικού κόσμου. Το ελληνικό κοσμοσύστημα από τις απαρχές έως τις ημέρες μας, Αρμός, Αθήνα 2025.
Πρόκειται για ελληνική έκδοση του έργου Histoire de la Grèce (Éditions Hatier, Παρίσι, 1992) επικαιροποιημένη και εμπλουτισμένη, καθώς περιέχει επίσης εκτενή ιστοριογράφηση των ετών 1992-2025 και μια ανανεωμένη ματιά που περιλαμβάνει τις εξελίξεις κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Το έργο αναζητεί το ιδιάζον του Ελληνισμού και το ανιχνεύει κατεξοχήν στον ανθρωποκεντρισμό μικρής κλίμακας, ο οποίος αναπτύχθηκε αρχικά στις πόλεις-κράτη και στη συνέχεια, από την ελληνιστική περίοδο, στις κοσμοπόλεις. Χαρακτηριστικά του ανθρωποκεντρικού συστήματος, όπως το ορίζει ο συγγραφέας, είναι η έμφαση στην πολιτική ελευθερία, η οποία περιλαμβάνει την κοινωνική και την ατομική. Το ανθρωποκεντρικό ελληνικό σύστημα διαθέτει ερείσματα ακόμη και στο ελληνικό αιγαιακό τοπίo με τους μικρούς περίκλειστους, πλην σε επαφή με τη θάλασσα χώρους, που ευνοούν την ανάπτυξη πόλεων και εμπορίου. Μετά τη μυκηναϊκή κρατοκεντρική ανακτορική περίοδο, αποκτά σημασία το συνοδικό σώμα των ίσων της φατρίας και του φύλου, ενώ η πόλις στην σταδιακή της ανάπτυξη βασίζεται στο φυσικό επικοινωνιακό σύστημα, τη θαλασσοκρατία και τη χρηματιστική οικονομία που συντελούν στην ανάπτυξη κοινωνίας των πολιτών. Η μικρή κλίμακα της πόλεως διαφαίνεται και στον ορισμό, στον οποίο προβαίνει ο Ιππόδαμος ο Μιλήσιος, ότι η «αρίστη πολιτεία» οφείλει να μην είναι υπερβολικά μεγάλη, αλλά και στις παρατηρήσεις του Αριστοτέλους, μεταξύ άλλων, για το ότι οι πολίτες έχουν «αυτόφυτον εργασίαν». Ο Κοντογιώργης διαβάζει τη σικελική εκστρατεία κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο ως αποτυχία της Αθήνας να μεταβεί από πόλη σε κοσμόπολη. Τον 4ο αιώνα ο Αριστοτέλης διαγιγνώσκει στον πολιτικό στοχασμό του τη μετάβαση από την πόλη-κράτος στο οικουμενικό κοσμοπολιτειακό κράτος.Η ελληνιστική και βυζαντινή κοσμόπολη
Ωστόσο, το κομβικό στην ανάγνωση του Κοντογιώργη είναι ότι η κοσμόπολις και το κράτος της οικουμένης συνεταιρίζονται με το πολεοτικό φαινόμενο και το ενσωματώνουν σε μία συμμαχική και οργανική σχέση, που σφράγισε την ελληνιστική, αλλά και τη ρωμαϊκή και βυζαντινή εποχή, διατηρούμενη με ιδιότυπο τρόπο ακόμη και μετά την οθωμανική κατάκτηση. Η ελληνιστική/ ρωμαϊκή/ βυζαντινή κοσμόπολη διαφέρει από την απολυταρχία, τη δεσποτεία και τη θεοκρατία, ως προς το ότι οι ελληνίδες πόλεις είναι εταίροι της σύνολης πολιτείας της κοσμοπόλεως βάσει της αρχής της επικουρικότητας. Οι πόλεις αποτελούν τη σπονδυλική στήλη της κοσμοπόλεως, ενσωματώνοντας τα ιθαγενή φύλα στην οικονομία του εμπορίου και της μεταποιήσεως, και ενσαρκώνοντας τον τρόπο του εν ελευθερία βίου. Η εδαφικά συντεταγμένη μοναρχία συνδυάστηκε με την κλασική πόλη, καθώς η μοναρχία δεν ενσαρκώνει το κράτος, αλλά αποτελεί εξωτερική του έκφραση. Ο μονάρχης, παρατηρεί ο Κοντογιώργης, δεν ασκούσε άμεση εξουσία επί ενός εκάστου ατόμου της επικράτειας, καθώς το συναντούσε με παρένθετο τρόπο διά της πόλεως. Πάντως η έμφαση στη μικρή κλίμακα και ο συναφής κατακερματισμός συνέβαλε στην ήττα από τους Ρωμαίους, οι οποίοι και πέτυχαν τη μετάβαση στην πλήρη οικουμένη, ακολουθώντας, ωστόσο, έναν δηωτικό κανόνα που διόγκωσε τη δουλεία, ενώ επανήλθε μια πιο αυστηρά ολιγαρχική πολιτεία. Ο δημοκρατικός τρόπος επιστρέφει με τη χριστιανική Εκκλησία και τον δήμο των πιστών.
Για τον λόγο αυτό, ο Κοντογιώργης υποστηρίζει ότι το Βυζάντιο δεν αποτελεί θεοκρατικό αυτοκρατορικό σχήμα, αλλά είναι ο θεματοφύλακας του ελληνικού ανθρωποκεντρικά διατεταγμένου κοσμικού κράτους με κοσμοπολιτειακό υπόβαθρο, όπου διασώθηκε η χρηματιστική οικονομία και η μικρή κλίμακα της πόλεως. Μάλιστα επιμένει ότι η ονομασία «Βυζάντιο» είναι ενδώνυμο των ίδιων των Βυζαντινών και όχι δυτικό εξώνυμο, καθώς η βυζαντινή κοσμόπολη ορίστηκε από την οικεία μητρόπολη της Κωνσταντινουπόλεως, της οποίας το ιστορικό επωνύμιο επανέφερε ο ελληνικός κόσμος της εποχής. Η δημοκρατική αρχή στο οικονομικό σύστημα φαίνεται από την εφαρμογή του αλληλέγγυου, την υποχώρηση της δουλείας, το σύστημα πρόνοιας προς τους ευάλωτους, ενώ χαρακτηριστικές είναι επίσης η διάκριση πολιτείας και Εκκλησίας, η σημασία της Συγκλήτου και του Δήμου για την ανάδειξη και τον έλεγχο του αυτοκράτορα με μη θεσμοθέτηση της κληρονομικής διαδοχής και η απουσία νομοκατεστημένων τάξεων, καθώς είχαν κατά καιρούς ανέλθει στον αυτοκρατορικό θρόνο χωρικός (Βασίλειος Α΄), ταπεινός στρατιώτης (Ρωμανός Λεκαπηνός), αργυραμοιβός (Μιχαήλ Δ΄), εργάτης σε ναυπηγεία (Μιχαήλ Ε΄), υπάλληλος του λογοθεσίου (Μιχαήλ ΣΤ΄). Ο συγγραφέας θέλει να καταδείξει ότι η δυτική ταξονομία της Ιστορίας και δη το τελεολογικό σχήμα που βλέπουμε λ.χ. στην ιστοριογραφία του Διαφωτισμού, στον Έγελο, τον Μαρξ κ.ο.κ. δεν μπορεί να ισχύσει για το Βυζάντιο που δεν μπορεί να χωρέσει σε όρους όπως θεοκρατία, απολυταρχία, φεουδαρχία, δουλοκτησία, ταξική πάλη (με τη δυτική έννοια) κ.ο.κ. Άλλωστε στην ίδια την απαρχή της νεωτερικότητας με την αναγέννηση και την υπέρβαση της φεουδαρχίας διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο αφενός η επανεκκίνηση του πολεοτικού φαινομένου στην ιταλική χερσόνησο, όπου επέδρασαν οι βυζαντινοί, αλλά από τον 15ο αιώνα και η διασπορά των προσφύγων λόγιων από την Κωνσταντινούπολη.
Η διφυΐα του Ελληνισμού κατά την οθωμανική περίοδο
Αξίζει, όμως, να προσέξουμε τη διάσωση του ελληνικού τρόπου και κατά την Οθωμανική κατοχή. Με το σύστημα των μιλιετίων και τη λειτουργία ενός είδους επικουρικότητας συντηρείται το θρησκευτικό ιδιώνυμο, η αυτονομία των πόλεων, η χρηματιστική και εταιρικά θεμελιωμένη οικονομία παρά τα αρνητικά νέα δεδομένα, όπως ο δηωτικός και δεσποτικός χαρακτήρας του αλλόθρησκου κράτους. Το οθωμανικό τιμαριωτικό σύστημα, σύμφωνα με το οποίο ο δικαιούχος των προσόδων δεν ήταν ιδιοκτήτης της γης, ενώ διακρινόταν για τον δεσποτικό χαρακτήρα του με τη θεμελίωσή του στην αυθαίρετη βούληση του σουλτάνου, απέτρεψε, ωστόσο, έναν δυτικού τύπου φεουδαλισμό και τη δουλοπαροικία. Η ελληνική και βυζαντινή εταιρική οικονομία, γνωστή ως «σύστημα», στην Τουρκοκρατία επέζησε ως «συντροφία» και «συντεχνία». Στην Τουρκοκρατία, βεβαίως, παρά τη διάσωση του ελληνικού τρόπου, η ελληνική κοινότητα παρουσιάζεται διχασμένη. Στη ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571) άλλοι Έλληνες πολεμούν μαζί με τους δυτικούς, ελπίζοντας την εθνική απελευθέρωση κι άλλοι μαζί με τους Οθωμανούς, προσδοκώντας τον εκτοπισμό των Ιταλών από την ανατολική Μεσόγειο.
Αναπτύσσεται σταδιακά ένα έντονο παρακοινωνικό φαινόμενο που εκφράζεται μέσα από τη δράση κλεφτών και αρματολών σε μια περίοδο διάκρισης ανάμεσα στους εντός «φρόνιμους» και στους (όχι ακριβώς εκτός) «λεβέντες», οι οποίοι μπαινοβγαίνουν σε ένα μεθόριο μεταξύ του λημεριού και της κοινοτικής κοινωνικής δράσης. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο υπήρξε, εξάλλου, πολύτιμο για την οθωμανική εξουσία λόγω του αντιλατινικού προσανατολισμού του και της εγγύησης νομιμοφροσύνης των υποδούλων, την ίδια ώρα που αναλαμβάνει πρωτοβουλίες για την παιδεία του γένους. Έχει ενδιαφέρον ότι, κατά έναν εκκρεμή τρόπο, η οθωμανική αυτοκρατορία σχεδόν επανέλαβε για τον ελληνισμό ό,τι και η ρωμαϊκή. Ήταν η ρωμαϊκή διοίκηση που επέβαλε κατά ομογενοποιημένο και βαθύ τρόπο τη χρήση των ελληνικών στην ανατολή, κατά τρόπο ώστε να φτάσουμε στον βυζαντινό εξελληνισμό της αυτοκρατορίας. Παρομοίως, χάρη στην οθωμανική εξουσία λ.χ. εμπεδώθηκε η διατήρηση των Αγίων Τόπων από τους Έλληνες, καταργήθηκαν οι αρχιεπισκοπές Αχρίδας και Ιπεκίου και επεκτάθηκε η δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου ακόμη και στους Βουλγάρους και στους Σέρβους, ενώ σταδιακά οι Έλληνες έγιναν μια αστική τάξη επιφορτισμένη με το εμπόριο και τη διπλωματία, ακόμη και υπερκεράζοντας τους Φράγκους στην ανατολική Μεσόγειο. Όχι τυχαία, λοιπόν, ένα μέρος των Ελλήνων επιθυμούσε να επαναλάβει το «μεγάλο κόλπο» και να εξελληνίσει την οθωμανική αυτοκρατορία εκ των ένδον αντί να επαναστατήσει, όπως είχε συμβεί με τη ρωμαϊκή. Η επιθυμία αυτή, ωστόσο, προσέκρουσε στον νεωτερικό εθνικισμό, ο οποίος διαδόθηκε στους Έλληνες αλλά και στα άλλα έθνη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το δις επιτυχείν δεν κατέστη δυνατό.
Ο συμφυρμός Ελληνισμού και νεωτερικότητας από την επανάσταση και μετά
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το πώς από την επανάσταση του 1821 και εξής ο ελληνικός τρόπος συμπλέκεται με δυτικά νεωτερικά προγράμματα. Το επαναστατικό εγχείρημα στις παραδουνάβιες ηγεμονίες αποσκοπούσε σε μια συνεκτική κοσμοπολιτειακή ηγεσία στο βάθος μιας επικράτειας που θα ενσωμάτωνε τις πόλεις και τα κοινά. Μετά την αποτυχία αυτής της υπερφιλόδοξης προσπάθειας, απέμεινε ένας κατακερματισμός των διαφόρων πολεοτικών αυτονομιών που αντιμάχονταν επίσης το πολιτικό κέντρο, χωρίς να μπορεί να διασφαλιστεί μια αδιαμφισβήτητη πολιτική ηγεσία. Η πολεοκεντρική ιδιοσυστασία του Ελληνισμού παρουσιάζεται σε μια εκφυλισμένη εκδοχή της ως πρόξενος εμφυλίων πολέμων, την ίδια στιγμή πάντως που παράγει εκ νέου προοδευτικό και δημοκρατικό θεσμικό έργο στις συνελεύσεις του αγώνα. Πέρα εξάλλου από τον τοπικισμό, υπήρχε και διαφορετική κατανόηση των σκοπών της επανάστασης από τις διαφορετικές συνιστώσες, όπως από προκρίτους και διαφορετικούς κλεφταρματολούς, από αυτόχθονες και ετερόχθονες, από χερσαίους και νησιώτες, η οποία αναμειγνυόταν με τις τοπικές αντιθέσεις: Λ.χ. μπορεί να υπήρχε στην Πελοπόννησο μία διαμάχη προκρίτων και κλεφτών, αλλά ταυτοχρόνως και ένας ανταγωνισμός προς τη Ρούμελη και τα νησιά ή και τη Βόρεια Ελλάδα. Ο πολεοτικός κατακερματισμός είχε ως σύμπτωμα οι Έλληνες να διαπρέπουν στον κλεφτοπόλεμο, αλλά να αποτυγχάνουν στη σύμπηξη αποτελεσματικού νεωτερικού τακτικού στρατού.
Αλλά και οι Ευρωπαίοι φιλέλληνες πρόβαλλαν ο καθένας στην Ελλάδα τη δική του ιδεολογία, άλλος τον φιλελευθερισμό εναντίον της Ιεράς Συμμαχίας, άλλος τον χριστιανικό συντηρητισμό εναντίον του Ισλάμ κ.ο.κ. Εξάλλου, στην ενδότερη επιθυμία του Ελληνισμού για ανασύσταση της κοσμοπόλεως, η οποία ήταν ήδη εκφυλισμένη σε καθεστώς τοπικιστικού κατακερματισμού, επικάθησαν διαφορετικά νεωτερικά ιδεολογικά πρόσημα, όπως λ.χ. το φιλελεύθερο, το ρομαντικό-εθνικιστικό, το εγχείρημα αναστοχασμού της Ευρώπης μέσα από την κλασική αρχαιότητα κ.ά. Η Ελλάδα είχε, άλλωστε, την ευλογία ή την κατάρα να διαθέτει τρεις προστάτριες δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, που αντιλαμβάνονταν η καθεμιά με διαφορετικό τρόπο το μέλλον της. Το γεγονός αυτό πάντως έδινε στους Έλληνες την ευκαιρία για ένα συναρπαστικό διπλωματικό παιχνίδι στο μεταίχμιο των επιθυμιών των τριών υπερδυνάμεων, μέσα από το οποίο κερδήθηκε η ανεξαρτησία (μαζί βεβαίως με την οικονομική εξάρτηση στους Άγγλους), αντί για μια περιορισμένη αυτονομία. Το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος θα διακριθεί για έναν πρωτοποριακό συνταγματικό πολιτισμό με δημοκρατική καθολική ψήφο, ανυπαρξία δουλείας κ.ά.
Και πάλι το εγχείρημα του Ιωάννη Καποδίστρια θα ανασταλεί ταυτοχρόνως από τον εσωτερικό τοπικισμό που δεν ανεχόταν την κεντρική εξουσία και από μεγάλες δυνάμεις που προτίμησαν εντέλει την επιβολή ευρωπαϊκού τύπου απόλυτης μοναρχίας. Εγκαινιάζεται έτσι μια εποχή όπου ο ελληνικός τρόπος κάνει την παρουσία του αισθητή συνήθως μέσα από εκφυλιστικά συμπτώματα στη συνάντησή του με εισαγόμενους από την Εσπερία θεσμούς, οι οποίοι επίσης διαθλώνται στην ελληνική πραγματικότητα, χωρίς πάντως να πρέπει γι’ αυτό να υποτιμώνται τα θετικά επιτεύγματα των μείξεων Ελληνισμού και Δύσης στον 19ο αιώνα. Λ.χ. η ενδογενής ελληνική θέληση για αποκατάσταση του προγενέστερου κοσμοπολιτειακού κράτους κατέστη όχημα συντονισμού με τις ανθρωποκεντρικές και φιλελεύθερες επαναστάσεις, όπως την αμερικανική και τη γαλλική. Κατά τον τρόπο αυτό, η Ελλάδα βρέθηκε στην πρωτοπορία μιας Δύσης πρόθυμης να κατοπτρίσει τα προοδευτικά της προτάγματα σε αυτήν.
Την ίδια στιγμή, όμως, δημιουργήθηκε ένας εξαμβλωματικός συμφυρμός ανάμεσα στην πολεοτική οργάνωση του Ελληνισμού και την προσπάθεια δημιουργίας νεωτερικού κράτους, που ταλανίζει τη χώρα μας ακόμη και σήμερα, δύο αιώνες μετά. Οι τοπικοί παράγοντες των πόλεων και των κοινών, ερχόμενοι στην αστική πρωτεύουσα εκδέχονταν το κράτος ως λάφυρο για διανομή στους σχετιζομένους μαζί τους στην ιδιαίτερη πατρίδα του ο καθένας. Το αποτέλεσμα ήταν να σχηματιστεί μία δομή πελατειακού κράτους, η οποία προκάλεσε τη βουλευτοκρατία και φαυλοκρατία του 19ου αιώνα και στη συνέχεια την κομματοκρατία του 20ούαλλά και του 21ου αιώνα. Το πρόβλημα εν προκειμένω δεν είναι τόσο η έκπτωση από ένα ιδανικό παρελθόν του Ελληνισμού ή η μη εφαρμογή ενός ιδεώδους δυτικού προτύπου, αλλά περισσότερο η στρεβλή συνάντηση Ελληνισμού και νεωτερικότητας στο πελατειακό κομματικό κράτος, το οποίο αποτελεί ταυτοχρόνως ένα εμφύτευμα με σκοπό την καθυπόταξη του Ελληνισμού στις Μεγάλες Δυνάμεις δίκην προσαρτήματος/ προτεκτοράτου. Στη Δύση το κόμμα λειτούργησε περισσότερο ως ταξικός διαθέτης και ως διακινητής δημόσιας πολιτικής, ενώ στην Ελλάδα όχι ως διαμεσολαβητής τάξεων στον δημόσιο χώρο, αλλά ως φορέας τοπικισμών. Επίσης, ο συνδυασμός αποτυχίας αποκατάστασης του ελληνικού κοσμοπολιτειακού κράτους και παραμονής τοπικών πολεοτικών ανταγωνισμών οδήγησε σε μία αντιπαράθεση αυτοχθόνων και ετεροχθόνων, η οποία απέτρεψε τον συντονισμό με τον δυναμικότατο μείζονα Ελληνισμό. Τον 19ο αιώνα, η ελλαδική καχεξία συνυπάρχει με έναν σφύζοντα εμπορικό υπερόριο Ελληνισμό που ακμάζει ξανά στην Αλεξάνδρεια και τη Σμύρνη, τον Εύξεινο Πόντο και τον Δούναβη, σε μια εποχή όπου οι Έλληνες οιονεί αποτελούν την αστική τάξη της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ενώ θάλλουν επίσης στη Ρωσία και τη Δύση.
Μέχρι τη Μικρασιατική καταστροφή η Μεγάλη Ιδέα θα αποτελέσει επίσης έναν συμφυρμό επιθυμίας αποκατάστασης της ελληνικής κοσμοπόλεως και νεωτερικού αλυτρωτισμού –μάλιστα σε ένα περιβάλλον, όπου μετά τον κριμαϊκό πόλεμο (1853-1856), η Ελλάδα περιέρχεται στην αγγλοσαξονική σφαίρα επιρροής στην οποία βρίσκεται μέχρι και σήμερα, ενώ η Ρωσία ως αναπλήρωση προβάλλει τη σλαβοφιλία, η οποία επίσης διαρκεί έως σήμερα υπό τη συγκριτικά ασθενέστερη μορφή του «ρωσικού κόσμου». Η καταστροφή του 1923 οφείλεται εν μέρει στην έλλειψη διαύγειας στη στοχοθεσία των Ελλήνων, λόγω των αντιφατικών αυτών επιθυμιών, λ.χ. επαναφοράς ενός κοσμοπολιτειακού κράτους, αλλά και συστράτευσης με τον αγγλικό παράγοντα, ο οποίος ήθελε, αντιθέτως, τον ελληνοθωμανισμό και στη συνέχεια την ισόρροπη ανάπτυξη Ελλάδας και Τουρκίας ως διπλή ανάσχεση στη Ρωσία. Η καταστροφή είχε, όμως, ως αιτία της και το γεγονός ότι το ελλαδικό κρατικό εμφύτευμα, σύμπτωμα στρεβλής συνάντησης Ελληνισμού και νεωτερικότητας, συνδέθηκε με μια πολιτική ηγεμονία του παλαιοελλαδικού παλαιοκομματικού πελατειακού κράτους σε ευθεία αντιμαχία με τον μείζονα Ελληνισμό, καθώς τυχόν επιτυχία της Μεγάλης Ιδέας θα σήμαινε ανάγκη μεταμόρφωσης του ελλαδικού κράτους. Η Μικρασιατική καταστροφή σήμανε όχι μόνο την κατάρρευση μιας Μεγάλης Ιδέας, που δύσκολα θα μπορούσε να συνυπάρξει με τα νεωτερικά πρότυπα, αλλά και την οριστική επικράτηση του παλαιοελλαδικού παλαιοκομματισμού, ο οποίος στο εξής θα κανιβαλίζει τις ίδιες τις σάρκες του δημόσιου αγαθού. Υπήρξε, ταυτοχρόνως, η κυρίως απώλεια του οικουμενικού χαρακτήρα του Ελληνισμού. Ακολούθησαν βεβαίως η απώλεια του Ελληνισμού της Κωνσταντινουπόλεως το 1955, η εκδίωξη των Ελλήνων της Αιγύπτου από τον Νάσερ, η τραγωδία της Κύπρου το 1974. Σημειωτέον, επίσης, ότι μετά το 1923 στο νέο τοπίο του ελλαδικού κράτους θα επικρατήσει η μικρή αγροτική ιδιοκτησία, η οποία λύνει το κοινωνικό πρόβλημα, ταιριάζει στη μικρή κλίμακα του Ελληνισμού, αλλά ταυτοχρόνως εμποδίζει τον παραγωγικό εκσυγχρονισμό και εντείνει την εξάρτηση των αγροτών από την παλαιοκομματική πολιτική τάξη.
Ο συμφυρμός Ελληνισμού και νεωτερικότητας στην εθνική αντίσταση
Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το πώς ο Κοντογιώργης παρουσιάζει το ΕΑΜ, και εν γένει την εθνική αντίσταση, ως έναν συμφυρμό Ελληνισμού και νεωτερικότητας. Το ΕΑΜ απέκτησε ευρύτατη λαϊκή βάση και δίκτυο σε ολόκληρη την Ελλάδα, ενώ τον έλεγχό του διατηρούσε το ΚΚΕ. Η πολιτική οργάνωση των απελευθερωμένων περιοχών υφάνθηκε γύρω από τον θεσμό της πολεοτικής αυτονομίας με προωθημένα δημοκρατικά χαρακτηριστικά, αντλούμενα από την ελληνική προεπαναστατική και επαναστατική παράδοση. Θεμέλιος πολιτειακός φορέας είναι η γενική συνέλευση όλων των κατοίκων, συμπεριλαμβανομένων μάλιστα και των γυναικών, ενώ τα εκλεγμένα όργανα είναι ανακλητά. Δίπλα στο δημοτικό συμβούλιο λειτουργούν εκλεγμένες λαϊκές επιτροπές και σε δεύτερο επίπεδο το νομαρχιακό συμβούλιο και η νομαρχιακή συνέλευση, ενώ τη δικαιοσύνη ασκεί το λαϊκό δικαστήριο. Το ΕΑΜ επαναφέρει, λοιπόν, τον ελληνικό τρόπο με τη μικρή κλίμακα της πόλεως και τη δημοκρατική πολιτειακή οργάνωση, που ίσχυε έως την ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους. Το ΚΚΕ σωφρόνως δεν προσπάθησε να επιβάλει εισαγόμενες κοινωνικές τομές υπαρκτού σοσιαλισμού κατά τη διάρκεια της κατοχής, αλλά και του εμφυλίου. Άλλωστε με τους διαρκείς αναδασμούς της γης και την επιλογή της μικρής ιδιοκτησίας, ο αγροτικός κόσμος συνέδεε την ελευθερία του με τη γη και θα ήταν ανεπίκαιρη οποιαδήποτε σκέψη κολεκτιβισμού. Την ίδια στιγμή το ΚΚΕ, ως δημιουργός του ΕΑΜ, δεν απαρνείτο τα προτάγματα του συγκεντρωτικού κράτους, έστω ως μεταβατικής περιόδου, με την κατάργηση της ιδιοκτησίας. Οι αντιφάσεις αυτής της διφυΐας έγιναν περισσότερο αισθητές κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, όταν η σταδιακή προβολή της ατζέντας του ΚΚΕ οδήγησε σε αντίστοιχη αποξένωση από τους αγροτικούς πληθυσμούς, ενώ η μεταβολή της τακτικής από ανταρτοπόλεμο σε συμβατικό πόλεμο έδειξε την αδυναμία αντιμετώπισης εκσυγχρονισμένου τακτικού στρατού.
Η ανάλυση του διχασμού ως εγγενούς στοιχείου των Ελλήνων
Ο Κοντογιώργης αναλύει τις αντιφάσεις της αντίστασης, τον εμφύλιο, αλλά και τον νεοελληνικό διχασμό εν γένει με βάση το ευρύτερο σχήμα του για τον υβριδισμό ελληνισμού και νεωτερικότητας στον νέο Ελληνισμό. Κατ’ αρχήν, το γεγονός ότι ο Ελληνισμός έχει αρμοσθεί ως έθνος-κοσμοσύστημα και όχι ως έθνος-κράτος σημαίνει ότι η ροπή προς τον διχασμό είναι ένα εγγενές διαχρονικό στοιχείο του. Αρκεί να θυμηθεί κανείς τις περιγραφές του Ομήρου, του Θουκυδίδη (ολιγαρχικοί εναντίον δημοκρατικών), του Πολύβιου (φιλομακεδόνες εναντίον φιλορωμαίων) ή των βυζαντινών ιστορικών που περιγράφουν τη διαμάχη ενωτικών και ανθενωτικών. Στην επανάσταση του 1821 είχαμε αφενός προνεωτερικούς διχασμούς φρονίμων και λεβεντών, προκρίτων και κλεφταρματολών, Μοραϊτών και Ρουμελιωτών, αλλά και διχασμούς όπου παρεισέφρεαν και διλήμματα έναντι της νεωτερικότητας, όπως μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών, ετεροχθόνων και αυτοχθόνων.
Ειδικά μετά τη Βαυαροκρατία, συνέβη μια μεταφύτευση ελληνικών θεσμών, όπως λ.χ. του πρόκριτου της κοινότητας, εντός ενός κοινοβουλευτικού συστήματος με αξιώσεις νεωτερικής οργάνωσης, όπως αντίστοιχα οι κλεφταρματολοί κλήθηκαν να λάβουν θέσεις σε τακτικό στρατό. Πολλοί από τους διχασμούς του νέου Ελληνισμού αποτελούν μορφές αυτής της αντίφασης. Λ.χ. ο διχασμός μεταξύ βενιζελικών και αντιβενιζελικών αναπαρήγαγε στοιχεία του διχασμού ετεροχθόνων και αυτοχθόνων, εφόσον ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε προβληθεί ως ο εξωχώριος Έλληνας που θα απελευθέρωνε την Ελλάδα από τις παθογένειες που είχαν οδηγήσει στην ήττα του 1897. Αλλά και ο προηγούμενος διχασμός μεταξύ εκσυγχρονιστών και λαϊκιστών σχετιζόταν με το γεγονός ότι το βάλτωμα του πελατειακού κράτους χρειαζόταν αυθυπερβάσεις που θα μπορούσαν να προκληθούν μόνο από μεσσιανικά προτάγματα, τα οποία, όμως, με τη σειρά τους προκαλούσαν ανάλογες αντιδράσεις, ακόμη κι αν υποστηρίζονταν από μέλη των ενδοχώριων πολιτικών ελίτ. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή ο διχασμός αυτοχθόνων και ετεροχθόνων επαναλήφθηκε ως διχασμός παλαιών και νέων χωρών, ο οποίος εν μέρει καλύφθηκε και πίσω από τον νεωτερικό διχασμό δεξιάς και σοσιαλιστικής αριστεράς. Βεβαίως, ένας διχασμός μπορεί να είναι δείγμα γόνιμου πλουραλισμού ή αντανάκλαση αντικειμενικών συνθηκών, όπως άλλωστε συμβαίνει και στα δυτικά νεωτερικά έθνη. Ωστόσο οι νεοελληνικοί διχασμοί, παρόλο που συχνά είχαν και αυτά τα χαρακτηριστικά δημιουργικής γονιμότητας ή συντονισμού με αντικειμενικά αδήριτα διλήμματα, χαρακτηρίζονταν συνήθως από αντιφάσεις προκαλούμενες από τη στρεβλή συμβίωση ελληνικών θεσμών με νεωτερικές δομές, καθώς και από την ένταση ανάμεσα σε ένα εκκρεμές νεωτερικό πρόταγμα και τις ισχυρές δυνάμεις παλινδρόμησης σε μία αλλοτριωμένη μορφή του εγχωρίου.
Τα δεινά της κομματοκρατίας
Το υβριδικό αποτέλεσμα Ελληνισμού και νεωτερικότητας δεν ήταν μια ευτυχής σύνθεση, αλλά μάλλον ένας συνδυασμός αρνητικών στοιχείων των δύο τρόπων ως μιας φαύλης συμμαχίας συγκεντρωτισμού και ιδιωτείας. Το μέλος μιας προκριτικής οικογένειας, που γινόταν βουλευτής, δεν αισθανόταν πλέον υπόλογο στην αλληλέγγυα κοινότητα, αλλά σε ένα έκαστο των τοπικών μελών της, με αποτέλεσμα τη φαυλοκρατία και τη βουλευτοκρατία του πελατειακού συστήματος. Τα κόμματα εξελίχθηκαν σε «πρυτανεία σίτισης» των «συγκατανευσιφάγων» κατά τις γλαφυρές εκφράσεις του Κοντογιώργη, με αδυναμία αξιοποίησης της δυναμικής αστικής τάξης του μείζονος Ελληνισμού, ενώ στη Δύση υπήρξαν περισσότερο διαμεσολαβητές μεταξύ ταξικών και εθνικών συμφερόντων. Και στην Ελλάδα, βεβαίως, υπήρξαν ταξικές συγκρούσεις που εκφράστηκαν από κόμματα, αλλά συχνά υπερίσχυσε το στοιχείο της εφόδου στο δημόσιο αγαθό, με τις ιδεολογικές διαφορές να αποτελούν συχνά προσχηματικές τεχνητές πολώσεις. Ως προς αυτό, το βιβλίο περιέχει εμβριθείς αλλά και γλαφυρές αναλύσεις των αντιφάσεων μεταξύ ιδεολογικής ρητορικής και κομματικής πραγματικότητας κατά τις κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης από το ΠΑΣΟΚ, τη Νέα Δημοκρατία και τον ΣΥΡΙΖΑ.
Πολλαπλές υβριδικές νεωτερικότητες
Το έργο του Γιώργου Κοντογιώργη είναι πολύτιμο καθώς περιγράφει όχι μόνο τη δυστυχία, αλλά και την ευτυχία του να είσαι Έλληνας. Δεν περιγράφει τον Νέο Ελληνισμό μονότροπα ως μια έκπτωση από ένα ιδεώδες παρελθόν, αρχαιοελληνικό ή βυζαντινό, ή ως μια αποτυχία προσαρμογής στο δυτικό νεωτερικό πρότυπο, αλλά ως ένα υβρίδιο Ελληνισμού και νεωτερικότητας, το οποίο δυστυχώς δεν υπήρξε μια ευτυχής σύνθεση, διατηρεί, ωστόσο, επιμέρους γόνιμα στοιχεία των συνθετικών του, ακόμη ορατά υπό το κάλυμμα ποικίλων στρεβλώσεων. Ο προβληματισμός αυτός είναι επίκαιρος σε μια εποχή, όπου γίνεται λόγος για «πολλαπλές νεωτερικότητες» και για τα ιδιαίτερα υβρίδια μεγάλων παραδοσιακών πολιτισμών με τη νεωτερικότητα, τα οποία, άλλωστε, δεν βλέπουμε μόνο στην Ελλάδα, αλλά κατεξοχήν και στην Τουρκία, το Ισραήλ, το Ιράν, τη Σαουδική Αραβία, την Ινδία, την Κίνα, τη Ρωσία κ.α. Ορισμένα από αυτά τα υβρίδια, όπως αυτό της Κίνας, σήμερα πρωτοστατούν στις παγκόσμιες εξελίξεις, ενώ άλλα δίνουν μάχες οπισθοφυλακής ή αναζητούν νέες επανανοηματοδοτήσεις.
Ο Νέος Ελληνισμός διέρχεται προφανώς μια περίοδο βαθιάς κρίσης, «υπαρξιακής» κατά τον Κοντογιώργη, γεγονός που σημαίνει ότι κατά τους δύο αιώνες του ανεξάρτητου κράτους έλαβε χώρα ένας στρεβλός συμφυρμός και όχι μια γόνιμη σύνθεση Ελληνισμού και δυτικής νεωτερικότητας· ενώ παλαιότερα ο Ελληνισμός είχε επιβιώσει μέσα από ιδιαιτέρως γόνιμες συνθέσεις λ.χ. με το ρωμαϊκό και το ιουδαϊκό πνεύμα ή, σε κάποιο βαθμό, ακόμη και με την οθωμανική διοίκηση με την οποία συνέζησε μάλλον συμβιωτικά και όχι γνησίως συνθετικά. Ως κύριο πρόβλημα σήμερα τίθεται από τον συγγραφέα η συνέχιση μιας στρεβλής κομματοκρατίας, η οποία χαρακτήρισε και τους δύο αιώνες του νεοελληνικού κράτους. Το ελληνικό κοσμοσύστημα κατά τη νεωτερική φάση δύσκολα ανευρίσκεται ατόφιο, ενώ περισσότερο συναντάται υπό τη στρεβλή μορφή παθογενών συμπτωμάτων ή ατυχών διαθλάσεων της νεωτερικότητας, μερικά από τα οποία μπορεί, ωστόσο, να διαθέτουν και δημιουργικό χαρακτήρα.
Επεκτείνοντας τον προβληματισμό του βιβλίου, θα διερωτάτο κανείς τι έχει απομείνει από τον παλαιό εμπορικό-χρηματιστικό-εταιρικό οικουμενικό Ελληνισμό, έστω υπό τη μορφή συμφυρμού με τη νεωτερικότητα. Ίσως ο Ελληνισμός της Διασποράς, όπου επικρατεί η επιχειρηματικότητα, αλλά και η εκκλησιαστική κοινότητα; Τα πρεσβυγενή Πατριαρχεία που αναλαμβάνουν διαφόρους, –και διαφορετικούς μεταξύ τους–, γεωπολιτικούς ρόλους; Το εφοπλιστικό κεφάλαιο με την παγκόσμια ακτινοβολία; Η αριστεία των Ελλήνων στον τουρισμό, με όλη την αλλοτρίωση που αυτός συνεπάγεται; Από την άλλη, η έφεση των Ελλήνων στα αυτοφυή κινήματα εντόπιας διαμαρτυρίας; Ασφαλώς, πρόκειται για ετερόκλητα ξεσπάσματα και όχι για μια συνεκτική πολιτισμική πρόταση.
Το έργο του Γιώργου Κοντογιώργη είναι στραμμένο προς ένα ελληνικό παρελθόν, το οποίο μάλιστα εξαίρεται ως περισσότερο ανθρωποκεντρικό από τον δυτικό νεωτερικό πολιτισμό, καθώς ο τελευταίος θεωρείται ότι θεμελιώνεται στην εξαρτημένη εργασία, στη συνταγματική/αιρετή μοναρχία που καταχωρείται ως ιδιώνυμο του κράτους και περιάγει την κοινωνία των πολιτών στην ιδιωτεία, στην προτεραιότητα της ατομικής και δικαιωματικής ελευθερίας με υποβάθμιση της καθολικής εν ταυτώ ατομικής, κοινωνικής και πολιτικής ελευθερίας, στον κρατοκεντρισμό έναντι της οικουμένης. Ωστόσο, το βιβλίο περιλαμβάνει ταυτοχρόνως γόνιμο προβληματισμό για το σήμερα, αποφεύγοντας έναν δαιμονοποιητικό λόγο για τη δυτική νεωτερικότητα, στην οποία ανιχνεύει επίσης μια ανθρωποκεντρική απελευθερωτική δυναμική. Αφενός γιατί εντοπίζει με διεισδυτικές διαγνώσεις το πρόβλημα του Νέου Ελληνισμού στην κομματοκρατία και το πελατειακό κράτος, δείχνοντας εμμέσως τον δρόμο για την υπέρβασή του. Και, αφετέρου, διότι καταδεικνύει ότι η ψηφιακή τεχνολογία δίνει σήμερα την ευκαιρία για νέα «κοινά» και «οικουμενικότητες» σε μια εποχή πολλαπλών νεωτερικοτήτων, όπου ο Ελληνισμός κάθε άλλο παρά είναι μια τελειωμένη υπόθεση.
ΠΗΓΗ:https://mag.frear.gr/gia-tin-istoria-toy-ellinikoy-kosmoy-toy-giorgoy-kontogiorgi/?fbclid=IwdGRjcAQGedtjbGNrBAZ4j2V4dG4DYWVtAjExAHNydGMGYXBwX2lkDDM1MDY4NTUzMTcyOAABHjs74K8x9OrO0vfBXo1lNCphemxHAQ-zA8LVs_GId4pkNhQKq4QgIdmPOYzX_aem_WXyZ6wkn8tL-iQ5k6CvF-g
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.