Του Μάνου Λαμπράκη
Η υπόθεση του πατέρα Αντωνίου της «Κιβωτού», έτσι όπως εκτυλίσσεται πλέον στον δημόσιο χώρο, δεν συγκροτεί απλώς μια δικαστική αφήγηση. Μετασχηματίζεται σε πεδίο όπου διασταυρώνονται η κατηγορία, η σιωπή, η συμπόνια και ο συμβολισμός, ένα είδος κοινωνικού θεάτρου όπου η πραγματικότητα αναγκάζεται να μιλήσει μέσα από αντιφάσεις.
Πίσω από τους τίτλους, τις ποινές και τις ερμηνείες, υπάρχει πάντοτε ένα δεύτερο επίπεδο, χαμηλόφωνο και σχεδόν αθέατο, που αφορά όχι το γεγονός αλλά τη σχέση, όχι τη δημόσια εικόνα αλλά την ανθρώπινη αντοχή. Εκεί συναντά κανείς τα πρόσωπα που, μακριά από τις κάμερες, κράτησαν τον άνθρωπο αυτό όρθιο μετά τη δίωξη, όταν η κοινωνική απογύμνωση έγινε σχεδόν οντολογική συνθήκη. Γιατί η πτώση εκτός από θεσμική είναι και υπαρξιακή: η στιγμή όπου ο άνθρωπος χάνει όχι απλώς το κύρος του αλλά το έδαφος κάτω από τα πόδια του, την ίδια την αίσθηση ότι ανήκει σε έναν κόσμο που τον αναγνωρίζει.
Ο πατέρας Ευάγγελος Παπανικολάου, χωρίς καμία οικογενειακή συγγένεια, παρά τις λανθασμένες και συχνά επαναλαμβανόμενες αναφορές, αναδύεται σε αυτή την αφήγηση ως μια μορφή που δεν λειτουργεί θορυβωδώς αλλά σταθερά. Η παρουσία του δεν είναι συγκυριακή: εθελοντής στην Κιβωτό ήδη από το 1998, τότε που ήταν ακόμη μόνο ιατρός, πριν την ιερωσύνη, με μια διακονία που μαζί με την επίσης παιδίατρο πρεσβυτέρα του άγγιξε χιλιάδες παιδιά, πάνω από 9.900 ιατρικούς φακέλους, αριθμός που δεν λειτουργεί εδώ ως στατιστική, αλλά ως ίχνος μιας μακράς σιωπηλής εργασίας.
Η φιλοξενία που προσέφερε για δύο ολόκληρα χρόνια, όταν οι περισσότεροι είχαν ήδη απομακρυνθεί, φέρει μια βαρύτητα σχεδόν αντισυμβατική: σε μια εποχή όπου το συλλογικό βλέμμα ζητά καθαρές αποστάσεις, η παραμονή δίπλα στον «έκπτωτο» μοιάζει με πράξη που αρνείται να υπακούσει στη λογική της κοινωνικής αυτοπροστασίας. Και όταν αργότερα μια γυναίκα από την Αλβανία παραχώρησε το σπίτι της για να στεγαστεί ο πατέρας Αντώνιος με την οικογένειά του, η ιστορία μετακινήθηκε ακόμη πιο μακριά από το θέαμα προς την αθόρυβη οικονομία της επιβίωσης.
Κι εδώ ακριβώς αναδύεται η πιο δύσκολη και ίσως πιο αμήχανη διάσταση: η ένδεια. Η δήλωση του ίδιου ότι ζει με μειωμένο μισθό, αδυνατώντας να καταβάλει ακόμη και την ελάχιστη δόση, αφήνοντας τον εαυτό του στην βοήθεια και τη συμπαράσταση των ανθρώπων, δεν λειτουργεί απλώς ως προσωπικό παράπονο. Ακούγεται περισσότερο σαν μετατόπιση υπαρξιακής τάξης. Ο άνθρωπος που συνδέθηκε δημόσια με την πράξη της φιλανθρωπίας βρίσκεται τώρα στην αντίστροφη θέση, εκεί όπου η ανάγκη δεν είναι αφηρημένη έννοια αλλά καθημερινό βάρος.
Η ένδεια εδώ δεν είναι μόνο οικονομική, είναι συμβολική, και επιτρέψτε μου σχεδόν θεολογική. Είναι η στιγμή όπου η κοινωνική ισχύς διαλύεται και ο άνθρωπος μένει γυμνός μπροστά στον άλλον, ζητώντας όχι αναγνώριση αλλά απλή δυνατότητα συνέχειας. Και αυτή η εικόνα προκαλεί αμηχανία στο πλήθος, γιατί διαλύει τις καθαρές αφηγήσεις: ο «ένοχος» δεν παραμένει απλώς αντικείμενο κρίσης, αλλά εμφανίζεται ως πρόσωπο που βιώνει την πτώση και στο επίπεδο της καθημερινής ανάγκης.
Η δημόσια αφήγηση, ωστόσο, σπάνια αντέχει τέτοιες αποχρώσεις. Η «εκκλησία του βλέμματος», αυτή η άτυπη κοινότητα θεατών που παρακολουθεί την πτώση σαν τελετουργία κάθαρσης, έχει ανάγκη από σαφή σχήματα: άγιος ή έκπτωτος, θύμα ή θύτης, σωτήρας ή απατεώνας. Μέσα σε αυτή τη σκηνή, η ένδεια γίνεται σχεδόν ενοχλητική λεπτομέρεια, γιατί επαναφέρει την ανθρώπινη πολυπλοκότητα εκεί όπου το βλέμμα ζητά συμβολική καθαρότητα.
Κι όμως, η πραγματικότητα επιμένει: ένας άνθρωπος που άλλοτε είχε θεσμική δύναμη βρίσκεται τώρα να εξαρτάται από τη φιλοξενία άλλων, από την καλοσύνη αγνώστων, από μια εύθραυστη αλυσίδα συμπαράστασης. Η ειρωνία γίνεται εδώ βαθιά θεολογική: η κοινωνία που απαιτεί δικαιοσύνη δυσκολεύεται να κοιτάξει κατάματα την εικόνα της ανθρώπινης αδυναμίας όταν αυτή εμφανίζεται χωρίς προστατευτικά φίλτρα.
Η χθεσινή πρόταση σε βραδινή εκπομπή του Open του πατέρα Ευαγγέλου, ότι ίσως το μεγαλύτερο έργο θα ήταν να βρεθεί στη φυλακή και να διακονήσει εκεί τους φυλακισμένους, εισάγει μια ριζική αντιστροφή.
Δεν είναι απλώς λόγος παρηγορίας.
Eίναι μια πρόταση μετασχηματισμού της ίδιας της έννοιας της πτώσης.
Εκεί όπου το πλήθος βλέπει τέλος, προτείνεται μια μορφή συνέχειας κι εκεί όπου η κοινωνία απαιτεί αποκαθήλωση, εμφανίζεται η δυνατότητα μιας νέας διακονίας μέσα στην ήττα.
Αυτή η πρόταση αγγίζει τον πυρήνα του σταυρού όχι ως εξιδανίκευση του πόνου, αλλά ως αποδοχή μιας πραγματικότητας που δεν μπορεί πια να αποφευχθεί. Η φυλακή παύει να είναι μόνο τόπος τιμωρίας και μετατρέπεται σε πιθανό χώρο νοήματος, μια ιδέα που ενοχλεί ακριβώς επειδή αρνείται να αφήσει την αφήγηση να τελειώσει με την πτώση.
Και έτσι σήμερα φτάνουμε στο πιο δύσκολο σημείο. Ο πατέρας Αντώνιος βαδίζει προς μια δεύτερη, ίσως βαρύτερη δοκιμασία, ενώ το συλλογικό βλέμμα έχει ήδη αποφασίσει το σενάριο μέσα στο οποίο θα τον εντάξει. Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό, και γι’ αυτό τόσο ανησυχητικό, αν πρόκειται για έναν αποδιοπομπαίο τράγο πάνω στον οποίο συσσωρεύονται οι αντιφάσεις ενός συστήματος ή για έναν άνθρωπο που συναντά το πλήρες βάρος των «πράξεών» του.
Η κοινωνία αγαπά τα σύμβολα γιατί απλοποιούν την αλήθεια. Η πραγματικότητα όμως αντιστέκεται. Και μέσα σε αυτή την αντίσταση, η ένδεια, υλική, κοινωνική, υπαρξιακή, γίνεται ίσως η πιο σιωπηλή αλλά και η πιο αποκαλυπτική διάσταση της ιστορίας: η στιγμή όπου η πτώση παύει να είναι θέαμα και γίνεται εμπειρία.
Ενώ η «εκκλησία του βλέμματος» συνεχίζει να παρακολουθεί, η πραγματική δοκιμασία ίσως να μην είναι η απόφαση ενός δικαστηρίου, αλλά η αντοχή απέναντι σε έναν σταυρό που, είτε ως τιμωρία είτε ως μαρτυρία, βαραίνει ολοένα περισσότερο, όχι μόνο εκείνον που τον σηκώνει, αλλά και όσους τον κοιτούν.
Καλημέρα!
ΠΗΓΗ:
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.