Του Βασίλη Λαμπόγλου
22 Φεβρουαρίου 1821
«Η οθόνη βουλιάζει σαλεύει το πλήθος εικόνες ξεχύνονται με μιας
πού πας παλληκάρι ωραίο σαν μύθος
κι ολόισια στο θάνατο κολυμπάς».
Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης αφήνει πίσω τους τίτλους, τα πλούτη και τα απέραντα οικογενειακά κτήματα στη ρωσοκρατούμενη Ανατολική Μολδαβία (σήμερα Μολντόβα), θυσιάζει τα φαναριώτικα και τα τσαρικά αξιώματα, και, διαβαίνοντας τον ποταμό Προύθο / Προυτούλ, εισέρχεται στα εδάφη της ημιαυτόνομης Ηγεμονίας της Μολδαβίας και κηρύσσει την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης.
Τη παραμονή, στη συμβολή του Προύθου με τον Δούναβη και τον Σερέτη,
150 Έλληνες ναύτες, Κεφαλλονίτες οι περισσότεροι, ειδοποιημένοι για την άφιξη του αρχηγού, έδωσαν την πρώτη μάχη του Αγώνα πολεμώντας λυσσωδώς εναντίον της τουρκικής φρουράς που στάθμευε στο μολδαβικό Γαλάτσι.
Βρισκόμαστε κάπου 12-15 ημέρες απόσταση από την Κωνσταντινούπολη με ένα καλό άλογο και με ευνοϊκές καιρικές συνθήκες.
Στις 24 Φεβρουαρίου, ο Υψηλάντης έμπαινε στο Ιάσι / Iași, την πρωτεύουσα της ημιανεξάρτητης Ηγεμονίας της Μολδαβίας, που βρισκόταν υπό φαναριώτικη διακυβέρνηση.
Και στις 26 του μηνός έγινε η μεγάλη δοξολογία στον ναό των Τριών Ιεραρχών, κατά την οποία ο Μητροπολίτης Βενιαμίν ευλόγησε τα όπλα και την πρώτη σημαία της Επανάστασης με τον Σταυρό.
Γεννημένος στις 12 Δεκεμβρίου του 1792 στην Κωνσταντινούπολη, γόνος μεγάλης ποντιακής οικογένειας που είχε μεταναστεύσει από τα μέρη της Τραπεζούντας στην οθωμανική πρωτεύουσα μαζί με τους Μουρούζηδες κι άλλους ισχυρούς του Πόντου τα πρώτα χρόνια μετά την Άλωση, ο Αλέξανδρος δεν είχε πάει ποτέ στον Πόντο.
Δεν είχε πάει ποτέ ούτε στην Ελλάδα.
Και η μοίρα το θέλησε να μην αντικρύσει ποτέ την «προσφιλή πατρίδα».
«Ποιος στ' αλήθεια είμαι εγώ και πού πάω με χίλιες δυο εικόνες στο μυαλό
προβολείς με στραβώνουν και πάω
και γονατίζω και το αίμα σου φιλώ».
Τρεις μήνες και κάτι αργότερα, ο αλλοπρόσαλλος στρατός του Υψηλάντη, με τους 500 Ιερολοχίτες Έλληνες φοιτητές και τους ξενοφερμένους εθελοντές από όλη την Ευρώπη, λόχοι απόλεμων ρομαντικών και ιδεολόγων που ήταν αδύνατον να τους οργανώσει ο Γάλλος συνταγματάρχης Ολιβιέ Βουτιέ, νικήθηκε εντέλει και κατακρεουργήθηκε στο ρουμανικό Δραγατσάνι στις 7 Ιουνίου του 1821.
Τους είχαν προδώσει οι Ρουμάνοι, τους είχαν εξαπατήσει άλλοι Βαλκάνιοι οπλαρχηγοί, τους είχαν εξουθενώσει οι κακουχίες και τους είχε στοιχίσει πάρα πολύ ο πατριαρχικός αφορισμός.
Με χίλιες δυσκολίες ο Αλέξανδρος σύρθηκε μέχρι τα αυστριακά σύνορα, όπου και παραδόθηκε στις αρχές.
Φυλακίστηκε με εντολή του καγκελάριου Μέττερνιχ, ο οποίος ήθελε μια ισχυρή Οθωμανική Αυτοκρατορία για να αντισταθμίζει τη «φίλη» Ρωσία και ήταν λάβρος εναντίον της Ελληνικής Επανάστασης.
Έμεινε φυλακισμένος και με κλονισμένη υγεία έξι χρόνια και κοντά έξι μήνες. Αποφυλακίστηκε στις 24 Νοεμβρίου του 1827 και πέθανε στη Βιέννη μερικές εβδομάδες αργότερα (στις 19 Ιαν. του 1828).
Ήταν μόλις 36 ετών.
Η τελευταία του επιθυμία ήταν να αποσπαστεί η καρδιά του από το σώμα και να πάει στην «προσφιλή πατρίδα» την οποία δεν είχε αντικρύσει ποτέ.
Πράγματι, πιστοί φίλοι έκρυψαν την καρδιά στον Άγιο Γεώργιο Βιέννης και, το 1843, ο Γεώργιος Υψηλάντης, αδελφός του Αλέξανδρου, την έστειλε στην Αγία Ειρήνη την τότε μητρόπολη των Αθηνών.
Στα 1859, η Μαρία Μουρούζη-Υψηλάντη, χήρα του Γεωργίου, εναπόθεσε την καρδιά του Αλέξανδρου και την καρδιά του Γεωργίου (που είχε πεθάνει μερικά χρόνια πριν) στο εκκλησάκι του Αμαλιείου Ορφανοτροφείου (πίσω από το Μέγαρο Μαξίμου-φωτό 2).
Πέρασαν χρόνια και καιροί ώσπου επιτέλους να μεταφερθούν το 1964 στην Ελλάδα και τα λείψανα του αρχηγού.
Ο τόπος είναι το Πεδίον του Άρεως στην Αθήνα, όπου είχε φτιάξει το 1869 ένα μαρμάρινο μνημείο για τον Αλέξανδρο Υψηλάντη ο γλύπτης Λεωνίδας Δρόσης(φωτό 1).
Ήταν ο πιο ιδεαλιστής, ο πιο αιθεροβάμων, ο πιο αθώος και άμυαλος αγωνιστής του Αγώνα.
Ο πιο αδικοχαμένος και παρεξηγημένος και πικραμένος ήρωας του Αγώνα.
Σήμερα, την ημέρα που κήρυξε στη μακρινότερη άκρη της ακτίνας δραστηριότητας του ελληνικού κόσμου την Έναρξη, πριν από διακόσια δύο χρόνια, υποκλινόμαστε στη μνήμη του.
«Και όλες οι αντένες μιας γης χτυπημένης μεγάφωνα και ασύρματοι από παντού
γλυκά σε νανουρίζουν κι εσύ ανεβαίνεις ψηλά στους βασιλιάδες τ' ουρανού.
Ποιος στ' αλήθεια είμαι εγώ και πού πάω
με χίλιες δυο εικόνες στο μυαλό
προβολείς με στραβώνουν και πάω
και γονατίζω και το αίμα σου φιλώ».
Υ.γ. Οι στίχοι είναι του Διονύση Σαββόπουλου από το άσμα «Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη» γραμμένο για τον Τσε Γκεβάρα, κατά ομολογία του ποιητή.
Θαρρείς πως μια γραμμή παράφορου ηρωισμού συνδέει αυτά τα προδομένα κι αδικοχαμένα παλληκάρια.
Μια γραμμή γαλάζιου αίματος.
Πηγή :Πολιτιστική Εταιρεία Πανόραμα
-Σήμερα η θύμηση "γονατιζει" στον Αλέξανδρο Υψηλάντη.
Που ποτέ η σάρκα του δεν αντάμωσε τη πολύπαθη Πατρίδα του.
Πάρα μόνο η καρδιά και τα οστά του...
χρόνια μετά φυλαχτηκαν σε τούτα τα χώματα.
Αθάνατος...
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.