31 Ιουλίου 2025

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ: Προσομοίωση της αποστολής των Phantom στην Κύπρο

Η ετοιμότητα των Ελλήνων πιλότων και τεχνικών - Καταρρίπτουμε τις δικαιολογίες για τη μη χρησιμοποίηση των F-4E Phantom το 1974

July 22, 2025



Γράφει ο Δημήτρης Σταθόπουλος. 


Το άρθρο είναι προδημοσίευση από την επερχόμενη έκδοση “Από το Φάντομ στο Phantom: 50 ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑ” – Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το άρθρο προέρχονται από το αρχείο της ΠΑ, απόστρατων Αεροπόρων και από το αρχείο του συγγραφέα.

Η ένταξη των μαχητικών F-4E Phantom II στην Ελληνική Αεροπορία συνέπεσε χρονικά με μία από τις πλέον δραματικές περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Την κρίση της Κύπρου και την τουρκική εισβολή, υπό την κωδική ονομασία «ΑΤΤΙΛΑΣ», που εκδηλώθηκε τα ξημερώματα του Σαββάτου, 20 Ιουλίου 1974.

Με το πέρασμα των δεκαετιών, το ζήτημα της (μη) εμπλοκής των νεοπαραληφθέντων F-4E Phantom II της Πολεμικής Αεροπορίας κατά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο τον Ιούλιο του 1974 εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο αντιπαράθεσης. Πολλοί έχουν ισχυριστεί πως μια αποστολή κρούσης προς τη Μεγαλόνησο δεν ήταν επιχειρησιακά εφικτή, βασίζοντας την επιχειρηματολογία τους σε τρεις κύριους άξονες:

1) Την απειρία των πληρωμάτων Phantom

2) Τη μη πλήρη διαθεσιμότητα και τεχνική ετοιμότητα των αεροσκαφών.

3) Τη μεγάλη απόσταση και τις ιδιαίτερες απαιτήσεις ενός επιχειρησιακού πλήγματος τόσο μακριά από την ηπειρωτική Ελλάδα.

Τα παραπάνω επιχειρήματα αποτελούν μέχρι σήμερα αντικείμενο συζητήσεων, έντονων διαφωνιών, ακόμη και πόλωσης εντός της αμυντικής και ιστορικής κοινότητας. Το παρόν άρθρο δεν επιδιώκει να αποδώσει ευθύνες ούτε να καταδικάσει πρόσωπα ή αποφάσεις. Ακόμα και σήμερα, υπάρχουν φωνές που κατηγορούν άδικα το προσωπικό της Πολεμικής Αεροπορίας και ιδιαίτερα τα πληρώματα των πρώτων ελληνικών Phantom, ότι δεν έδρασαν κατά την εισβολή στην Κύπρο.

Στόχος του άρθρου είναι να καταγράψει, με τεκμηριωμένο τρόπο, την πραγματική επιχειρησιακή κατάσταση της 339 ΜΔ/Β εκείνες τις κρίσιμες ώρες αξιοποιώντας μαρτυρίες πρωταγωνιστών, επίσημα αρχεία και τεχνικά στοιχεία. Με σεβασμό στην ιστορική αλήθεια, σκοπό είναι να αποκατασταθεί η εικόνα τόσο για την ετοιμότητα των πληρωμάτων και των αεροσκαφών F-4E, όσο και για το αν ήταν πραγματικά δυνατή μια αποστολή κρούσης των ελληνικών Phantom στην Κύπρο. Η ευθύνη για την αδράνεια δεν ανήκε στους ανθρώπους που ήταν έτοιμοι να πετάξουν σε πολεμικές αποστολές – ακόμα και – χωρίς επιστροφή.


Το προσωπικό της Πολεμικής Αεροπορίας, τότε υπό την ονομασία «Ελληνική Αεροπορία», επέδειξε εξαιρετικό φρόνημα και απόλυτη προσήλωση στο καθήκον. Τα πληρώματα και οι τεχνικοί ήταν έτοιμοι να επιχειρήσουν με κάθε διαθέσιμο μέσο, από τα νεοπαραληφθέντα μαχητικά F-4E Phantom II, έως τα παλαιότερα F-84F Thunderstreak και τα μεταγωγικά Noratlas, υπό εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες και με ελλιπή σχεδιασμό.

Η συχνά διατυπωμένη κριτική ότι η Αεροπορία παρέμεινε «αδρανής» κατά τα δραματικά γεγονότα του Ιουλίου-Αυγούστου 1974 είναι όχι μόνο άδικη αλλά και ιστορικά ανακριβής. Η επιχειρησιακή βούληση δεν έλειψε ποτέ. Αντιθέτως, τα στελέχη της ΠΑ ήταν πρόθυμα να αναλάβουν αποστολές υψηλότατου ρίσκου, ακόμα και χωρίς προοπτική επιστροφής. Η πραγματική αδυναμία εντοπιζόταν στην ασυντόνιστη και «διστακτική» καθοδήγηση της στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας της Χούντας του Ιωαννίδη.

Η κορυφαία και τραγική απόδειξη της επιχειρησιακής ετοιμότητας των στελεχών, ήταν η αποστολή «Νίκη», κατά την οποία ελληνικά Noratlas της 354 ΜΤΜ μετέφεραν καταδρομείς στην Κύπρο υπό την κάλυψη της νύχτας. Στη Λευκωσία, το Noratlas με τον κωδικό «Νίκη-4» (s/n 135) επλήγη από φίλια πυρά και συνετρίβη, οδηγώντας στον θάνατο 32 Έλληνες, τέσσερα μέλη πληρώματος και 27 καταδρομείς, ενώ αρκετοί ακόμη τραυματίστηκαν σε άλλα αεροσκάφη. Ήταν μια επιχείρηση που συμβολίζει το εύρος της θυσίας, αλλά και την απουσία συντονισμού της ηγεσίας.

Οι απώλειες, όμως, δεν περιορίζονται στα ονόματα που γράφτηκαν στους επίσημους καταλόγους. Συγκλονίζει η μαρτυρία του Αντιπτεράρχου (Ι) ε.α. Δημήτρη Γεωργιούλη, επίτιμου Αρχηγού του ΓΕΑ, ο οποίος τότε είχε επιλεγεί ως κυβερνήτης σε μία από τις πρώτες σειρές νέων πιλότων των F-4E στην Ανδραβίδα που στην κρίση αποσπάστηκε στην 340Μ από την οποία προερχόταν: «Παράλληλα, κατά τη διάρκεια παραμονής μου στην πίστα για παραλαβή αεροσκάφους, υπήρξα αυτόπτης μάρτυρας δύο θανατηφόρων ατυχημάτων υπαξιωματικών οπλουργών. Το πρώτο σημειώθηκε στην 115 ΠΜ, από ενεργοποίηση πυραύλου JATO υποβοήθησης απογείωσης υπερφορτωμένου αεροσκάφους εντός καταφυγίου. Το δεύτερο συνέβη αργότερα στην 133 ΣΜ, από ακούσια πυροδότηση ρουκέτας, κατά τη διάρκεια επιχειρησιακής απαίτησης αλλαγής οπλισμού από βόμβες σε ρουκέτες. Και στις δύο περιπτώσεις, οι διαδικασίες εκτελέστηκαν υπό πίεση χρόνου και με υψηλό αίσθημα καθήκοντος προς την πατρίδα, κατόπιν κατεπείγουσας εντολής για άμεση εκτέλεση πολεμικής αποστολής, η οποία τελικώς ουδέποτε εκτελέστηκε». Σε αυτή τη κρίση, η Eλληνική Πολεμική Αεροπορία δεν λιποψύχησε. Αγωνίστηκε και αιμορράγησε.


Ετοιμοπόλεμα Phantom και πληρώματα

Τυπικά, η 339 Μοίρα Διώξεως/Βομβαρδισμού δεν είχε ακόμη αξιολογηθεί επιχειρησιακά από την 28η Τακτική Αεροπορική Διοίκηση. Παρ’ όλα αυτά, τα πληρώματά της ήταν πλήρως ετοιμοπόλεμα και απολύτως ικανά να συμμετάσχουν σε επιχειρησιακές αποστολές. Οι χειριστές είχαν ολοκληρώσει με επιτυχία την ειδική επιχειρησιακή εκπαίδευση πολεμικού σταδίου στις Ηνωμένες Πολιτείες και ήταν σε θέση να αναλάβουν αποστολές τόσο αναχαίτισης όσο και διώξεως/βομβαρδισμού. Αυτή ακριβώς η επιχειρησιακή τους ετοιμότητα αποτέλεσε τον λόγο για τον οποίο η Μοίρα εντάχθηκε πλήρως στα επιχειρησιακά σχέδια της Ελληνικής Αεροπορίας στις 20 Ιουλίου 1974.

Μόλις δύο ημέρες αργότερα, στις 22 Ιουλίου, και ενώ βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη η αποβατική ενέργεια των τουρκικών δυνάμεων στην περιοχή της Κερύνειας, το Αρχηγείο Αεροπορίας αποφάσισε αν και καθυστερημένα, τη μεταστάθμευση 10 από τα νεοπαραληφθέντα F-4E Phantom της 339 Μοίρας Διώξεως/Βομβαρδισμού (339 ΜΔ/Β) στην 126 Σμηναρχία Μάχης (126 ΣΜ) στο Ηράκλειο Κρήτης, με σκοπό την ενίσχυση της ελληνικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο και την ενδεχόμενη ανάληψη επιθετικών αποστολών εναντίον τουρκικών στόχων στην Κύπρο.

Παράλληλα, αεροσκάφη F-84F Thundestreak της 340 ΜΔ/Β είχαν ήδη τεθεί σε αυξημένη ετοιμότητα στην 133 ΣΜ στο Καστέλι, αναμένοντας διαταγές για απογείωση. Όμως, η ατολμία, η σύγχυση και ο επιχειρησιακός ασυντονισμός της ηγεσίας του καθεστώτος Ιωαννίδη δεν επέτρεψαν ποτέ την έκδοση των τελικών διαταγών για εκτέλεση αποστολών.

Με τον τρόπο αυτό, η τεράστια ισχύς πυρός των Phantom, αν και ήταν διαθέσιμη, δεν έμελλε να αξιοποιηθεί προκειμένου να βοηθήσει τις ελληνικές και κυπριακές δυνάμεις που μάχονταν μόνες με τον εισβολέα.

Για τη μεταστάθμευση των F-4E στο Ηράκλειο, έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά όλα αυτά τα χρόνια. Το βέβαιο είναι πως επρόκειτο για την πρώτη επιχειρησιακή ενεργοποίηση των ελληνικών Phantom, έστω και χωρίς αποστολή, σε ένα από τα πιο κρίσιμα γεωπολιτικά επεισόδια της εποχής.

Υπό αυτό το πρίσμα απόψεων, στις 8/4/2020 σάλο δημιούργησε το άρθρο με τίτλο «Ο Αττίλας ΙΙ και η στάση της Ελλάδας» του καθηγητή Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Ευάνθη Χατζηβασιλείου, στην εφημερίδα «Καθημερινή». Στο άρθρο του, ο καθηγητής αναφέρει πως «υπήρχε αδυναμία δράσεως των ελληνικών αεροσκαφών Phantom στη διάρκεια της εισβολής […]» και ότι «τα παραληφθέντα τον Απρίλιο του ’74 υπερσύγχρονα αεροσκάφη F-4E Phantom II, δεν είχαν μεγαλύτερη ακτίνα δράσης σε σύγκριση με τα παλαιότερα αεροσκάφη. Δεν μπορούσαν να εκτελέσουν επιχειρήσεις αεροπορικής υποστήριξης στην Κύπρο και τα ελληνικά αεροπλάνα που θα φαινόταν στον κυπριακό ουρανό εκείνες τις ημέρες, θα έφευγαν κατόπιν για τη Συρία για να παραδοθούν εκεί, και δεν θα επέστρεφαν για να μετρήσουν στον συσχετισμό δυνάμεων Ελλάδας-Τουρκίας», εννοώντας πως η αποστολή των Phantom για χτύπημα στην Κύπρο δεν ήταν εφικτό να πραγματοποιηθεί ενώ καταλήγει – εμμέσως πλην σαφώς – στο συμπέρασμα πως οποιεσδήποτε αντίθετες φωνές για την ακτίνα δράσεως των Phantoms προέρχονται αποκλειστικά, άκουσον – άκουσον, από ακροδεξιά στοιχεία.

Το άρθρο, αποτέλεσε την αφορμή για απάντηση στους ισχυρισμούς του αρθρογράφου, που έδωσε αρχικά ο Απτχος (Ι) ε.α. Γεώργιος Σκαρλάτος και εν συνεχεία για την απαντητική επιστολή του Απτχου (Ι) ε.α. Παναγιώτη Μπαλέ στον διευθυντή της «Καθημερινής».

Η πραγματικότητα για τα F-4E Phantom II

1) Επιχειρησιακή ετομότητα πληρωμάτων

Όσοι από τους βετεράνους Φαντομάδες συμμετείχαν σε αυτή την αποστολή και έχουν μιλήσει δημόσια, έχουν μία κοινή πεποίθηση. Πως ήταν ετοιμοπόλεμοι και σε θέση να αναλάβουν την αποστολή, το ηθικό όλων ήταν ακμαιότατο και δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα με τα αεροσκάφη Phantom.
«Αν μας δινόταν η διαταγή, θα δημιουργούσαμε τέτοια πανωλεθρία στους εισβολείς που πιθανότατα δεν θα εκδηλωνόταν και ο “Αττίλας II” στις 14 Αυγούστου 1974», λέει ο αείμνηστος Απτχος (Ι) ε.α. Στέφανος Σκρέκας σε συνέντευξή του.

Η σιγουριά τους αυτή απορρέει από το ολοκληρωμένο, επαγγελματικό και ρεαλιστικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα πολεμικού σταδίου που έλαβαν οι Έλληνες ιπτάμενοι στις ΗΠΑ, στη Homestead AFB, στα πρότυπα των SOTC (Special Operational Training Course), τα εκπαιδευτικά προγράμματα μάχης F-4E στα οποία επανεκπαιδεύονταν υποχρεωτικά οι βετεράνοι χειριστές της USAF.

Το εξαντλητικό και συνεχές πρόγραμμα εκπαίδευσης των χειριστών συνεχίστηκε και στην Ελλάδα. Η άμεση αξιοποίηση των αεροσκαφών με την παραλαβή τους και οι συνεχείς ασκήσεις στην Ανδραβίδα – όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης – από την πρώτη εβδομάδα παραλαβής τους, καταδεικνύουν την ορθή προετοιμασία του προσωπικού των Phantom.

Η δε ανορθόδοξη και μοναδική μέχρι σήμερα απόφαση για την αποστολή μεγάλου αριθμού ιπταμένων στις ΗΠΑ για εκπαίδευση στα αεροσκάφη F-4E με σκοπό να επανδρώσουν άμεσα μία Μοίρα, και η απόφαση για πλήρη εκπαίδευση πολεμικού σταδίου για όλα τα πληρώματα, αντί της συνήθους πρακτικής εξοικείωσης ενός μικρού πυρήνα, είναι σαφής ένδειξη ότι η Ελληνική Αεροπορία συνέδεε την κατά το δυνατόν ταχύτερη επιχειρησιακή αξιοποίηση των νέων αεροσκαφών με την Κύπρο. Αυτό επιβεβαιώνεται και από μελέτη του Αρχηγείου Αεροπορίας το 1972, η οποία επισημαίνει χαρακτηριστικά περί απαιτήσεων, στη Σελ. 2, παράγραφοι α, β, γ της μελέτης:α. Τήν ποιότητα τοῦ ἱπταμένου καὶ τεχνικοῦ προσωπικοῦ, ὡς καὶ τὴν πληρότητα καὶ ἀρτιότητα τῆς ἐκπαιδεύσεως αὐτοῦ, δι᾿ ἧς θὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ συγκρότησις καὶ ἡ θέσις τῶν Μοιρῶν F-4E εἰς ἐτοιμότητα μάχης, ἐν τῷ ἐλαχίστῳ χρονικῷ διαστήματι.
β. Ἡ προσπάθεια τῆς Τουρκίας νὰ ἀποκτήσῃ ταυτοχρόνως μεθ’ ἡμῶν τὰ ἀεροσκάφη ταῦτα ἀποδεικνύει τὴν ἀνησυχίαν αὐτῆς διὰ τὴν ἐνδεχομένην ἀπώλειαν, ἔστω καὶ προσκαίρως, τῆς ὑπεροχῆς τῆς ἀεροπορικῆς ἰσχύος, γεγονός ὃ ὑποχρεοῖ τὴν Ἑλληνικὴν Ἀεροπορίαν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἀξιοποίησιν τοῦ ὁπλικοῦ συστήματος F-4E καὶ νὰ διατηρῇ τοῦτο εἰς ὑψηλὴν μαχητικὴν ἱκανότητα καὶ διαθεσιμότητα ἔναντι τοῦ ἀντιστοίχου συστήματος τῆς Τουρκικῆς Ἀεροπορίας.
γ. Μετὰ τὴν εἴσοδον τῶν ἀεροσκαφῶν F-4E εἰς τὸν ὅπλον τῆς Ἑλληνικῆς Ἀεροπορίας, περιορίζεται σημαντικῶς ἡ ἀδυναμία αὐτῆς νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Κύπρον.

Η Αμερικανική Αεροπορία όφειλε βάσει της σύμβασης με την ΕΑ, να καταστήσει άμεσα «ετοιμοπόλεμους» τους Έλληνες χειριστές που θα πετούσαν τα αεροσκάφη F-4E. Αναφέρει η μελέτη:«γ. Ἡ Ἀμερικανικὴ Ἀεροπορία ὀφείλει, βάσει τῶν Συμβάσεων Ἐκπαιδεύσεως, νὰ παρέχῃ πάσας τὰς ἀναγκαίας ἱκανότητας, ὥστε τὰ πληρώματα νὰ εἶναι ἐτοιμοπόλεμα καὶ ἱκανὰ νὰ ἀνταπεξέλθωσιν ἀμέσως εἰς πᾶσαν ἀποστολήν».

Ήταν εφικτό όμως κάτι τέτοιο, να είναι δηλαδή τα πληρώματα έτοιμα για μάχη και πόλεμο μετά το πέρας των 20 εβδομάδων «αναβαθμισμένης» εκπαίδευση τους; Ήταν και υπήρχε μάλιστα προηγούμενο.

Η Heyl Ha’ Avir-HHA (Ισραηλινή Αεροπορία) παρέλαβε τα 4 πρώτα F-4E τoν Σεπτέμβριο του 1969, έχοντας στείλει έναν μικρό πυρήνα 10 ιπταμένων στην Αμερική στις αρχές του ίδιου έτους, για την απαραίτητη transition phase και το σχολείο εκπαιδευτών.

Η πρώτη πολεμική αποστολή ισραηλινών F-4E, πραγματοποιήθηκε επιτυχώς σε λιγότερο από ενάμιση μήνα από την παραλαβή των πρώτων αεροσκαφών που συγκρότησαν τη 201η Mοίρα «The One», πρώτη στην HΠA με αεροσκάφη του τύπου. Στις 22/10/1969, Phantom της μοίρας εκτέλεσαν αποστολή SEAD (Suppression of Enemy Air Defenses/καταστολή εχθρικής αεράμυνας) εναντίον στόχου θέσης συστοιχιών Αιγυπτιακών αντιαεροπορικών πυραύλων SAM (έκδοσης SA-2). Λίγες ημέρες μετά, στις 11/11/1969 σημειώθηκε και η πρώτη κατάρριψη αντίπαλου αεροσκάφους, ενός αιγυπτιακού μαχητικού MiG-21 από F-4E της ίδιας μοίρας, που το έπληξε από κοντινή απόσταση με βλήμα καθοδήγησης IR (υπέρυθρης ακτινοβολίας) AIM-9 Sidewinder.

Οι Ισραηλινοί όμως είναι Ισραηλινοί, θα σκεφτεί κάποιος. «Επιστρέφοντας στην πατρίδα σας θα πρέπει να γνωρίζετε ότι είσαστε οι καλύτερα εκπαιδευμένοι πιλότοι σε όλη την περιοχή, καλύτεροι ακόμη και από τους Ισραηλινούς» κατέληξε στην ομιλία του ο Διοικητής της 31st TFW (Tactical Fighter Wing), Σμήναρχος Aλόνσο Γουόλτερ (Col. Alonzo J. Walter), κατά την εκδήλωση αποχαιρετισμού με το πέρας της εκπαίδευσης της ελληνικής τάξης 74HB στη Ηomestead AFB, αφού πρώτα είχε εξήρει τις υψηλές επιδόσεις όλων των Ελλήνων χειριστών καθ’ όλη τη διάρκεια της εκπαίδευσης τους.

Αυτό αναφέρει ο Αντιπτέραρχος (I) ε.α. Σωτήρης Κοντογιάννης, ο πρώτος Μοίραρχος της 339 Μοίρας «ΑΙΑΣ». Η διαπίστωση αυτή, αποδεικνύει τόσο την αξία των Ελλήνων ιπτάμενων όσο και αυτή του ειδικού προγράμματος σπουδών που παρακολούθησαν στις ΗΠΑ. Τα δε λεγόμενα του Σμήναρχου Aλόνσο Γουόλτερ, επιβεβαιώνονται από τα αρχεία τη Homestead AFB όπου εκπαιδεύτηκαν οι Έλληνες ιπτάμενοι.

Με την έναρξη της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, μπορεί να μην είχε ανατραπεί η αριθμητική αναλογία των αεροπορικών δυνάμεων υπέρ της Ελλάδος με τα νέα μαχητικά F-4E Phantom II, αλλά η τότε ΕΑ είχε ήδη εξασφαλίσει ένα αδιαμφισβήτητο πλεονέκτημα στο οπλοστάσιό της με μαχητικά αεροσκάφη 3ης γενιάς.

Οι Έλληνες χειριστές ήταν έτοιμοι να αναλάβουν κάθε πολεμική αποστολή. Όταν ξεκίνησε η τουρκική εισβολή, τα Phantom βρίσκονταν ήδη σχεδόν τέσσερις μήνες σε υπηρεσία στην ΕΑ και η αξιοποίησή τους ήταν άμεση. Δεν υποστηρίζουμε πως ήταν όλα «ρόδινα» στην Ανδραβίδα και πως δεν υπήρχαν ελλείψεις. Υπήρχαν όμως τα μέσα και πυρήνας από άρτια εκπαιδευμένο τεχνικό προσωπικό ώστε τα Phantom να συμβάλουν άμεσα τουλάχιστον σε επιχειρήσεις πρώτου πλήγματος, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές θα είχαν σχεδιαστεί σωστά.

Σε έναν πόλεμο, οι Ένοπλες Δυνάμεις οφείλουν να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο για να ανατρέψουν την εις βάρος τους κατάσταση, ενώ δεν πρέπει να λησμονούμε την προσαρμοστικότητα και ευρηματικότητα του Έλληνα μαχητή στο πέρασμα των αιώνων, ο οποίος με πείσμα και πηγμή ανέτρεψε κάθε αντιξοότητα, ενάντια σε κάθε πρόβλεψη.

Ένας «Φαντομάς» του 1974 ξανά στο πιλοτήριο του Θρυλικού F-4E Phantom

Ως προς την ετοιμότητα πληρωμάτων και αεροσκαφών, μας αφηγείται ο Απτχος (Ι) ε.α. Βασίλειος Κατσιαντώνης: «Οι πιλότοι ήταν ετοιμοπόλεμοι από κάθε άποψη, ενώ τα αεροσκάφη ήταν επιχειρησιακά έτοιμα, με κάθε έννοια και επάρκεια σε κάθε ανάγκη. Σε κάθε περίπτωση, θα πολεμούσαμε με ό,τι διαθέταμε».

«Αν είχε πραγματοποιηθεί η αποστολή εκείνο το απόγευμα της 22ας Ιουλίου 1974, οι Τούρκοι θα είχαν υποστεί καταστροφή. Πιστεύω πως σίγουρα, στις διαπραγματεύσεις θα ήμασταν από θέση ισχύος. Η Πολεμική Αεροπορία, δε, με τα Phantom, ήταν σε θέση να συνεχίσει τον αγώνα αν χρειαζόταν, καθώς υπήρχε επάρκεια οπλισμού και ανταλλακτικών για τα αεροσκάφη F-4E», προσθέτει ο Απτχος (Ι) ε.α. Ιωάννης Κολοβός.

Η γέννηση των Ελλήνων Φαντομάδων

Αδιαμφισβήτητη απόδειξη των ικανοτήτων και της ετοιμότητας των Ελλήνων ιπταμένων αποτελεί η μαρτυρία του Major (ret.) Charles P. D. (Το πλήρες όνομα του Major D. δεν δημοσιεύεται για ευνόητους λόγους, καθώς το σχετικό βιβλίο βρίσκεται υπό έκδοση), ενός εκ των Αμερικανών εκπαιδευτών του πρώτου κλιμακίου έξι Ελλήνων χειριστών που παρακολούθησαν εκπαίδευση στην αεροπορική βάση Homestead.

Έχοντας δύο πλήρεις θητείες ενός έτους η κάθε μία στη ΝΑ Ασία, με σύνολο 399 επίσημα καταγεγραμμένες αποστολές μάχης στο Βιετνάμ κάθε τύπου ενώ συμμετείχε και στην επιχείρηση «Linebacker II» με F-4Ε.

Ο Charles P. D., νεαρός Σμηναγός τότε, ήταν ένας από τους πιο έμπειρους εκπαιδευτές στη Homestead AFB. Αναφέρει στη συνέντευξή του για τις ανάγκες του βιβλίου «Από το Φάντομ στο Phantom».

«Οι Έλληνες ήταν σταθεροί, ικανοί πιλότοι, αποφασισμένοι να μάθουν και να διαπρέψουν, διατηρώντας πάντα το χιούμορ τους». Στην ερώτηση μου «Πιστεύετε ότι οι Έλληνες πιλότοι θα μπορούσαν να εκτελέσουν πολεμικές αποστολές μετά την εκπαίδευση στο Homestead;», η απάντηση ήταν: «Απολύτως. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία σε αυτό. Στην εκπαίδευση τους δεν κρατήσαμε τίποτα κρυφό. Εγώ και οι υπόλοιποι εκπαιδευτές, όλοι βετεράνοι του Βιετνάμ, εκμεταλλευτήκαμε κάθε ευκαιρία να μεταδώσουμε τα μαθήματα που αποκτήσαμε με κόστος στον πόλεμο. Τις αρχές της επιβίωσης, της ψυχραιμίας, της τακτικής. Τους διδάξαμε όχι μόνο πώς να πετούν το Phantom, αλλά πώς να σκέφτονται σαν μαχητές. Πώς να επιχειρούν με αποφασιστικότητα, ευθύνη και ταχύτητα σκέψης. Όλα όσα δεν καταγράφονται στα εγχειρίδια, αλλά κρίνονται στη μάχη».

Στην ερώτηση «Θα θέλατε κάποιον από τους Έλληνες εκπαιδευόμενους ως συγκυβερνήτη ή wingman (Νο 2) σε συνθήκες μάχης;». Απαντάει: «Για τον Chris (Χ. Γεωργούλης) και τον Takis (Τ. Μανούσος), που ήταν οι μαθητές μου και γνώριζα καλά, η απάντηση είναι ξεκάθαρα ένα μεγάλο ΝΑΙ. Τους εμπιστευόμουν απόλυτα. Ήταν πανέτοιμοι για κάθε αποστολή και θα έπεφτα στη φωτιά μαζί τους». Κατά την άποψη του γράφοντος, μετά και από αυτή τη μαρτυρία, δεν χωρά πλέον αμφισβήτηση για το αξιόμαχο των Ελλήνων Φαντομάδων.

2) Η επιχειρησιακή ετοιμότητα των Phantom

Το πρόγραμμα στην 117 ΠΜ εκείνον τον Ιούλιο του 1974 συνεχιζόταν με εντατικούς ρυθμούς, με έμφαση στην οργάνωση της 339 ΜΔ/Β και στην κοινή εκπαίδευση του προσωπικού των δύο μοιρών, της 339 και της 338, μέσα φυσικά από αντιξοότητες και προβλήματα. Μέχρι τα μέσα Ιουλίου, η δύναμη των F-4E Phantom II είχε ανέλθει στα 17 αεροσκάφη (01500–01516), τόσα είχαν παραδοθεί έως τότε στη 339 ΜΔ/Β, σύμφωνα με το Βιβλίο Πτήσης.

Να σημειωθεί επίσης πως, ταυτόχρονα με την παραλαβή των αεροσκαφών, είχε ξεκινήσει από τον Απρίλιο και η παράδοση υλικών, ανταλλακτικών και πυρομαχικών κάθε τύπου, τα οποία έφταναν συνεχώς με αεροσκάφη C-5 Galaxy της USAF στην Ανδραβίδα. Οι Αμερικανοί τηρούσαν κατά γράμμα τους όρους των συμβολαίων και στους προβλεπόμενους χρόνους.

Από την παραλαβή των Phantom στις αρχές Απριλίου, το εκπαιδευτικό πρόγραμμα στην 117 ΠΜ όλων των πληρωμάτων ήταν επίπονο και ρεαλιστικό, με δεκάδες εξόδους την ημέρα. Αδιαμφισβήτητος μάρτυρας το Βιβλίο Πτήσης (Β.Πτ.) της 339 ΜΔ/Β. Από τον Μάιο του 1974, οι ασκήσεις ελιγμών ACM/BFM, οι αναχαιτίσεις, οι εικονικές προσβολές των αεροδρομίων των 117, 111 και 114 Πτέρυγων Μάχης, όπως και οι βολές με εκπαιδευτικά ή πραγματικά όπλα, ήταν συνεχείς.

Από τις 15 Ιουλίου, με το πραξικόπημα στην Κύπρο, η κατάσταση στα ελληνοτουρκικά «μυρίζει μπαρούτι». Η 339 Μοίρα θα είναι σε αυξημένη ετοιμότητα συνεχίζοντας εντατικά το εκπαιδευτικό πρόγραμμά της, δίνοντας προτεραιότητα σε συγκεκριμένες δραστηριότητες και ασκήσεις. Έμφαση από τις αρχές εκείνου του μήνα είχε δοθεί στις ασκήσεις συνεργασίας, αναχαίτισης, σε ελιγμούς και σε βολές, αρχικά με εκπαιδευτικά βομβίδια MK-76 και BDU-33, φερόμενα σε φορείς SUU-20. Η τελευταία τέτοια βολή με εκπαιδευτικά όπλα πραγματοποιείται στις 12 Ιουλίου και εν συνεχεία πραγματοποιούνται βολές μόνο με ενεργά πυρομαχικά.

Να σημειωθεί πως η πρώτη βολή πραγματικών όπλων είχε πραγματοποιηθεί από ζεύγος F-4E στις 6/6/1974, με το 01500 και το 01506, κάνοντας άφεση βομβών Μ-117 στο πεδίο βολής Ποτίδαιας στη Χαλκιδική.

Αξιοσημείωτο είναι πως από τις 10–19 Ιουλίου 1974, μόνο σε δέκα ημέρες, σημειώνονται στο Β.Πτ. της μοίρας, 33 εξόδοι από ζεύγη ή τετράδες F-4E για ασκήσεις αναχαίτισης, όλες με διάρκεια πτήσης 1:35-1:45 λεπτών, ανεξάρτητα του υπόλοιπου εκπαιδευτικού προγράμματος, καταδεικνύοντας την ετοιμότητα και τη σημασία που δινόταν στους ρόλους αυτούς.

Ημερήσιες καταγραφές εκπαιδευτικού προγράμματος 15-20 Ιουλίου 1974

15 Ιουλίου 1974

Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα στην Ανδραβίδα, εξελίσσεται με 11 έξοδους από 11 αεροσκάφη Phantom. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει ασκήσεις αναχαίτισης και ελιγμούς ACM. Τρία ζεύγη με μικτά πληρώματα (τόσο εκπαιδευμένων ιπταμένων στην Αμερική όσο και στην Ανδραβίδα) συμμετέχουν σε σενάρια αναχαίτισης.

16 Ιουλίου 1974

Πραγματοποιούνται 9 έξοδοι από 9 Phantom. Συνεχίζονται οι ACM ελιγμοί, ενώ τρία ζεύγη συμμετέχουν σε ασκήσεις αναχαίτισης.

17 Ιουλίου 1974

Καταγράφονται 11 έξοδοι από 9 Phantom. Έμφαση σε ACM/BFM ελιγμούς και ασκήσεις αναχαίτισης από τρία ζεύγη.

18 Ιουλίου 1974

Δώδεκα έξοδοι από 11 Phantom. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει συνεργασία, ACM και βολές.
Τα 01507 και 01510 εκτελούν αφέσεις βομβών Mk-82 στο πεδίο Ποτίδαιας.
Το 01516 πραγματοποιεί δύο δοκιμές αέρος (πρωί και απόγευμα) για ένταξη στη μοίρα, καθώς παραδόθηκε πρόσφατα.


19 Ιουλίου 1974

Έξι έξοδοι από 5 Phantom (01500, 503, 504, 505, 515), με δραστηριότητες σε ACM, βολές και ασκήσεις αναχαίτισης.
Πρωινές και απογευματινές βολές με Mk-82 στο πεδίο Ποτίδαιας από τα 01510, 01507 και 01512. Να σημειωθεί πως οι βολές αυτές, πραγματοποιούνται μόλις μια ημέρα πριν την τουρκική εισβολή.
Το 01510, μετά από βλάβη, επαναδιατίθεται το απόγευμα, αποδεικνύοντας την άμεση επιχειρησιακή ετοιμότητα της μοίρας, γεγονός που καταδεικνύει τη δυναμική αξιοποίηση των μέσων, ακόμα και εν μέσω έντονου επιχειρησιακού φόρτου.
20 Ιουλίου 1974
Από τις πρώτες πρωινές ώρες, το σύνολο των αεροσκαφών F-4E Phantom της 339 ΜΔ/Β βρίσκεται σε πλήρη επιφυλακή, εκτελώντας την εντολή της 28ης ΤΑΔ, η οποία είχε δοθεί το προηγούμενο απόγευμα. Τα αεροσκάφη ήταν χωρισμένα σε δύο επιχειρησιακούς ρόλους, Δίωξης-Βομβαρδισμού (Δ/Β), φέροντας έξι βόμβες γενικής χρήσης Mk-82 των 500 λιβρών και, Αναχαίτισης (ΑΝΧ), εξοπλισμένα με θερμικά (IR) βλήματα αέρος-αέρος, AIM-9 Sidewinder.

Βάσει των ημερήσιων καταγραφών των πτήσεων και εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων από τις 15 έως και τις 19 Ιουλίου 1974, προκύπτει ξεκάθαρα ότι η 339 Μοίρα Διώξεως-Βομβαρδισμού βρισκόταν σε υψηλό επίπεδο επιχειρησιακής ετοιμότητας και κάθε ισχυρισμός αμφισβήτησης περί αυτού είναι αβάσιμος.

Το γεγονός ότι καθημερινά εκτελούνταν σημαντικός αριθμός εξόδων, με συμμετοχή του συνόλου των διαθέσιμων αεροσκαφών F-4E Phantom, αποδεικνύει τόσο την τεχνική διαθεσιμότητα του στόλου όσο και την ετοιμότητα του ιπτάμενου και τεχνικού προσωπικού. Οι δε εκπαιδευτικές δραστηριότητες περιλάμβαναν ένα ευρύ φάσμα αποστολών, όπως:Αναχαιτίσεις και ελιγμοί ACM/BFM, που δείχνουν προετοιμασία για αερομαχίες και εμπλοκές.
Συνεχείς βολές βομβών Mk-82, που μαρτυρούν εστίαση σε αποστολές κρούσης.
Συνεχή επαναδιάθεση αεροσκαφών ακόμα και μετά από τεχνικές βλάβες, στοιχείο που φανερώνει γρήγορη υποστήριξη και υψηλή διαθεσιμότητα.
Εκπαίδευση μικτών πληρωμάτων, γεγονός που δείχνει προσπάθεια επιχειρησιακής εξομοίωσης και μετάδοσης εμπειρίας.

Από τα παραπάνω στοιχεία και ντοκουμέντα τεκμηριώνεται πλήρως ότι η 339 Μοίρα, τόσο σε επίπεδο ανθρώπινου δυναμικού όσο και υλικών μέσων, ήταν σε θέση να εκτελέσει επιχειρησιακές αποστολές σε πραγματικές συνθήκες μάχης.Φωτογραφία – ντοκουμέντο: Ιπτάμενοι και τεχνικοί της 339 Μοίρας, μπροστά από μαχητικά αεροσκάφη F-4E Phantom, κατά την διάρκεια της μεταστάθμευσής τους στην 126 Σμηναρχία Μάχης, στο Ηράκλειο Κρήτης τον Ιούλιο του 1974. (Αρχείο: Αθανάσιος Ράπτης)

Η μεταστάθμευση στο Ηράκλειο για την ανάληψη αποστολής – Το ατύχημα με το 01506


Το συχνότερο επιχείρημα των επικριτών της αποστολής των F-4E στην Κύπρο αφορά την (υποτιθέμενη) έλλειψη επιχειρησιακής ετοιμότητας των πληρωμάτων, με αναφορά στο ατύχημα που σημειώθηκε κατά τη μεταστάθμευση των 10 Phantom στην 126 ΣΜ. Ένα από τα αεροσκάφη προσγειώθηκε βαριά και καταστράφηκε, γεγονός που, κατά τους επικριτές, οφειλόταν σε ανεπαρκή εκπαίδευση και απειρία στον συγκεκριμένο τύπο. Με βάση αυτό το περιστατικό, υποστηρίζουν ότι η αποστολή στην Κύπρο δεν θα μπορούσε να εκτελεστεί επιτυχώς. Ισχυρισμοί αυτού του είδους, ωστόσο, στερούνται σοβαρότητας.

Στις 22 Ιουλίου 1974, οκτώ Phantom της 339 ΜΔ/Β μεταστάθμευσαν από την 117 ΠΜ για την 126 ΣΜ στο Ηράκλειο, σε δύο σχηματισμούς των τεσσάρων αεροσκαφών, σε ρόλο Δ/Β. Άλλα δύο F-4E κατέφτασαν από την 114 ΠΜ για κάλυψη αναχαίτισης. Τα Phantom του πρώτου σχηματισμού από την Ανδραβίδα που βρίσκονταν σε επιφυλακή Δ/Β, και θα εκτελούσαν την επιθετική αποστολή, απογειώθηκαν χωρίς οπλισμό για λόγους ασφαλείας ενώ ο δεύτερος που απογειώθηκε αργότερα, έριξε τα όπλα του στη θάλασσα λόγω χρονικών περιορισμών. Στην Κρήτη προβλεπόταν ανεφοδιασμός σε καύσιμα και εκ νέου φόρτωση όπλων και για τα 8 Phantom.

Παρά την απόρριψη φορτίου, τα αεροσκάφη προσγειώθηκαν κοντά στο μέγιστο όριο βάρους, διατηρώντας σημαντική ποσότητα καυσίμου στις εξωτερικές δεξαμενές (370 gal) των πτερύγων. Η απόρριψη τους δεν ήταν εφικτή λόγω έλλειψης εφεδρικών στην 126 ΣΜ, ούτε μπορούσαν τα καύσιμα να αναλωθούν με κύκλους αναμονής, λόγω του περιορισμένου χρόνου για την εκτέλεση της αποστολής στην Κύπρο πριν από την κατάπαυση του πυρός.

Η υπερφόρτωση, οι ισχυροί πλάγιοι και καθοδικοί άνεμοι που επικρατούν στο Ηράκλειο, δυσχέραναν την προσγείωση. Το Phantom του δεύτερου σχηματισμού με αριθμό 01506 ακούμπησε βαριά τον διάδρομο, υπέστη σοβαρή ζημιά στο σκέλος προσγείωσης και τυλίχθηκε στις φλόγες. Το πλήρωμα εκτινάχθηκε επιτυχώς και διασώθηκε.

Τούρκοι Φαντομάδες VS Ελλήνων Φαντομάδων: Η επεισοδιακή ένταξη του F-4E στην THK

Ατυχήματα μπορούν να συμβούν σε οποιαδήποτε ετοιμοπόλεμη δύναμη. Χαρακτηριστικό είναι παρόμοιο περιστατικό τουρκικού F-4E στις 31 Μαΐου 2019 από την 111 Μοίρα, με ιδιαίτερα έμπειρο πλήρωμα. Το αεροσκάφος υπέστη σοβαρές ζημιές στην προσγείωση στη βάση Ερχάτς στη Μαλάτεια λόγω κακών καιρικών συνθηκών και υψηλού επιχειρησιακού φορτίου. Οι χειριστές εκτινάχθηκαν με επιτυχία. Οι προκαταρκτικές έρευνες κατέδειξαν ότι κύριοι παράγοντες του ατυχήματος ήταν η ύπαρξη πλευρικών ανέμων, σε συνδυασμό με το αυξημένο επιχειρησιακό βάρος του αεροσκάφους. Το αεροσκάφος υπέστη σημαντικές ζημιές στο ρύγχος λόγω της κατάρρευσης του ρινιαίου σκέλους.

Οι Έλληνες ιπτάμενοι είχαν λάβει εκπαίδευση στις ΗΠΑ, τηρώντας αυστηρά τα πρότυπα πτήσης, όπως η προσγείωση με ταχύτητα “on speed” (~270 χλμ/ώρα). Σε συνδυασμό με το βάρος και τους πλευρικούς ανέμους, το ατύχημα του 01506 ήταν σχεδόν αναπόφευκτο. Όταν επικρατεί «πολεμικός πυρετός» και ένταση σε περίοδο κρίσης ή επιχειρήσεων, ακόμα και πλήρως εκπαιδευμένα και έμπειρα πληρώματα εκτίθενται σε αυξημένες πιέσεις και απαιτήσεις, όπου τα απρόοπτα και τα ατυχήματα μπορεί να συμβούν παρά τους καλύτερους χειρισμούς και την άρτια εκπαίδευση.

Το συγκεκριμένο ατύχημα σημειώθηκε υπό εξαιρετικά πιεστικές συνθήκες, με τα αεροσκάφη να είναι υπερφορτωμένα και με ισχυρούς πλευρικούς και καθοδικούς ανέμους στο Ηράκλειο. Ακόμη και έμπειρα πληρώματα, σε περιόδους έντασης, είναι εκτεθειμένα σε παράγοντες που ενέχουν ρίσκο, όπως ακριβώς συνέβη και με το τουρκικό F-4E που υπέστη ατύχημα το 2019 εν καιρό ειρήνης.
Συνεπώς, η χρήση του ατυχήματος ως επιχείρημα περί «ανετοιμότητας» αποτελεί συνειδητή διαστρέβλωση της πραγματικότητας, που λειτουργεί ως άλλοθι για την πολιτικοστρατιωτική αδράνεια της περιόδου και όχι ως αντικειμενική αποτίμηση της επιχειρησιακής ικανότητας της Μοίρας.


Η δυνατότητα εκτέλεσης αποστολής κρούσης στην Κύπρο από τα ελληνικά F-4E Phantom το 1974


Tα αεροσκάφη στην 126 ΣΜ επανεξοπλίστηκαν με βόμβες ΜΚ-20 ROCKEYE και CBU-58 που είχαν «απαλλοτριωθεί» από την αμερικανική ναυτική βάση της Σούδας το προηγούμενο βράδυ. Οι βόμβες αυτές είχαν μεταφερθεί στην 126 ΣΜ σε μία συντονισμένη επιχείρηση με την Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή.

Σύμφωνα με μαρτυρίες βετεράνων Φαντομάδων που συμμετείχαν στον επιχειρησιακό σχεδιασμό της 22ας Ιουλίου 1974 για την επιχείρηση στην Κύπρο, η αποστολή προβλεπόταν να εκτελεστεί ως εξής:

Τα F-4E Phantom θα ήταν φορτωμένα στο μέγιστο με καύσιμο και – προκειμένου να φτάσουν στον στόχο τους – θα έπρεπε να πετάξουν σε μεγάλο ύψος, μεταξύ 30.000 και 32.000 ποδών, διατηρώντας ταχύτητα πλεύσης (cruise) περίπου 330 μιλίων/ώρα, προκειμένου να επιτευχθεί η μέγιστη οικονομία καυσίμου. Στη συνέχεια, τα αεροσκάφη, 20 ν.μ. προ της Κύπρου, θα κατέρχονταν σταδιακά, θα εισέρχονταν στον εναέριο χώρο βορείως του νησιού και στη συνέχεια από ύψος 500 ποδιών θα εκτελούσαν την προσβολή του στόχου στην Κερύνεια με τις Rockeye.

Το μεγαλύτερο μέρος της απόστασης μεταξύ Κρήτης και Κύπρου, περίπου τα 340 ν.μ., θα καλυπτόταν με πορεία σχεδόν παράλληλη προς τις νότιες ακτές της Τουρκίας σε μια συνολική διαδρομή πήγαινε – έλα 840 ν.μ. όπως είχε εκτιμηθεί με παρόμοιο δρομολόγιο επιστροφής. Το γεγονός αυτό καθιστούσε πιθανή την αναχαίτισή τους από τουρκικά μαχητικά. Παρά ταύτα, οι χειριστές των επιθετικών σχηματισμών εξέφραζαν απόλυτη εμπιστοσύνη στην κάλυψη που θα παρείχαν τα πληρώματα προστασίας και αναχαίτισης των Phantom, τα οποία θα περιπολούσαν περίπου 180 ν.μ. προ της Κύπρου, ώστε να παρέχουν προστασία κυρίως από τα πεντάρια (F-5) της ΤΗΚ από την αεροπορική βάση Νταλαμάν, που αποτελούσαν στην ουσία τον μόνο κίνδυνο στην περιοχή.

Σε κάθε περίπτωση, τα Phantom θα μπορούσαν να έχουν και την προστασία από την απειλή της Νταλαμάν, από τα F-5 της 341 Μοίρας Αναχαίτισης Ημέρας και F-102 της 342 Μοίρας Παντός Καιρού, που είχαν μετασταθμεύσει επίσης στην 126 Σμηναρχία Μάχης.

Ο χρόνος παραμονής πάνω από τους στόχους είχε υπολογιστεί μεταξύ 3 και 5 λεπτών προκειμένου τα αεροσκάφη να πάρουν με ασφάλεια το δρόμο της επιστροφής. Ο χρόνος αυτός, επαρκούσε ακόμη και για επαναλαμβανόμενες διελεύσεις πάνω από τον στόχο. Με δεδομένη τη συγκέντρωση τουρκικών δυνάμεων σε περιορισμένο χώρο, τα πλήγματα με CΒU και Rockeye θα προκαλoούσαν καίρια και ολέθρια αποτελέσματα για τις δυνάμεις εισβολής.

Βόμβα διασποράς MK-20 Rockeye.

Οι Mk. 20 Rockeye II περιλαμβάνουν 247 βομβίδια κοίλης γόμωσης Mk. 118 για διάτρηση της οροφής αρμάτων μάχης και τεθωρακισμένων οχημάτων. Για να καταλάβουμε την αποτελεσματικότητα του όπλου, η άφεση ενός και μόνο Rockeye από ύψος 500 ποδών – ήτοι 150 μέτρων – καλύπτει με τα βομβίδια που φέρει μια επιφάνεια 4.200 τ.μ. Είναι αντιληπτό την πανωλεθρία που θα προκαλούσε στις τουρκικές αποβατικές δυνάμεις, οι οποίες ήταν εγκλωβισμένες σε μία λωρίδα γης στην ακτή, από 7 αεροσκάφη που θα συμμετείχαν στην αποστολή βομβαρδισμού (το 01506 είχε καταστραφεί) που θα έφεραν συνολικά 42 όπλα διασποράς τύπου CBU και Rockeye.

Βόμβα διασποράς CBU-58/Β.

Μετά τον βομβαρδισμό, αν τα αεροσκάφη εμπλέκονταν σε αερομαχίες με την THK, γεγονός που θα δημιουργούσε πρόβλημα στα αποθέματα καυσίμων, υπήρχε πρόβλεψη για προσγείωση και ταχύ ανεφοδιασμό στη Ρόδο. Αν οι συνθήκες ήταν τέτοιες που ανάγκαζαν τα πληρώματα να επιστρέψουν μέσω νοτιότερης διαδρομής κατά την απαγκίστρωση τους από τον στόχο, οι εντολές ήταν να επιχειρήσουν προσγείωση σε αεροδρόμια της Συρίας ή του Ισραήλ. Όμως – το τονίζουμε – το σχέδιο ήταν προσβολή του προγεφυρώματος των Τούρκων και επιστροφή στο Ηράκλειο, καθώς τα α/φη είχαν αυτή την δυνατότητα, όπως υπογραμμίζουν οι Φαντομάδες της εποχής και όπως θα αποδείξουμε και παρακάτω.

Φυσικά η αντίδραση της ΤΗΚ ήταν αναμενόμενη, ίσως όμως να ήταν και αναιμική. Κατά τη διάρκεια των επιθετικών επιχειρήσεων στην Κύπρο, η ΤΗΚ ανέπτυξε κυρίως τα F-100C/D και F-104G, μαχητικά δεύτερης γενιάς, κατάλληλα για αποστολές προσβολής εδάφους αλλά χωρίς ικανότητες εμπλοκής με σύγχρονα μαχητικά όπως τα Phantom. Τα αεροσκαφη αυτά επιχειρούσαν από τν αεροπορική βάση της Αττάλλειας, σχεδόν απέναντι από την Κερύνεια.

Τα δε F-5 – τα μόνα που προκαλούσαν έκδηλη ανησυχία στα ελληνικά πληρώματα – και τα F-102 που είχαν ρόλο την αναχαίτιση, ήταν σε ετοιμότητα και κυρίως επιφορτισμένα για αποστολές προστασίας του τουρκικού εναέριου χώρου, υπό τον φόβο ελληνικής αντίδρασης σε πιθανή προσβολή στρατηγικών στόχων εντός τουρκικού εδάφους από την ΠΑ. Αυτό το ενδεχόμενο είχε αποτρεπτική ισχύ και διαμόρφωνε τις τουρκικές τακτικές.

Oυσιαστική απειλή ήταν τα F-5 από την αεροπορική βάση Νταλαμάν. Η Τουρκική Αεροπορία, μπορεί να «αλώνιζε» πάνω από την Κύπρο, τα γεγονότα όμως κατέδειξαν όχι μόνο τις σοβαρές επιχειρησιακές της αδυναμίες, αλλά και τον έντονο ψυχολογικό κλονισμό που είχε υποστεί το προσωπικό της. Η κατάρριψη τουρκικού F-102 από F-5A της 337 ΜΑΗ πάνω από το Αιγαίο εκείνο το πρωινό της 22ας Ιουλίου, η απώλεια του δεύτερου αεροσκάφους του σχηματισμού λόγω εξάντλησης των καυσίμων από πανικό και αποπροσανατολισμό του χειριστή του, καθώς και το περιστατικό βύθισης του τουρκικού αντιτορπιλικού “Κοτσατεπέ” την προηγούμενη ημέρα από ίδια φίλια πυρά της ΤΗΚ και η πρόκληση ζημιών σε άλλα δύο, φανερώνουν έναν αεροπορικό οργανισμό υπό πίεση, κυριευμένο από σύγχυση και φόβο στην προοπτική ελληνικής αντίδρασης.

Επιπλέον, η ανεμπόδιστη αποστολή 15 απαρχαιωμένων Noratlas στην Κύπρο στα πλαίσια της επιχείρησης «Nίκη» χωρίς να εντοπιστούν, αποκαλύπτει δραματικές ελλείψεις στην εναέρια επιτήρηση, στην αντιαεροπορική άμυνα και στις δυνατότητες έγκαιρης προειδοποίησης της ΤΗΚ. Η συνδυασμένη εικόνα αποτυπώνει μια αεροπορία που, παρά την αριθμητική της υπεροχή, στερείτο επάρκειας, αυτοπεποίθησης και αποτελεσματικής διοίκησης, πόσο μάλλον όταν θα βρισκόταν αντιμέτωπη με την τεχνολογικά και ποιοτικά υπέρτερη πλέον Ελληνική Πολεμική Αεροπορία με τα Phantom II.


Εκτίμηση εφικτότητας της αποστολής

Το ερώτημα για την επίτευξη της αποστολής που τίθεται είναι κατά πόσον τα αεροσκάφη, φέροντας πλήρες φορτίο έξι βομβών τύπου Mk-20 Rockeye II, συνολικού βάρους 2.910 λίβρών (1.320 κιλών), θα μπορούσαν να παραμείνουν 3-7 λεπτά πάνω από τον στόχο και να επιστρέψουν με ασφάλεια στην 126 ΣΜ.

Για την επαλήθευση αυτής της υπόθεσης, είχα την τύχη να συμμετέχω στον σχεδιασμό της αποστολής σε πραγματικές συνθήκες. Η ευκαιρία βρέθηκε σε μία από τις τόσες μου επισκέψεις στην 117 ΠΜ από το 2019, στην έρευνα μου για τις ανάγκες του βιβλίου «Από το Φάντομ στο Phantom». Στελέχη της 338 ΜΔ/Β έπειτα από τις απαιτούμενες εγκρίσεις, σχεδίασαν την αποστολή σε προσομοίωση με πραγματικά δεδομένα και ταυτόσημες παραμέτρους.


Τα αποτελέσματα της προσομοίωσης ήταν εντυπωσιακά και υπερέβησαν κάθε προσδοκία. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, ακριβώς με τις ίδιες παραμέτρους και διαδρομή, σε ευνοϊκές συνθήκες ο χρόνος παραμονής των Phantom πάνω από την Κερύνεια θα μπορούσε να φτάσει ακόμη και τα 15 λεπτά και τα αεροσκάφη να γυρίσουν με ασφάλεια στην 126 ΣΜ χωρίς κανένα πρόβλημα.

Φαίνεται πως όταν οι Αμερικανοί διαφήμιζαν στην Πολεμική Αεροπορία ότι το F-4E Phantom II, σε αντίθεση με τα ευρωπαϊκά μαχητικά της εποχής, μπορούσε να επιχειρεί στην Κύπρο, να εκτελεί αποστολές κρούσης και αεροπορικής υπεροχής με πλήρες φορτίο όπλων και να επιστρέφει με ασφάλεια σε ελληνικό έδαφος, δεν υπερέβαλλαν, αντιθέτως είχαν απόλυτο δίκιο.



Αξιοσημείωτο είναι ότι η προσομοίωση σχεδιάστηκε με επιπλέον 30 ναυτικά μίλια διαδρομής, συνολικά 870 ν.μ. (πήγαινε-έλα), κατά εκτίμηση των μαρτυριών της διαδρομής που γνωρίζαμε ως σήμερα και όχι τα 840 ν.μ. που αντιστοιχούν στην πραγματική απόσταση της επιχειρησιακής διαδρομής με επιστροφή, όπως αυτή επιβεβαιώθηκε πρόσφατα από επίσημα στοιχεία που περιήλθαν στην κατοχή μου.

Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι τα αποθέματα καυσίμου των αεροσκαφών το 1974 ήταν ακόμη μεγαλύτερα από αυτά που καταγράφηκαν στην πρόσφατη προσομοίωση, η οποία είχε αποτέλεσμα περιθώριο επιπλέον 10 λεπτών πτήσης (15 λεπτών πάνω από το στόχο αντί 5-7 λεπτών).


Τι εννοούμε όμως με τον όρο «ευνοϊκές συνθήκες»; Κυρίως τον άνεμο και την επίδρασή του κατά τη διάρκεια της αποστολής. Σήμερα, τα αναβαθμισμένα F-4E AUP διαθέτουν εξελιγμένα συστήματα INS/GPS και υπολογιστές αποστολής, οι οποίοι προσφέρουν σε πραγματικό χρόνο πληροφορίες ανάλογα τις μεταβλητές ανέμου, για την πορεία και ταχύτητα του που επηρεάζουν την κατανάλωση καυσίμου. Το 1974, ωστόσο, τέτοια δυνατότητα δεν υπήρχε. Οι υπολογισμοί γίνονταν πριν την απογείωση, βάσει μετεωρολογικών δελτίων και εμπειρικών εκτιμήσεων. Σε περίπτωση απόκλισης των πραγματικών συνθηκών από τις προβλέψεις, τα πληρώματα δεν είχαν τη δυνατότητα άμεσης και ακριβούς αναπροσαρμογής της πτήσης, γεγονός που επηρέαζε την κατανάλωση και τον διαθέσιμο χρόνο παραμονής στον στόχο.

Για αυτό οι εκτιμήσεις για την αποστολή στην Κύπρο την 22α Ιουλίου 1974, προβλεπόταν από τους Φαντομάδες της εποχής χρόνος παραμονής 3-7 λεπτών πάνω από τον στόχο, ώστε να διασφαλιστεί η ασφαλής επιστροφή με επαρκές καύσιμο. Ωστόσο, με δεδομένο ότι τα αεροσκάφη ήταν νεοπαραληφθέντα, με κορυφαία απόδοση κινητήρων και ελάχιστη φθορά, η πραγματική αυτονομία τους θα ήταν σαφώς και μεγαλύτερη από εκείνη ενός μεταχειρισμένου Phantom σήμερα. Η αποστολή ολοκληρώνεται επιτυχώς, με επάρκεια καυσίμων, με διατήρηση επιχειρησιακής ευελιξίας, ακρίβειας και ασφάλειας. Τα F-4E επιστρέφουν στο Ηράκλειο έτοιμα για αξιολόγηση και επαναχρησιμοποίηση.

Τα Phantom θα διέθεταν καύσιμα επαρκή για μεγαλύτερη ταχύτητα, ελιγμούς αποφυγής ή άλλες απρόβλεπτες καταστάσεις. Ο μόνος περιορισμός σε μια αερομαχία με την ΤΗΚ, ήταν η απροθυμία των χειριστών να απορρίψουν τις πτερυγικές δεξαμενές. Σε κάθε όμως περίπτωση, αν η κρισιμότητα της κατάστασης ήταν τέτοια που απαιτούταν εμπλοκή (τα Phantom της αποστολής είναι επιβαιβεωμένο πως έφεραν και αυτά όπλα αέρες-αέρος AIM-9B), υπήρχε η πρόβλεψη για ταχή ανεφοδιασμό στη Ρόδο. Η διαδικασία θα περιλάμβανε ταχεία προσγείωση και ανεφοδιασμό από το ίδιο το πλήρωμα με τη διαδικασία «Hot Refueling», δηλαδή με τους κινητήρες του αεροσκάφους σε λειτουργία.

Η όλη επιχείρηση θα γινόταν υπό τη προστασία και της δυάδας αναχαίτισης Phantom που περιπολούσε στην περιοχή αλλά και των υπόλοιπων αεροσκαφών της ΠΑ που μεταστάθμευαν στην Κρήτη.


Συμπερασματικά, οι Έλληνες ιπτάμενοι, γνώριζαν απόλυτα ότι θα εκτελούσαν μια πολεμική αποστολή σε πραγματικές συνθήκες μάχης, με όλους τους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται. Πιθανή εμπλοκή με εχθρικά μαχητικά, αντιαεροπορικά πυρά, μηχανικές βλάβες κ.λπ. Το ενδεχόμενο να μην επιστρέψουν δεν οφειλόταν σε τεχνικά προβλήματα ή ελλιπούς σχεδιασμού, αλλά στο ότι γνώριζαν πως επρόκειτο να μπουν πρώτοι στον πόλεμο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Το βάρος της απόφασης που έφεραν οι πιλότοι δεν ήταν ο φόβος της αποτυχίας λόγω τεχνικών ελλείψεων, αλλά η συνείδηση της ευθύνης και της αυτοθυσίας που απαιτείται από τον μαχητή στην πρώτη γραμμή.

Αυτό είναι που τους κάνει άξιους θαυμασμού και όχι η βεβαιότητα του θανάτου λόγω… ανεπάρκειας καυσίμων, αλλά η συνειδητή επιλογή να αναλάβουν αποστολή ζωής ή θανάτου για την πατρίδα, με πλήρη γνώση των κινδύνων, χωρίς δισταγμό.

Κλείνοντας, η τραγική κατάληξη των γεγονότων, αποτυπώνεται στα λόγια Φαντομά εκ της μιας τετράδας, που μου αναφέρει: «Γινόταν πόλεμος, μας χτύπαγαν, Κύπρος ήταν, Έλληνες. Νιώθαμε ότι δεν μας δόθηκε η ευκαιρία να πολεμήσουμε. Δεν ξέρω αν υπερισχύει το συναίσθημα από τη λογική, αλλά γιατί εκπαιδευτήκαμε; Είναι άσχημη ιστορία για όσους το ζήσαμε. Είναι σαν να σου βίασαν τη μάνα μέσα στο σπίτι σου και να μην μπόρεσες, έτσι για τα μάτια ρε παιδί, να ρίξεις έστω μία μπουνιά. Άσχημη ιστορία».

ΠΗΓΗ:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.