Στο Σιναϊτικό Μετόχι του Αγίου Ματθαίου, στο Ηράκλειο της Κρήτης, η λατρεία είχε πάντοτε υλική μορφή: το θυμίαμα δεν ήταν αισθητική προσθήκη αλλά υπενθύμιση της θυσίας, ο άρτος δεν ήταν τροφή αλλά σημείο της Βασιλείας. Όταν ως ιερόπαιδες ζυμώναμε τον άρτο και το πρόσφορο με τον πατέρα Κλήμη, μάθαμε ότι η Εκκλησία δεν θεμελιώνεται σε αφηρημένες ιδέες, αλλά σε πράξεις που συνδέουν τον Θεό με τη γη: αλεύρι, νερό, αλάτι, λάδι, ιδρώτας. Ο άρτος ήταν εσχατολογικό γεγονός, όχι πρακτική ανάγκη. Η προσφορά του δεν σήμαινε «παροχή υπηρεσίας», αλλά φανέρωση ενός κόσμου που τελείται εν Χριστώ.
Η σημερινή μετατροπή του εκκλησιαστικού άρτου σε βιομηχανικό προϊόν —κατεψυγμένο, εισαγόμενο ακόμη και από το Πακιστάν, με κωδικούς και συμβάσεις— δεν είναι απλή τεχνική αλλαγή. Είναι αλλοίωση θεολογικής συνείδησης. Όταν η Εκκλησία επιτρέπει τον εκτοπισμό της τοπικής χειροποίητης παρασκευής από τη λογική της μαζικής παραγωγής, συναινεί στην ακύρωση της ίδιας της ευχαριστιακής προοπτικής της. Ο άρτος γίνεται διαχειριστικό αντικείμενο, όπως η ίδια η Εκκλησία κινδυνεύει να γίνεται διαχειριστικός μηχανισμός. Το αποτέλεσμα είναι μια «λειτουργική αποτελεσματικότητα» που αποκόπτει το σώμα από τη ζώσα εμπειρία της κοινότητας.
Η μοναδική συνταγή που διασώζει αυτό το ήθος, ακριβώς αυτή που παραθέτω στον σύνδεσμο στο τέλος του κειμένου, δεν είναι γαστρονομική λεπτομέρεια αλλά πράξη αντίστασης. Στην Ορθόδοξη εμπειρία, ο άρτος που προσφέρεται είναι ήδη θεολογία εν πράξει: διδάσκει ότι το ανθρώπινο συνεργεί με το άκτιστο, ότι ο κόπος του ζυμώματος γίνεται προσευχή. Όταν αυτό αντικαθίσταται από μια απρόσωπη αλυσίδα παραγωγής, το μήνυμα που μεταδίδεται είναι ακριβώς το αντίθετο: η μετοχή παραδίδεται στη διαμεσολάβηση της αγοράς.
Οι εκκλησιαστικές δομές που επιτρέπουν αυτήν την αλλοίωση —με το πρόσχημα της «διευκόλυνσης» ή της «σύγχρονης ανάγκης»— συμμετέχουν ενεργά σε μια διαδικασία αποπνευματικοποίησης. Αντί να ενισχύσουν τη χειροποίητη και κοινοτική διάσταση της λατρείας, υιοθετούν τις πρακτικές ενός logistics που καθιστά τον άρτο εμπόρευμα και την πίστη εμπειρία καταναλωτή. Πρόκειται για θεολογική υποχώρηση: η Εκκλησία παύει να είναι «τόπος σχέσης» και γίνεται «χώρος εξυπηρέτησης». Το αποτέλεσμα δεν είναι ουδέτερο, αλλά παράγει μια μορφή εκκλησιαστικότητας όπου το Σώμα του Χριστού συγχέεται με το προϊόν μαζικής κατανάλωσης.
Η διατήρηση της αυθεντικής παρασκευής δεν είναι συντηρητική εμμονή, αλλά θεολογική πράξη υπεράσπισης του προσώπου. Διότι άρτος χωρίς χέρια, χωρίς τόπο και χωρίς πρόσωπα είναι ορατό σύμβολο μιας Εκκλησίας που εκχωρεί το ίδιο της το ήθος στις δομές μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Και η Εκκλησία που συμβιβάζεται με αυτή τη λογική δεν προσφέρει πλέον «τον άρτο της ζωής», αλλά μια ψυχρή διανομή συμβολικών αντικειμένων.
Η συνταγή εδώ:
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.