Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2021

Οι «πλατφόρμες προφορικών μαρτυριών», η «νέα ιστορία» και το σχολείο


Μιχάλης Λυμπεράτος

Εδώ και τουλάχιστον μια 40ετία βρίσκεται σε εξέλιξη μια διεθνής απόπειρα αναθεώρησης των αντιλήψεων, των πεποιθήσεων και γνώσης για την ιστορία του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα. Προφανώς αυτό συνδέεται με την στρατηγική των μηχανισμών παγκοσμιοποίησης ώστε να αρθούν τα εμπόδια στην «επικοινωνία» μεταξύ των λαών στα πλαίσια της διεθνούς αγοράς, ιδίως όταν αυτά σχετίζονται με οδυνηρές μνήμες ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης χωρών, όπως αυτή που κορυφώθηκε με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σχετίζεται και με την επιδίωξη χωρών, όπως η Γερμανία, που πρωτοστάτησαν στη διαδικασία αυτή και απώλεσαν μεταπολεμικά, ως τιμωρία, την θέση τους στην διεθνή κοινότητα να αναδιατάξουν τις μεταξύ τους σχέσεις με τις άλλες υπερδυνάμεις και να επανέλθουν στους διεθνείς οργανισμούς παγκόσμιων αποφάσεων, όπως το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, χωρίς, μάλιστα, να αποκαταστήσουν και να αποδώσουν πίσω τμήμα της παραγόμενης υπεραξίας που δήωσαν στον πόλεμο.

Δεν είναι όλα αυτά ανεξάρτητα από την επανάκαμψη εθνικισμών μετά την πτώση ή παράλληλα με αυτήν των ανατολικών συστημάτων, όπως εκδηλώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1990, εθνικισμός που ανανεώνεται πρόσφατα υπό νέους όρους, συνεπεία της κρίσης του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος και της ευχέρειας που παρέχουν οι νέες τεχνολογίες της «κοινωνίας της γνώσης», ώστε να σταματήσει η εδαφική αναζήτηση φτηνής εργασίας και να αξιοποιηθεί η εξ αποστάσεως τηλε-ιδιοποίηση της, με αποτέλεσμα την στροφή επενδύσεων από την περιφέρεια στο «κέντρο». Το γεγονός ότι σταδιακά επανέρχεται το κέντρο βάρους στα «μητρικά» κεφάλαια των πολυεθνικών, και όχι πλέον μόνο στις τεχνολογίες αιχμής, όπως συνέβαινε μέχρι πρόσφατα, ενισχύει και τα έθνη-κράτη και τις ιδεολογίες που τους αντιστοιχούν. Ειδικά σε περιπτώσεις, όπως η Γερμανία, η οικονομική ευχέρεια που της παρείχε η επιτελική της θέση μέσα στην Ε.Ε και τα κέντρα αποφάσεων της, επιβοήθησε στην οικονομική της γιγάντωση, κάτι που διεκδικεί τώρα και σε αναφορά με τις παγκόσμιες σφαίρες εξουσίας, υπερβαίνοντας τον τυπικό αποκλεισμό της από αυτές. Σε μια εποχή γενικής αναθέρμανσης των εθνικισμών χώρες που ελέγχουν τις οικονομικές διαδικασίες σε περιφερειακούς συνασπισμούς αναζητούν διακαώς να επιλύσουν τις υπάρχουσες ιστορικά διαμορφωμένες «δυσπιστίες».

Για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι απαιτείται να ωραιοποιηθεί το ιστορικό παρελθόν, ιδιαίτερα αν είναι βεβαρημένο με ολοσχερείς καταστροφές. Το όλο εγχείρημα στηρίζεται και στην αξιοποίηση των καθυστερήσεων στην ιστορική έρευνα που επιβλήθηκαν μεταπολεμικά από τους ημεδαπούς απολογητές των διεθνών δομών εκμετάλλευσης που τους εξέθρεψαν, επιβάλλοντας σιωπή σε σειρά χώρες που έπρεπε να απεξαρτηθούν από το πνεύμα της Αντίστασης. Γιατί σε περιπτώσεις, όπως η Ελλάδα ή η Ιταλία, καταβλήθηκε τεράστια προσπάθεια να απαλλαγούν των ευθυνών τους όσοι από τους εγχώριους παράγοντες και μηχανισμούς συμμετείχαν στην ιμπεριαλιστική καταλήστευση τους τον καιρό του πολέμου και επιχείρησαν μεταπολεμικά να ανανεώσουν τις ίδιες δομές εξάρτησης με άλλον πλέον επικυρίαρχο, στηριγμένοι σε ένα καθεστώς παρατεταμένης αντιδημοκρατικής εκτροπής (εμφυλιοπολεμικό κράτος, Operation SheepskinΚόκκινη Προβιά, Χούντα των Συνταγματαρχών στην Ελλάδα, Operation Gladio στην Ιταλία.).

Η σύγχρονη απόπειρα αναδιαμόρφωσης της συλλογικής ιστορικής μνήμης σε αυτό το παρελθόν στηρίζεται και επιχειρεί να το ανανεώνει. Ήταν ένας τύπος ιστορικής προσέγγισης που επιχείρησε με μια επιλεκτική και συστηματική παραποίηση της ιστορίας της περιόδου της Κατοχής, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, να στηρίξει ιστοριογραφικά τον ακραίο αντικομμουνισμό, τον εμμονικό αμερικανισμό, και σε συνδυασμό με τη συνέχιση μιας εκτεταμένης φυσικής καταστολής και διώξεων, να ακυρώσει την πάνδημη απαίτηση για πολιτική ομαλοποίηση σε ολόκληρη την μεταπολεμική περίοδο. Ιδεολογικός άξονας της προσπάθειας αυτής ήταν να αποσιωπηθούν οι διαδικασίες εκείνες μέσω των οποίων οι πρώην συνεργάτες των κατακτητών αποτέλεσαν το «βαθύ κράτος», στελέχωσαν τις παράλληλες δομές εξουσίας στην Ελλάδα και συνέβαλαν στην συγκρότηση μια δεσπόζουσας αστικής μερίδας πέριξ του κράτους που εξακολουθούσε να συσσωρεύει, παρέχοντας διαρκείς μεταπρατικές «υπηρεσίες» στο διεθνές κεφάλαιο αλλά και στο ελληνικό αντικομμουνιστικό κράτος.

Όλα στηρίχθηκαν σε μια στρατηγική απόδοσης ευθυνών στην υποτιθέμενη αναλγησία της ελληνικής Αριστεράς, την ιστορική επιμονή της να συνωμοτεί διεθνώς κατά του «έθνους», αποδυναμώνοντας τις διεθνείς ευκαιρίες (sic) που συνιστούσε η πρόσδεση του στις δυτικές ιμπεριαλιστικές δομές. Ήταν μια «επιστημονική» φιλολογία που παρήχθη μέσα στους μηχανισμούς κρατικής καταστολής, προσποιήθηκε ότι συνιστά ιστορικό λόγο, στηρίχθηκε στον αποκλεισμό επιστημονικών προσεγγίσεων, απέκρυψε πηγές ή τις παραποίησε και απαξίωσε ολόκληρες φάσεις της ιστορικής πραγματικότητας (Αντίσταση, Απελευθέρωση κλπ). Και τότε το εγχείρημα αξιοποίησε τις «μαρτυρίες» που, ως επί το πλείστον, κατασκευάστηκαν κατά τον τρόπο της απολογίας σε κατηγορητήρια στα στρατοδικεία της μεταπολεμικής περιόδου.

Έτσι, ακραίες γεγονοτολογικές κατασκευές, λογικές υπερβάσεις, παραδοξότητες, κωμικές υπερβολές και έμφαση στο κομμουνιστικό «έγκλημα» που επέβαλε τα κατοχικά αντίποινα εις βάρος αθώων πολιτών στηρίχθηκαν στο αποκλεισμό της δυνατότητας επιστημονικού ελέγχου επί τη βάσει του επιστημολογικά συγκεκριμένου και διασταυρωμένου, με στήριξή του σε γραπτές (και ελέγξιμες) πηγές. Ειδικά η χούντα των Συνταγματαρχών ξεπέρασε κάθε όριο μέσω των «μαρτυριών» που γέννησαν ηρώα και αναθηματικές πλάκες θυμάτων του «εαμοκομμουνισμού» σε όλη της επικράτεια. Εκατοντάδες παρακρατικοί σε διατεταγμένη υπηρεσία το επιβεβαίωσαν με «μαρτυρίες» που εκτίθεντο σε μνημόσυνα που πραγματοποιούνταν σε οικισμούς που «ξεκληρίστηκαν από Γερμανούς και ελασίτες», επειδή ήταν «φωλέες συμμοριτών».[1]

Η ανατροπή που προκάλεσε η μεταπολίτευση, επιφέροντας μια συνολική ανακατάταξη του ιδεολογικού υποστρώματος των αστικών πολιτικών σχέσεων, κατέρριψε ταχύτατα ό,τι είχε κατασκευάσει μέσω «μαρτυριών» η εμφυλιοπολεμική ιδεολογία, ιδίως όταν επετράπη σε επιστήμονες ιστορικούς να αρθρώνουν λόγο, παράλληλα με τη μερική αποχουντοποίηση και τις ακαδημαϊκές ελευθερίες που σταδιακά ανακτήθηκαν. Μαζί με αυτή την ανακατάταξη ήρθαν και γενναίες θεωρητικές μεταβολές στο πεδίο της ιστορικής επιστήμης που επέτρεψαν τη δειλή, αρχικά, επιστημονική αναπαραγωγή του παρελθόντος, η οποία προσπαθούσε ενσυνείδητα να αποβάλει τις κραυγαλέες ενσωματώσεις της μετεμφυλιακής κυρίαρχης ιδεολογίας στο εσωτερικό της. Καθοριστική χρονική συγκυρία αποδείχθηκαν τα μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν οι θιασώτες της παραδοσιακής εθνικιστικής, αμερικανόδουλης, κλειστοφοβικής ιδεολογίας διαπίστωσαν πλέον την αδυναμία τους να ελέγξουν την επιστημονική πρακτική και μέσα στα ακαδημαϊκά αμφιθέατρα, υποσκελισμένοι από αυτό που ονόμασαν πικρόχολα ως «η επιστημονική εκδίκηση της Αριστεράς».[2] Η μετέπειτα 30ετής κυριαρχία της ιστορίας των μεγάλων αφηγήσεων επί τη βάσει των ιστορικών κοινωνικών και πολιτικών ζευγμάτων (φασισμός-αντιφασισμός, δημοκρατία-απολυταρχία, ειρήνη-πόλεμος, εθνικισμός-πατριωτισμός κλπ) με άξονα τον «μοντερνισμό» της ιδεολογίας της συλλογικής προόδου, στον οποίο επένδυσε ο ενθουσιασμός της μεταπολιτευτικής δημοκρατικής εξέλιξης, περιθωριοποίησε το παρελθόν του ιστορικού λόγου στην Ελλάδα.

Ωστόσο, στην εποχή των συνθηκών κυριαρχίας του γερμανικού συστήματος οικονομικο-πολιτικών σχέσεων στο εσωτερικό της Ε.Ε (εκεί που όλα εξαρτώνται από τον υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας) και την ανάγκη νομιμοποίησης του καθεστώτος αυτού, επανέρχεται η θεματολογία, όσο και η πρακτική, του «επιστημονικού» παρελθόντος, ανανεώνοντας την μεθοδολογική προϊστορία της ιστορικής «έρευνας» (υπό το πρόσχημα «νέων επιστημολογικών τάσεων»), ώστε να επιτευχθεί η διεθνής «συναντίληψη» που απαιτούν οι νέες δομές εξουσίας στην Ε.Ε. Όπως απαλλάχθηκαν στο παρελθόν οι εγχώριοι συνεργοί της διεθνούς εκμετάλλευσης που υπέστη η Ελλάδα στο πλαίσιο του δόγματος «ανήκομεν εις την Δύση», έτσι σήμερα επιχειρείται να απαλλαγούν και οι καθεαυτό παραγωγοί της τότε οικονομικής καταλήστευσης και καταστροφής της χώρας, δηλαδή οι δυνάμεις Κατοχής, οι οποίες τουλάχιστον για χρόνια, έστω και σιωπηλά, ήταν πλήρως απονομιμοποιημένες (και για αυτό πολύ έντονη η συλλογική απαίτηση στη χώρα για αποζημιώσεις). Κάποιοι επενδύουν με ζέση στο γεγονός ότι η δυνατότητα «απομυθοποίησης» του απάνθρωπου κατακτητή «απελευθερώνει» τις διακρατικές σχέσεις, επιτυγχάνεται η «κατανόηση» και η εκατέρωθεν προσέγγιση του τότε θύματος με τον θύτη, χωρίς καν ο δεύτερος να έχει αναγνωρίσει εμπράκτως (και με αποζημιώσεις) ότι ενεχόταν στην αδικοπραγία. Το να παραμένει σε εκκρεμότητα αυτό το «αγκάθι» επιχειρείται να αρθεί και με την παράλληλη υποβάθμιση της έκτασης του κατοχικού εγκλήματος με την «αποκάλυψη» των ευθυνών και του θύματος σε σχέση με τα «αντίποινα» που υποτίθεται ότι προκάλεσαν, την υποτίμηση των συνεπειών που υπέστη (δεν ήταν τέτοια η έκταση της καταστροφής, όπως, για παράδειγμα, δείχνουν τα αναθεωρημένα προς τα κάτω, «επιστημονικά», μεγέθη των θυμάτων από την πείνα), την προβολή του θύτη ως ένα μικρό ποσοστό φανατικών ανάμεσα σε στρατιώτες που «έκαναν το καθήκον τους». Αυτό την ίδια στιγμή προσλαμβάνει και τη μορφή της συνολικής υποβάθμισης της συμβολής της Αντίστασης του θύματος, ιδίως του ΕΑΜ, στην διεθνή αντιφασιστική νίκη, στην επιβίωση ενός ολόκληρου λαού, στην προστασίας της ακεραιότητας της χώρας.

Το όχημα για την επίτευξη του πραγματικού περιεχομένου του στόχου που τέθηκε από τις «πλατφόρμες, δηλαδή την συλλογική λήθη μέσω της ανάδειξης του επιμέρους και περιπτωσιακού, ήταν η εμφάνιση των νέων μεταμοντέρνων ιδεών των τριών τελευταίων, ιδίως, δεκαετιών, την οποία διευκόλυνε ένα τμήμα ιστορικών και κυρίως πολιτικών επιστημόνων στην Ελλάδα. Η ιστορία έπαψε να εκλαμβάνεται ως υπόθεση κίνησης μαζών, πολιτικο-κοινωνικών διαδικασιών και ταξικών αντιθέσεων, αλλά προτάθηκε και διαφημίστηκε ως το πεδίο εκδίπλωσης ανθρωπολογικής φύσης αντιθέσεων (βία-έξεις-ένστικτα-αυτοσυντήρηση-βιολογικές διαφορές) με άξονα το «άτομο», τα «δικαιώματα» και τις επιλογές του. Οι θεωρίες της «πολιτιστικής ταυτότητας», του συλλογικού «ασυνείδητου», ο «κατασκευατισμός» (κονστρουκτιβισμός) ενός υποκειμένου χωρίς ιδεολογία με απέραντη ικανότητα σημασιοδοτήσεων,[3] προτάθηκαν ως τρόποι αναγνώρισης της ιστορικής πραγματικότητας, τέτοιοι που καθιστούν εν γένει ανιστορικό το αντικείμενο της ιστορικής έρευνας. Έτσι, οι δοσίλογοι και οι καταδότες κατά την Κατοχή να αντιμετωπίζονται απλώς ως «άνθρωποι» με τις έξεις τους,[4] οι στρατιώτες της Βέρμαχτ ως νέοι που βρέθηκαν μακριά από τα σπίτια τους, κάθιδροι από πανικό λόγω της προσέγγισης του Κόκκινου Στρατού στα βόρεια σύνορα της χώρας και τον ανορθόδοξο πόλεμο του ΕΛΑΣ, κάτι που νομιμοποιούσε την «συμπεριφορά» τους, τα SS κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις διασαλευμένων ανθρώπων, όλοι τους υποκείμενοι σε ανθρωπολογικά κίνητρα (και το «άγχος του πολέμου»). Κανείς τους δεν ήταν εφαρμοστής της «νέας τάξης πραγμάτων», εκπρόσωπος φασιστικών ιδεολογιών και πρακτικών, βραχίονας ενός κράτους συστηματικής και απάνθρωπης εκμετάλλευσης, όπου 7.000.000 εργάτες καταναγκαστικής εργασίας από όλη την Ευρώπη δούλευαν σε γερμανικά εργοστάσια και ως ασπίδες προστασίας (συνήθως ανεπιτυχούς) από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς, προσπορίζοντας απίστευτα κέρδη στους Γερμανούς βιομήχανους.[5] Αντιθέτως, εκείνο που υποτίθεται ότι μέχρι τώρα η υπάρχουσα έρευνα ξέχασε είναι ότι τα πάντα συντελέστηκαν μεταξύ «ανθρώπων», το νόημα βρίσκεται στα τραύματα και οι εμπειρίες βίας που βίωσαν τα άτομα, μετατοπίζοντας έτσι την «αποκατάσταση» των θυμάτων αυτών σε μια ψυχογραφικού τύπου προσέγγιση του τραύματος τους που επουλώνεται με μια ψυχοθεραπεία γνωσιακού τύπου, ανακαλώντας στη μνήμη το τραύμα αυτό (και όχι πάντως με υλικές αποζημιώσεις).

Στο ίδιο πλαίσιο λογικής οι κατακτητές Ναζί στις κατεχόμενες ευρωπαϊκές χώρες ήταν απλοί παρατηρητές ενός πολέμου μεταξύ κομμουνιστών και εγχώριων αστικών δυνάμεων που απλώς λόγω της παρουσίας του κατακτητή εντάθηκε, δεν αποσπούσαν εκείνοι τα τρόφιμα και τα περιουσιακά στοιχεία των πολιτών αλλά ο «πόλεμος» που γεννούσε στους ανθρώπους ανοίκειες συμπεριφορές, δεν υπερέβαιναν αυθαίρετα ακόμα και το δικό τους διαταχθέν όριο ιδιοποίησης από το 10% στο 30-40% και πολλές φορές στο σύνολο της ατομικής παραγωγής του αγρότη, εγκαταλείποντας τον εξαθλιωμένο,[6] δεν χρησιμοποιούσαν τους ημεδαπούς συνεργάτες για να τους διευκολύνουν στις αρπαγές για να πετύχουν τους στόχους ιδιοποίησης της ελληνικής αγροτικής παραγωγής που διέταξε το υπουργείο εφοδιασμού της Γερμανίας.[7] Επιπλέον, δεν ήταν οι Γερμανοί στρατιώτες που θεωρούσαν ευνόητο να μετατρέπουν αμάχους σε ομήρους και να τους στοιβάζουν σε κλούβες για να μην πλήττονται οι αμαξοστοιχίες που μετέφεραν πρώτες ύλες στη Γερμανία, δεν ήταν εκείνοι που προσπάθησαν να καταληστεύσουν μια χώρα, προσφέροντας και ένα αξιοζήλευτο βιοτικό επίπεδο στους συγγενείς τους στη Γερμανία (και για αυτό εξασφάλισε μαζική στήριξη ο ναζισμός), δεν μεγέθυναν τις γερμανικές βιομηχανίες με προϊόντα που μεταφέρονταν σε αυτές, έχοντας κλαπεί από τις αποθήκες και τα σπίτια των πολιτών των οικισμών που αντιμετώπισαν «αντίποινα», δεν παρήγαγαν την εγχώρια μαύρη αγορά, πουλώντας οι ίδιοι ότι αποσπούσαν από τα θύματα τους (ρολόγια, μεταξωτά, υφαντά, προίκες κοριτσιών κλπ), δεν χρησιμοποιούσαν τα κατοχικά μάρκα για να αδειάσουν τις προθήκες των ελληνικών καταστημάτων. Το μόνο που, αντιθέτως, ανθούσε στην κατεχόμενη Ελλάδα για τις «νέες ερμηνείες» ήταν η τρομοκρατία του κράτους του ΕΑΜ, (που έμοιαζε για κάποιους ερευνητές με «την τρομοκρατία των Ιακωβίνων και των Σοβιετικών στις χώρες τους» !!),[8] του οποίου τα όργανα ως κοινοί δολοφόνοι δεν έκαναν διακρίσεις στο εγκληματικό τους έργο, όπως η Ο.Π.Λ.Α,[9] που παρουσιάστηκε ως συνώνυμη εγκληματικής οργάνωσης,[10] και εξωθούσαν άλλους Έλληνες να χρησιμοποιούν βία για να αμυνθούν.[11]

Πάντως, το νέο αυτό εγχείρημα αναμόρφωσης της παγκόσμιας μνήμης για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο έχει ως αφετηρία του το ίδιο αίτιο που παρήγαγε τον ιστορικό φασισμό ως κορυφαία εκδήλωση του: τον φανατικό αντικομμουνισμό. Είναι σήμερα η στρατηγική της κυριαρχίας της Γερμανίας που τον εκκολάπτει μέσα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, υποδαυλίζοντας τον σε χώρες δορυφόρους της, 9χώρες της Βαλτικής, Ουγγαρία, Τσεχία, Πολωνία κλπ). Είναι μια κατεύθυνση με αφετηρία στη δεκαετία του 1980, η οποία και συνδέθηκε με την ενεργοποίηση ομάδας Γερμανών ιστορικών με επικεφαλής τον Ernst Nolte, που αμφισβήτησε τις κρατούσες για δεκαετίες μετά το τέλος του πολέμου αντιλήψεις και αμφισβήτησαν την ιδέα ότι υπήρχε φασισμός και ναζισμός ως πολιτικά φαινόμενα συνδεδεμένα με τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις των αστικών τάξεων των χωρών τους. Αντίθετα, στα πλαίσια αποτίναξης της συλλογικής γερμανικής ευθύνης, ο ναζισμός εμφανίστηκε ως τμήμα της προσπάθειας του δυτικού κόσμου να αντιδράσει στη «νεωτερικότητα» της δεκαετίας του 1930 που συνιστούσε ο μαρξισμός, του ανθρώπου της χιτλερικής Γερμανίας να αντιστρατευτεί την «υπερβατικότητα» που συνιστά η απειλή ανατροπής της παραδοσιακής κοινωνίας από τον διεθνή κομμουνισμό. Ο δε φασισμός ήταν ένα sui generis αυτόνομο φαινόμενο που νομιμοποιείται ως ένα παιχνίδι κυριαρχίας με αυτόν του ανατολικού «κόσμου»,[12] ανεξάρτητα από το εκάστοτε ιστορικό πλαίσιο, σε μια διαρκή συνθήκη εμφυλίων πολέμων που αέναα, υποτίθεται, ότι διχάζει τις κοινωνίες.[13]

Για να γίνουν όλα αυτά πιστευτά χρειάζονταν και «αποδείξεις». Ήταν οι «μαρτυρίες» των ατόμων, που επιβεβαίωναν τα βιώματα «άγχους» του δυτικού πολίτη έναντι στην απειλή της «νεωτερικότητας» που αμφισβήτησε τις παλιές κοινωνικές δομές, [14] ήταν η αποτύπωση σε αυτές του τραύματος που καταφέρθηκε στην ψυχοσύνθεση του υποστηρικτή του υπάρχοντος και της παράδοσης συντηρητικού πολίτη, και οι οποίες, παρότι ή και εξαιτίας αυτού στηρίζονταν στο επιμέρους και εντελώς περιπτωσιακό της ατομικής οπτικής, παρουσιάστηκαν να διεκδικούν αξίωμα ελέγχου του συνόλου της αναπαραγωγής της ιστορικής γνώσης, αναιρώντας δήθεν την απολυτότητα των συστηματικών επιστημονικών προσεγγίσεων.[15] Οι πρακτικές αυτές προσποιούνταν ότι επιδίωκαν να καταργήσουν τις «μεγάλες αφηγήσεις», αλλά στην ουσία αφαιρούσαν το συλλογικό ως κριτήριο επιστημονικής ανάλυσης, υποτιθέμενα ως «μοντερνιστικό».[16] Στη θέση του ως βάση της ιστορικής πραγματικότητας προβλήθηκαν οι «έξεις» των ανθρώπων, οι «πολιτισμοί» τους,[17] η «διαφορετικότητα» και η «απόκλιση», τα «γλωσσικά πεδία», ο ψυχολογισμός κ.α, ενώ περιθωριοποιήθηκαν οι έννοιες της ιστορικής συγκυρίας, των πολιτικών στρατηγικών, των οικονομικών σχέσεων, των εθνικισμών κλπ.[18] Το κυρίαρχο, πλέον, στοιχείο ιστορικής ανάλυσης γινόταν η ατομική επιλογή και όχι η εκμετάλλευση που επέβαλαν κράτη και οι αστικές τους τάξεις εις βάρος ολόκληρων λαών.[19]

Η ιστοριογραφία αυτού του τύπου απαλλάχθηκε από την συστατική απαίτηση κάθε επιστημονικού λόγου να συγκροτεί τα παράγωγα του, αρθρωμένα πάνω στην ανάγκη για λογική συνοχή και συστηματική οργάνωση των επιχειρημάτων και του πραγματολογικού υλικού.[20] Κατά τον ίδιο τρόπο άκοπα έθεσε στο περιθώριο την στήριξη σε πρωτογενές γραπτό υλικό, με το επιχείρημα ότι σε αυτό εμπλέκονται οργανωμένοι κρατικοί και μη μηχανισμοί, κάτι που εκ προοιμίου συγκαλύπτει την ουσία του «πραγματικού» και δεν την αποδίδει, όπως θα έκανε ο ίδιος ο μάρτυρας με την «ενάργεια» του: αποδίδοντας πιστότερα ότι η ιστορία είναι ο καμβάς της εκδίπλωσης της ανθρώπινης «ουσίας», των ατόμων και των «ορμών» καταστροφής που τα χαρακτηρίζουν. Αυτά προσφέρονται αδιαμεσολάβητα από την φωνή του «μάρτυρα» και όχι του εντεταλμένου ερευνητή ή ιστορικού, ενός συλλογικού φορέα που αναλαμβάνει να συγκεντρώσει και να στεγάσει το αρχειακό υλικό σε αρχειοθήκες και βιβλιοθήκες, να το ταξινομήσει και να το εντάξει σε ενότητες, να το ερμηνεύσει δυνάμει επιστημονικών διεργασιών. Στην εποχή κυριαρχίας της «μαρτυρίας», οι γραπτές πηγές έχουν ως μόνο νόημα να εντοπίζουν τις προσωπικές ευθύνες εκείνων που προκάλεσαν την αδικοπραγία, να προσδιορίζουν την ταυτότητα του ενόχου με την νομικιστική έννοια, όπως και τα θύματα του ως «περιπτώσεις» που συγκινούν αλλά δεν αποκαθίστανται ή αποζημιώνονται. Στη βάση των ατομικιστικών αυτών μεθοδολογικών αρχών τα «γεγονότα» δεν χρειάζονται να εγγραφούν πουθενά, να ενταχθούν σε συλλογικές πραγματικότητες, δεν απαιτείται να συνδεθούν με διαδικασίες, αλλά είναι αφεαυτά στην ατομικιστική τους απόσπαση η αυταπόδεικτη πιστοποίηση της «γνήσιας» ιστορικής πραγματικότητας. [21]

Να σημειωθεί ότι οι «καινούργιες» αυτές τάσεις αντλούν τη δυναμική τους από την ανασύσταση της ιδεολογίας της «υπεροχής» του καπιταλισμού που ενισχύθηκε από την κατάρρευση των ανατολικών συστημάτων, στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Ο νικητής, με την ψυχολογία της «δικαίωσης», επιχειρεί να αποκλείσει πλήρως τις όποιες θεωρητικές και πολιτικές αντιστάσεις εκδηλώνουν οι «ηττημένοι», όλων όσοι επιφυλάχθηκαν για το «τέλος» της ιστορίας.[22] Όσοι επιμένουν να διαφωνούν είναι απλώς οπαδοί της «κόκκινης τρομοκρατίας» και της εμφύλιας βίας, θιασώτες μιας παγκόσμιας κομμουνιστικής συνωμοσίας ή μιας ιστορικο-πολιτικής «καθυστέρησης».[23] Ήταν η ιδεολογική αυτή τάση που συνδέθηκε με τον περιώνυμο «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας και της αυτοκρατορίας του κακού» των ΗΠΑ στις δεκαετίες κυριαρχίας της φονταμενταλιστικής δεξιάς του τύπου του Ρ. Ρήγκαν που επιχείρησε να ηγεμονεύσει στα πλαίσια της «νέας ιστορίας».

Είναι, πλέον το άτομο, το βίωμα, η ατομικιστική μεθοδολογία στην επιστήμη, που μπορούν, υποτίθεται, να εξηγούν την λειτουργία μιας κοινωνίας και μια ιστορική διαδικασία και όχι η συλλογικότητα που εκλαμβάνεται με όρους ενός απλού αθροίσματος ανθρώπων, το οποίο έχει νόημα μόνο ως συν-εκδήλωση της ατομικότητας. Δεν υπάρχουν εθνικιστές, φασίστες, αποικιοκράτες, φυλετιστές, αλλά «άτομα» που πιθανόν υποπίπτουν σε αντικοινωνικές συμπεριφορές. Σε αυτό το πλαίσιο δεν υπάρχουν συλλογικές ευθύνες, αλλά μπορεί κανείς να αναζητήσει τις δεκάδες ανθρώπινες ιστορίες που φέρνουν τους λαούς κοντά ως έκφραση της κοινής ανθρώπινης «ψυχής». Τα εγκλήματα τα κάνουν «άνθρωποι» και ποτέ ιδεολογίες, εθνικισμοί, οργανωμένοι μηχανισμοί, υποκινούμενα από τάξεις, υλικά ή κρατικά συμφέροντα. Η ιστορία είναι ο καμβάς εκδήλωσης του ατομικού «πάθους», το πεδίο άθροισης των «περιπτώσεων» και όχι το συλλογικό αποτέλεσμα μιας επενέργειας που αφορά τόσο το άτομο-θύμα, τον κοινωνικό του περίγυρο, το χωρίο ή την πόλη του, αλλά ακόμα και μια ολόκληρη χώρα, και μάλιστα με πολύ ευρύτερα χρονικά όρια από τη στιγμή διάπραξης του ιστορικού γεγονότος-εγκλήματος. Γιατί δεν είναι μόνο η γυναίκα θύμα σεξισμού, όταν της έκαψαν οι Γερμανοί το σπίτι στην Κατοχή, επειδή τους χλεύασε, όταν της άδειαζαν την αποθήκη, είναι και η οικογένεια της που αναγκάστηκε έκτοτε να μετοικήσει, είναι και το χωριό της που ρήμαξε, είναι και τα χωράφια της που έμειναν ακαλλιέργητα, είναι και η σοδειά που μειώθηκε, είναι και η πόλη που δεν έβρισκε τρόφιμα, είναι και τα παιδιά της που πείνασαν και η υπογεννητικότητα που προκλήθηκε, είναι και η χώρα της που καταχρεώθηκε για να επιβιώσει.

Πέραν αυτού, οι «νέες τάσεις» που κατέφυγαν στην «μαρτυρία» ως τη βασιλική οδό στη διαύγαση του ιστορικού επιστητού, αφού εξαφανίζουν την προηγούμενη ιστορική παραγωγή (δεν θα δείτε στα συμπιλήματα και τις πλατφόρμες «μαρτυριών» πολλές παραπομπές στην προηγούμενη ιστοριογραφία), προσεκτικά παρασιωπούν τις επιφυλάξεις τόσο των επίσημων ιστορικών, όσο ακόμα και των ίδιων των υποστηρικτών της προφορικής ιστορίας ως παράγοντα που συμβάλει στην ιστορική επιστημονική προσέγγιση. Ήταν, μάλιστα, αυτοί οι δεύτεροι που πρώτοι επισήμαναν τους κινδύνους από την αφέλεια, τον ερασιτεχνισμό και τη σκοπιμότητα σε πολλές από τις «αξιοποιήσεις» της μαρτυρίας, θέτοντας δεκάδες ηθικά και μεθοδολογικά ζητήματα και ενστάσεις. Την ίδια στιγμή, η «ιστορία από τα κάτω» ή η ιστορία των κινημάτων του τρίτου κόσμου, που συνέβαλε αποφασιστικά στην ανάδειξη της προφορικής ιστορίας, συνιστώντας μια πραγματικά καινούργια μεθοδολογική συμβολή στην ιστορική επιστήμη, αν και αρχικά συνδεδεμένη με την αντιαποικιοκρατική ιδεολογία και τις αναζητήσεις αριστερών συνήθως ιστορικών,[24] έδωσε τη θέση της στην αφήγηση των «θυμάτων του κομμουνισμού», εξαντλήθηκε στα «βιώματα» των διωκόμενων στις ανατολικές χώρες και υποκλίθηκε στο να επιβεβαιώνει τα «εγκλήματα» των Σοβιετικών και του Στάλιν στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και την μεταπολεμική περίοδο.[25]

Σε αυτές ακριβώς τις λογικές στηρίχθηκε η νέα μετανεωτερική ιστοριογραφική πρόταση που σχετίζεται με την ανάδειξη της δημόσιας ιστορίας συγκεκριμένων προδιαγραφών[26] και την «μαρτυρία» ως τμήμα της «αποκεντρωθέτησης του ιστορικού βλέμματος»,[27] όπως το διαφήμιζε η «νέα επιστημολογική τάση».[28] Νομιμοποιητικός δεσμός του επιχειρήματος αυτού η διαπίστωση της «βίας» ως ανθρώπινης έξης που επιβεβαιώνεται αφειδώς από τις «συνεντεύξεις», ο εντοπισμός της οποίας καθίσταται ο εκ προοιμίου στόχος της όποιας έρευνας, η οποία υπάρχει για να δικαιώνει την αποπολιτικοποίηση των ιστορικών διαδικασιών.[29] Απουσιάζουν, βεβαίως, ερωτήματα για το ποιος είναι ο αφηγητής και η προσωπική του ιστορία εν σχέσει με το αφηγούμενο γεγονός, η βαθύτερη πρόθεση του ερωτώντος στη συνέντευξη, καθώς και η επιρροή που ασκεί, όσο και αμφιβολίες σε σχέση με τον τρόπο που η μνήμη τοποθετείται πάντα σε αναφορά με την εκάστοτε συγκυρία κατά τη διάρκεια της συνέντευξης και υπερφαλαγγίζεται από την συγκυρία αυτή. Μάλιστα, έναντι μαρτυριών που καθίστανται εκτός των ερωτημάτων που θέτει ο «ιστορικός», δεν υπάρχει έδαφος ιστορικής αξιολόγησης, απλά καταγράφεται ασχολίαστη η απόκλιση, και υπάρχει για να επιβεβαιώνει τον «πλουραλισμό» στον οποίο ομνύει η νέα μεθοδολογία.[30] Έτσι, ένας φανατικός ναζί και ένας αντιστασιακός μπορεί να συνυπάρχουν χωρίς καμία άλλη αξιολόγηση, εκτός από την προβολή του κοινού τους στοιχείου, που είναι το «βίωμα» που έχουν διαμορφώσει ως «άνθρωποι» και ως ατομικές μονάδες σε συνθήκες βίας. Με τον τρόπο αυτό καταλήγει κανείς να αναζωπυρώνει την παλιά πρακτική να αποδίδει αντικειμενικότητα στην καταγγελία των «ειδεχθών» συμπεριφορών όσων δεν σεβάστηκαν «τα δικαιώματα του ανθρώπου»,[31] συνήθως οι κομμουνιστές, ως εγγεγραμμένη συνθήκη στο πολιτικό τους DNA. [32]

Το τελικό αποτέλεσμα όλων αυτών των εμπλουτισμών στην έρευνα είναι να επιτυγχάνεται μια γενναία αποπολιτικοποίηση του ιστορικού φαινομένου,[33] διαχωρίζεται το εθνικό από το διεθνές, το τοπικό από το γενικό, πράγμα ευθέως συνδεδεμένο με το διεθνές εγχείρημα της δεκαετίας του 1990[34] να υποβαθμιστεί η αντιφασιστική συνιστώσα του αντικατοχικού αγώνα στο όνομα της υπέρβασης των «ολοκληρωτισμών»[35] και των «πολώσεων» στην ιστοριογραφία του παρελθόντος.[36] Τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα του ενεργήματος αυτού τα διαπιστώνει κανείς σήμερα στην ανάδειξη των φασιστικών κομμάτων σε όλη την Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες.

Στην ουσία όλα αυτά είναι η άλλη όψη του επιχειρήματος να αποδειχθεί ότι το ναζιστικό φαινόμενο έπεσε από τον ουρανό, δεν είχε καμία σχέση με ένα κράτος έκτακτης ανάγκης που προέκυψε στην τελευταία φάση του μεσοπολέμου, συνδεδεμένο με την κυριαρχία μιας μονοπωλιακής αστικής μερίδας που αναζητούσε πρώτες ύλες και φτηνή εργασία από το εξωτερικό και η οποία επέβαλε την δημιουργία πρωτοφανών στο μέγεθος τραστ, όπως το I.G Farben και τα Ενωμένα Χαλυβουργία (τον τεράστιο συνασπισμό χάλυβα) που αναζητούσαν επιτακτικά κρατικές πολεμικές παραγγελίες. Ούτε, βέβαια, να αναζητηθούν ευθύνες από μια γερμανική μικροαστική τάξη που λειτουργούσε το κράτος ως ένα γραφειοκρατικό μηχανισμό απόλυτου κοινωνικού ελέγχου (έχοντας ευθύνες από τον κατώτερο υπάλληλο μέχρι τον διευθυντή των υπουργείων), βάσει και των ειδικών συμφερόντων των μελών του ή στρεφόταν ενάντια στο τοκογλυφικό κεφάλαιο που την έπληττε και αναζητούσε εξιλαστήρια θύματα στους Εβραίους που προσπαθούσε να τους κλείσει σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και να ιδιοποιηθεί τις περιουσίες τους. Κατά ανάλογο τρόπο, επιχειρήθηκε να συγκαλυφθεί ότι ο ναζισμός συνδεόταν με την μεγάλη γαιοκτησία (Junkers) και την γερμανική αριστοκρατία που στελέχωνε τον γερμανικό στρατό, ότι δεν ήταν οι ευγενείς αξιωματικοί με την κουλτούρα του γερμανικού πολιτισμού που χαρακτήριζαν τον στρατό αυτό, αλλά ότι συνδεόταν με τον παραδοσιακό ρατσιστικού τύπου γερμανικό εθνικισμό και τον μακραίωνο συλλογικό φετιχισμό προς το πρωσικό κράτος και τον μιλιταρισμό που προέβαλε, ενώ τροφοδοτούνταν από τις προτεσταντικές περιοχές με την αντίστοιχη υπερσυντηρητική εκκλησία, αλλά και τις φυλετικές θεωρίες και τις volk ιδεοληψίες που ενδημούσαν στον γερμανικό κοινωνικό σχηματισμό, μαζί με τον αναγκαίο σκοταδισμό και τον αντι-διανοουμενισμό που τον χαρακτήριζε.

Υπό την ίδια έννοια δεν ενδιαφέρει ποσώς το ζήτημα του λόγου που αντιστέκεται ένας λαός σε αυτόν ή γιατί προκύπτει η «συνεργασία» με τον κατακτητή ή το τι αυτή συνεπάγεται.[37] Οι κοινωνικές πράξεις για τη μετανεωτερικότητα είναι «συμβολικές» εκδηλώσεις με τη δομή που προσιδιάζει σε ένα γραπτό κείμενο, δηλαδή τυπικές ακολουθίες γεγονότων και πράξεων και δεν χρήζουν άλλων συνδηλώσεων (πολιτικής φύσης).[38] Η όποια ταξική κοινωνιολογία δεν αποτελεί παρά έναν «ολισμό» που καταστρέφει την απαιτούμενη αυτο-αναφορικότητα του επιστήμονα, καταστρατηγώντας δήθεν το δικαίωμα της άλλης άποψης να περιλαμβάνεται στη «διεπιστημονική» κοινότητα. [39]

Υπό την ίδια έννοια, τα ναζιστικά εγκλήματα στις κατεχόμενες χώρες ήταν η «διευθέτηση» που επιχείρησαν οι κατακτητές έναντι των εγχώριων κομμουνιστών που με το πρόσχημα της αντίστασης στράφηκαν κατά της ίδιας τους της «φυλής» για να επιβάλουν την μεταπολεμική δικτατορία τους. Οι ίδιοι οι Γερμανοί δεν ήταν παρά ο ένοπλος βραχίονας του εγχώριου αστικού κόσμου, ο οποίος «αμύνθηκε» μέσω της συνδρομής του γερμανικού στρατού και, μάλιστα, από μια στιγμή και μετά υποτίθεται το έργο ανέλαβαν εξ ολοκλήρου εγχώριες δυνάμεις, όπως τα Τάγματα Ασφαλείας στην Ελλάδα ή η Milice στην Γαλλία. Η επιχειρηματολογία αυτή είναι μια πιο εκλεπτυσμένη μορφή του παραδοσιακού αναθεωρητισμού που ενισχύθηκε ιδιαίτερα στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και με τον έκδηλο αντισημιτισμό του αμφισβήτησε, ανάμεσα στα άλλα ναζιστικά εγκλήματα, το Ολοκαύτωμα των Εβραίων. Με επιχειρήματα του τύπου της προσφοράς 50.000 δολαρίων σε όποιον αποδείκνυε ότι υπήρχε έστω και ένας θάλαμος αερίων, όπως προτάθηκε να γίνει σε Διεθνές Συνέδριο στο Λος Άντζελες στα 1979, υποστηρίχθηκε ότι δεν υπήρξε γενοκτονία, αλλά η απλή προσπάθεια εκδίωξης των Εβραίων από την Κεντρική προς την Ανατολική Ευρώπη, ενώ η χιτλερική Γερμανία δεν ήταν υπεύθυνη για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο περισσότερο από ότι το σταλινικό καθεστώς, την εκδίωξη του οποίου από τα όρια της Ευρώπης ανέλαβαν υποτίθεται οι Ναζί.[40]

Αν είναι να γίνει λόγος περί «βίας», στο έδαφος της οποίας κάποιοι εξισώνουν θύτες και θύματα, αφού όλοι άσκησαν «βία» και άρα όλοι είχαν ευθύνες, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το ΕΑΜ εξασφάλισε την απήχηση του στους πληθυσμούς επειδή κράτησε τη «βία» μακριά τους. Έδιωξε τους κατακτητές από μεγάλα τμήματα της χώρας, αποδιάρθρωσε τα δίκτυα παρανομίας που έστησαν με ημεδαπούς, δημιούργησε έναν εκτεταμένο μηχανισμό αστυνόμευσης στις περιοχές που ήλεγχε.[41] Περιέστειλε πλήρως την κλοπή και τη μαύρη αγορά, διέλυσε τις συμμορίες που εκβίαζαν τους πολίτες, διευκόλυνε την τροφοδοσία των ορεινών περιοχών, έστησε συσσίτια (κρατώντας την «βία» της πείνας μακριά), φρόντισε να διασώσει τμήμα της παραγωγής του αγρότη από τις λεηλασίες των αρχών Κατοχής και προστάτεψε τα σπίτια και τις αποθήκες των ανθρώπων από τις πυρκαγιές που έβαζαν οι Γερμανοί στρατιώτες για να συγκαλύψουν τις κλοπές που είχαν προηγουμένως διαπράξει, βαφτίζοντας τες ως «αντίποινα». Μάλιστα, ο ΕΛΑΣ απέφυγε όσο μπορούσε τις προστριβές μεταξύ των κατοίκων στις οποίες εσκεμμένα εξωθούσαν συστηματικά οι κατακτητές,[42] εντελώς αντίθετα με κάποιες άλλες, δήθεν αντιστασιακές, ομάδες ενόπλων που εμφανίστηκαν στα βουνά και άδειαζαν τις τοπικές αποθήκες.[43] Να σημειωθεί ότι απαιτήθηκε για αυτό, να επιβληθεί απόλυτη πειθαρχία, στο εσωτερικό του ΕΛΑΣ,[44] να στηθούν στρατοδικεία εις βάρος όσων έκλεβαν «ακόμα και μια κότα» και να κυκλοφορήσει στο βουνό ακόμα και οδηγός καλής συμπεριφοράς των ανταρτών του. [45]

Γενικότερα, κάποιοι παρασιωπούν εντέχνως το γεγονός ότι το θέμα της βίας στην Κατοχή, όταν εξετάζεται, είναι απαραίτητο να συνδέεται στενά με τα γερμανικά «αντίποινα» (και τον ρόλο των καταδοτών που ήταν καθοριστικός σε αυτά) και τις συνέπειες τους. Γιατί οι Γερμανοί, στο πλαίσιο εφαρμογής μιας αμείλικτης στρατηγικής σε σχέση με τους αντάρτες, και ιδίως με τους πληθυσμούς που τους υποστήριζαν, και με βάση το επιχείρημα ότι ο πόλεμος «εναντίον του Στάλιν» ήταν αναγκαστικά ένας πόλεμος κτηνώδης,[46] εξαπέλυσαν συντονισμένα «αντίποινα» (έτσι βαφτίστηκε η εκστρατεία καταστροφής της χώρας), ιδίως μετά την ιταλική συνθηκολόγηση, δημιουργώντας χιλιάδες θύματα και μάλιστα με τη συνδρομή πλουσιοπάροχων αμοιβών, ώστε ένα μέρος του εγχώριου πληθυσμού να δελεαστεί να συνδράμει στο σχέδιο αυτό της μαζικής εξόντωσης.[47]

Αυτό ακριβώς ήταν το αίτιο όλων των «ιδιαιτεροτήτων» και των φαινομένων βίας, που εμφανίστηκαν ως «εμφύλιοι πόλεμοι», ειδικά στην περιοχή της Πελοποννήσου, όπου μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού θεωρήθηκε από τις δυνάμεις Κατοχής εξ ολοκλήρου εχθρικό, και ακόμη και η απλή φυγή, έναντι Γερμανών στρατιωτών, λογιζόταν ως αντιστασιακή ενέργεια και τιμωρούνταν με εκτέλεση.[48] Εκεί εκατοντάδες καταδότες επιστρατεύτηκαν σε ένα βασίλειο εξαναγκασμού και εκβιασμών ώστε να μετατραπούν όλοι οι πολίτες σε εν δυνάμει όμηρους για να εκτελεστούν μαζικά μπροστά από τις κατεστραμμένες αμαξοστοιχίες που μετέφεραν τον πλούτο της χώρας στη Γερμανία.[49] Όσο μεγάλωνε η Αντίσταση, ιδίως από τον Ιούλιο του 1943 και μετά, οι Γερμανοί εφάρμοζαν στις εκτελέσεις αυτές και τον δημόσιο απαγχονισμό των εγκρίτων προσωπικοτήτων ενός χωριού,[50] ή τιμωρούσαν ακόμα και με θάνατο εκείνους που κρατούσαν τα παράθυρα των σπιτιών τους ανοικτά, όταν διερχόταν ο γερμανικός στρατός, ώστε να τρομοκρατείται αποτελεσματικότερα ο πληθυσμός.[51]

Να σημειωθεί ότι η εκστρατεία αυτή καταστροφής προέκυψε λόγω του φόβου ενός πανικόβλητου και αφελή κατακτητή, μήπως ο πληθυσμός προβεί σε εξέγερση σε ενδεχόμενο απόβασης συμμαχικών στρατευμάτων στην Πελοπόννησο, φόβο που καλλιέργησαν παραπλανητικά οι Βρετανοί στους Γερμανούς, όταν στις 30 Απριλίου 1943 έθεσαν σε διαδικασία το Σχέδιο Mincemeat, βγάζοντας σε ισπανική ακτή με υποβρύχιο ένα σώμα νεκρού, με έγγραφα που υπεδείκνυαν ότι η πραγματική επικείμενη συμμαχική απόβαση δεν θα γινόταν στη Σικελία, τα αεροδρόμια της οποία βομβαρδίζονταν την ίδια περίοδο, αλλά στην Πελοπόννησο, στην Καλαμάτα και τον Άραξο. Οι Γερμανοί, από δειλία, οργάνωσαν την άμυνα της περιοχής στη βάση της εξόντωσης του πληθυσμού στον οποίο έβλεπε έναν εν δυνάμει πράκτορα των Συμμάχων, όπως σημείωνε το μήνυμα το έστειλαν από τον μηχανισμό Enigma, το οποίο αποκρυπτογράφησαν οι Βρετανοί στις 15 Μαίου 1943.[52] Μάλιστα, το γερμανικό επιτελείο ζήτησε από τον Ρόμελ που βρισκόταν με άδεια στη Γερμανία να την διακόψει και να επιληφθεί του θέματος της άμυνας της Ελλάδας ενώ δύο εβδομάδες μετά στάλθηκε στην Ελλάδα η 1η Μεραρχία Panzer των Waffen SS από την Γαλλία, μια ομάδα ανθυποβρυχιακών σκαφών, ενώ κήρυξαν την περιοχή σε «πεδίο επιχειρήσεων» και τα «αντίποινα» διατάχθηκαν να εκτελούνται σε καθημερινή βάση.[53]

Τα πράγματα προσέλαβαν ακόμα πιο ειδεχθή τροπή εις βάρος των κατοίκων της περιοχής, όταν οι Γερμανοί άλλαξαν, τον Δεκέμβριο του 1943, την πολιτική τους σε σχέση με τα τυφλά «αντίποινα», αφού εκτιμήθηκε ότι αυτά ευνοούσαν τους αντάρτες, και προσπάθησαν να πολιτικοποιήσουν το θέμα, αξιοποιώντας παραδοσιακές πολιτικές αντιθέσεις στην περιοχή. Έτσι, η απόφαση να συλλαμβάνονται ως υπεύθυνοι των αντιστασιακών πράξεων μόνο αριστεροί πολίτες μετασχημάτισε αυτούς που θα τους κατέδιδαν σε «αντικομμουνιστές» και όχι προδότες ή κοινούς δολοφόνους.[54] Η σύλληψη ομήρων πολιτικοποιήθηκε και χρησιμοποιήθηκε πλέον με την προσδοκία να στραφούν οι οικογένειες των ομήρων κατά της Αντίστασης ως υπαίτιας της ομηρίας,[55] ενώ αναπτύχθηκε η επιχειρηματολογία ότι οι όποιες αντιστασιακές ενέργειες -που υλοποιούσαν το βρετανικό σχέδιο αντιπερισπασμού «Animals»- είχαν μηδαμινή στρατιωτική σημασία.[56] Μέσα σε ένα τέτοιο καθεστώς αυθαιρεσίας,[57] είχαν συλληφθεί περίπου 6.000 όμηροι σε λίγες εβδομάδες[58] εκ των οποίων 2000 στάλθηκαν στο Χαϊδάρι.[59] Εκατοντάδες ακόμα είχαν διασπαρεί σε άλλα στρατόπεδα ή εκτοπιστεί σε άλλες περιοχές της χώρας.[60]

Στην ουσία, λόγω των γερμανικών «αντιποίνων» η Πελοπόννησος είχε εξελιχθεί σε μια περιοχή που υφίστατο μια συστηματική σφαγή.[61] Εκτός από το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων και των γύρω χωριών, μετά το καλοκαίρι του 1943, στους νομούς Αρκαδίας και Λακωνίας είχαν υποστεί λεηλασίες και εμπρησμούς δεκάδες χωριά και σπίτια, κυρίως συγγενών μελών της αντίστασης.[62] Στη Μεσσηνία, μόνο στην Καλαμάτα, στις 23 Οκτωβρίου 1943 συνελήφθησαν 500 όμηροι, στις 7 Δεκεμβρίου 1943 στη Σπάρτη, όπου εκτελέστηκαν 128 άτομα,[63] στις 27 Ιανουαρίου 1944 188 και εκτελέστηκαν και δύο παιδιά στη κεντρική πλατεία της πόλης, ενώ το πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου του 1944 συνελήφθησαν γύρω στα 2.000 άτομα από τους οποίους εκτελέστηκαν 500. Την 1η Μαΐου 1944 εκτελέστηκαν άλλοι 37 όμηροι, στις 16 Ιουνίου ακόμα 20, ενώ τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1944 επιπλέον 6. [64]

Αντίστοιχα, μαζικές εκτελέσεις είχαν πραγματοποιηθεί στο Άργος την 1η Ιουλίου 1944 και στις 4 Αυγούστου 1944 στο Γύθειο, στις 21 Μαρτίου 1944 άλλοι 44 και στις 14 Αυγούστου 1944, αφού συνελήφθη και μεγάλος αριθμός ομήρων, 59 βρήκαν το θάνατο από βασανιστήρια.[65] Στη Μεγαλόπολη Αρκαδίας, στις 24 Φεβρουαρίου 1944 εκτελέστηκαν 212 όμηροι, στους Μολάους στις 28 Απριλίου 1944 100, στο Μονοδένδρι Λακωνίας, στις 26 Νοεμβρίου 1943, 118. Το ίδιο και στην Πάτρα με 153 νεκρούς και χιλιάδες συλλήψεις ομήρων, στο διάστημα από 9 Μαίου 1943 μέχρι 18 Ιουλίου 1944. 17 όμηροι εκτελέστηκαν στην Τεγέα Αρκαδίας, 506 εκτελέστηκαν στην Τρίπολη από 23 Μαίου 1942 έως 3 Αυγούστου 1944 κα.[66] Επιπλέον, η Πελοπόννησος είχε μεγάλο μερίδιο και στις 3.700 πόλεις και οικισμούς[67] που είχαν υποστεί καταστροφές από πυρπολήσεις και λεηλασίες σε όλη τη χώρα.. [68]

Να σημειωθεί ότι το ΕΑΜ πολύ απείχε από το να μην συνυπολογίζει το αντεπιχείρημα σε σχέση με τις δυσανάλογες επιπτώσεις στον πληθυσμό αναποτελεσματικών αντιστασιακών επιχειρήσεων λόγω των «αντιποίνων». Το Γ. Σ του ΕΛΑΣ ζήτησε, το χειμώνα του 1943, οι όποιες επιχειρήσεις να γίνονται μόνο μετά από έγκριση του Στρατηγείου του,[69] επιδίωξε τη δημιουργία Κοινού Γενικού Στρατηγείου Ανταρτών, ιδίως με τον ΕΔΕΣ ώστε να σταματήσει η προπαγάνδα για «εμφυλίους πολέμους», ενώ υπήχθη στο Στρατηγείο Μέσης Ανατολής, αντικρούοντας, μάλιστα, την γιουγκοσλαβική προσφορά υπέρ ενός Βαλκανικού Στρατηγείου, για να έχουν οι Σύμμαχοι τον κύριο λόγο επιλογής των στόχων των αντιστασιακών ενεργειών. Ο ΕΛΑΣ απλώς διεκδίκησε να έχει τον έλεγχο του τρόπου που αυτές θα μεθοδεύονταν.[70] Εφαρμόστηκαν και άλλα μέτρα όπως η επιλογή του τόπου του σαμποτάζ σε αραιοκατοικημένες περιοχές για να βρίσκεται μακριά ο τοπικός πληθυσμός ή περιόρισε στο ελάχιστο την εφαρμογή δικών του αντιποίνων εις βάρος Γερμανών αιχμαλώτων, σε απάντηση των αντιποίνων των Γερμανών. Πάντως, η εφαρμογή των οδηγιών αυτών προϋπέθετε επαρκείς επικοινωνίες που δεν υπήρχαν πάντα στην περίπτωση της Πελοποννήσου με αποτέλεσμα και αστοχίες. [71]

Η σχέση συνεργασίας με τους τοπικούς πληθυσμούς ήταν, άλλωστε, όρος επιβίωσης του ίδιου του ΕΛΑΣ, όπου τα σχέδια του περιελάμβαναν αναδιπλώσεις και ελιγμούς, διασπορά εφοδίων σε πολλά αφανή σημεία, ελιγμούς και αξιοποίηση περασμάτων, «τα μονοπάτια», που κατεδείκνυαν οι ντόπιοι σύνδεσμοι,[72] προκειμένου να επιτεθούν αιφνιδιαστικά κάποια τμήματα στα νώτα των Γερμανών.[73] Αυτό αναγκαστικά απαιτούσε την συνδρομή του τοπικού πληθυσμού, ώστε να αποτραπεί και η διαρπαγή των εφοδίων που είχαν αποκρυβεί μετά τη ρίψη τους από τα βρετανικά αεροπλάνα.[74] Οι ίδιοι οι Γερμανοί σε αυτή τη σχέση συνεργασίας απέδιδαν τις επιτυχίες του ΕΛΑΣ[75] και τις συνεχείς εφεδρείες που του η τοπική κοινωνία του παρείχε. [76]

Η κατάσταση όμως, με τις καταδόσεις επιδεινώθηκε, όταν δημιουργήθηκαν τα Τάγματα Ασφαλείας.[77] Το βασικότερο πρόβλημα ήταν ότι είχαν πρόσβαση στον τοπικό πληθυσμό,[78] ενώ σε αυτά προσχώρησαν αρκετοί φερόμενοι ως καταδότες, φόρεσαν τις στολές τους με τα τσαρούχια, ενισχύοντας την αποτελεσματικότητα των Γερμανικών αντιποίνων.[79] Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο στη Μεσσηνία, την περίοδο δράσης των Ταγμάτων είχαν συλληφθεί και μεταφερθεί, μετά από καταδόσεις, σε στρατόπεδα και φυλακές πάνω από 1.500 άτομα.[80] Να σημειωθεί ότι οι Γερμανοί έφτασαν μέχρι του σημείου για να τους προστατεύσουν από την αντίδραση του τοπικού πληθυσμού να εφαρμόσουν αντίποινα ακόμη και για φόνους προδοτών και μάλιστα με αναλογία ενός καταδότη προς 5 ομήρους.[81]

Όμως, στην πραγματικότητα τα Τάγματα Ασφαλείας δεν ήταν ο στρατός της ελληνικής αστικής τάξης, όπως κάποιοι επιχείρησαν να το εμφανίσουν. Ήταν τμήμα του γερμανικού στρατού από τον οποίο έπαιρναν εντολές. Το ότι ήταν Έλληνες δεν σημαίνει ότι δεν ήταν στρατιώτες των Waffen SS και της Wehrmacht, που άλλωστε από το 1942 ήταν ένας διεθνής στρατός. O στρατός, για παράδειγμα, που εισέβαλε στην Σοβιετική Ένωση αποτελούνταν και από 600.000 Κροάτες, Ρουμάνους, Ιταλούς, Σλοβάκους, Φιλανδούς, Δανούς, Λετονούς, Ούγγρους, Ισπανούς, ακόμα και Αλβανούς μουσουλμάνους με φέσια και ιμάμηδες για την καθημερινή τους προσευχή. Όσο δε η Wehrmacht υποσκελιζόταν και αριθμητικά από το στρατό των Συμμάχων, λόγω των αθρόων αμερικανικών ενισχύσεων, τόσο δεχόταν στους κόλπους της «συμμάχους» άλλων εθνοτήτων. Χωρίς να αμφισβητείται η κρατούσα κλίμακα φυλετικής υπεροχής, χιλιάδες οπλίτες από «κατώτερους» λαούς ενσωματώθηκαν στον ναζιστικό στρατό, ακόμα και αν προέρχονταν από τους «σλάβους» ή τους «Τούρκους» της πρώην Σοβιετικής Ένωσης: Αρμένιοι, Αζέροι, Καυκάσιοι, Γεωργιανοί, Τάταροι, Κοζάκοι, Τουρκμένιοι κλπ. Το δέλεαρ που τους δόθηκε ήταν η ικανοποίηση των «μακραίωνων» εθνικιστικών τους πόθων που ακύρωσε η ρύθμιση στην συνύπαρξη των εθνοτήτων που επέβαλε η Οκτωβριανή Επανάσταση.[82]

Ανάμεσα στους ξένους που πολεμούσαν μαζί με τον γερμανικό στρατό ήταν και Έλληνες, οι άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας, που ενίσχυσαν το κατοχικό πλιάτσικο[83], με κίνητρα τον μισθό που έπαιρναν, τη δυνατότητα επιτάξεως των περιουσιών των «κομμουνιστών», όπως συλλήβδην βάφτιζαν τα θύματα τους,[84] τη σκύλευση των εκτελεσθέντων,[85] τη συγκέντρωση της «δεκάτης» και των αγροτικών προϊόντων για ίδιον όφελος,[86] καθώς και τη δυνατότητα να ελέγχουν τη μαύρη αγορά.[87] Επιπλέον, οι όμηροι που συλλάμβαναν απέφεραν όχι ευκαταφρόνητα λύτρα, αφού συγκεντρώνονταν αδιακρίτως, ανεξάρτητα από ηλικία ή φύλο, υλοποιώντας εντολές των Γερμανών να αποκτήσει η βία που ασκούσαν οι κατακτητές λογική εθνικής κάθαρσης.[88] Όταν, για παράδειγμα, το Τάγμα του Βρεττάκου μπήκε στην Καλαμάτα, τον Ιανουάριο του 1944 για να «απελευθερώσει» την πόλη από το ΕΑΜ, προέβη σε συλλήψεις 200 ανθρώπων, αρκετούς από το «σωρό», που τουφεκίστηκαν σχεδόν όλοι χωρίς καμία άλλη διαδικασία.[89] Ακόμη και οι Βρετανοί σύνδεσμοι διαπίστωναν ότι στις επιχειρήσεις στον Πάρνωνα και τον Ταύγετο, το καλοκαίρι του 1944, από τους 250 που εκτέλεσαν τα Τάγματα, η συντριπτική πλειοψηφία ήταν γυναίκες παιδιά και ηλικιωμένοι.[90] Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά τις διαμαρτυρίες ακόμα και του Μητροπολίτη Μαντίνειας Γερμανού, ο Π. Κανελλόπουλος, εκπρόσωπος της εθνικής κυβέρνησης στην Πελοπόννησο, κατέγραψε στο ημερολόγιό του ότι κατά τα φαινόμενα, εκτός μιας εθνικιστικής ομάδας «τουρκοβασιλικών», το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού στην Πελοπόννησο υπέστη διώξεις από τα Τάγματα Ασφαλείας χωρίς κανένα άλλο κριτήριο (εκτός ίσως από τα λύτρα που εξασφαλίζονταν).[91]

Το ΕΑΜ αρχικά προσπάθησε να απαντήσει στο πρόβλημα των καταδοτών και της δράσης των ανδρών των Ταγμάτων Ασφαλείας, εκφοβιστικά και με συλλήψεις, αλλά να μην δώσει το πρόσχημα αντεκδικήσεων.[92] Ωστόσο, δεν υπήρχε η δυνατότητα φυλάκισης για παρατεταμένο διάστημα όσων συλλάμβανε, ιδίως όταν οι μονάδες του ΕΛΑΣ ήταν υποχρεωμένες να αναδιπλωθούν, λόγω των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων των Γερμανών. Υπήρχαν και περιπτώσεις όπου αιχμάλωτοι του ΕΛΑΣ περιφέρονταν από χωριό σε χωριό για μήνες, ακολουθώντας υποχρεωτικά τις μετακινήσεις των ανταρτικών ομάδων. Υπό τις συνθήκες αυτές ήταν αδύνατο να ελεγχθούν επαρκώς και οι περιπτώσεις των πλαστών καταγγελιών. [93] Αναγκαστικά προέκυπταν περιπτώσεις εγκλήσεων για λόγους εκδίκησης.[94] Ο ΕΛΑΣ προσπαθούσε, μέσω αναγκαστικά σύντομων ανταρτοδικείων, να περιφρουρήσει τα δικαιώματα των εγκαλουμένων, [95] χωρίς όμως να μπορεί να εγγυηθεί πλήρως την αντικειμενικότητα της διαδικασίας.[96] Είναι χαρακτηριστικό ότι σε όλα τα αντίμετρα που εφάρμοσε ο ΕΛΑΣ επιχειρήθηκε να εξασφαλίσει την κοινωνική συναίνεση. Ακόμα και στα Ανταρτοδικεία συμμετείχαν αντιπρόσωποι των τοπικών κοινωνιών.[97] Ακριβώς για τον ίδιο λόγο, το ΕΑΜ είχε ζητήσει επιτακτικά, μόλις μια περιοχή απελευθερωνόταν, να συγκροτηθούν άμεσα λαϊκές εξουσίες, όπου όλες οι διοικητικές ενέργειες, ακόμα και για θέματα εισφορών, φορολογίας, αστυνομικών μέτρων, να αποφασίζονται από αιρετά όργανα, οι αποφάσεις των οποίων όφειλαν να μην αντιφάσκουν προς το κοινό αίσθημα.[98] Βεβαίως, ήταν τέτοια η σφοδρότητα των «αντιποίνων» των κατακτητών, ώστε η ίδια η έκταση της πρακτικής των άμεσων αντιποίνων του ΕΛΑΣ έναντι των καταδοτών περιορίστηκε,[99] ενώ, κατά την Απελευθέρωση, ο ΕΛΑΣ για να αποφύγει ανεξέλεγκτες αντεκδικήσεις, ζητούσε ακόμη και τη βρετανική παρουσία κατά την παράδοση των Ταγμάτων Ασφαλείας στις δυνάμεις του.[100]

Όλα αυτά δεν έχουν αξία για τη λογική εκείνη των Γερμανών τότε και κάποιων ιστορικών μεταγενέστερα (Ρίχτερ) που προσποιούνταν ότι την ευθύνη για την τυφλή βία που επιδείχθηκε δεν είχαν οι οργανωμένοι στρατοί, δηλαδή η Wehrmacht, αλλά τα εγκλήματα πρέπει να αποδοθούν σε Έλληνες άτακτους, κομμουνιστές ή ταγματασφαλίτες. Υπήρχε προφανώς το πρόβλημα ότι σε συνθήκες πρωτοφανούς βίας από το γερμανικό στρατό, γεννιούνταν εύκολα και ανεξέλεγκτες συμπεριφορές, ακόμα και από μονάδες του ΕΛΑΣ που από μίσος ή υπερεπαναστατικό ζήλο, προέβαιναν σε υπερβάσεις και αδικαιολόγητη βία.[101] Όμως, επιχειρήθηκε γενική περιστολή των φαινομένων αυτών και από το ίδιο το ΚΚΕ, ακόμα και με καταδίκες κομματικών στελεχών[102] που υπερέβησαν τις εντολές τους.[103] Το πιο αξιοσημείωτο ήταν ότι εκείνος που η προπαγάνδα των αντιπάλων του εμφάνιζε ως τον πλέον «σκληρό», ο Άρης Βελουχιώτης, ήταν αυτός που ανέλαβε να εκκαθαρίσει τις κομματικές γραμμές στην Πελοπόννησο από όσους επέδειξαν αδικαιολόγητα βίαιη συμπεριφορά, παραβιάζοντας την συμφιλιωτική γραμμή του κόμματος,[104] κάτι που του αναγνώρισε και ο αντιπρόσωπος της εθνικής Κυβέρνησης στην Πελοπόννησο Π. Κανελλόπουλος.[105] Ο «τοπικισμός και το καπετανάτο» ορισμένων κατεστάλη,[106] όπως και η απροθυμία τους να προσαρμοστούν στις στρατιωτικές εντολές της διοίκησης του ΕΛΑΣ.[107] Για το ΕΑΜ έπρεπε η εξουσία να παραδοθεί χωρίς «βία» στην εθνική κυβέρνηση[108] και να αποτραπεί η παραμικρή πιθανότητα υπερβάσεων.[109]

Οι κατευθύνσεις της κομματικής γραμμής ώστε να σταματήσουν οι όποιες αντεκδικήσεις τηρήθηκαν σχεδόν απαρέγκλιτα,[110] σε πείσμα της πάνδημης απαίτησης για άμεση απόδοση δικαιοσύνης και εκδίκηση[111] και του γεγονότος ότι δημιουργήθηκε κενό εξουσίας αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα.[112] Αντιθέτως, σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, με μικρότερες συνέπειες από τη δράση των δυνάμεων Κατοχής στον τοπικό πληθυσμό, παρατηρήθηκαν φαινόμενα εκτεταμένων αντεκδικήσεων. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, πάνω από 10.000 εκτελέστηκαν υπό συνοπτικές διαδικασίες από αντιστασιακές ομάδες λίγο πριν εγκατασταθούν κυβερνητικές αρχές μετά την αποχώρηση των Γερμανών, όπως και στην Ιταλία (15.000)[113] ή στις Βρυξέλες που λυντσαρίστηκαν σε δυο μέρες δημοσίως 265 άνθρωποι. Μάλιστα, η κυβέρνηση της χώρας αυτής αναγκάστηκε να αμνηστεύσει όλες τις επιθέσεις αντεκδίκησης έναντι συνεργατών των Γερμανών που έγιναν 41 μέρες μετά την επίσημη ανακήρυξη της απελευθέρωσης της χώρας,[114] ενώ στη Γαλλία οι γυναίκες που κατηγορήθηκαν για σχέσεις με Γερμανούς στρατιώτες ξεγυμνώθηκαν, κουρεύτηκαν και υποχρεώθηκαν να παρελάσουν στους δρόμους πολλών γαλλικών πόλεων.[115] Ωστόσο, στην Ελλάδα, λόγω της πολιτικής του ΕΑΜ, εκτός από λίγες εξαιρέσεις,[116] επιβλήθηκε η αρχή ότι για κάθε αντιστασιακή οργάνωση το επιβεβλημένο καθήκον ήταν η απόλυτη πειθαρχία στην εθνική κυβέρνηση και τους συμμάχους.[117]

Το πρόγραμμα MOG / Μνήμες από την Κατοχή στην Ελλάδα, που χρηματοδοτείται από το Υπουργείο Εξωτερικών της Ο.Δ. της Γερμανίας  είναι η πιο πρόσφατη απόπειρα της επίσημης Γερμανίας για την αναθεώρηση της ιστορικής γνώσης της κατοχικής περιόδου, μέσω μιας εκπαιδευτικής πλατφόρμα. Όχημα για την είσοδο στα σχολεία του έργου αυτού είναι το επιχείρημα των αδυναμιών της σχολικής ιστορίας στην κατεύθυνση της υπέρβασης των «ξεπερασμένων» ιστοριογραφικών προσεγγίσεων που σφύζουν μεροληψίας ως προς την ανασύνθεση του ιστορικού παρελθόντος, δημιουργώντας αδικαιολόγητη εχθρότητα μεταξύ λαών. Μέσω σύντομων σημειωμάτων υπαγορεύεται το πως πρέπει να διαβαστούν οι «μαρτυρίες» που περιέχει το πρόγραμμα. Η νέα μεθοδολογία που προτείνεται είναι η «κατασκευαστική» από τους μαθητές παραγωγή «σεναρίων», χωρίς ιδιαίτερη μέριμνα να αποκλειστούν οι αυθαιρεσίες. Έτσι, οι μαθητές διδάσκονται ότι όλα είναι στην ιστορία είναι «σενάρια» και όλες οι εκδοχές νόμιμες. Το υλικό που θα στηριχθούν δεν είναι οι χιλιάδες σελίδες που έχουν γραφεί για την Κατοχή (επιστημονικά κείμενα, απανθίσματα ιστορικών πηγών, απομνημονεύματα, αφηγήσεις, ακόμα και ιστορικά μυθιστορήματα), αλλά οι «μαρτυρίες» που τους δίνονται με τη μορφή της συνέντευξης, αποσπασμένες 80 χρόνια μετά τα γεγονότα ή από ένα αποθετήριο μαρτυριών.

Μεταξύ των στόχων  αυτών κεντρική θέση κατέχει η οριστική ματαίωση του αγώνα για τις γερμανικές οφειλές. Η αναφορά στη διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών στο 1960, τότε που η Γερμανία απέδωσε τα 115.000.000 μάρκα,[118] που πήγαιναν κατά κύριο λόγο σε οικογένειες εβραίων και σε μεμονωμένα θύματα. Στην ουσία υιοθετείται ότι το θέμα έχει τελεσιδικήσει και απλώς γίνεται αναφορά στις καλές προθέσεις της Γερμανίας, όπως αποτυπώθηκαν στην τότε «διευθέτηση».[119]

Στο εγχείρημα απο-συλλογικοποίησης των ιστορικών διαδικασιών, την ειρήνη και τη δημοκρατία επιβάλουν οι κρατικοί μηχανισμοί και όχι οι μάζες και οι συλλογικοί αγώνες. Οι Σύμμαχοι, με τους οργανωμένους στρατούς τους, εξάλειψαν τον φασισμό ως έναν αντίπαλο σε αυτούς κρατικό φαινόμενο και όχι ως έναν μηχανισμό καταστολής των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων και των δημοκρατικών κινημάτων της Ευρώπης. Έτσι, η εθνική αντίσταση στην Ελλάδα σχεδόν εξοβελίζεται, παραλείπονται η ίδρυση, οι στόχοι και η δράση του ΕΑΜ, το γιατί οι μάζες προσχώρησαν στα αιτήματα του, η ύπαρξη της «Ελεύθερης Ελλάδας» και οι νόμοι της, τα συσσίτια, το άνοιγμα των αποθηκών των μαυραγοριτών, η δράση της ΕΠΟΝ, η μάχη της Σοδειάς, η τάξη που επέβαλε στην ύπαιθρο ο ΕΛΑΣ, ενώ αγνοούνται πλήρως τα μεγάλα συλλαλητήρια και οι απεργίες. Επιπλέον, παραλείπονται» η «μαύρη αγορά», η βία των κατακτητών σε συνεργασία με Έλληνες, τα«Τάγματα Ασφαλείας, τα ολοκαυτώματα κλπ.

Αυτό που για μια ακόμα φορά επιχειρείται είναι να εξαιρεθεί ο γερμανικός «λαός», το «έθνος», από το ναζιστικό καθεστώς, ως ένα πολύ ειδικό ιστορικό φαινόμενο, μια απόκλιση. Υπήρξαν μεν οι Ναζί, αλλά το γερμανικό κράτος παρέμεινε στα επιτρεπτά όρια μιας «αυστηρής» δημοκρατίας, η Wehrmacht κρατήθηκε στα πλαίσια των διεθνών συμβάσεων πολέμου (Ρίχτερ), ενώ οι Εβραίοι προκάλεσαν οι ίδιοι την καταστροφή τους με το Ολοκαύτωμα, επειδή οι κοινότητες τους ιστορικά αρνήθηκαν την ενσωμάτωση στην κυρίαρχη κοινωνία, κάτι που έφερε μια διαρκή δυσπιστία απέναντι τους κλπ. Να σημειώσουμε ότι η ίδια η γερμανική πολιτική ζωή, στην οποία δεν έγινε ποτέ μια πραγματική αποναζιστικοποίηση, συνιστά παράδειγμα για το νέο εγχείρημα «αναθεώρησης», γιατί οι ναζιστικές πρακτικές, αν και λεκτικά καταγγέλθηκαν, αφομοιώθηκαν οργανικά στο μεταπολεμικό γερμανικό κράτος για λόγους «εθνικού συμφέροντος». Οι πρώην Ναζί, με εξαίρεση τους λίγους «πρωταίτιους» που δικάστηκαν από το δικαστήριο της Νυρεμβέργης, παρέμειναν στο κράτος της Δυτικής Γερμανίας, διατηρώντας όλες τις επιτελικές θέσεις που είχαν προηγουμένως.

Αντίθετα, αυτός ο γερμανικός στρατός, παρά τις όποιες «υπερβάσεις», για τους απολογητές της νέας ιστορίας διασφάλισε την «επιβίωση» των Γερμανών έναντι της δήθεν σοβιετικής μεταπολεμικής επεκτατικότητας και ήταν μεταγενέστερα αυτός που προτάθηκε να γίνει αποδεκτός από την διεθνή κοινότητα, επεκτείνοντας το εύρος των δραστηριοτήτων του (για «ανθρωπιστικούς λόγους»). Ιστορικοί, όπως ο Χ. Ρίχτερ, εξυψώνοντας την Wehrmacht -που δεν έφταιγε για τη σφαγή των Κρητών στα 1941ή αναγκάστηκε να αμυνθεί σε έναν ανορθόδωξο πόλεμο-, νομιμοποιούσαν ταυτόχρονα στην διεθνή κοινή γνώμη τις νέες αυτές γερμανικές εμπλοκές με πάσης φύσεως σύγχρονες επεμβάσεις, όπως για παράδειγμα η υπόθεση της αναγνώρισης της Κροατίας και ο πόλεμος κατά της Σερβίας. Δεν χρειάζεται να γίνει καν αναφορά στους Γερμανούς βιομηχάνους τότε (Κρουπ, Φλικ κ.α), στους οποίους επιστράφηκαν οι αρχικά δημευμένες περιουσίες τους, αφού ο ρόλος τους, υποτίθεται, δεν ήταν καθοριστικός στην επιβολή του ναζισμού στην Γερμανία, αλλά χρειάστηκαν για την μεταπολεμική ανοικοδόμηση της χώρας και τις ανάγκες επιβίωσης του «έθνους». Με την ίδια έννοια, κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε για το καθεστώς εργασίας των «γκασταμπάιτερς», των ξένων εργατών στη Γερμανία μεταπολεμικά, που αν και στερούνταν βασικά εργασιακά δικαιώματα, μέσα στις κούτες που ζούσαν, ήταν «απαραίτητοι για το γερμανικό έθνος». Με ενισχυμένο τον αντικομμουνισμό σε όλη την πορεία της ΟΔΓ, ο γερμανικός εθνικισμός παρακολούθησε απλά την συζήτηση για την παραγραφή των εγκλημάτων των ναζί που επιταχύνθηκε τις τελευταίες δεκαετίες.[120]

Είναι γεγονός ότι η γερμανική Αριστερά, ιδίως κατά τη διάρκεια του γερμανικού Μάη του 1968, απαίτησε την απο-ναζιστικοποίηση και αποκάλυψε την απάτη διαχωρισμού ναζισμού και «έθνους» ως απόπειρα μη απόδοσης ευθυνών. Αλλά αυτό με την συνδρομή όλων των κυρίαρχων κομμάτων της Γερμανίας εξελίχθηκε σε μια απολιτική αδιαφορία των Γερμανών για το παρελθόν τους, μια ιδιότυπη απο-ιστορικοποίηση που εύκολα αντιστράφηκε, όταν Γερμανοί ιστορικοί με επικεφαλής τον Ε. Νόλτε στα 1986 ζήτησε το τέλος της «δαιμονοποίησης» του γερμανικού παρελθόντος, και πρόβαλε την απαίτηση το ναζιστικό παρελθόν να ερμηνεύεται μέσα στα συμφραζόμενα της εποχής που πυροδότησε η βιομηχανική επανάσταση (;) και η ανάδυση της ισχύος της ΕΣΣΔ. Οι συντηρητικοί κύκλοι της Γερμανίας επέβαλαν την λογική ότι το παρελθόν και η ορθή στάση απέναντι του θα ήταν η βασιλική οδός για την προαγωγή του γερμανικού παρόντος, και όποιοι καταδίκαζαν άκριτα το 3ο Ράιχ έπλητταν την ίδια την μεταγενέστερη συνοχή της γερμανικής κοινωνίας. Έτσι εν τω μέσω μουσείων που ίδρυσε η Γερμανία επί Κολ για να προβληθεί η δισχιλιετής ιστορία των γερμανικών φυλών, σχετικοποιήθηκε η ευθύνη του μεγαλύτερου τμήματος του γερμανικού λαού για το Ολοκαύτωμα -παρότι στήθηκαν μνημεία υπενθύμισης του γεγονότος-, αφού αναδείχθηκε ως ιστορική παρένθεση, εξαιτίας φανατικών που γρήγορα καταδίκασε η υγιής γερμανική κοινωνία (παρά το γεγονός ότι ο συμμαχικός στρατός Κατοχής στη Γερμανία διαπίστωνε τρία χρόνια μετά το τέλος του πολέμου ότι οι Γερμανοί πολίτες, στη μεγάλη τους πλειοψηφίαεξακολουθούσαν να εκδηλώνουν νοσταλγία για το χιτλερικό καθεστώς).

Να σημειωθεί ότι το ίδιο το υπουργείο Εξωτερικών της Γερμανίας έχει αναλάβει να διεκπεραιώσει το ζήτημα της αναπροσαρμογής της μνήμης και των υπόλοιπων ευρωπαϊκών λαών, που για την Ελλάδα συνδέεται και με την υπονόμευση της διεκδίκησης των γερμανικών οφειλών. Την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση της Γερμανίας αρνήθηκε την πρόσφατη ρηματική διακοίνωση της ελληνικής κυβέρνησης για τις αποζημιώσεις, είναι ο κύριος χορηγός και εμπνευστής του προγράμματος «Μνήμες από την Κατοχή στην Ελλάδα» και στήνει δημόσιες εκδηλώσεις (πχ για την Απελευθέρωση Αθήνας από τη ναζιστική Γερμανία με εκδήλωση στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στις 11 – 12.10.2019) και επιχειρεί να εξωραΐσει την γερμανική αδιαλλαξία στο θέμα των γερμανικών επανορθώσεων. Σε όλα αυτά συμβάλουν και δεκάδες επιτροπές «υποστήριξης» της Ελλάδας («Ελληνογερμανική Συνέλευση», «Ελληνογερμανικό Ταμείο για το Μέλλον», «Ελληνογερμανικό Ίδρυμα Νεολαίας» κ.α.) που έχουν ως στόχο την «σύσφιξη» των σχέσεων των δύο χωρών και την απαλοιφή της «δυσπιστίας» που στο παρελθόν επικράτησε.

Όταν επιχειρείται σήμερα, με αποδέκτη ως επί το πλείστον μαθητές, η επανατοποθέτηση νέων μαρτυριών στο δημόσιο χώρο για γεγονότα πριν από 80 χρόνια και παρά την πληθώρα μιας τεράστιας σε έκταση παραγωγής ιστορικού λόγου μιας τουλάχιστον 30ετίας, είναι προφανές ότι αυτό εξυπηρετεί στοχεύσεις που υπερβαίνουν την απλή ανανέωση της ιστοριογνωσίας μας. Αν υπήρχε τέτοια πρόθεση δεν θα καταφεύγαμε απλά σε μαρτυρίες, αλλά πρωτίστως σε γραπτές πηγές και νέες αρχειακές διαθεσιμότητες. Το όλο εγχείρημα υποδεικνύει προφανώς μια έωλη απόπειρα αλλαγής του ιστορικού παραδείγματος συνολικά. Να δημιουργήσουμε άλλες οπτικές και γνωσιοθεωρητικές ανάγκες. Το να αλλάξουμε το υπόδειγμα ανάλυσης σημαίνει, πρώτα από όλα, να αναθεωρήσουμε το τι είναι ο πόλεμος. Να τον εκλάβουμε ως μια ανωμαλία της κοινωνικής ζωής, μια διασάλευση της κανονικότητας στην λειτουργία των κοινωνιών. Και να συρρικνώσουμε τους υπαίτιους αυτού σε μια σε έναν μικρό εσμό ανθρώπων, στους οποίους να προσωποποιήσουμε τις ευθύνες.

Αν και είναι προφανές ότι για την έρευνα, ειδικά όταν δεν υπάρχουν επαρκείς γραπτές πηγές, η προφορική ιστορία πολλές φορές είναι και αναγκαία και ένα σημαντικό πεδίο συμπλήρωσης της ιστορικής έρευνας, ειδικά όταν η ιστορία των γραπτών πηγών αδυνατεί, πρωτίστως να δώσει την εκδοχή των «από τα κάτω»,[121] χρειάζεται κανείς να είναι πολύ προσεκτικός όταν ο ιστορικός «αναθεωρητισμός» χρησιμοποιεί κατά κόρον τις «μαρτυρίες» για να προβάλει τις θέσεις του με μια ακραία επιλεκτική λογική. Στην περίπτωσης της «Τελικής Λύσης», για παράδειγμα, ο αναθεωρητισμός αμφισβητεί, συλλήβδην όλες τις μαρτυρίες για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ως ψευδείς, μαζί βέβαια με γραπτές πηγές που πιστοποιούσαν τα ναζιστικά εγκλήματα,[122] την ίδια στιγμή που επικαλείται βολικές μαρτυρίες για τις εκδηλώσεις «συμπάθειας» των δεσμωτών ή προβαίνει σε συγκρίσεις με τα θύματα του λεγόμενου σταλινικού ολοκληρωτισμού ώστε να μεταθέσει το αντικείμενο της έρευνας.[123]

Είναι εξίσου ευνόητο ότι το όλο εγχείρημα αυτό απέκλεισε πλήρως κάθε διερώτηση αναφορικά με το πρόβλημα σε σχέση με τη συγκρότηση της ανθρώπινης μνήμης,[124] τα φαινόμενα χρονολογικών συντμήσεων στην ανάκληση των γεγονότων που παρουσίαζε αυτή η μέθοδος έρευνας, την επιλεκτική δομή της συγκρότησης των αναμνήσεων, τη μεταβλητότητά τους ανάλογα με τη συγκυρία κλπ.[125] Κυρίως, όμως, απέκλεισε το ερώτημα του ποιος θυμάται και πότε θυμάται. Γιατί πρέπει να σημειωθεί ότι οι αναμνήσεις, ακόμα και αυτές που εμφανίζονται ως ακραιφνώς ατομικές, στην πραγματικότητα είναι συλλογικές. Υπάρχουν επειδή μας τις θυμίσουν οι άλλοι συνήθως υπόρρητα, ακόμα και για γεγονότα που μόνο εμείς έχουμε ανάμειξη, μεταφέροντας τις εντυπώσεις που σχημάτισαν οι αποδέκτες της μαρτυρίας μας ως πραγματικό γεγονός. Δεν χρειάζονται οι άλλοι να είναι παρόντες ως φυσική υπόσταση, γιατί τους φέρουμε πάντοτε μαζί μας ως συνείδηση και ως αποδέκτες της εμπειρίας μας. Θυμόμαστε επειδή μας υποδεικνύει την ανάμνηση η ομάδα στην οποία εντασσόμαστε, τοποθετούμαστε στη δική της οπτική και χρησιμοποιούμε όλες τις έννοιες και αντιλήψεις που είναι κοινές στα μέλη της. Μόνο με την απουσία της συλλογικότητας που δημιουργεί τη μνήμη έρχεται η λήθη. Επιπλέον, πρέπει να διατηρούμε αρκετά σημεία επαφής με την μνήμη των άλλων, ώστε η ανάμνηση την οποία μας θυμίζουν να μπορέσει να ανακατασκευαστεί. Γιατί ένα γεγονός που εξελίχθηκε και νοηματοδοτήθηκε σε ένα συγκεκριμένο τοπικό και χρονικό περιβάλλον, αλλάζει σημασία σε ένα νέο περιβάλλον.[126] Είναι χαρακτηριστικό ότι, εκτός των άλλων, οι επιστημονικά ασχολούμενοι με την προφορική ιστορία προβληματίζονται ακόμα και με τον χώρο που διεξάγεται μια συνέντευξη και την επιρροή που αυτός ασκεί, έχοντας διαπιστώσει ότι ρόλο παίζει ακόμα και μια ειδική «τοποθεσία», οι τοπικές προκαταλήψεις που επιδεικνύονται αθέλητα από τους αφηγητές, ο τοπικισμός που διακρίνει όλες τις μικρές κοινωνίες. [127] Αν, αντίθετα, ο ερευνητής δέχεται ό,τι ακούει, τότε δεν υπάρχει επιστήμη, αλλά ένας άγονος εμπειρισμός. Η πρόταξη της υπάρχουσας ιστοριογραφίας και η αξιοποίηση γνώσεων κοινωνιολογίας, εθνολογίας, πολιτικής γεωγραφίας, ακόμα και βασικών εννοιών της οικονομικής επιστήμης, είναι βασικοί όροι μια πραγματικής αξιοποίησης των μαρτυριών.[128]

Με τη συνδρομή αυτών και την προϋπόθεση της αξιολόγησης των καταγραφών ενός επαρκούς και αντιπροσωπευτικού δείγματος συνεντεύξεων, έχοντας σαφή γνώση του ιστορικού περιγράμματος, ο ιστορικός μπορεί μέσω της προφορικής ιστορίας να βοηθηθεί καθοριστικά. Όχι, πάντως, να δικαιώσει το εκ των προτέρων αναλυτικό σχήμα του ερευνητή με μια δεκάδα συνεντεύξεων. Γιατί η μνήμη κατασκευάζεται ακόμη και κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ενώ δεν πρέπει να υπολανθάνει ότι καταγράφονται, στην ουσία, αναμνήσεις μιας εμπειρίας που αποδίδεται συνήθως 50 χρόνια αργότερα, επί τη βάσει μιας αναγκαστικά προσωπικής στάσης που υφίσταται και ακατάπαυστα διαδοχικές στρώσεις σημασιών. Χωρίς την επίγνωση αυτού του φαινομένου και την ειλικρινή ανάλυσή του χάνεται κανείς στον κυκεώνα της συγκρότησης της ατομικής και της συλλογικής πολιτικής ταυτότητας που κυριαρχείται από κατασκευασμένες «υποδείξεις».[129]

Δεν κομίζεται γλαύκα ες Αθήναις να εστιάσουμε στο γεγονός ότι, παρά τις βεβαιότητες της μεταμοντέρνας εποχής, υπάρχουν δεκάδες ερωτήματα αξιοπιστίας σε σχέση με την προφορικότητα, τη μορφή και το ρυθμό εκφοράς του λόγου της ανάμνησης, όταν το ζήτημα δεν είναι απλά να χρησιμοποιήσουμε τη συνέντευξη για να αποκτήσουμε πρόσβαση σε πληροφορίες, ανεξαρτήτως του τι θα ακουστεί.[130] Είναι κυρίως το πρόβλημα της αντικειμενικότητας της μαρτυρίας έναντι μιας μεγάλης προϊστορίας κατασκευής μαρτυριών, ιδιαίτερα στην Ελλάδα [131] Γιατί αυτό που πάντα οφείλει να δεσπόζει σε μια επαγγελματική αξιοποίηση της συνέντευξης είναι η αποστασιοποίηση έναντι της τάσης των ανθρώπων να υπερασπίζονται αυτό που θεωρούν ότι είναι η μνήμη τους, υπό την επίδραση της σχέσης που διαμορφώνει ο ερωτώμενος με τον ιστορικό που ρωτά. Αλλά και να αντιμετωπίζει με ειλικρίνεια ο ερευνητής σειρά ζητημάτων, όπως, για παράδειγμα, το πώς αντιμετωπίζεται η «αστάθεια» της μνήμης,[132] πώς αντιπαρέρχεται κανείς την συνειδησιακή επιβίωση δομών, όπως η οικογένεια και οι πρακτικές της κοινότητας, στη μνήμη του ερωτώμενου ή τον ρόλο που παίζουν οι μηχανισμοί ανασυγκρότησης των τρόπων συλλογικής αναφοράς των ανθρώπων, ανεξάρτητα από τις υποκειμενικές τους επιδιώξεις.[133]

Την ίδια σημασία έχει και το πώς γίνονται αντιληπτές και αξιοποιούνται οι «ακούσιες» πληροφορίες που προκύπτουν στη ροή της συνέντευξης, όσο και κυρίως το γεγονός ότι υπάρχουν γεγονότα τόσα ισχυρά στη συλλογική μνήμη ώστε να τα «θυμάται» κανείς, με απροσδόκητη ένταση και καθαρότητα, ακόμα και χωρίς να τα έχει ζήσει.[134] Και πέραν αυτού, πώς υπερβαίνει ο ερευνητής τον συναισθηματισμό ή τις προθέσεις (καταγγελίας, απολογίας κλπ) των ερωτώμενων και την τάση τους για αυτο-παρουσίαση και προβολή;[135] Εκτός αυτών, υπάρχουν και προβλήματα που έχουν σχέση με τυπικές αδυναμίες ανάκλησης της μνήμης, ιδίως όταν πρόκειται για αναμνήσεις παιδιών που δεν μπορούσαν να συλλάβουν σε όλη τους την έκταση τα γεγονότα που τότε έζησαν[136] (και συνήθως η σύγχρονες μαρτυρίες για πριν 80 χρόνια σε τέτοιες μαρτυρίες στηρίζονται). [137] Ιδιαίτερα, όταν τίθεται εξ αντικειμένου το ερώτημα του πώς υπερβαίνει ένας ιστορικός τα εμπόδια αυτά, όταν ο ίδιος είναι τμήμα της ερώτησης που υποβάλει, και πώς ο ίδιος, εν γένει, συγκροτεί τις ερωτήσεις και τα πλαίσια ανάλυσης στα οποία στηρίζεται.[138] Και προφανώς δεν γίνεται καμιά συζήτηση σε σχέση με τα προβλήματα ηθικής διάστασης σε σχέση με τη χρήση των πληροφοριών που συλλέχθηκαν στις συζητήσεις με τους αφηγούμενους, του πόσο μπορεί να «προκληθεί» η απάντηση του αφηγητή, ειδικά όταν δεν έχει επιχειρηθεί να διευκρινιστεί πλήρως το καθεστώς της παρέμβασης του ιστορικού. Είναι, δηλαδή, σαφής ο ηθικός κώδικας που διέπει τον συμπαραγωγό της προφορικής ιστορίας,[139] αν θέλει να αποφύγει να επιβάλει στους αφηγητές αφήγηση στην πραγματικότητα άγνωστη στους ίδιους, τη στιγμή που ο ερωτών χειρίζεται τις πληροφορίες που του δόθηκαν;[140]

Όλα τα παραπάνω καθιστούν προφανές ότι η «μαρτυρία» δεν μπορεί να μιλά από μόνη της, δεν μπορεί να προσφέρεται ως ιστορία, δεν είναι τα «γυμνά γεγονότα», την ύπαρξη των οποίων επικαλούνταν κάποιοι ιστορικοί του παρελθόντος. Οι μαρτυρίες είναι τμήμα της εργασίας του ιστορικού, είναι μέσω παραγωγής των πορισμάτων του και όχι φωτογραφία της ιστορικής πραγματικότητας.[141] Μόνο έτσι μπορεί να αναληφθεί και η ευθύνη για τις επιδράσεις που ασκούν στην συλλογική συνείδηση. Ο ιστορικός πρέπει να βρίσκεται πίσω από αυτές και να το δηλώνει και όχι καθαυτή η μαρτυρία. [142] Παρά τις απόψεις των κονστρουκτιβιστών Να σημειωθεί ότι η νέα αυτή στροφή στην ιστορική μεθοδολογία για την πλειοψηφία των μεταμοντέρνων ιστορικών αποθεώνει την βασική ιδέα του κοινωνικού «κατασκευατισμού» (κονστρουκτιβισμού) ούτε η γνώση είναι απόλυτα σχετική,[143] αλλά και η δυνατότητα του ανθρώπου να κατανοεί την κοινωνική πραγματικότητα δεδομένη. Είναι γνωστική εξαπάτηση ότι ο μαθητής μπορεί να σχηματίσει ο ίδιος την γνώση της ιστορικής εικόνας που του προσφέρει η «μαρτυρία», χωρίς την διαμεσολάβηση του επαγγελματία ιστορικού, απλά διαβάζοντας μια μαρτυρία. [144]

Το πρόβλημα με τη «μνήμη» είναι ότι υπερχειλίζει πολλές φορές το ποτήρι της ιστορικής έρευνας και με πρόσχημα την εμπιστοσύνη στις μαρτυρίες, αναπαράχθηκε μια πρόθεση αποχής από τις επιστημονικές εργασίες και το αρχειακό υλικό.[145] Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια, με άξονα τη λογική της συνταύτισης της σκέψης με την πραγματικότητα -που καταγγέλθηκε από τη γαλλική σχολή επιστημολογίας (G. Bachelard, G. Canguilhen, L. Alhtusser) ως επιστημολογικό τέρας, [146]– και της ιδέας ότι η ατομική αίσθηση-θέαση υπερτερεί μεθοδολογικά της σκέψης που βασίζεται σε θεωρητικές αφαιρέσεις, σε οργανωμένες προσεγγίσεις, σε διαθεματικές αναζητήσεις και στη διεπιστημονικότητα-, οι αντιεπιστημονικές «βεβαιότητες», ενισχύθηκαν, με βάση και την επίκληση της ταυτότητας ανάμεσα στην κοινή πεποίθηση και στην επιστημονική γνώση που καλλιέργησε ο μεταμοντερνισμός.[147] Έτσι, καταφέρθηκε ένα επιπλέον κτύπημα στην ιστορική έρευνα, αφού συσκοτίστηκε το γεγονός ότι, το αντικείμενο της επιστήμης έτσι ή αλλιώς, ανήκει στην τάξη του κατασκευασμένου, με την έννοια ότι είναι δεύτερο αντικείμενο, που επιπροστίθεται στο πραγματικό,[148] με τη μορφή της επεξεργασίας του υπό το πρίσμα, όμως, των εννοιών της θεωρίας και της εσωτερικής αξιολόγησης των πορισμάτων του εκάστοτε ιστορικού.[149] Είναι για αυτό ακριβώς το λόγο που δεν κατέστη εν γένει δυνατό να υπάρξουν συλλογικές δράσεις και ομαδικές αναζητήσεις σε σχέση με την προφορική ιστορία, αλλά δέσποζε ο ατομικισμός του επιστήμονα ερευνητή, που δεν χρειάστηκε καν να συλλογικοποιήσει τα πορίσματα του. Μάλιστα, παρότι αυτό προτάθηκε από τους επαΐοντες ως ένας από τους κυρίαρχους τρόπους ενίσχυσης του έργου της προφορικής ιστορίας.[150]


Σημειώσεις
  1. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιας διαστρέβλωσης της μνήμης ήταν το Δίστομο όπου η σφαγή αποδόθηκε έμμεσα στους κομμουνιστές που «προκάλεσαν» τους Γερμανούς. Από το 1945 μέχρι το 1975 διεξήχθησαν εκατοντάδες μνημόσυνα και στήθηκαν δεκάδες αναθηματικές πλάκες που απέδιδαν τη σφαγή στους αντάρτες. Το βασιλικό ζεύγος (Παύλος-Φρειδερίκη), υπουργοί και τοπικοί πολιτευτές, ανώτεροι ιερείς, οι Ανδρουτσόπουλος, Μακαρέζος, Οικονομόπουλος κ.α, συμμετείχαν σε «τρισάγια» στο Δίστομο για να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ώστε «να μη θρηνήσει η χώρα θύματα, όπως αυτά της κτηνωδίας του κομμουνισμού και του φασισμού». Βλ. Δίστομο, Το Ολοκαύτωμα, (επμ. Γ. Θεοχάρης), Βιβλιοπωλείο Σύγχρονη Έκφραση, Λιβαδειά 2009, σ. 237-310. 

  2. Βλ. και Αντώνης Λιάκος, «Aντάρτες και συµµορίτες στα ακαδηµαϊκά αµφιθέατρα», στο Η Ελλάδα ’36-49. Α̟πό τη ∆ικτατορία στον Εµφύλιο. Τοµές και συνέχειες, (επιµ. Χάγκεν Φλάισερ), Αθήνα, Καστανιώτης, 2003, σ. 25-36. 

  3. Patrck Joyce, «The End of Social History», Social History, 20, (1995), σ. 73. 

  4. Είναι ο πλουραλισμός των αιτίων μιας ατομικής συμπεριφοράς που ανακαλύπτουν μεταμαρξιστές και μεταμοντέρνοι ιστορικοί, Stuart Sim, Postmarxism, A Reader, Edimburg, 1998, σ. 2-4 και Willie Thompson, Postmodernism and History, London Palgrave 2004, σ. 16-18. 

  5. Στη βάση αυτή για ορισμένους ιστορικούς τα φασιστικά καθεστώτα είναι απολύτως ταυτόσημα με τα αντιστασιακά που εφάρμοζαν την ίδια βία στις απελευθερωμένες περιοχές των κατακτημένων χωρών. Με την ίδια έννοια, οι Σοβιετικοί έκαναν ότι και οι Γερμανοί, δηλαδή μετείχαν σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο βίας, για αυτό και δεν έπρεπε να κάτσουν στα έδρανα των δικαστών στη Νυρεμβέργη, αφού διέπραξαν και αυτοί εγκλήματα, Tony Judt, Postwar, A History of Europe since 1945, Pimlico, London 2005, σ. 36-37. 

  6. Η αρπαγές και οι λεηλασίες που υφίσταντο οι πολίτες, ιδίως από τους Ιταλούς, ήταν ο κύριος λόγος για τους Βρετανούς Συνδέσμους που ανδρώθηκε η αντίσταση, Report of J. M. Stevens on the Present Conditions in Central Greece στο British Reports on Greece 1943-44 (ed. L. Barentzen), Museum Tusculanum Press, Copenhagen, 1982, σ. 3 -7. 

  7. Όταν, για παράδειγμα, τον Ιούνιο του 1942 το χωριό Χρυσοκελλαριά Μεσσηνίας αρνήθηκε να αποδώσει το σιτάρι του στις αρχές κατοχής, οι Ιταλοί συνέλαβαν 19 νέους της τοπικής οργάνωσης του ΕΑΜ τους καταδίκασαν σε ένα χρόνο εξορία και τους μετέφεραν σε διάφορα σημεία της Δυτικής Στερεάς εν είδει κανονικής απαγωγής, Παντελής. Μούτουλας, Ωρίων, (Γ. Μιχαλόπουλος), Θεμέλιο, Αθήνα 1999, σ. 82-84. 

  8. Είναι μια υπερβατολογική βία υπεράνω πολιτικών ή ταξικών σχέσεων, μια κυρίαρχη ανθρωπολογική συνθήκη, της οποίας ο «πολιτισμός» καθίσταται το απώτατο αίτιο του ιστορικού επιστητού. Με την έννοια αυτή δεν επιμερίζονται ευθύνες, ούτε αναζητούνται οι μορφές και τα αίτια εκδήλωσής της, αλλά ο μελετητής πρέπει να αρκείται να τη διαπιστώνει και βεβαίως να την περιγράφει σε κάθε της ειδεχθή λεπτομέρεια (για να εξασφαλίσει και τις ανάλογες συνδηλώσεις). Βλ. και Ηλίας Νικολακόπουλος, Η «Κόκκινη Βία και ο Εξαγνισμός των Δωσίλογων», Νέα 22 Μαίου 2004. 

  9. Ιάσων Χανδρινός, Το Τιμωρό Χέρι του Λαού, Η δράση του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ στην κατεχόμενη πρωτεύουσα 1942-1944, Αθήνα 2012, σ. 116-128. 

  10. Βλ. Μ. Λυμπεράτος, «Η ΟΠΛΑ και η εμφυλιοπολεμική ανάγνωση της ιστορίας», Ομάδα Μελέτης Σύγχρονης Ιστορίας Ν. Βοιωτίας στο omsisite.wordpress.com 

  11. Ειδικά για το θέμα του καταιγισμού πληροφοριών περί των «εγκλημάτων» της Αριστεράς, ο ίδιος ο τότε πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου αναγκάστηκε να εκφράσει τη λύπη του για την εύκολη δημοσίευση τερατωδών ειδήσεων σε σχέση με την Πελοπόννησο. Ελευθερία 27 Νοεμβρίου 1944. 

  12. Ο J. Habermas κατηγόρησε αυτού του τύπου τους ιστορικούς ότι προσπαθούσαν συστηματικά να δικαιώσουν τον ναζισμό, Jürgen Habermas, (translated by Shierry Weber Nicholsen), The New Conservatism: cultural criticism and Historians` Debate, MIT Press, 1989, σ. 191-234. 

  13. Η κατάληξη της λογικής αυτής είναι ότι το Άουσβιτς και το Ολοκαύτωμα ήταν μια πάλη κατά την νεωτερικότητας που μισούσε ο Χίτλερ. E. Nolte, O Ευρωπαϊκός Εμφύλιος Πόλεμος 1917-1945, Εθνικοσοσιαλισμός και Μπολσεβικισμός, Τροπή, Αθήνα 2015, passim. 

  14. Βλ. Jean-François Lyotard, Η μεταμοντέρνα κατάσταση, μτφρ Κωστής Παπαγιώργης, «Γνώση», Αθήνα 2008, σ. 20-33. 

  15. Keith Jenkins, Why History, Ethics and Postmodernity, Routledge, London 1999, σ. 56-70. 

  16. Beverly Southgate, Postmodernism in History, Routledge New York, London 2003, σ..13-17 

  17. Κατά τον Talcott Parsons, τον θεωρητικό εμπνευστή των ερμηνειών αυτών, o πολιτισμός αποτελεί το κατεξοχήν αντικείμενο προσανατολισμού των δρώντων υποκειμένων, Βλ και Nicholas Timasheff και George Theodorson, Ιστορία Κοινωνιολογικών θεωριών, Αθήνα 1980, σ.434-439. 

  18. Linda Hutcheon, A Poetics of Postmodernism: History, Theory, Fiction, Routledge, London 1988, σ. 178-201.
  19. Είναι η λογική για παράδειγμα του Στ. Καλύβα, στο Στ. Καλύβας, «Κόκκινη Τρομοκρατία, Η βία της αριστεράς στην Κατοχή», Μετά τον Πόλεμο, (επιμ. M. Mazower), Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2003, σ. 161-163. 

  20. Fredric Jameson, Postmodernism or The Cultural Logic of Late Capitalism, Verso Duke University Press 1991, σ. 55-66, the charnelhouse.org/wp-content/uploads/2017/09. 

  21. Όπως, όμως, παρατηρεί ο L. Goldmann ακόμη και η πιο απλή απαρίθμηση, η χωρίς κανένα σχόλιο παράθεση «γεγονότων», είναι ήδη μια ερμηνεία. Lucien Goldmann, Εισαγωγή στον Λούκατς και στον Χάιντεγκερ, Αθήνα 1975, σ. 25-27. 

  22. Οι μεταμοντερνιστές, επηρεασμένοι από τα γεγονότα μετά το 1989 ταυτίζουν την κοινωνική ιστορία με τον μαρξισμό που κατά την εκτίμησή τους ηττήθηκε και τον τελευταίο με τον Σταλινισμό. Βλ. και Matt Petty, ο.π. σ. 131. 

  23. Christopher Norris, «Postmodernizing History: right-wing revisionism and the uses of history», The Postmodern History Reader, (Keith Jenkins eds), Routledge London 1997, σ. 89-102.
  24. Anna Green, Kathleen Troup, The Houses of History: A Critical Reader in Twentieth-century History and Theory, Manchester University Press, 1999, σ.204-229, 277-297
  25. Gertrude Himmelfarb, «Telling it as you like it: postmodernist history and the flight from fact», The Postmodern History Reader, ο.π. σ. 158-174, 

  26. Ανακοινώνουν συνήθως το τέλος της κοινωνικής ιστορίας, Patrick Joyce, «The End of Social History”, Social History, 20 (1995), σ. 73. 

  27. Η έννοια στο Α. Λιάκος, «Αντάρτες και Συμμορίτες στα Ακαδημαϊκά Αμφιθέατρα», ο.π. σ. 34-35. 

  28. Linda Hutcheon, A Poetics of Postmodernism, ο.π. σ. 201-211. 

  29. Stefano Bonino, On Post-Modern Consumerist Societies, Crime and Violence, Rivista di Criminologia, Vittimologia e Sicurezza – Vol. V – N. 3 – Settembre-Dicembre 2011, σ.115-120, vittimologia.it/rivista/articolo_bonino_2011-03.pdf.. 

  30. Στα νέα αυτά πεδία κινούνται και οι μεταμαρξιστές που ανακαλύπτουν ένα πλουραλισμό εκεί που οι ταξικές αναλύσεις είχαν υποτίθεται τελματωθεί. Βλ. και Stuart Sim, Postmarxism, ο.π. σ.12-13. 

  31. Όπως για παράδειγμα με το βιβλίο του Μ. Ελευθερίου, Η Γυναίκα που πέθανε δύο φορές, Αθήνα 2006 για το φόνο της Ελένης Παπαδάκη, όπου πουθενά δεν αναφέρεται ότι ο ΕΛΑΣ δίκασε και εκτέλεσε, δημοσία θέα, στην πλατεία Κολιάτσου αυτόν που φερόταν ως ο εκτελεστής της ηθοποιού. 

  32. Είναι αξιοσημείωτη η προσπάθεια που γίνεται να νομιμοποιηθούν οι άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας με εργασίες που περιστρέφονται γύρω από την «κόκκινη βία», όπως τα Σάκης Μουμτζής, Η Κόκκινη Βία, 1943-1946, Η Μνήμη και η Λήθη της Αριστεράς, Αθήνα 2013, Μέρες της ΟΠΛΑ στη Θεσσαλονίκη, Επίκεντρο (2012).  

  33. Υπάρχουν μια σειρά έργα μεταμοντέρνων Βρετανών ιστορικών που διαπραγματεύονται γλωσσικά την έννοια της «κοινωνικής τάξης» “as a discursive rather an ontological reality”. Gareth Jones, Languages of Class, Studies in English Working Class History, Cambridge 1983, σ. 2-10. 

  34. Eric Hobsbawm, On History, London 2002, σ. 269. 

  35. Έτσι, δικαιολογείται και το επιχείρημα της «νέας ιστορίας» ότι, για παράδειγμα, οι Σοβιετικοί δεν έπρεπε να δικάσουν στη Νυρεμβέργη γιατί και αυτοί διέπραξαν εγκλήματα και άσκησαν βία στις περιοχές που απελευθέρωσαν και έτσι οι δίκες εναντίον των Ναζί στο διεθνές δικαστήριο τις έκαναν να φαίνονται ως «άσκηση μιας αντιγερμανικής εκδικητικότητας» (;;), Tony Junt, Postwar, A History of Europe since 1945, ο.π. σ. 54. 

  36. Η κοινωνία εξετάζεται από την οπτική γωνία ενός ανθρωπολόγου ως σημασιολογικά δίκτυα, Georg Iggers, «Για τη Γλωσσική Στροφή στην Ιστορική Σκέψη και την Ιστοριογραφία», Θέσεις, τευχ. 60, 1997, σ 113. 

  37. Όπως σημειώνει ο P. Bourdieu, η αγνόηση των αντικειμενικών αυτών σχέσεων οδηγεί στο να κατανοούμε όλα τα φαινόμενα σαν να ήταν ουσιαστικές ιδιότητες, προσδεμένες εκ φύσεως στα άτομα ή στις τάξεις ατόμων. Pierre Bourdieu, «Ο δομισμός και η θεωρία της κοινωνιολογικής γνώσης» στο Η Επιστημολογία των Κοινωνικών Επιστημών, Αθήνα 1995 σ. 417. 

  38. Mark Ledbetter, Victims and the Postmodern Narrative or Doing Violence to the Body: An Ethic of Reading and Writing, Palgrave Macmillan, New York 1996, σ. 3-20.
  39. Η διεπιστημονικότητα είναι το κριτήριο της αντικειμενικότητας των προσεγγίσεων κατά τον Popper, Karl Popper, The Open Society and Its Enemies, Vol 2, ο.π. σ. 245. Ωστόσο για κάποιες απόψεις (π.χ Καλύβας) αυτό σημαίνει τη συνδρομή λογοτεχνίας του τύπου «Ελένης» και «Ορθοκωστά», Ν. Πανουργιά, «Ο Άγιος Βελουχιώτης και οι άμοιροι Ταγματασφαλίτες», Νέα 2 Οκτωβρίου 2004. 

  40. Πιέρ Βιντάλ-Νακέ, Οι Δολοφόνοι της Μνήμης, Αθήνα 2019 Εκδόσεις Καπόν, σ.52-58. 

  41. Eddie Myers, ο.π. σ. 73. 

  42. Απόφαση της 8ης Ολομέλειας, ΚΚΕ, Σαράντα Χρόνια Αγώνες, Αθήνα, χ.χ, σ. 470 κε 

  43. Δημήτριος Γυφτόπουλος, Μυστικές Αποστολές στην Εχθροκρατούμενη Ελλάδα, Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 1990, σ. 48-57. 

  44. Λάζαρος Αρσενίου, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, Εκδοτική ΕΠΕ, Αθήνα 1977, τομ. Α, σ. 108. 

  45. «Ο αντάρτης του ΕΛΑΣ έπρεπε να σέβεται το λαό, τις γυναίκες, τα ήθη και τα έθιμα της κάθε περιοχής, να επιδεικνύει μια συμπεριφορά που να κατακτά τον πληθυσμό. Να δείχνει ιπποτισμό και σεβασμό προς τη ζωή και των αιχμαλώτων, να είναι δηλαδή λίγο ιεραπόστολος, ηθικός και τίμιος». Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 493, Φ 30/1/58, «ο Αντάρτης του ΕΑΜ –ΕΛΑΣ» 

  46. Για το θέμα και Στράτος Δορδανάς, «Η γερμανική πολιτική στην Ελλάδα την περίοδο της Κατοχής 1941-1944», Ιστορία των Ελλήνων, τομ. 16, Δομή, Αθήνα, σ. 269 κε. 

  47. Η Ελλάδα υπό τον Αγκυλωτό Σταυρό, Ντοκουμέντα από τα γερμανικά αρχεία, (έρευνα Μ. Ζεκέντορφ), Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1991, σ. 90. 

  48. Οι άμαχοι ήταν στην ουσία στόχος ίδιας σημασίας με τους ενόπλους αντάρτες, σε εφαρμογή της διαταγής του στρατάρχη W. Keitel, της 16ης Σεπτεμβρίου 1941, όπου για κάθε νεκρό Γερμανό στρατιώτη θα εκτελούνταν 50-100 άμαχοι. Η Ελλάδα υπό τον Αγκυλωτό σταυρό, Ντοκουμέντα από τα γερμανικά αρχεία, ο.π. σ. 89-90. 

  49. Χάγκεν Φλάισερ, «Κατοχή και Αντίσταση», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. 16, Εκδοτική Αθηνών, 2000, σ. 50. 

  50. Στο τέλος Οκτωβρίου 1943 ο Στρατιωτικός Διοικητής της Ελλάδος Speidel ανακοίνωσε επίσημα ότι για κάθε φόνο ή τραυματισμό Γερμανού θα πλήρωναν 50 ή 100 Έλληνες. Χάγκεν Φλάισερ, «Αντίποινα των γερμανικών δυνάμεων κατοχής στην Ελλάδα 1941-1944», Μνήμων, τομ. 7, Αθήνα 1978-79, σ. 191. 

  51. Διαταγή της 15ης Σεπτεμβρίου 1943, Χέρμαν Μάγερ, Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα, Αθήνα 2004, σ. 173 

  52. Γερμανικές εκθέσεις θεωρούσαν την Πελοπόννησο από τα μέσα του 1943 και μετά περιοχή «συμμοριτών». Έκθεση 117 Μεραρχία Κυνηγών, 29 Νοεμβρίου 1943, Ντοκουμέντα από τα γερμανικά αρχεία, , ο.π. σ. 209-210 

  53. Martin Gilmert, The Second World War, A Complete History New York 1991, Henry Holt and Company, σ. 423. 

  54. Την πολιτική αυτή εφάρμοσαν σε όλες τις κατακτημένες χώρες της Ευρώπης με έμφαση στην αξιοποίηση των εθνικιστικών επιδιώξεων κάποιων μειονοτήτων (Φλαμανδούς, Σλοβένους, Κροάτες), T. Junt, ο.π. σ.33-35, 

  55. Ηλίας Παπαστεργιόπουλος, Ο Μωριάς στα Όπλα, τομ Β, Αθήνα 1975, σ. 359. 

  56. Ο ΕΛΑΣ δεν έκανε «του κεφαλιού του». Εφάρμοζε τις οδηγίες της Μέσης Ανατολής με το σχέδιο «Animals» βλ. Michael Howard, Strategic Deception in the Second World War. New York: W. W. Norton & Company 1995, σ.93-94 και Katherine Barnes, The Sabotage Diaries, Harper Collins Publishers 201, passim.  

  57. Με βάση τις διαταγές των κατά τόπους γερμανικών διοικήσεων, καταρτίστηκαν κατάλογοι ομήρων με βάση τις πληροφορίες των καταδοτών, και μάλιστα χωρίς περιορισμούς στη συμμετοχή γυναικών και παιδιών σε αυτούς. Για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, κάθε Γερμανός που χρησιμοποιούνταν στην εφαρμογή των σχεδίων αυτών δεν επιτρεπόταν να κληθεί σε απολογία για οποιαδήποτε ενέργεια του ΓΑΚ, Αρχείο Τσουδερού, φακ.7, ΓΕΣ προς Τσουδερόν, 5 Ιουνίου 1943, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη. 

  58. Τάκης Ρόκας, «Αναμνήσεις ενός «κλουβίτη», Εθνική Αντίσταση, 46, Ιούνιος 1985, σ. 25-28 

  59. Δεν ήταν λίγες η φορές που η αντίσταση επιδιδόταν σε απονενοημένες προσπάθειες για να απελευθερώσει τους ομήρους αυτούς, λόγω ασφυκτικών πιέσεων των τοπικών κοινωνιών, όπως στις 22 Ιουνίου 1944, στον Ψαθόπυργο Πατρών, όπου όλοι οι όμηροι απελευθερώθηκαν μέσω μιας εξαιρετικά παράτολμης ενέργειας. Δημήτρης Μαγκριώτης, Θυσίαι της Ελλάδος και Εγκλήματα Κατοχής 1941-1944, Αθήνα χ.χ, σ. 104-105. 

  60. Από τους ομήρους αυτούς οι Γερμανοί αντλούσαν και εκείνους που χρησιμοποιούσαν στις «κλούβες», δηλαδή του ξέσκεπου βαγονιού γεμάτο ομήρους, που τοποθετούνταν μπροστά από τους σιδηροδρομικούς συρμούς. Σύμφωνα με το γερμανικό σχέδιο οι όμηροι αυτοί έπρεπε να εκτελούνται αμέσως όταν δεχόταν ένας συρμός επίθεση. Σε πολλά κεφαλοχώρια τα δημοτικά σχολεία είχαν μετατραπεί σε φυλακές για ομήρους, Αν. Τριχείλης, «Αναμνήσεις από τη δράση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στη Λακωνία», Εθνική Αντίσταση, 46, Ιούνιος 1985, σ. 83. 

  61. Να σημειωθεί ότι σε όλη τη χώρα, με βάση τα στοιχεία του Υφυπουργείου Ανοικοδομήσεως, είχαν εκτελεστεί μόνο σε ομαδικά αντίποινα 5.000 άνθρωποι, σε ένα σύνολο 30.000 εκτελεσμένων. Κωνσταντίνος Δοξιάδης, Οι Θυσίες της Ελλάδος στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, Υπουργείο Ανοικοδομήσεως, αρ. 13, Αθήνα 1947, σ. 58-59. 

  62. Τα χωριά Λαγκάδια, Βαλτετσίνικο, Αρακοβίνιον, Μαγουλιάνα, Δόξα, Χώρα, πυρπολήθηκαν 335 σπίτια στην κοινότητα Καρυών, 140 στη κοινότητα Δόξης, 235 στην κοινότητα Βλαχέρνας, 176 στην κοινότητα Λεβενδίου ενώ κάηκαν όλα στο χωριό Δρακοβούνιο, ο.π. σ. 118-119. 

  63. Για αυτούς ο πρωθυπουργός Ράλλης διαμαρτυρήθηκε στους Γερμανούς ότι πολλοί ήταν επιστήμονες, υπάλληλοι τραπεζών κλπ. Ράλλης προς πτέραρχο Β. Σπάιντερ, 19 Δεκεμβρίου 1943, Ντοκουμέντα από τα γερμανικά αρχεία, ο.π. σ. 214. 

  64. Βλ. Μανώλης Γλέζος, Εθνική Αντίσταση 1940-1945, τομ. Β, Στοχαστής, Αθήνα 2006, σ. 1005. 

  65. Βλ. και Γ. Μαργαρίτης, «Η Εθνική Αντίσταση», στο Ιστορία των Ελλήνων, τομ. 16, Δομή, Αθήνα σ. 490-493. 

  66. Μ. Γλέζος, ο.π, σ. 995-1018. 

  67. Έκθεσις Πολέμου και Θυσιών της Ελλάδος, 1940-44Οδηγός της Εκθέσεως στο Αρχαιολογικό Μουσείο, υπό ανθ/γό Γ. Βήχο, Αθήνα 1946, σ. 46. 

  68. Κατάλογο αντιποίνων των Γερμανών δίνει και ο Χ. Φλάισερ με αναλογία σε σχέση με τις μικρές γερμανικές απώλειες, Χάγκεν Φλάισερ, «Αντίποινα των γερμανικών δυνάμεων κατοχής», ο.π. σ. 192. 

  69. ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 493, Φ 30/1/54, ΕΛΑΣ, Γ,Σ, Επιτ. Γραφ. ΙΙΙ, αρ. πρ. 467, Οδηγίαι Προσωπικαί και Απόρρηται δια τους Διοικητάς των μεγάλων μονάδων του ΕΛΑΣ, 5 Δεκεμβρίου 1943. 

  70. Στέφανος Σαράφης, Ο ΕΛΑΣ, Αθήνα 1984, σ. 138-139. 

  71. Μιχάλης Λυμπεράτος, «Οι Οργανώσεις της Αντίστασης», Ιστορία της Ελλάδας του 20ου Αιώνα, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Κατοχή-Αντίσταση 1940-1945, τ. Γ2, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σ. 16-17. 

  72. Σε πολλά χωριά υπήρχαν μόνιμοι σύνδεσμοι που ειδοποιούσαν τα τμήματα του ΕΛΑΣ για οποιαδήποτε γερμανική κίνηση ακόμα και δια τηλεφώνου, Δημήτριος Σολωμός, Από το Αντάρτικο στο Μωριά, Εθνική Αντίσταση, 21, Νοέμβριος 1979, σ. 36. 

  73. ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 493, φ 30/1/52, ΕΛΑΣ, Γ.Σ, αρ. πρωτ. ΕΠΕ 325, 19 Νοεμβρίου 1943. 

  74. ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 493, φ 30/1/54, ΓΣ ΕΛΑΣ, αρ, ΕΠΕ, 467, Οδηγίαι Προσωπικαί και Απόρρηται δια τους Διοικητάς μεγάλων μονάδων του ΕΛΑΣ, 5 Δεκεμβρίου 1943. 

  75. 7η Έκθεση Ανωτάτου Στρατηγείου της Ομάδας Στρατιών Ε, αρ. 7655/1944, στο Β. Μαθιόπουλος, Η Ελληνική Αντίσταση και οι Σύμμαχοι, Παπαζήσης, Αθήνα 1980, σ. 439. 

  76. 9η Έκθεση, Αρχηγείο της Ομάδας Στρατιών Ε, αρ. 4275/1944, 31 Μαρτίου 1944, ο.π. σ. 461. 

  77. Βλ. Τάσος Κωστόπουλος, Η Αυτολογοκριμένη Μνήμη, Φιλίστωρ, Αθήνα 2005, σ. 16-19. 

  78. Επικεφαλής των Ταγμάτων, όπως ο Παπαδόγκωνας, είχαν δεσμούς συγγένειας με πολλούς χωρικούς, βλ. St. Aschenbrener, «The Civil War from the Perspective of a Messenian Village», Studies in the History of Greek Civil War 1945-1949, Copenhagen 1987, σ. 115. 

  79. Διαταγή Αλ. Λερ, αναπληρωτή στρατιωτικού διοικητή Ν.Α Ευρώπης, 22 Δεκεμβρίου 1943, Ντοκουμέντα από τα γερμανικά αρχεία, ο.π. σ. 215. 

  80. Δ. Μαγκριώτης, ο.π. σ. 121. 

  81. Χ. Φλάισερ, «Αντίποινα των γερμανικών δυνάμεων κατοχής στην Ελλάδα», ο.π. σ. 193-194. 

  82. Εκπαιδευτική Λέσχη, «Τα Τάγματα Ασφαλείας: οι μονάδες εφόδου του γερμανικού στρατού στην Κατοχή», 6 Νοεμβρίου 2020, www.e-lesxi.gr.
  83. Να σημειωθεί ότι οι συμπεριφορές αυτές άνθισαν σε μια περιοχή, που ακόμα και οι ίδιοι οι Γερμανοί στρατιώτες επιδίδονταν σε ληστείες. Έκθεση 1042 του φρουραρχείου Πελοποννήσου προς Στρατιωτικό διοικητή Ελλάδος 31 Δεκεμβρίου 1943, Ντοκουμέντα από τα γερμανικά αρχεία, ο.π, .218. 

  84. Βλ. και Γ. Χατζηπαναγιώτου, Η Πολιτική διαθήκη του Άρη Βελουχιώτη, Δωρικός, Αθήνα 1976, σ.432. 

  85. Σε πολλές περιπτώσεις οι δήμιοι των εκτελέσεων διαμοίραζαν τα αντικείμενα των εκτελεσθέντων. Δ. Μαγκριώτης, ο.π. σ. 121. 

  86. Παντελής Μούτουλας, Ωρίων-Γιάννης Μιχαλόπουλος: Με την Αριστερά στον Μεσοπόλεμο, στην Εθνική Αντίσταση, στην μεταπολεμική Ελλάδα’, Θεμέλιο 1999,  σ. 116. 

  87. Βλ. και Γιώργος ΔουατζήςΟι ΤαγματασφαλίτεςΤολίδηςΑθήνα 1982, σ. 68 κε. 

  88. Σε κάθε Τάγμα υπήρχε ένας γερμανός αξιωματικός ως σύνδεσμος με την βρετανική διοίκηση για να συντονίζονται οι ενέργειες της Wehrmacht με αυτές των Ταγμάτων, που είχαν μια μικρή αυτονομία. Έκθεση του PIC: Greek Security Battalions, PICME/18 July 1944, PIC/263/21, Foreign Office Archives. 

  89. Έκθεση Βρεττάκου, ΔΙΣ, Αρχεία Εθνικής Αντίστασης, τ. 8, εκδ. ΓΕΣ, Αθήνα 1998, σ. 181. 

  90. FO 371/43691, R 13659, Game Book, Ιούλιος 1944, Ακαδημία Αθηνών. 

  91. Π. Κανελλόπουλος, Ημερολόγιο Κατοχής, 31 Μαρτίου 1942-4 Ιανουαρίου 1945, Εστία, Αθήνα 2003, σ. 660. 

  92. Στις 7 Δεκεμβρίου 1943 η Κ.Ε του ΕΛΑΣ εξέδωσε μια σκληρή ανακοίνωση ότι όσοι σκόπευαν να ενταχθούν στα Τάγματα αντιμετώπιζαν την ποινή του θανάτου, δήμευση των περιουσιών τους και σύλληψη των οικογενειών τους (ο λαός θα «κρεμούσε τους προδότες»), Κείμενα της Εθνικής Αντίστασης, τομ. 1, Αθήνα 1981, σ. 283. 

  93. Ήδη από το καλοκαίρι του 1942 ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ Γ. Σιάντος είχε καταστήσει σαφές σε όλα τα κομματικά μέλη ότι η λογική ότι οποιαδήποτε πρακτική, επειδή δήθεν εξυπηρετούσε τους στόχους του κινήματος, θα ήταν δικαιολογημένη «δεν άρμοζε σε κομμουνιστές και λογικούς ανθρώπους». ΑΣΚΙ Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 145, Γράμμα του Π.Γ του ΚΚΕ στον Ν. Καρβούνη 5 Ιουνίου 1942. 

  94. Τέτοια ήταν η περίπτωση των Χαρμπέρη και Αργείτη που συνελήφθησαν με ασύρματο και μεταφέρονταν για δύο μήνες από χωριό σε χωριό (ο Αργείτης εκτελέστηκε), Χέρμαν Μάγερ, ο.π. σ. 205. 

  95. Έτσι, το Π.Γ του ΚΚΕ είχε ειδοποιήσει τα καθοδηγητικά στελέχη του ΚΚΕ να λάβουν υπόψη τους ότι κάθε υπέρβαση, αυθαιρεσία, κακός χειρισμός θα έδινε τη δυνατότητα στον αντίπαλο να επωφεληθεί και, συκοφαντώντας, να περιθωριοποιήσει το ΕΑΜ στην κοινή συνείδηση. Στην εισήγηση του ο Γ. Ζεύγος κατά τη διάρκεια των εργασιών της 10ης Ολομέλειας υπαινίχθηκε ότι πολλές από τις δολοφονίες ήταν απόρροια πρακτόρων του εχθρού στις τάξεις του ΕΛΑΣ, ΚΚΕ, Εισήγηση Γ. Ζεύγου, Γενάρης 1944, Επίσημα Κείμενα, 1940-1945, τομ. 5ος, ο.π., σ.362. 

  96. Αντώνης Κακογιάννης, Η Θηριωδία των Ναζί στην Ελλάδα, Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων, Καστανιώτης, Αθήνα 1998, σ. 70. 

  97. Βλ. Δημήτριος Ζέπος, Λαϊκή Δικαιοσύνη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1986, σ. 4-5. 

  98. Ιδιαίτερα για το θέμα του περιορισμού της προσωπικής ελευθερίας, οι κομματικές οργανώσεις του ΚΚΕ είχαν ειδοποιηθεί ότι όφειλαν να δείξουν τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή. Η περιττή βία, σύμφωνα με την εντολή του Π.Γ του ΚΚΕ θα ήταν ασυγχώρητο πολιτικό λάθος και κάθε ενέργεια θα έπρεπε να χαίρει της επιδοκιμασίας των τοπικών κοινωνιών και η ενοχή των κατηγορουμένων θα έπρεπε να είναι αποδεδειγμένη και να κοινοποιείται ευρύτερα. Μάλιστα, ζητούσε να ελέγχονται με προσοχή όσοι υλοποιούσαν τέτοιες αποφάσεις για να μην υπάρχουν στις τάξεις του ΕΑΜ στοιχεία ηθικά χρεοκοπημένα και φαύλα, επιτήδειοι, αρχομανείς και αριβίστες που θα αναλάμβαναν ένα τέτοιο έργο. ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 109, φ 4/1/1, Γράμμα του Π. Γ του ΚΚΕ, προς τα Καθοδηγητικά Στελέχη του ΚΚΕ, 28 Νοεμβρίου 1943 

  99. Τα φερόμενα ως 29 θύματα το χειμώνα του 1943, υπό τις συνθήκες αυτές, δεν δικαιολογούν το επιχείρημα της «συστηματικής εκστρατείας δολοφονίας αμάχων», βλ. και Γιώργος Μαργαρίτης, Νέα 11 Απριλίου 2004. 

  100. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1944, πολύ καθυστερημένα, μια βρετανική ομάδα πήρε την άδεια του ΕΛΑΣ να προσεγγίσει τους πολιορκούμενους Ταγματασφαλίτες στο Μελιγαλά, για να βοηθήσει στην παράδοση τους. Ωστόσο, άνδρες των Ταγμάτων που συνελήφθησαν αργότερα, ισχυρίστηκαν ότι ο λόγος που τελικά δεν παραδόθηκαν ήταν ότι οι Βρετανοί τους ζήτησαν να συνεχίσουν. Σταύρος Κανναβός, «Η Απελευθέρωση της Μεσσηνίας», Εθνική Αντίσταση, 21, Νοέμβριος του 1979, σ. 45. 

  101. Εμμανουήλ Βαζαίος, Τα Άγνωστα Παρασκήνια της Εθνικής Αντιστάσεως εις Πελοπόννησον, Εφημερίδαν της Κορίνθου, Κόρινθος 1961, σ. 78-88 

  102. ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 418, φ 24/2/102, Ζέγγος προς ΠΓ και ΚΕ του ΚΚΕ δια ΚΕΠΠ, Αύγουστος 1944 

  103. ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, 418 φ 24/2/90. 

  104. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Πληροφορίες 30 Σεπτεμβρίου 1944, Αρχεία Εμφυλίου Πολέμου, τομ, 1, ο.π. σ. 120. 

  105. Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Ημερολόγιο Κατοχής, 31 Μαρτίου 1942-4 Ιανουαρίου 1945, Εστία, Αθήνα 2003 σ. 653-662. 

  106. Δεν επρόκειτο για μια εύκολη υπόθεση στο μέτρο που οι Συμφωνίες αυτές είχαν προκαλέσει γενική αγανάκτηση στη μεγάλη πλειοψηφία των μαχητών του ΕΛΑΣ. Μάλιστα, τα πράγματα έφτασαν μέχρι του σημείου να διαδοθεί ότι το ΚΚΕ διασπάστηκε, ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 145, φ 32/53, ραδιοτηλεγράφημα 19, ΚΕ του ΚΚΕ προς Γ. Ιωαννίδη και 20, Ν. Πλουμπίδης προς ΠΓ του ΚΚΕ, 31 Μαϊου 1944. 

  107. ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ κουτί 496, φ 30/4/146, Γ.Σ του ΕΛΑΣ, Κλιμάκιο Πελοποννήσου, Επιτ. Γραφείο ΙΙΙ, Έκθεσις Πεπραγμένων (Α. Βελουχιώτης). 31 Μαΐου 1944. 

  108. Απόφαση του ΠΓ του ΚΚΕ, 17 Οκτωβρίου 1944 και Χαιρετιστήριο του Π.Γ του ΚΚΕ 13 Οκτωβρίου 1944, ΚΚΕ Επίσημα Κείμενα (εκδ ΚΚΕ Εσωτ.), τομ. Ε, Αθήνα 1974, σ. 267-276. 

  109. Για τη δυσπιστία κάποιων καπεταναίων έναντι στις επιλογές της ηγεσίας βλ ενδεικτικά. Τάκης Ψημμένος, Αντάρτες στα Άγραφα, Οι Αναμνήσεις ενός Αντάρτη, Αθήνα, 12 κε. 

  110. Ο ίδιος ο Βρετανός πρέσβης R. Leeper, παραδέχθηκε ότι ήταν λάθος η εκτίμηση ότι οι ενέργειες του ΕΛΑΣ κατά την απελευθέρωση θα αφορούσαν σε μια εκτεταμένη εκκαθάριση των αντιπάλων του. Procopis Papastratis, British Foreign Policy towards Greece during the Second World War 1941-1944, Cambridge, 1984, σ. 214. 

  111. Η Ελεύθερη Μεσσηνία που κυκλοφορούσε παράνομα στην Κατοχή κατέγραφε με περισσή λεπτομέρεια όλους τους τόπους και τους αριθμούς των θυμάτων των γερμανικών αντιποίνων Ελεύθερη Μεσσηνία 8 Αυγούστου 1944. 

  112. Ήταν τέτοιες οι συνθήκες ώστε η εφημερίδα Ελευθερία έγραφε ότι ή τύχη του έθνους ήταν στην πραγματικότητα στα χέρια του κάθε Έλληνα πολίτη, Ελευθερία 22 Σεπτεμβρίου 1944. 

  113. Paul Ginsburg, A History of Contemporary Italy 1943-1980, Penguin Books, London, 1990, σ. 68. 

  114. Στη Γαλλία τα αντίποινα ξεκίνησαν ήδη από την απόβαση στη Νορμανδία τον Ιούνιο του 1944, και ιδίως κατά τους επόμενους μήνες. T. Junt, ο.π σ. 41-43 και Jean Pierre Rioux, The Fourth Republic, 1944-1958, Cambridge University Press, 1987, σ. 27-29. 

  115. William Hitchcock, The Struggle for Europe, Profile Books London 2003, σ. 71-72. 

  116. Στην πραγματικότητα «σφαγιασθέντες υπό των κομμουνιστών» υπήρξαν μόνο ως θύματα μαχών μεταξύ των Ταγμάτων και του ΕΛΑΣ καθώς και ορισμένοι που λιντσαρίστηκαν από το οργισμένο πλήθος που συγκεντρώθηκε μετά της μάχες αυτές, όπως στην περίπτωση της απελευθέρωσης της Καλαμάτας, όπου μετά τη μάχη μερικοί από τους συλληφθέντες έπεσαν θύματα του οργισμένου πλήθους, ή όπως στον Αχλαδόκαμπο στις 18 Σεπτεμβρίου 1944. Στο δε Μελιγαλά, στις 13 Σεπτεμβρίου 1944, πέρα από τους νεκρούς της μάχης, αρκετοί φόνοι έγιναν εξαιτίας της εσκεμμένης πλημμελούς φύλαξης των αιχμαλώτων, απόρροια της οργής που προκαλούσαν στους μαχητές του ΕΛΑΣ και του συγγενείς τους τα νέα θύματα του ΕΛΑΣ στις συγκρούσεις αυτές. Πάντως, και στην περίπτωση αυτή, τα οργανωμένα τμήματα του ΕΛΑΣ στη μεγάλη τους πλειοψηφία πειθάρχησαν και δεν ενεπλάκησαν στα αντίποινα αυτά, και ήταν άμαχοι-όχλο τους ονόμαζαν οι Βρετανοί πράκτορες- που επιτίθεντο κατά των συλληφθέντων και τους σκότωνε ή τους λιντσάριζε.Βλ. Παντελής Μούτουλας, Πελοπόννησος 1941-1944, ο.π. σ. 573-578, ΓΕΣ/ΔΙΣ, Προκήρυξη προς τον Ελληνικό Λαό, 29 Σεπτεμβρίου 1944, Αρχεία Εμφυλίου Πολέμου, ο.π. σ. 117, Στάθης Κανναβός, «Η Απελευθέρωση της Μεσσηνίας», Εθνική Αντίσταση, τχ. 21, 1979, σ. 46-48, Χρήστος Ν. Αντωνακάκης, Η Εθνική Αντίσταση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στον Ταϋγετο και τον Πάρνωνα 1841-1944, Αλφειός, Αθήνα 2006, 132-135, FO 371/43693, R 16026, Boxshall to Laskey, 30 Σεπτεμβρίου 1944.και ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 426, φ 26/2/20, Έκθεση Θ. Ασούρα.. 

  117. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Προκήρυξη προς τον Ελληνικό Λαό, 29 Σεπτεμβρίου 1944, Αρχεία Εμφυλίου Πολέμου, ο.π. σ. 117. 

  118. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας συνήψε στη δεκαετία του ΄60 με τις δυτικές χώρες τις λεγόμενες ομαδικές συμφωνίες, σύμφωνα με τις οποίες η Γερμανία αποδέχθηκε την υποχρέωση αποζημίωσης. Με την Ελλάδα συνάπτεται μία τέτοια σύμβαση για 115 εκατομμύρια μάρκα. Τα θύματα των εγκλημάτων της Βέρμαχτ, αυτοί που δούλεψαν σε καταναγκαστικά έργα και οι αντιστασιακοί εξαιρούνται καθαρά από αυτές τις πληρωμές, και έτσι εξαιρούνται από τη σύμβαση αυτή εν συνόλω οι αξιώσεις από ιδιώτες. Τη σύμβαση για την ελληνική κυβέρνηση υπέγραψε ο τότε πρέσβης μας στη Bόννη Θωμάς Yψηλάντης και για τη Γερμανία ο υφυπουργός Eξωτερικών Aλμπερτ Bαν Σέρπενμπεργκ. H σύμβαση προέβλεπε την καταβολή εκατόν δέκα πέντε εκατομμύρια γερμανικών μάρκων υπέρ των υπό εθνικοσοσιαλιστικών μέτρων διώξεων διά λόγους φυλής, θρησκείας ή κοσμοθεωρίας θιγέντων Eλλήνων υπηκόων, οίτινες υπέστησαν, συνεπεία των μέτρων τούτων διώξεως, ζημίας ελευθερίας ή υγείας και ιδίως και προς όφελος των επιζησάντων οικείων των φονευθέντων συνεπεία των μέτρων διώξεων τούτων». Στο τρίτο άρθρο οριζόταν «Διά της εν άρθρω 1 προβλεπομένης πληρωμής ρυθμίζονται οριστικώς άπαντα τα ζητήματα άτινα αποτελούν το αντικείμενο της Συμβάσεως ταύτης και τα αναφερόμενα εις τας σχέσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προς το Βασίλειον της Eλλάδος, μη θιγομένων ενδεχόμενων νομίμων απαιτήσεων Eλλήνων υπηκόων». Όμως με επιστολή του, που έχει ημερομηνία ίδια με αυτή της Σύμβασης, ο πρέσβης μας στη Bόννη απευθύνεται προς το Γερμανό υφυπουργό Eξωτερικών και του γράφει μεταξύ άλλων: «H κυβέρνησις της Ομοσπονδιακής Γερμανικής Δημοκρατίας θεωρεί ως δεδομένον ότι η βασιλική ελληνική κυβέρνηση δεν θα επανέλθει μελλοντικώς με την απαίτησιν ρυθμίσεως περαιτέρω ζητημάτων. Όμως η ελληνική κυβέρνηση επιφυλάσσεται εν τούτοις όπως προβάλει νέας απαιτήσεις, αιτινες προέρχονται εξ εθνικοσοσιαλιστικών μέτρων διώξεως κατά την διάρκεια του πολέμου και της κατοχής κατά την γενική εξέτασιν, συμφώνως το άρθρω 5, παράγραφος 2 της Συμφωνίας περί γερμανικών εξωτερικών χρεών της 27ης Φεβρουαρίου 1953». Η ελληνική κυβέρνηση, δυνάμει και των διαμειφθέντων στη Βόννη, πάντα τόνιζε ότι με αυτή τη ομαδική συμφωνία δεν πάρθηκε καμία τελική απόφαση — και ακόμα και υπάλληλοι του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομικών παραδέχτηκαν γραπτώς ότι οι ελληνικές απαιτήσεις πολεμικής αποζημίωσης δεν είχαν ικανοποιηθεί με αυτή τη ομαδική συμφωνία. Πολλές προσπάθειες είχαν γίνει και από την κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου 1964-1965 και ότι ο ίδιος είχε πάει στη Γερμανία και είχε έρθει σε επαφή με τις Γερμανικές Αρχές, οι οποίες αναγνώριζαν την απαίτηση αυτή της Ελλάδας, αλλά χρησιμοποιούσαν ως επιχείρημα μια διάταξη της συνθήκης του Λονδίνου (1953) που όριζε ότι έπρεπε να συντελεστεί πριν η επανένωση των δύο Γερμανιών. 

  119. Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας στην Ελλάδα, Όχι  στην αναθεώρηση και την υποτέλεια στα σχολεία, Αθήνα 10.12.2020, esdoge.gr. 

  120. Για το θέμα βλέπε Χρήστος Χατζηιωσήφ, Η Ευρωπαϊκή Ενοποίηση, η Γερμανία και η Επιστροφή των Εθνικισμών, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2017, passim. 

  121. Alessadro Portelli, «What makes Oral History different», The Oral History Reader, (R. Perks and A. Thomson eds) Routlenge New York 2016, σ. 59-72 

  122. Π. Βινταλ-Νακέ, ο.π. σ. 56-60. 

  123. Βλ για παράδειγμα Η Μαύρη Βίβλος του Κομμουνισμού, Εστία Αθήνα 2013 passim. 

  124. Mary Fulbrook, Historical Theory, Routledge, London 2002, σ. 122-131. 

  125. Eric Hobsbawm, On History, ο.π σ. 272-274. 

  126. Maurice Halbwachs, Συλλογική Μνήμη, μεταφρ. Τίνα Πλυτά, Παπαζήσης, Αθήνα 2013, σ.47-60. 

  127. Toby Butler , «The Historical Hearing Aid: Located Oral History from the Listener’s Perspective», Shelley Trower (ed) Place, Writing, and Voice in Oral History Palgrave Macmillan Ney York 2011, σ. 194-195. 

  128. Για τον ρόλο αυτών των προσεγγίσεων στην ιστορική έρευνα, Anna Green, Kathleen Troup, The Houses of History: A Critical Reader in Twentieth-century, History and Theory, ο.π. σ.172-203. 

  129. Βλ και Ρίκι Βαν Μπουσχότεν, «Δεκαετία του `40, Διαστάσεις της μνήμης σε αφηγήσεις ζωής της περιόδου», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, τευχ. 107, Αθήνα 2007, σ. 135-137. 

  130. Lynn Abrams, Θεωρία Προφορικής Ιστορίας, Πλέθρον 2014, σ. 35-38. 

  131. Ronald J.Grele, «Direction for the Oral History in the United States», D. H. Dunaway-W. K. Baum (eds), Oral History: An Interdisciplinary Anthology, Altamira Press 1996, σ.78-84. 

  132. Ronald J.Grele, «Movement without aim: methodological and theoretical problems in oral history», Robert Perks and Alistair Thomson (eds). The Oral History Reader. Routledge (Second Edition), London and New York 1998, σ. 38-41, class.uth.gr/eclass/modules/document/file.php. 

  133. Joanna Bornat, «Remembering in later life: generating individual and social change», The Oxford Handbook in Oral History (D. Ritchie ed.), Oxford University Press 2011, σ. 202-211. 

  134. Μάλιστα, ο ίδιος αφηγητής μπορεί να δίνει διαφορετικές εκδοχές σε διαφορετικά ακροατήρια, Lynn Abrams, Θεωρία προφορικής Ιστορίας, ο.π. σ. 94-95, 

  135. Στους θεράποντες της προφορικής ιστορίας, καθοριστική σημασία έχει αυτό που ονομάζουν η τάση αυτο-βιογραφίας, αυτο-αναπαράστασης, αυτο-προσωπογραφίας του ερωτούμενου. 

  136. Ρίκι Βαν Μπουσχότεν, Ανάποδα Χρόνια, Συλλογική Μνήμη και Ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών, Πλέθρον, Αθήνα 1997, σ. 210-218. 

  137. Η προφορική ιστορία πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα περίπλοκο παιχνίδι εξουσίας με την παρουσία πολλών πιθανών φωνών, ενάντια στην αφελή απλοποίηση ότι στη συνέντευξη μπορεί να ακουστεί μια αμόλυντη, «πραγματική φωνή». Lynn Abrams, Θεωρία Προφορικής Ιστορίας, ο.π. σ. 222 

  138. Linda Shopes, «Legal and ethical issues in oral history», Charlton, Thomas, Lois E. Myers, and Rebecca Sharpless. (eds) History of Oral History: Foundations and Methodology, AltaMira Press, 2007, σ. 127-136. 

  139. E. Jessee, «The Limits of Oral History, Ethics and methodology amid highly politicized research settings», The Oral History Reader, (R. Perks and A. Thomson eds) Routlenge New York 2016, σ. 674-683. 

  140. M. Kurkowska-Budzan and K. Zamorski, Preface, ο.π., σ. 8-10. 

  141. Alistair Thomson,, «Memory and Remembering in Oral History», The Oxford Handbook in Oral History (D. Ritchie ed.), Oxford University Press 2011, σ. 83-90. 

  142. Ρίκι Βαν Μπουσχότεν, «Η αδύνατη επιστροφή: Αντιμετωπίζοντας τον χωρισμό και την ανασυγκρότηση της μνήμης ως συνέπεια του Εμφυλίου Πολέμου», στο Mark Mazower, (επιμ.), Μετά τον πόλεμο, Η ανασυγκρότηση της Οικογένειας, του έθνους και του κράτους, στην Ελλάδα, 1943-1960, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2003, σ. 140. 

  143. Πρόκειται για τη γνωστή γλωσσική στροφή που αποδίδει στη γλώσσα μια δυνατότητα αυτόνομης κατασκευής της πραγματικότητας. Martin Jay, «Should Intellectual History Take a Linguistic Turn», στο D. LaCapra-S. Kaplan, Modern European Intellectual History, Ithaka 1982, σ. 86-110. 

  144. Samuel Schrager, «What is social in oral history?: putting popular memory theory into practice», (Robert Perks and Alistair Thomson eds), The Oral History Reader, Routledge (Second Edition), London and New York 1998, 1998, σ. 289-291, class.uth.gr/eclass/modules/document/file.php. 

  145. Αντίθετα η πλειονότητα των εμπλεκόμενων με την προφορική ιστορία θεωρούν ως κυρίαρχη την προσέγγιση στις πηγές, Paul Thompson, «The voice of the past: oral history», (Robert Perks and Alistair Thomson eds), The Oral History Reader, Routledge (Second Edition), London and New York 1998, ttp://eclass.uth.gr/eclass/modules/document/file.php, σ. 21-23, 26-29. 

  146. Βλ. Michel Fichant, «Η Επιστημολογία στη Γαλλία», στο Η Φιλοσοφία, τομ. Δ, Fr. Chatelet (επιμ), μεταφρ. Κ. Παπαγιώργης, Γνώση, Αθήνα 1990, σ. 154. 

  147. Hans Bertens, The Idea of the Postmodern: A History, ο.π. σ.2-26. 

  148. Όπως το διατυπώνει ο Μ. Heidegger, η σύγχρονη επιστήμη ως θεωρία με την έννοια της «βλέψης» είναι μια ανησυχαστική, ανοίκεια και επεμβατική επεξεργασία του πραγματικού, Martin Heidegger, Επιστήμη και Διαλογισμός, μεταφρ. Ν. Σεβαστάκης, Έρασμος, Αθήνα 1990, σ. 23. 

  149. Ακόμη και η αντικειμενικότητα είναι, όπως υπογραμμίζει ο Pierre Bourdieu, κοινωνικό προϊόν και εξαρτάται από τις προϋποθέσεις που έχουν γίνει αποδεκτές στα όρια του εκάστοτε επιστημονικού πεδίου. Οι επιστημολογικοί κανόνες είναι οι κοινωνικοί κανόνες και κανονικότητες, εγγραμμένα σε δομές, ιδιαίτερα σε σχέση με τον τρόπο που διαμείβεται μια επιστημονική συζήτηση και διευθετούνται οι αντιθέσεις. Pierre Bourdieu, Science of Sience and Reflexibility, translated by R. Nice, University of Chicago Press, Chicago 2004, σ. 71 

  150. Αλέκα Μπουτζουβή-Μαρία Θανοπούλου, «Η προφορική ιστορία στην Ελλάδα, Οι εμπειρίες μιας δύσκολης πορείας», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, τευχ. 107, Αθήνα 2002, σ. 19-22.

 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.