Κυριακή 8 Οκτωβρίου 2017

Το οδυνηρό ελληνικό αδιέξοδο/ Βασίλης Βιλιάρδος

.
Γνωρίζουμε τι ακριβώς θα χρειαζόταν η πατρίδα μας για να τα καταφέρει, αλλά δεν έχουμε καμία υπεύθυνη λύση να προτείνουμε, κάτω από τις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί σήμερα – ειδικά μετά την τελευταία ευκαιρία που είχαμε στη διάθεση μας στις αρχές του 2015, επιλέγοντας τότε τη ρήξη για να ξεφύγουμε από τον αργό θάνατο.
.
«Τα κύρια γνωρίσματα του Έλληνα είναι τα εξής: παρουσιάζει μεγάλη ατομική πρωτοβουλία, είναι εφευρετικός, είναι ατομιστής, διαπρέπει στο εμπόριο, αποφεύγει τη χειρωνακτική εργασία, επιδιώκει το κέρδος, είναι αρκετά απειθάρχητος και έχει βαθιά ριζωμένο το αίσθημα της ιδιοκτησίας. Οι ιδιότητες του αυτές πρέπει να θεωρηθούν ως επί το πλείστον μη συμβατές με το αμιγές σοσιαλιστικό σύστημα. Σημαντικός παράγοντας, όσον αφορά την Ελλάδα, είναι η έλλειψη οργάνωσης στον κρατικό και διοικητικό μηχανισμό» (Ζολώτας, 1943).
«Το αρχαίο ελληνικό ιδεώδες δεν είναι ένα ιδεώδες όπως όλα τα άλλα, που υποδεικνύουν έναν καλύτερο κόσμο που θα μας άξιζε ή για τον οποίο θα έπρεπε να πολεμήσουμε: είναι ένα ιδεώδες συμφιλίωσης με αυτό που υπάρχει. Όχι δηλαδή μία επιθυμία του επέκεινα, αλλά η επιθυμία του εδώ και του τώρα – η αγάπη του πεπρωμένου» (Φ. Νίτσε).
.

Ανάλυση

Όπως φαίνεται από το πρώτο μέρος της εισαγωγής, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των Ελλήνων ήταν ανέκαθεν γνωστά, ενώ μετά το 1980 προστέθηκε ακόμη ένα: η άνοδος της πολιτικής διαφθοράς, μέσω της οποίας διεφθάρη ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός, καθώς επίσης ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας (φυσικά με μειούμενα ποσά από τα πάνω προς τα κάτω), με τελικό αποτέλεσμα τη χρεοκοπία της.
Όσον αφορά το δεύτερο μέρος, επεξηγεί σε κάποιο βαθμό το σημερινό συμβιβασμό της πλειοψηφίας των Πολιτών, οι οποίοι έχουν συμφιλιωθεί με τη μετατροπή της χώρας τους σε γερμανικό προτεκτοράτο, αρνούμενοι να αγωνισθούν για ένα καλύτερο μέλλον – πιθανότατα επειδή δεν βλέπουν καμία άλλη λύση ή/και λόγω του ότι θεωρούν μοιραία, άρα νομοτελειακή, την «κατάληξη» της πατρίδας τους.
Εάν τώρα θέλει κανείς να διαπιστώσει θεωρητικά ποιό οικονομικό σύστημα ταιριάζει καλύτερα με τα κύρια γνωρίσματα των Ελλήνων (με την έννοια «σύστημα» εννοείται το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν την οικονομική σύμπραξη των ανθρώπων, ήτοι την παραγωγή και διανομή αγαθών), αφού όλα τα συστήματα οφείλουν να επιλέγονται με κριτήριο την εκάστοτε χώρα που εφαρμόζονται για να έχουν επιτυχία, θα καταλήξει πολύ εύκολα στον ελεγχόμενο φιλελευθερισμό με κοινωνικό πρόσωπο, ασφαλώς με την εξασφάλιση του υγιούς ανταγωνισμού – με κέντρο βάρους τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Αν μη τι άλλο, λόγω του βαθιά ριζωμένου αισθήματος της ιδιοκτησίας, η οποία δεν προβλέπεται από τα αμιγή σοσιαλιστικά και από τα κομμουνιστικά συστήματα –  όπου τα πάντα πρέπει να ανήκουν στο κράτος. Εκτός αυτού, λόγω του ότι η ανθρώπινη αλληλεγγύη είναι μεγαλύτερη στην Ελλάδα σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες, ενώ σχεδόν το 99% των επιχειρήσεων είναι μικρομεσαίες – αφού οι Έλληνες δύσκολα ανέχονται να εργάζονται κάτω από κάποιον άλλο, θεωρώντας δυστυχώς πάντοτε πως τους εκμεταλλεύεται.
Περαιτέρω, εάν θέλει κανείς να κυβερνήσει σωστά την Ελλάδα, οφείλει να καταπολεμήσει προηγουμένως τα δύο βασικά της ελαττώματα, αφού διαφορετικά θα έχτιζε επάνω στην άμμο: την αναποτελεσματικότητα του κρατικού και διοικητικού της μηχανισμού, καθώς επίσης την πολιτική διαφθορά. Ασφαλώς δε πρέπει να ξεκινήσει από το δεύτερο, επειδή αποτελεί τη βασική «πηγή» των προβλημάτων του πρώτου – με την έννοια πως ο κρατικός και διοικητικός μηχανισμός της χώρας σκόπιμα δεν λειτουργεί σωστά, για να διευκολύνεται η διαφθορά. Εν προκειμένω έχουμε αναφέρει ήδη τα εξής:
«Οι φόροι, ιδιαίτερα όταν είναι ανταποδοτικοί και δεν σπαταλούνται από τις κυβερνήσεις, είναι απαραίτητοι για να είναι βιώσιμο και ασφαλές ένα κράτος – κάτι που δυστυχώς δεν συνέβη ποτέ στην Ελλάδα, όπου όχι μόνο οι κυβερνήσεις διαχειρίσθηκαν ανεύθυνα τους φόρους αλλά, το κυριότερο, δεν ανέπτυξαν τη φορολογική συνείδηση των Πολιτών.
Δεν θα μπορούσε άλλωστε να συμβεί κάτι τέτοιο, όταν οι φόροι δεν ήταν ποτέ ανταποδοτικοί – ενώ ένα μεγάλο μέρος τους απορροφούταν από τη διαφθορά και τη διαπλοκή της πολιτικής με την οικονομική εξουσία. Πώς μπορεί μία κυβέρνηση να αλλάξει τα κακώς κείμενα εάν η ίδια δεν δώσει το καλό παράδειγμα; Πώς θα αποκτήσουν οι Πολίτες φορολογική συνείδηση, εάν οι πολιτικοί διαπλέκονται, διαφθείρονται και προσφέρουν στους εαυτούς τους ειδικά φορολογικά προνόμια;
Η λύση εδώ είναι ολοφάνερη: η ίδρυση ενός σώματος δίωξης της πολιτικής διαφθοράς, καθώς επίσης της διαφθοράς του δημοσίου, όπως το ΣΔΟΕ για τη φοροδιαφυγή, υπό την εποπτεία μίας πραγματικά ανεξάρτητης Δικαιοσύνης – έτσι ώστε να σταματήσει το έγκλημα που διενεργείται τόσα χρόνια, έχοντας οδηγήσει στη χρεοκοπία της πατρίδας μας.
Εάν συμβεί κάτι τέτοιο, παράλληλα με τη σωστή λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών του δημοσίου, είμαστε σίγουροι πως ο κρατικός προϋπολογισμός μας θα γινόταν πλεονασματικός – ενώ η φοροδιαφυγή θα υποχωρούσε σημαντικά, το λαθρεμπόριο των καυσίμων θα μηδενιζόταν κοκ.» (πηγή).
Στη συνέχεια, θα ήταν ευκολότερη η επίτευξη της αποτελεσματικότερης λειτουργίας του δημοσίου, το οποίο θα έπρεπε να οργανωθεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια – καθώς επίσης να λειτουργεί ανεξάρτητα από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία, σαν ένας αυτόνομος μηχανισμός. Εν προκειμένω δεν θα χρειαζόταν να ανακαλύψει κανείς τον τροχό, αφού θα μπορούσε να αντιγράψει συστήματα άλλων χωρών που λειτουργούν στην εντέλεια – ενώ η μετάβαση στην ψηφιακή εποχή θα διευκόλυνε κατά πολύ το συγκεκριμένο εγχείρημα.
Οι δημόσιες επιχειρήσεις
Όσον αφορά τώρα τις δημόσιες επιχειρήσεις, ειδικά τις κοινωφελείς, τις στρατηγικές και τις κερδοφόρες, οι οποίες είναι συνήθως μεγάλες, προφανώς δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκρατικοποιηθούν επειδή δήθεν το κράτος δεν είναι καλός επιχειρηματίας – πόσο μάλλον στις σημερινές εξευτελιστικές τιμές. Ειδικότερα, αυτού του μεγέθους οι ιδιωτικές επιχειρήσεις είναι συνήθως ΑΕ, οι οποίες διευθύνονται από υπαλληλικά στελέχη και όχι από επιχειρηματίες – ενώ ανήκουν στους μετόχους τους, οι οποίοι δεν έχουν καμία σχέση με τη διοίκηση τους.
Επομένως δεν χρειάζεται να είναι καλός επιχειρηματίας το κράτος ως μέτοχος – αρκεί οι δημόσιες αυτές εταιρίες να λειτουργούν επίσης με αυστηρά ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και να μην υπάρχει καμία μονιμότητα στο προσωπικό τους (το κίνητρο των διευθυντικών στελεχών είναι η συμμετοχή στο κέρδος και ο φόβος απόλυσης). Εάν εδώ το δημόσιο συνεργαζόταν με τον ιδιωτικό τομέα, όσον αφορά τη συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο και στην επένδυση, εισάγοντας την επιχείρηση σε ένα χρηματιστήριο που εξασφαλίζει το σωστό έλεγχο της από τις Αρχές, τότε δεν θα υπήρχε κανένα απολύτως πρόβλημα.
Αντίθετα, η πώληση μεριδίων μέσω της εισαγωγής τους στο χρηματιστήριο θα αύξανε τα έσοδα του δημοσίου – ενώ η κερδοφορία τους θα προσέθετε έσοδα στον κρατικό προϋπολογισμό (μερίσματα), μειώνοντας έτσι την ανάγκη επιβολής φόρων. Εκτός αυτού, η εξάρτηση του κράτους από τον ιδιωτικό τομέα, η οποία έχει συνήθως ως αποτέλεσμα την παροχή προνομίων εκβιαστικά (φορολογικές ελαφρύνσεις κοκ.), θα ήταν πολύ μικρότερη – οπότε θα μπορούσε να ελέγχει καλύτερα την οικονομία. Ας μην ξεχνάμε εδώ πως στη FRAPORT, στην οποία ουσιαστικά χαρίστηκαν τα κερδοφόρα αεροδρόμια μας ενώ κρατήσαμε ανόητα μόνο τα ζημιογόνα, συμμετέχει το γερμανικό κράτος – όπως στην COSCO το κινεζικό και στους σιδηροδρόμους το ιταλικό.
Περαιτέρω, η πρώτη ενέργεια των ιδιωτών που εξαγοράζουν τις κοινωφελείς επιχειρήσεις, σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία, είναι η αύξηση των τιμών πώλησης των υπηρεσιών τους – στις συγκοινωνίες τα εισιτήρια, στα αεροδρόμια τα τέλη, στο νερό και στο ηλεκτρικό την τιμή μονάδας κοκ. Εάν έκανε το ίδιο η δημόσια επιχείρηση, στην οποία μέτοχος είναι το κράτος, ασφαλώς θα είχε ανάλογα κερδοφόρα αποτελέσματα – οπότε δεν είναι σωστό να κατηγορείται όταν δεν το κάνει, για κοινωνικούς συνήθως λόγους.
Το κατά πόσον τώρα οι ιδιώτες μέτοχοι ελέγχουν καλύτερα τη μεγάλη επιχείρηση από ότι το κράτος, έχει φανεί καθαρά στις τράπεζες – οι περισσότερες από τις οποίες χρεοκόπησαν μετά την κρίση του 2008, ενώ διασώθηκαν από τις κυβερνήσεις (άρα από τους Πολίτες). Στο παράδειγμα της Ελλάδας, επιβαρυνθήκαμε με 40 δις € από τον δήθεν αποτελεσματικό ιδιωτικό τομέα που κατείχε τις τράπεζες – ενώ το πρόσφατο σκάνδαλο με τα κόκκινα δάνεια των στελεχών μίας ελληνικής τράπεζας (πηγή), τεκμηριώνει τους αντίστοιχους, εάν όχι αρκετά μεγαλύτερους κινδύνους διαφθοράς των ιδιωτικών ΑΕ.

Οφείλουμε ίσως να σημειώσουμε εδώ πως η διαφορά μεταξύ μίας μικρής και μίας μεγάλης επιχείρησης είναι κυρίως το ότι, στη μικρή επιχείρηση τα διευθυντικά στελέχη είναι ταυτόχρονα και εκτελεστικά – ενώ στη μεγάλη οι δύο αυτές λειτουργίες είναι χωρισμένες, με κάθε μία να αποτελεί μία ιδιαίτερη και αυτοτελή ενέργεια. Όσον αφορά τον ιδιώτη επιχειρηματία, ο οποίος συνήθως γεννιέται και δεν γίνεται, αναφερόμενοι στις μη επίκτητες ικανότητες του δεν εννοεί κανείς το κερδοσκοπικό του «δαιμόνιο», αλλά την οργανωτική ικανότητα και την πρωτοβουλία – η οποία είναι απαραίτητη σε κάθε είδος παραγωγής, σε κάθε οικονομικό σύστημα και σε κάθε εποχή.
Δεν πρέπει δε ξεχνάμε ότι, η οργάνωση έχει αναδειχθεί στον τέταρτο συντελεστή παραγωγής, ο οποίος καθιστά πολύ πιο αποτελεσματικούς τους άλλους τρεις: τη φύση, την εργασία και το κεφάλαιο. Τέλος, πως η υπεροχή των πολύ μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων έναντι των μικρών και η συγκέντρωση κεφαλαίου στα χέρια όλο και πιο λίγων, οδηγεί αναπόδραστα στην κατάρρευση του καπιταλιστικού συστήματος – λόγω της μη ισορροπημένης αναδιανομής του πλούτου, η οποία σήμερα έχει αγγίξει τα υψηλά επίπεδα προ του κραχ του 1929 και της Μεγάλης Ύφεσης (ανάλυση). Επομένως οι αποκρατικοποιήσεις δεν είναι ότι καλύτερο για μία οικονομία – αφού εντείνουν τα προβλήματα της, θέτοντας σε κίνδυνο το ίδιο το σύστημα της ελεύθερης αγοράς, το οποίο μετατρέπεται σε ένα είδος κομμουνισμού των ελίτ (=μονοπώληση των συντελεστών παραγωγής από λίγους).

Η ελληνική φυλακή
Περαιτέρω, το θέμα της Ελλάδας σήμερα δεν είναι ασφαλώς το καταλληλότερο σύστημα για το μέγεθος και για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των Πολιτών της – ούτε η καταπολέμηση των ελαττωμάτων της, η οποία είναι ασφαλώς εφικτή για μία κυβέρνηση που έχει πραγματικά την πρόθεση να το επιτύχει. Έχουμε δε αναφερθεί στο «τρίπτυχο της ελληνικής λύσης» (πλεονασματικός προϋπολογισμός, πλεονασματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, χαμηλό εξωτερικό χρέος) που προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την ανάκτηση της εμπιστοσύνης στην πολιτική της εξουσία – ενώ η χώρα μας διαθέτει τον απαιτούμενο «πλούτο» για να τα καταφέρει, υλικό και ανθρώπινο.
133
Το θέμα είναι η σημερινή κατάσταση της οικονομίας μας, μετά από τα οκτώ χρόνια της ύφεσης και των καταστροφών που μας προκάλεσαν τα μνημόνια – χωρίς να έχουν επιλύσει κανένα απολύτως πρόβλημα της χώρας μας, με τα δύο βασικά ελαττώματα μας (αναποτελεσματικός κρατικός μηχανισμός, διαφθορά), να έχουν μάλλον μεγεθυνθεί αντί να καταπολεμηθούν. Ταυτόχρονα έχει αυξηθεί η φοροδιαφυγή λόγω των υπερβολικών φόρων, αφενός μεν εις βάρος των δημοσίων εσόδων, αφετέρου εντείνοντας τις εισοδηματικές ανισότητες – αφού «επωφελούνται» μόνο ορισμένοι, εις βάρος των υπολοίπων. Έτσι μειώνεται συνεχώς η ζήτηση (κατανάλωση), οπότε το ΑΕΠ, τα έσοδα του δημοσίου κοκ., με αποτέλεσμα να συνεχίζεται το καθοδικό σπιράλ του θανάτου – το οποίο δυστυχώς δεν έχει τέλος (γράφημα).
Στα πλαίσια αυτά, η μοναδική δυνατότητα επανεκκίνησης της οικονομίας μας δεν είναι άλλη από τις δημόσιες επενδύσεις (μέθοδος Keynes), σε συνδυασμό με μία αποτελεσματική δημοσιονομική πολιτική – όπως, για παράδειγμα, η μείωση των φορολογικών συντελεστών για τις μικρές επιχειρήσεις (=κάτω των 50 ατόμων και 10 εκ. € τζίρου) σε ανταγωνιστικά επίπεδα με την περιοχή μας (10-15%), καθώς επίσης για τις εξαγωγικές, έτσι ώστε να εκμεταλλευθούμε τη ζήτηση άλλων χωρών.
Εν τούτοις, η Ελλάδα αφενός μεν δεν έχει τη δυνατότητα να διενεργήσει δημόσιες επενδύσεις λόγω του χρέους της, αφετέρου της έχει αφαιρεθεί εκτός από τη νομισματική της ανεξαρτησία και η δημοσιονομική – αφού είναι υποχρεωμένη να εφαρμόζει τις εντολές της Τρόικα. Εκτός αυτού δεν έχει τη λύση της εξόδου από την Ευρωζώνη, κυρίως λόγω του υψηλού χρέους της σε ευρώ – το οποίο δεν είναι μόνο σε συνάλλαγμα, αλλά σχεδόν στο σύνολο του εξωτερικό (όταν της Ιταλίας είναι κατά 50% εσωτερικό και της Ιαπωνίας κατά 90%).
Γνωρίζουμε δε πως μία χώρα δεν μπορεί να επιβιώσει αυτόνομα, να δανείζεται δηλαδή με βιώσιμα επιτόκια από τις αγορές, με εξωτερικό χρέος άνω του 50% του ΑΕΠ της (ήτοι περί τα 85 δις € για την Ελλάδα– αφού τότε δεν την εμπιστεύεται κανείς ούτε για να τη δανείσει, ούτε για να επενδύσει (με εξαίρεση τις κερδοσκοπικές τοποθετήσεις, όπως η εξαγορά των δημοσίων επιχειρήσεων σε εξευτελιστικές τιμές, των δανείων από τα funds σε μηδαμινές τιμές κοκ.).
Σύμφωνα τώρα με τα όσα γνωρίζουμε, η Ελλάδα δεν μπορεί να προβεί νόμιμα σε αθέτηση της πληρωμής των χρεών της, ούτε στη μετατροπή τους σε δραχμές μετά το PSI, έτσι ώστε να τα εξυπηρετήσει πληθωριστικά – αφού έχει υπογράψει εκτός από το PSI δρακόντειες δανειακές συμβάσεις, υποθηκεύοντας το 2015 τα πάντα, ενώ έχει επί πλέον αφελληνισθεί το τραπεζικό της σύστημα. Ως εκ τούτου, από οικονομικής πλευράς (δεν γνωρίζουμε επακριβώς τη νομική πλευρά του θέματος) είναι δεμένη χειροπόδαρα, καταδικασμένη να μετατραπεί σε μία εξαθλιωμένη αποικία χρέους στο διηνεκές – χωρίς καμία απολύτως προοπτική για το μέλλον των Πολιτών της.
Είναι πάντως ανόητο να αναφέρεται κανείς σε μία ανάπτυξη που θα προέλθει από ξένες επενδύσεις (άρθρο) – αφού κανένας δεν επενδύσει σε μία αναξιόπιστη χώρα που διαρκώς μειώνεται η ζήτηση ακόμη και στα προϊόντα διατροφής, που είναι υπερχρεωμένος τόσο ο δημόσιος, όσο και ο ιδιωτικός της τομέας, με πολιτική αστάθεια, με χρεοκοπημένο το τραπεζικό της σύστημα, με την ανεργία στο 28%  κοκ.
Σε κάθε περίπτωση, για να επιβιώσει εκτός της Ευρωζώνης η Ελλάδα, θα έπρεπε να διαγράψει τουλάχιστον 240 δις € από το χρέος της (325-85), καθώς επίσης να εκδώσει πληθωριστικά χρήματα – έτσι ώστε να προβεί σε δημόσιες επενδύσεις, να διασώσει τις τράπεζες και να στηρίξει τις επιχειρήσεις. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα εξασφαλιζόταν θέσεις εργασίας για το 1,4 εκ. των ανέργων – χωρίς την απασχόληση των οποίων δεν μπορεί να τονωθεί η εσωτερική ζήτηση, να διενεργηθούν επενδύσεις από τους ιδιώτες και να αυξηθεί το ΑΕΠ. Εκείνες οι κυβερνήσεις πάντως που δεν είναι σε θέση να προσφέρουν θέσεις εργασίας στους Πολίτες της χώρας τους, θεωρούνται de facto εντελώς ανίκανες – οπότε πρέπει να αποχωρούν άμεσα.
Εντός της Ευρωζώνης η Ελλάδα θα τα κατάφερνε σήμερα με χρέος στο 110-120% του ΑΕΠ της (περί τα 200 δις €, άρα με διαγραφή 125 δις €), εάν είχε τη στήριξη της ΕΚΤ όπως η Ιταλία, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία ή η Ισπανία – κάτι που όμως δεν συμβαίνει, αφού έχει απομονωθεί από τους υπολοίπους, εγκαταλειμμένη κυριολεκτικά στην οδυνηρή μοίρα της.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, με κριτήριο την παραπάνω μικρή ανάλυση, γνωρίζουμε μεν τι ακριβώς θα χρειαζόταν η Ελλάδα για να τα καταφέρει, αλλά δεν έχουμε καμία υπεύθυνη λύση να προτείνουμε, κάτω από τις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί σήμερα – ειδικά μετά την τελευταία ευκαιρία που είχαμε στη διάθεση μας στις αρχές του 2015, επιλέγοντας τη ρήξη για να ξεφύγουμε από τον αργό θάνατο (ανάλυση), αναλαμβάνοντας όλα τα (άγνωστα) ρίσκα.
Φυσικά η κυλιόμενη χρεοκοπία που βιώνουμε δεν μας επιτρέπει καμία προοπτική για το μέλλον, ενώ δεν είναι λογικό να περιμένουμε «τον από μηχανής θεό» ή να ελπίζουμε στην αλλαγή πολιτικής εκ μέρους της Γερμανίας – όπως πιθανότατα η αξιωματική αντιπολίτευση, αφού δεν βλέπουμε καμία άλλη λογική στις εξαγγελίες της, υποθέτοντας πως δεν ψεύδεται όπως η κυβέρνηση.
Στα πλαίσια αυτά, το μόνο που μπορεί να ευχηθεί κανείς σε όλους εμάς τους Έλληνες, ειδικά σε αυτούς που δεν θέλουν ούτε να σκέφτονται μία επαναστατική λύση με όλους τους κινδύνους που συνεπάγεται, είναι «καλό κουράγιο» – έχοντας την πεποίθηση πως θα χάσουμε ότι έχουμε και δεν έχουμε, έως ότου εξεγερθούμε στο τέλος, όταν δεν θα μας έχει μείνει πια τίποτα άλλο, με μηδενικές δυνατότητες τότε να επιτύχουμε κάτι θετικό.

ΠΗΓΗ: http://www.analyst.gr
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.