Μάνος Λαμπράκης
Όταν ο Οικουμενικός Πατριάρχης μιλά για τον άνθρωπο, το πρόσωπο, την ειρήνη, τη δημιουργία και τους αδυνάμους, ο λόγος του δεν κρίνεται μόνο από τη θεολογική του ανύψωση, αλλά από τη διαδρομή του.
Αν περνά με άνεση από τη Βουλή, τα γραφεία, τις αίθουσες πρωτοκόλλου, τις χειραψίες, τις κλειστές λέσχες «κύρους», εκεί όπου η διπλωματία, η μασονία, η πολιτική και η κοινωνική αυτοεπιβεβαίωση συνομιλούν με άψογη ευγένεια, αλλά δεν περνά από έναν φυλακισμένο, έναν άρρωστο, έναν γονιό των Τεμπών, από τον διωκόμενο πατέρα Αντώνιο της Κιβωτού, από μια οικογένεια θύματος γυναικοκτονίας, από το σπίτι του Παύλου Φύσσα, από ένα σπίτι φτώχειας, από μια εγκατάσταση κτηνοτρόφου που θρηνεί για τα 500 νεκρά του πρόβατα, τότε το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη υψηλού λόγου. Το πρόβλημα είναι η απουσία καθόδου.
Γιατί ο άνθρωπος, όταν παραμένει έννοια, είναι θαυμάσια διαχειρίσιμος. Χωράει σε ομιλίες, δελτία Τύπου, επίσημες φωτογραφίες, φράσεις περί αξιοπρέπειας και ειρήνης, ακόμη και σε τελετές ανταλλαγής ακριβών και απολύτως άχρηστων εθιμοτυπικών δώρων, όπου οι θεσμοί επιβεβαιώνουν ο ένας την ευγένεια του άλλου, ενώ ο φτωχός επιβεβαιώνει μόνο την απουσία του. Τα δώρα αυτά είναι το υλικό ισοδύναμο των μεγάλων λέξεων όταν δεν γίνονται πράξη: λαμπρά, περιττά, τελετουργικά, φτιαγμένα για να κυκλοφορούν ανάμεσα σε εκείνους που ήδη έχουν αρκετά.













ΚΟΛΆΖ ΤΟΥ ΤΣΆΡΓΚΡΑΝΤ.









