29 Μαΐου 2020

ΒΙΝΤΕΟ – Θρήνος Αναστάσιμος για τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο


Ο τελευταίος βασιλέας έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε σε εκείνες τις περιστάσεις. Η στάση του υπήρξε η ιδανική όσον αφορά τη θέση του, το αξίωμα του και το ιστορικό του καθήκον.
Έχει πολύ σωστά ειπωθεί πως ο Κωνσταντίνος με τη θυσία του έσωσε την ψυχή της Ρωμιοσύνης και της έδωσε την ελπίδα να συνεχίσει να μάχεται και να υπομένει τον οθωμανικό ζυγό-αν είχε παραδοθεί όπως γενναιόδωρα του προσέφερε ο Μωάμεθ, η Ρωμανία θα είχε σβήσει άδοξα και η Βασίλισσα των Πόλεων θα είχε καταληφθεί με σκυμμένο το κεφάλι.
Δείτε το βίντεο – αφιέρωμα του Cognosco Team στον τελευταίο Ρωμαίο αυτοκράτορα που έφυγε δοξασμένος κατά την άλωση της Βασιλεύουσας, της Πόλεως των πόλεων:



Πως φτάσαμε στην Άλωση – Τα διδάγματα για το σήμερα

Λαυρέντζος Αναστάσιος

Η 29η Μαΐου είναι ημέρα μνήμης και οδύνης για τον Ελληνισμό. Αυτή τη μέρα του 1453 η υπερχιλιόχρονη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, πλήρως εξελληνισμένη στην τελική της φάση, πέρασε οριστικά στο παρελθόν. Είχε βεβαίως προηγηθεί μια μακρά πορεία παρακμής και αποσύνθεσης, ώστε η πτώση της Πόλης να είναι απλώς η τελευταία πράξη. Πώς όμως το μακροβιότερο κρατικό μόρφωμα στη Δυτική Ιστορία έφτασε στο τέρμα του και ποια τα βαθύτερα αίτια της παρακμής του; Τι διδάγματα θα μπορούσε να αντλήσει ο σύγχρονος παρατηρητής;
Το Βυζάντιο για αιώνες υπήρξε ένα ισχυρό κρατικό μόρφωμα, το οποίο από πολλές απόψεις διέθετε αρκετά σύγχρονα στοιχεία: ένα αδιαμφισβήτητο κέντρο εξουσίας, ενιαία νομοθεσία σε όλη την επικράτειά του, αναλογικό φορολογικό σύστημα, αξιόλογο σύστημα κρατικής πρόνοιας, ισχυρό νόμισμα, κ.λπ. Ακόμη και ο στρατός μέσα από τον θεσμό των Θεμάτων είχε αποκτήσει στοιχεία «στρατεύσιμης λαϊκής δύναμης».
Αυτό ίσχυσε κυρίως στην περίοδο του Βασιλείου Β’ του Βουλγαροκτόνου, ο οποίος στήριξε τους μικροϊδιοκτήτες γης και στηρίχθηκε σε αυτούς. Πεθαίνοντας ο Βασιλείος ο Β’ (1025), άφησε το κράτος στο απόγειο της δύναμής του: όχι μόνο όλοι οι εχθροί της αυτοκρατορίας είχαν εξουδετερωθεί, αλλά, παρά τους μακροχρόνιους πολέμους, τα κρατικά ταμεία ήταν γεμάτα και ο στρατός ήταν ισχυρότερος από ποτέ.
Παρ’ όλα αυτά, μόλις 46 χρόνια μετά –χρονικό διάστημα ιστορικά ελάχιστο– ο βυζαντινός στρατός θα υφίστατο μια ταπεινωτική ήττα στο Ματζικέρτ (1071), η οποία θα άνοιγε διάπλατα την πόρτα του μικρασιατικού οροπεδίου στα τουρκικά φύλα. Μόλις δέκα χρόνια μετά, είχε χαθεί ο έλεγχος στο μεγαλύτερο μέρος της Μικράς Ασίας, καθώς σημαντικές πόλεις είχαν περιέλθει στα χέρια Τούρκων φυλάρχων. Πού οφείλεται άραγε αυτή η ραγδαία μεταστροφή των δεδομένων;

Τα αίτια της βυζαντινής παρακμής

Τα βιβλία της Ιστορίας αναφέρουν ότι η βασική αιτία της βυζαντινής παρακμής υπήρξε η σύγκρουση ανάμεσα στην αυλική αριστοκρατία της Πόλης και στην ανερχόμενη στρατιωτική αριστοκρατία. Στο πλαίσιο αυτής της σύγκρουσης κορυφώθηκε η ευνοιοκρατία, η κατασπατάληση του δημόσιου χρήματος, επιδιώχθηκε συστηματικά η εξασθένηση του στρατού και έγιναν εμφύλιες συγκρούσεις.

Η Τουρκία θα συνεχίσει να πολεμά την Ελλάδα (στον Έβρο και το Αιγαίο) και την Κύπρο: Ένα υστερόγραφο για τον κ. Πάιατ…


Η τουρκική «σιωπή», μετά την απρόκλητη πρόκληση στον Έβρο, (πρόκληση) που αφορά την εδαφική ακεραιότητα και κυριαρχία της Ελλάδας, μας εντυπωσιάζει(!) και μας προβληματίζει.
Μπορεί να οφείλεται στο ραμαζάνι και μόνο, αν και άλλοι αναλυτές δείχνουν να πιστεύουν ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μία είδους μεσολάβηση μεταξύ της Αθήνας και της Άγκυρας.
Η απουσία δηλώσεων από τους Τούρκους, ειδικά για το θέμα του Έβρου, μπορεί να οφείλεται και σε αυτό που οι διπλωμάτες χαρακτηρίζουν πραγματικότητα. Μπορεί, επιτέλους, να έχουν αρχίσει να καταλαβαίνουν ότι στον Έβρο δεν έχουν υπόθεση. Όχι ότι έχουν στο Αιγαίο. Είδα μία δήλωση του Τούρκου πρέσβη στην Αθήνα στην εφημερίδα Liberation, που μου προκάλεσε ευχάριστη έκπληξη. Γράφει ο ανταποκριτής:
  • «Από την πλευρά του, ο Τούρκος πρέσβης στην Αθήνα είπε στην Libération ότι βρίσκεται «σε στενή επαφή με τους Έλληνες συναδέλφους αφού μάθαμε για το πρόβλημα. Από την αρχή, συμφωνήσαμε ότι δεν πρόκειται για συνοριακή διαφωνία. Είναι μάλλον, ένα τεχνικό πρόβλημα απολύτως φυσιολογικό για γείτονες που μοιράζονται χερσαία σύνορα. Δεν είναι θέμα, και δεν πρέπει να γίνει» (…)
Μήπως είναι εκτός επίσημης «γραμμής» ο εν λόγω πρέσβης; Ή είχε εντολή από τον Μεβλούτ Τσαβούσογλου να δηλώσει τα παραπάνω;
Δεν υπάρχει, λοιπόν, καμία συνοριακή διαφορά. Τότε γιατί όλες αυτές οι προκλήσεις. Τότε γιατί δεν τερματίζουν τις απειλές και να αποδεχθούν όσα επιτάσσει το Διεθνές Δίκαιο; Ή γιατί οι φίλοι τους οι Αμερικάνοι και οι Ρώσοι, που γνωρίζουν την αλήθεια, δεν τους συνετίζουν. Δυστυχώς, η Ουάσιγκτον και η Μόσχα, που ανταγωνίζονται για την «καρδιά» του Ερντογάν, υποθάλπτουν την τουρκική επιθετικότητα.
Τα προβλήματα της Τουρκίας είναι πολλά και πραγματικά. Οι οικονομικοί αναλυτές βλέπουν άσχημες εξελίξεις. Επειδή παρακολουθώ το θέμα της προσφυγής της κατοχικής δύναμης στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο από πέρυσι, μπορώ να καταθέσω ότι κάθε φορά βρίσκει ένα τρόπο και το αποφεύγει. Παίρνει μικρές αναπνοές μέχρι την επόμενη κρίση. Με τα σημερινά δεδομένα, η Τουρκία έπρεπε ήδη να αιτηθεί δανείου από το Ταμείο.
Τα οικονομικά προβλήματα εντείνονται λόγω των πολέμων, στους οποίους έχει αναμειχθεί. Στη Λιβύη είναι ακόμα χειρότερα τα πράγματα, προσωπικά δεν πιστεύω την τουρκική προπαγάνδα. Εκεί, με φοβίζει ο παράγοντας της Ρωσίας. Διότι ο «ξανθός ηγέτης», αν εξασφαλίσει επενδύσεις και χρήματα από τον Ερντογάν, θα πουλήσει τον Χαλίφα Χάφταρ, ο οποίος, βεβαίως, δεν είναι κανένα παιδάκι. Έχει ανοικτά ακόμα τα κανάλια με τη CIA, με την οποία, ως γνωστό, συνεργαζόταν.
Στην έρημο, αλλάζουν αφεντικά, στο ένα, δύο, τρία. Ο θάνατός σου η ζωή μου. Θα είναι αρνητικές οι εξελίξεις για τον Ερντογάν και τον διασώζει μόνο η διχοτόμηση της Λιβύης. Να μοιράσει, δηλαδή, την πολύπαθη χώρα της Αφρικής, με τον πρόεδρο της Τουρκίας.
  • Επιστρέφοντας στα δικά μας -αν και η Λιβύη σίγουρα μας αφορά λόγω του παράνομου «Μνημονίου»- μαζί και με άλλους συναδέλφους, προσπαθούμε να αναλύσουμε την τουρκική στάση τις τελευταίες μέρες. Αν και δεν είναι εύκολο να αναλύσει κάποιος τα ταραγμένα τουρκικά μυαλά.

Ο κόσμος, η τέχνη και η «ιδεολογία» της εθνικής μας χαρμολύπης που γέννησε το θαύμα του 1821!

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης. Τοιχογραφία σε ναό της Μονής Μολντοβίτσα της Ρουμανίας (1537).





Με ποιο κουράγιο ο λαός μας διά μέσου του ποιητή -που δεν σώζεται, βεβαίως, το όνομά του- έγραψε τους στίχους-προφητεία, τους στίχους-απαντοχή, τους στίχους-δύναμη, προσμονή, επιμονή, κουράγιο: “Πάλιν με χρόνους και καιρούς πάλιν δικά μας θάναι”! Ή ακόμη η “Ρωμανία κι αν πέρασεν ανθεί και φέρει κι’ άλλο”!
Και δεν είναι μόνον αυτό! Ο στιχουργός δεν παρηγορεί μόνον τους συνανθρώπους του και την πονεμένη, την απεγνωσμένη Ρωμιοσύνη, αλλά κάνει κάτι πολύ πιο συγκλονιστικό! Ενώνει συμπαθητικά, δηλαδή στο ίδιο πάθος, τον ουρανό και την γη, τα θεία και τα ανθρώπινα και σπεύδει να παρηγορήσει και την Υπεραγία Θεοτόκο. Έτσι αμέσως μετά τον στίχο του δημοτικού τραγουδιού που λέει η “Δέσποινα ταράζεται και κλαίει και δακρύζει”, ο ποιητής σπεύδει να την ενθαρρύνει κι’ αυτήν λέγοντάς της, “Σώπασε, κυρά Δέσποινα μη κλαίεις μη δακρύζεις” και ακολουθεί ο εμβληματικός στίχος που προαναφέραμε, “Πάλιν με χρόνους και καιρούς πάλιν δικά μας θάναι”.
Υπάρχει όμως και ο στίχος, ο οποίος δεν είναι τόσο γνωστός, “Πάλι με χρόνους και καιρούς, πάλι δικά σου είναι”!
Και σε ποιαν δίνει κουράγιο ο ποιητής; Στην Υπέρμαχο Στρατηγό, στην προστάτιδα της Πόλης, στην Αγία Σκέπη της Βασιλίδας των πόλεων. Σ’ αυτήν, που τόσα χρόνια πάσκιζε να κρατά την Κωνσταντινούπολη ελεύθερη από κάθε βαρβαρική επιδρομή, άλωση και κάθε άλλη πληγή. Και, μάλιστα, μερικές φορές Την έβλεπαν οφθαλμοφανώς πάνω στα κάστρα να την υπερασπίζεται! Και όχι μόνον οι προστάτες της αλλά και οι εχθροί της! Το ομολογούσαν οι ίδιοι!
Παράλληλα, όμως, με την παρηγοριά που προσφέρει ο ποιητής μας στην Θεοτόκο μοιάζει να παραδέχεται έμμεσα και αυτός ότι η Βασιλεύουσα χάθηκε για τις αμαρτίες του γένους όπως έχει επικρατήσει να λέγεται. Έτσι η Ίδια αφ’ ενός δεν φταίει, δεν φέρει ευθύνη για το κούρσεμά της και αφ’ ετέρου να μην στενοχωριέται εμείς θα την ξαναπάρουμε.

π. Γεώργιος Μεταλληνός "Ἡ Ἅλωση τῆς Πόλης"

ΤΟ ΞΕΘΕΜΕΛΙΩΜΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ


του Γιώργου Τασιόπουλου

"...Στο Νηπιαγωγείο εισάγεται πιλοτικά το μάθημα των Αγγλικών μέσω δημιουργικών δραστηριοτήτων, η Πληροφορική και η Φυσική Αγωγή.
Στο Δημοτικό, αυξάνονται οι ώρες διδασκαλίας του μαθήματος των Αγγλικών στις μικρότερες τάξεις και εισάγονται πιλοτικά νέες θεματικές..."
(https://www.alfavita.gr/ekpaideysi/319545_sarotiko-nomoshedio-kerameos-allazoyn-ta-panta-se-oli-tin-paideia-en-meso)
και φυσικά η "αξιολόγηση - πειθάρχηση" για να καμφθούν οι αντιδράσεις και να πέσει οριστικά η ταφόπλακα στο Δημόσιο Σχολείο της γνώσης που υπηρετεί τις μορφωτικές ανάγκες των μαθητών και τις προτεραιότητες της ελληνικής κοινωνίας. 

Νομοθετούν σύμφωνα με τις προσταγές του ΟΟΣΑ και των νεοταξίτικων λεσχών που τους τοποθέτησαν σε αυτό το θώκο.

Το κείμενο που επισυνάπτω το έγραψα το 21.04.2007 πριν 13 χρόνια και είναι τραγικά επίκαιρο. (https://ardin-rixi.gr/archives/203759)

Πρέπει να παραδεχτούμε ότι αν και οι κυβερνήσεις αλλάζουν, αποδεικνύεται η συνέπεια όλων απέναντι στις διεθνείς δεσμεύσεις. Το ερώτημα είναι, αυτές οι μεταρρυθμίσεις είναι προς όφελός ή σε βάρος της ελληνικής κοινωνίας;

Το 2011 η Έκθεση του ΟΟΣΑ (https://www.esos.gr/sites/default/files/articles-legacy/oosa.pdf-την εποχή του 1ου Μνημονίου και όχι τυχαία, της πανδημίας τώρα) χάραξε τη στρατηγική για το Νέο Σχολείο, όπως το ονόμασε. Στο εισαγωγικό της σημείωμα και ως ενοχλητικά σημεία καθυστέρησης της ελληνικής κοινωνίας υπογράμμισε:

"...Κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον 

11. Οι κοινωνικοί και πολιτισμικοί παράγοντες στην Ελλάδα που σχετίζονται με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση περιλαμβάνουν: 
• υψηλό ατομικό και οικογενειακό βαθμό αφοσίωσης στην εκπαίδευση, όπως αυτός αντικατοπτρίζεται στις σημαντικές επενδύσεις της κάθε οικογένειας εκτός των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. 
δέσμευση απέναντι στην κοινωνική ισότητα και σε μια κοινωνία ισονομίας, αξίες που ορίζονται στο Σύνταγμα της Ελλάδας (Άρθρο 4). Το ελληνικό σύστημα επιδιώκει την αποφυγή προνομιακής μεταχείρισης και οποιασδήποτε διαφοροποίησης ή άλλης επιλογής μεταξύ μαθητών, εκπαιδευτικών, σχολείων ή περιοχών σε βάση άλλη από αυτή των «αντικειμενικών κριτηρίων». 
συνταγματικές δεσμεύσεις για δωρεάν εκπαίδευση. Το ελληνικό Σύνταγμα ορίζει (Άρθρο 16, παράγραφος 1): «H τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες· η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους».
• μια κοινωνία και οικονομία παραδοσιακά αγροτική. Ως συνέπεια αυτού έχει καλλιεργηθεί μία ιδιαίτερα τοπική και περιφερειακή πολιτική κουλτούρα, όπου παρά τους ισχυρούς δεσμούς της Ελλάδας ως έθνος, η πίστη στο χωριό και την οικογένεια είναι μεγάλης σπουδαιότητας – ακόμη και για τον πληθυσμό που ενδεχομένως έχει μετοικήσει εδώ και πολύ καιρό στις μεγάλες μητροπολιτικές περιφέρειες της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης (Σκολαρίκου, 2003). 
• μακρά παράδοση ιδιαίτερα κεντρικής διακυβέρνησης και μέτρα για τη διασφάλιση της εθνικής συνοχής και την εξάλειψη του τοπικισμού. Προτάσεις για αποκέντρωση και διαφοροποίηση ανά περιφέρεια αντιμετωπίζονται με ενδιαφέρον και αντιπροσωπεύουν σημαντικές αποκλίσεις από το παρελθόν. 
υψηλό ποσοστό εργασίας στο δημόσιο τομέα (40% του ΑΕΠ), με ισχυρότερα προνόμια και εργασιακή ασφάλεια από ό,τι συνηθίζεται στον ιδιωτικό τομέα. 
έλλειψη εμπιστοσύνης έναντι κυβερνητικών πρωτοβουλιών και ανησυχία για διαφθορά, κακοδιαχείριση, κατάχρηση κρατικών πόρων ή απασχόληση στο δημόσιο για ιδιωτικούς σκοπούς. Συνεπώς, η κυβέρνηση εστιάζει περισσότερο στη συμμόρφωση και την «αποτροπή του χειρότερου», παρά στην παροχή υπηρεσιών ή στην ατζέντα θετικών μεταρρυθμίσεων..."

Αναζητώντας μία πολιτική για την παιδεία


Γιώργος Τασιόπουλος

Αν θέταμε το ερώτημα για την εμπιστοσύνη που έχει η ελληνική κοινωνία για το εκπαιδευτικό μας σύστημα, φοβάμαι πως η απάντηση θα ήταν απαξιωτική γι’ αυτό από μαθητές, γονείς, εκπαιδευτικούς, και ίσως και από το ίδιο το ΥΠΕΠΘ. Πολλοί πολίτες ίσως θα αναζητούσαν τις ευθύνες σε ανεπάρκειες ή λανθασμένες επιλογές κάποιων υπουργών που είχαν την ευθύνη της εκπαιδευτικής πολιτικής τα τελευταία χρόνια. Είναι όμως έτσι;
Μετανεωτερικότητα και εκπαίδευση
Θα ήταν λάθος την περίοδο της ύστερης νεωτερικότητας να τίθενται ερωτήματα για την εκπαιδευτική πολιτική στην εκπαίδευση και να μη συνδέονται με τα χαρακτηριστικά της εποχής, να μην εντοπίζονται οι αλλαγές που με άμεσο ή έμμεσο τρόπο συνδέονται με την παγκοσμιοποίηση.
Ζούμε σε μια εποχή που την ονομάζουν «μετανεωτερική» και η παγκο-σμιοποίηση είναι το βασικό χαρακτηριστικό της. Οικονομία και παραγωγή, επικοινωνίες και μεταφορές, πληροφόρηση και γνώση δεν μπορούν παρά να μελετώνται με αυτή την οικουμενική ματιά.
Το εκπαιδευτικό σύστημαστο παρελθόν
Μέχρι τις μέρες μας, οι επικρατούσες κοινωνιολογικές σχολές απέδιδαν στο σχολείο τη «λειτουργία του ως μηχανισμού αναπαραγωγής του κυρίαρχου συστήματος και της διατήρησης της ταξικής ανισότητας» (ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ). Σχεδόν ταυτόσημα, μια άλλη σχολή όριζε ως εγγενές χαρακτηριστικό του σχολικού θεσμού και κατ’ εξοχήν κοινωνική του αποστολή την αναπαραγωγή του κοινωνικού συστήματος (ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΜΟΡΦΩΤΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ - ΜΠΟΥΡΝΤΙΕ/ΠΑΣΕΡΟΝ).

Π. Ήφαιστος, Η Άλωση της Βασιλεύουσας Πόλης


Π. Ήφαιστος, Η Άλωση της Βασιλεύουσας Πόλης


Η άλωση της Βασιλεύουσας Πόλης του Ελληνικού κοσμοσυστήματος της Βυζαντινής Οικουμένης σε πρώτη φάση από τους Σταυροφόρους της Θεοκρατικής Ρώμης το 1204 μ.Χ. και στην συνέχεια στις 29 Μαίου 1453 μ.Χ. είναι μια πολλαπλά σημαντική επέτειος, όχι μόνο για τους Έλληνες. Θα περιοριστούμε σε ανάρτηση δύο βίντεο και μιας σύντομης εισαγωγής. Το πρώτο βίντεο είναι το Ρωσικό ιστορικό ντοκιμαντέρ «Κατάρρευση της αυτοκρατορίας το Βυζαντινό μάθημα» και δεύτερο το «1453, η Άλωση της Πόλης» του National Geographic.

Εξαρχής διατυπώνουμε μια εκτίμηση που δεν είναι μόνο δική μας. Μπορεί το βίντεο του Τύχωνα να προσφέρει μια πολύ ενδιαφέρουσα περιγραφή των σκοπών και της θηριωδίας των κατακτητών της Κωνσταντινούπολης αλλά, κατά κάποιο τρόπο, υιοθετεί την θέση ότι εξελληνίστηκε περιθωριοποιώντας τον Χριστιανισμό και εθνικοποιώντας τη Βασιλεύουσα Πόλη και το κοσμοσύστημά της. Δεν θα ήταν υπερβολικό να πει κανείς πως μια τέτοια ρωσική προσέγγιση, ενδέχεται να έχει σχέση με τη σύγχρονη στρατηγική της Μόσχας. Να υποβάλει δηλαδή τη θέση ότι το Βυζάντιο δεν ήταν κατ’ ανάγκη 

Ελληνικό αλλά πρωτίστως Χριστιανικό. Επομένως οποιοσδήποτε σύγχρονος Χριστιανός, ιδιαίτερα ένα ισχυρό Ορθόδοξο κράτος, το κληρονομεί. Ως προς αυτά, αξίζει να τονιστεί ότι ενώ η ανθρωποκεντρική Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν ένας σημαίνων πνευματικός παράγων του Ελληνικού Βυζαντινού κοσμοσυστήματος, δεν ανέπτυξε θεοκρατικές και δεσποτικές αξιώσεις όπως συνέβη με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Εντολέας του Βασιλέα ήταν η Σύγκλητος των Πόλεων. Όσον αφορά το δεύτερο βίντεο, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι πέραν κάποιων αξιομνημόνευτων ιστορικών πτυχών οι απόψεις εδράζονται στη συμβατική Δυτική θεώρηση.

Εύλογα μπορεί κανείς να διερωτηθεί γιατί το σύγχρονο Ελληνικό κράτος, του οποίου η Κοινωνία είναι ο φορέας των εθνικών πολιτικών παραδόσεων της διαχρονικής Ελληνικότητας και του Ελληνικού Βυζαντινού κοσμοσυστήματος, δεν έχει φροντίσει να πρωτοστατήσει με αναλύσεις συμπεριλαμβανομένων βίντεο στην αποτύπωση αυτών των ιστορικών γεγονότων. Οι λόγοι βέβαια είναι γνωστοί σε όλους και οι τελευταίες συζητήσεις για την Επανάσταση του 1821 αναδεικνύουν τα αίτια.

Νίκος Σβορώνος: ο αντιστασιακός χαρακτήρας του Ελληνισμού

Από Σπύρο Κουτρούλη


Στην  «Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας»[1], ο Νίκος Σβορώνος συνοψίζει όπως αποκαλύπτει και  ο τίτλος του, τα συμπεράσματα που έχουν προκύψει από το σύνολό του έργου του.
Στα προλεγόμενα γράφει πως «ο αντιστασιακός χαρακτήρας διέπει την νεοελληνική ιστορία»[2]. Η πρόταση αυτή ονοματίζει το σύνολο του έργου του Ν.Σβορώνου, καθώς εύστοχα θεωρήθηκε ως το σήμα που αποτυπώνει την βασική κατεύθυνση της σκέψης του. Βέβαια κάτω από τον όρο «αντιστασιακός» στεγάζονται ένας πλήθος πράξεων και νοοτροπιών που αποσκοπούν στην επιβίωση και στην αδιάκοπη παρουσία του ελληνισμού  καθώς έρχεται σε σύγκρουση με πολλαπλές και υπέρτερες δυνάμεις.
Από αυτή την οπτική  «η αντιστασιακή αυτή διαδικασία, με την πιο πλατιά σημασία του όρου, που περιέχει κάθε προσπάθεια διαφύλαξης της ιδιαίτερης προσωπικότητας ενός λαού, παίρνει διάφορες μορφές: από την απλή προσαρμογή στις εκάστοτε συνθήκες με προοπτική τη διείσδυση στους πολιτικοκοινωνικούς μηχανισμούς της κατάκτησης και τη μετατροπή τους σε όργανα εθνικής συντήρησης (εκκλησία-Φαναριώτες-κοινότητες-αρματολοί, στην  Τουρκοκρατία) και την ολοένα και περισσότερο ενεργό συμμετοχή στους οικονομικούς μηχανισμούς των κατακτητών και ιδιαίτερα των δυτικών δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Εγγύς Ανατολή, που έδωσε ως το τέλος του ιθ’ αι. τις πραγματικές διαστάσεις του Ελληνισμού, ως τη συνεχή παθητική ή ένοπλη αντίσταση (κλεφτουριά –αλλεπάλληλα  έστω και ξενοκίνητα κινήματα) που κατέληξαν στην εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση του ‘21»[3].   

Συγχρόνως εντοπίζει  «απουσία καθαρών γραμμών στη διάρθρωση των κοινωνικών και πολιτικών δομών»[4] ώστε  να γράφει για «κάποια αστική τάξη», ή «κάποια αστικοποίηση»  ακριβώς γιατί υπάρχει απόσταση με τις αστικές τάξεις της Δυτικής Ευρώπης, ειδικά την βιομηχανική αστική τάξη. Ο λόγος είναι ότι οι ιδιαίτερες ιστορικές συνθήκες της βυζαντινής και κατόπιν της οθωμανικής αυτοκρατορίας δεν επέτρεψαν την εξέλιξη της προκαπιταλιστικής εμπορικής – βιοτεχνικής τάξης σε αστική τάξη.

Ο Ν.Σβορώνος συμπεραίνει ότι ο Ελληνισμός από το δεύτερο μισό του ια΄ μένει το μόνο συστατικό στοιχείο της βυζαντινής αυτοκρατορίας  οπότε «αρχίζει να παίρνει βαθύτερη συνείδηση του εαυτού του σαν ιδιαίτερης πολιτικής και πολιτισμικής και πολιτικής οντότητας , ξαναπαίρνει το δρόμο, απ’ τον οποίο επί αιώνες είχε απομακρυνθεί προς τις ιστορικές του πηγές. Το κλασσικό ελληνικό πνεύμα και πολιτισμός αρχίζουν να γίνονται για τη διανόηση σταθερά σημεία αναφοράς και αναγνωρίζονται σαν εθνική κληρονομιά και το όνομα «Έλλην», που είχε καταλήξει να σημαίνει επί αιώνες τον ειδωλολάτρη ή το μη χριστιανό, αρχίζει να ξαναπαίρνει το διπλό του πολιτισμικό και εθνολογικό περιεχόμενο: μέθεξη στην ελληνική παιδεία και ελληνική καταγωγή»[5]. Στους Παλαιολόγους  η ελληνική διανόηση απομακρύνεται από την ρωμαϊκή ιδέα  και αγκαλιάζει την ελληνική παράδοση. Ο Πλήθων Γεμιστός  είναι ένα παράδειγμα, αλλά ο μαθητής Χαλκοκονδύλης «διατυπώνει με ενάργεια την ιδέα της αδιάκοπής συνέχειας του Ελληνισμού  από τους μυθικούς χρόνους ως την εποχή του» ενώ «προφητεύει την ανάσταση ενός ελληνικού κράτους που θα δοξάσει και πάλι τον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική γλώσσα»[6].
Βέβαια μετά την τουρκική κατάκτηση «το όνειρο της εθνικής παλιγγενεσίας παίρνει το περιεχόμενο της ανάστασης μιας εξελληνισμένης βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η θέση και η στάση της εκκλησίας στους πρώτους αιώνες της άλωσης, που αντικαθιστά στη συνείδηση των Ελλήνων τη χαμένη αυτοκρατορία και γίνεται το πολιτικό όργανο της συνοχής του υπόδουλου Ελληνισμού, παρέχει κάποια πραγματική βάση στο νοσταλγικό αυτό όνειρο. Το χριστιανικό στοιχείο, ή ακριβέστερα η ιδέα της ορθοδοξίας , που ήταν πάντα κυριαρχικό στη βυζαντινή ιδεολογία, συνδέεται τώρα άρρηκτα με την ιδέα του γένους. Η εθνική ιδέα βρίσκεται περισσότερο παρά ποτέ συνδεμένη με τη χριστιανική ορθοδοξία και διαμέσου της εκκλησίας με το όνειρο μιας εξελληνισμένης αυτοκρατορίας»[7].
Σύμφωνα με τον Ν.Σβορώνο στο πρόσωπο του Γεννάδιου του πρώτου πατριάρχη μετά την Άλωση συνοψίζονται τρείς ιδέες:  « ιδέα του γένους των Ελλήνων που η αρχαία πατρίδα του είναι η Ελλάδα και η ιδέα της Ελληνικής  αυτοκρατορίας, πατρίδας κοινής  “πάντων των από Χριστού καλουμένων”»[8]. Οι τρείς αυτές ιδέες θα αναδειχθούν στο κοινό θεμέλιο, στο κοινό υπόστρωμα όλων των πνευματικών του αντιπροσώπων  ακόμη και αν προέρχονται από διαφορετικά ιδεολογικά κινήματα. Έτσι η ορθοδοξία και ο μυστικισμός δεν θα εμποδίσουν τον Νικόλαο Καβάσιλα να μελετά την αρχαία φιλοσοφία  και να «θεωρεί τους συμπατριώτες του σαν απογόνους των αρχαίων Ελλήνων»[9], αλλά και «η ελληνολατρεία του Γεμιστού δεν τον εμπόδισε να εμφανιστεί στη σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας σαν ένας από τους διαπρεπέστερους υπερασπιστές της Ορθοδοξίας»[10].
Το αντιστασιακό πνεύμα του ελληνισμού ενσαρκώνεται στο Δεσποτάτο της Ηπείρου και του Μορέως , στην αντίσταση στην φραγκική  και τουρκική κατάκτηση, στην προσπάθεια να επιβιώσει και να διακριθεί στην Δύση. Όμως «ο ις’ και ιζ’ αι. στάθηκαν στο σύνολό τους κρίσιμη εποχή για τους Έλληνες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι συνεχείς πόλεμοι που τους ακολουθούσαν σφαγές, εξισλαμισμοί, εξανδραποδισμοί και μαζικές μεταναστεύσεις στην Ιταλία, ελάττωσαν στο έπακρο τον ελληνικό πληθυσμό. Ένα μέρος των ακτών και πολλά νησιά ερημώθηκαν τελείως»[11].
Από το έρεβος αυτό αναδείχθηκε όμως ο κοινοτικός συνεργατισμός (μαστιχοχώρια Χίου, χωριά αργυρωρυχείων Χαλκιδικής, χωριά Πηλίου) όπου «οι πρόκριτοι (προεστοί, πρωτόγεροι, γέροντες, άρχοντες, κλπ) αυτών των κοινοτήτων, εκλεγμένοι ή διορισμένοι σύμφωνα με ένα σύστημα δημοκρατικό, περισσότερο ή λιγότερο τιμοκρατικό ή αριστοκρατικό, ανάλογα με τις περιοχές, ασκούσαν όλα τα καθήκοντα μιας κοινοτικής διοίκησης, διενεργούσαν την κατανομή των φόρων και, σε συνεργασία με τις εκκλησιαστικές αρχές, ασκούσαν επίσης λειτουργίες αιρετοκριτών, παρεμβαλλόμενοι έτσι ανάμεσα στους Έλληνες υπηκόους και στις τουρκικές αρχές»[12].  Πιο συγκεκριμένα καταλήγει «η βιοτεχνία τείνει να αποσπασθεί απ’ την οικιακή οικονομία, δημιουργούνται βιοτεχνικές και εμπορικές συντροφίες, αληθινές μετοχικές εταιρείες, που ανάμεσα στις πρώτες στην  Ευρωπαϊκή Οικονομία εφαρμόζουν την αρχή της συνεργασίας του κεφαλαίου και της εργασίας για ν’ αντιμετωπίσουν την έλλειψη μεγάλων κεφαλαίων (συντροφίες ναυσιπλοϊας των νησιών του Αιγαίου) και δημιουργούν συνεργατικές μορφές, όπως εμφανίζονται στις συντροφίες των Μαδεμοχωρίων και των Αμπελακίων, που προκάλεσαν το θαυμασμό των συγχρόνων»[13].
Ο Σβορώνος επανέρχεται στην σημασία του κοινοτικού συνεργατισμού που η σημασία του ανέρχεται παράλληλα με την άνοδο «κάποιας αστικής τάξης», γράφει λοιπόν: «οι επικεφαλής των επαγγελματικών συντεχνιών στην Κωνσταντινούπολη παίρνουν μέρος  απ’ τα μέσα του ιη’ αι. στην εκλογή του Πατριάρχη και στη διοίκηση της Εκκλησίας. Σε ορισμένες περιοχές ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα, οι συντεχνίες μαζί με την Εκκλησία έχουν στα χέρια τους τη διοίκηση των κοινοτήτων. Οι κοινότητες,  προπάντων  στα εμπορικά και βιοτεχνικά κέντρα, σημειώνουν μεγαλύτερη εξάπλωση και τελειοποιούν τις μορφές διοίκησης τους. Τα καταστατικά των κοινοτήτων των νησιών του Αιγαίου Ύδρας, Σπετσών, Ψαρών, Χίου, Μυκόνου και άλλων, μαρτυρούν ήδη υψηλό βαθμό αυτοδιοίκησης, μ’ ένα σώμα λειτουργών αρκετά διαφοροποιημένο και με αντιπροσώπους στην κεντρική κυβέρνηση. Στο ιη’ αι. φτάνει στην ακμή της η «ομοσπονδιακή» συγκέντρωση, ανώτερη μορφή αυτοδιοίκησης. Εκτός απ’ την ομοσπονδία  δώδεκα πολισμάτων στη Χαλκιδική, τα καλούμενα Μαδεμοχώρια, στην οποία υπάγονταν 300 χωριά, απ’ την ομοσπονδία των  Χασιών στην ίδια περιοχή, των ηπειρωτικών χωριών στο Ζαγόρι , των χωριών στο Πήλιο και των Αμπελακιών, το κοινοτικό «ομοσπονδιακό» σύστημα της Πελοποννήσου, οργανωμένο  οριστικά μετά το 1715, παρουσιάζει τις πιο τέλειες μορφές»[14].
      
Κεντρικό και κρίσιμο ρόλο στην αντίσταση του ελληνισμού έπαιξε η εκκλησία που παραμένει  σε «όλη την περίοδο απ’ το ιε’ ως το τέλος του ιζ’ αι., η κατευθυντήρια δύναμη του Έθνους. Επικεφαλής της εθνικής αντίστασης σ’ όλες τις μορφές της, εργαζόμενη για το σταμάτημα των εξισλαμισμών, συμμετέχοντας σ’ όλες τις εξεγέρσεις ακόμα και διευθύνοντάς τες (έχει να δείξει μεγάλο αριθμό νεομαρτύρων, που είναι σύγχρονα και ήρωες της χριστιανικής πίστης και της εθνικής αντίστασης), ρυθμίζει επίσης την πνευματική ζώη»[15].  
Ο Ν.Σβορώνος αποτιμά την σημασία της λόγιας και λαϊκής παράδοσης: « ενώ η λόγια παράδοση ασχολείται με την εθνική πραγματικότητα, η λαϊκή υψώνεται απ’ την ανώνυμη δημιουργία  στην προσωπική. Η ανώνυμη λαϊκή δημιουργία, που ενώνει σε μια ζωντανή σύνθεση στοιχεία απ’ όλες τις εποχές της τρισχιλιόχρονης ιστορίας του Ελληνισμού και εκφράζει καθαρά τη συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού, βρίσκει εκτός  απ’ τα σταθερά θέματα της ανθρώπινης ζωής νέα ποιητικά θέματα συνδεμένα με όσα γεγονότα πήραν εξαιρετική σημασία στην εθνική ζωή, όπως η τύχη των Ελλήνων στο εξωτερικό (ξενιτιά), η δουλεία, οι αρματολοί, οι κλέφτες, η εθνική αντίσταση. Οι λαϊκοί θρήνοι για τις κατακτημένες απ’ τους Τούρκους πόλεις ανάμεσα στο ιγ’ και το ιε’ κατέχουν εδώ ιδιαίτερη θέση. Αποτελούν  τα πρότυπα που θα μιμηθούν οι πρώτες λαϊκής έμπνευσης προσωπικές πραγματοποιήσεις, δηλαδή οι θρήνοι για την άλωση της Κωνσταντινούπολης και οι έμμετρες ιστορικές αφηγήσεις. Παράλληλα, άλλα χρονικά σε πεζό λόγο και λαϊκή γλώσσα θα συνεχίσουν τη λαϊκή βυζαντινή παράδοση»[16].  
Διόλου αρνητικά δεν αντιμετωπίζει το διανοητικό εγχείρημα του Σ.Ζαμπέλιου και του Κ.Παπαρρηγόπουλου: «κοινό φαινόμενο σ’ όλα τα νέα έθνη, η «Μεγάλη Ιδέα» αναζητά το στήριγμά της στην ιστορία. Ο Σπ. Ζαμπέλιος υπερασπίζεται τη συνέχεια του Ελληνισμού και αποκαθιστά το Βυζάντιο, το περιφρονημένο απ’ τους θαυμαστές της αρχαιότητας, ενώ ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, στο κλασσικό του έργο «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς» (1860-1874), δίνει την τελειότερη μορφή στην ιδέα της συνέχειας, προσπαθώντας να διαγράψει την ενότητα του Ελληνισμού μέσα στους αιώνες. Η μονόπλευρη σύλληψη αυτού του έργου δεν αφαιρεί τίποτε απ’ τη γονιμότητα της ιδέας που για την εποχή αποτελεί πρόοδο. Σε τελευταία ανάλυση, πρόκειται για μια αντίδραση εναντίον της αποκλειστικής λατρείας της Αρχαιότητας, εφόσον συνεπάγεται την προσήλωση σ’ όλες τις ιστορικές περιόδους του ελληνικού λαού. Άλλωστε, αυτή η ιδέα θα υποβάλει τη μελέτη της σύγχρονης ζωής του λαού, των εθίμων του, της λογοτεχνίας του»[17].
Η αδιάκοπη παρουσία της ελληνικής γλώσσας αλλά και όλα τα στοιχεία που ήδη μνημονεύθηκαν οδηγεί τον Ν.Σβορώνο στο τελικό του συμπέρασμα: «το βαθύτερο νόημα της νεοελληνικής ιστορίας μπορεί να συνοψισθεί στα παρακάτω: είναι η ιστορία των επίπονων προσπαθειών ενός αρχαίου λαού να συγκροτηθεί σε σύγχρονο έθνος, να συνειδητοποιήσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του και να εξασφαλίσει τη θέση του ως καθορισμένη οντότητα μέσα στο σύνολο του σύγχρονου κόσμου. Αυτό το ιστορικό  φαινόμενο, παρ’ όλο που δεν περιορίζεται στον ελληνικό λαό –κι άλλοι εξίσου αρχαίοι λαοί επιχείρησαν και επιχειρούν την ίδια προσπάθεια- παρουσιάζει, στην ελληνική περίπτωση, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη γενική ιστορία. Πρόκειται για ένα λαό που ο τρόπος ζωής και της σκέψης του τον συνδέει, τόσο χάρη στην ίδια του τη βούληση όσο και χάρη σε αντικειμενικούς δεσμούς , με την παράδοση που αποτελεί τις βάσεις του  ευρωπαϊκού πολιτισμού»[18].  
Ο Ν.Σβορώνος συνεπώς τον αντιστασιακό χαρακτήρα της ελληνικής ιστορίας  τον συνδύασε με την ανάδειξη της συνεχούς (τρισχιλιόχρονη αναφέρει σε ένα σημείο) παρουσίας του ελληνισμού στον κόσμο, τον θεμελιώδη ρόλο της ορθόδοξης εκκλησίας στην διατήρηση της ελληνικής ιδιοπροσωπίας, αλλά και στην θετική αποτίμηση των εγχειρημάτων κοινοτισμού και κοινοτικού συνεργατισμού που ανέπτυξε  το τουρκοκρατούμενο γένος.


[1] Ν.Σβορώνος, Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1994,ιγ’ έκδοση Αθήνα 2007.
[2] Ό.π. σελ.12.
[3] Ό.π. σελ.13.
[4] Ό.π.σελ.13.
[5] Ό.π.σελ.20.
[6] Ό.π.σελ.21.
[7] Ό.π.σελ.22.
[8] Ό.π.σελ.22.
[9] Ό.π. σελ.22.
[10] Ό.π. σελ.22,23.
[11] Ό.π σελ.43.
[12] Ό.π.σελ.47.
[13] Ό.π.σελ.53.
[14] Ό.π. σελ.54.
[15] Ό.π.σελ.49.
[16] Ό.π.σελ.51.
[17] Ό.π.σελ.93.
[18] Ό.π.σελ.155.

 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Επιστολή του Θέμου Στοφορόπουλου στον Διευθυντή της Καθημερινής



Το Νταβός, το κείμενο, ο «συντάκτης»


Κύριε διευθυντά

Τον Φεβρουάριο του 1988 ανακοινώθηκε, στο Νταβός, συμφωνία Παπανδρέου – Οζάλ, που προκάλεσε και τις παραιτήσεις, από τη διπλωματική υπηρεσία, των αειμνήστων πρέσβεων Δημήτρη Σέρμπου και Μιχάλη Δούντα, καθώς και τη δική μου, χωρίς μεταξύ μας προσυνεννόηση. Επί χρόνια δεν γνωρίζαμε ποιος είχε γράψει τη συμφωνία εκείνη. Τώρα, στο βιβλίο σας «Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης με τα δικά του λόγια», τόμος Β΄, σελ. 210, διαβάζουμε: «Εγώ [ο Μητσοτάκης] ρώτησα τον Γιλμάζ ποιος έγραψε αυτό το κείμενο και μου είπε: “Εγώ [ο Γιλμάζ] το έγραψα. Αλλά αφού αυτοί το δεχτήκανε, τι θες να κάνω εγώ; Να μην το δεχθώ; Αφού τους το ’δωσα και το δεχτήκανε”».

Αισθάνομαι ότι μιλώ και εκ μέρους των πρέσβεων Δούντα και Σέρμπου, εκφράζοντάς σας θερμότατες ευχαριστίες.

Θεμος Χ. Στοφοροπουλος, Πρώην πρεσβευτής

28 Μαΐου 2020

Το 1821 από την οθωμανική σκοπιά: Mια διαφωτιστική συζήτηση


Πηγή: m.lifo.gr

Οι «Οθωμανικές αφηγήσεις για την Ελληνική Επανάσταση» των Σοφίας Λαΐου και Μαρίνου Σαρηγιάννη φωτίζουν μια άγνωστη στο ευρύ κοινό πλευρά των γεγονότων. Μιλήσαμε μαζί τους.

Διακόσια σχεδόν χρόνια μετά τον ξεσηκωμό του ’21 που οδήγησε στη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους και σήμανε την αρχή του τέλους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η σχετική εγχώρια βιβλιογραφία είναι τεράστια έχοντας καλύψει εξαντλητικά το θέμα από διάφορες πλευρές κι από πολλές διαφορετικές σκοπιές. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και για ό,τι αφορά την οπτική της άλλης πλευράς, των Οθωμανών δηλαδή, η κάλυψη της οποίας σίγουρα βοηθά σε μια σφαιρικότερη αντίληψη των γεγονότων.

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι οι Οθωμανοί αφενός άργησαν να αντιληφθούν τον ιδιαίτερο, εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα της Ελληνικής Επανάστασης σε σχέση με άλλες εξεγέρσεις που σημειώνονταν κατά καιρούς εντός της αυτοκρατορίας –ήταν εξάλλου αρχικά πεπεισμένοι πως οι στασιαστές ήταν έξωθεν υποκινούμενοι–, αφετέρου δεν απέκτησε ποτέ για εκείνους τη σημασία που είχε για τους επαναστατημένους «ραγιάδες». Παρά ταύτα, και προσπάθειες ερμηνείας της υπήρξαν και αντίκτυπο είχε στην ίδια την αυτοσυνειδησία των Οθωμανών, ενώ έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης τόσο άλλων βαλκανικών λαών όσο και των Τούρκων καθαυτών. Το αυξημένο ενδιαφέρον που δείχνουν κάποιοι νεότεροι Έλληνες και Τούρκοι ιστορικοί και η μεγαλύτερη ευκολία πρόσβασης στα οθωμανικά αρχεία (παρά τη δυσκολίες που παρουσιάζει η γλώσσα) έχουν τα τελευταία χρόνια ρίξει περισσότερο φως σε αυτή την σκοπιά.


Στα πλαίσια αυτά και με αφορμή την πρόσφατη έκδοση της μελέτης «Οθωμανικές αφηγήσεις για την Ελληνική Επανάσταση» από το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, ζητήσαμε από τους δύο συγγραφείς του, τη Σοφία Λαΐου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Οθωμανικής ιστορίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, και τον Μαρίνο Σαρηγιάννη, ερευνητή στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών του ΙΤΕ να μας κατατοπίσουν σχετικά.


Για τη σύγχρονη τουρκική ιστοριογραφία, το ’21 οπωσδήποτε δεν αποτελεί ερευνητική προτεραιότητα. Υπάρχει, όπως είναι φυσικό, ένας αριθμός μελετών που προσεγγίζουν τα γεγονότα με μια εθνικιστική προσέγγιση και από τη σκοπιά του οθωμανικού κράτους, συνήθως μιλώντας με όρους θρησκευτικού μίσους (των χριστιανών έναντι των μουσουλμάνων) και εστιάζοντας στις σφαγές που παρατηρήθηκαν. Υπάρχει, από την άλλη, ένας περιορισμένος αλλά σημαντικός πυρήνας σοβαρών ιστορικών που ασχολούνται με την Επανάσταση οι οποίοι εστιάζουν περισσότερο στην πρόσληψη των γεγονότων από την οθωμανική τάξη.

— Αν και η εγχώρια βιβλιογραφία για την ελληνική επανάσταση είναι αρκετά πλούσια, νομίζω ότι ελάχιστα πράγματα έχουν γραφτεί ως τώρα για το πώς εκτιμήθηκε από τους Οθωμανούς της εποχής. Υπήρχε έλλειψη ενδιαφέροντος ή πηγών;

Θέμος Στοφορόπουλος: Η Κύπρος σε συζήτηση για λύση αλά Τούρκα


πρώτη δημοσίευση 07.01.2017

Όποια οπτική κι αν έχει κανείς για λύση στη Κύπρο, προσπερνώντας τα εγκλήματα εισβολής, κατοχής και εποικισμού από την Τουρκία, μετέχοντας ιδίως αυτή τη περίοδο σε συζητήσεις για ένα σχέδιο κρατικής οντότητας που όμοιο της δεν υπάρχει στο πλανήτη, δεν συζητά τίποτα λιγότερο από μία λύση «αλά Τούρκα» είπε στον 9,84 ο πρέσβης ε.τ.  Θέμος Στοφορόπουλος, που διατέλεσε στο παρελθόν και πρεσβευτής της Ελλάδας στη Κύπρο. Ο ίδιος εξήγησε τα μεγάλα γεωπολιτικά παιχνίδια στη περιοχή μας και ειδικά για την Κύπρο τα συνέδεσε ευθέως και με την υπόθεση των υδρογονανθράκων.

O Ρένος Αποστολίδης με το Θέμο Στοφορόπουλο συζητούν για την ποίηση και για τον Γ. Σεφέρη

ΕΦΥΓΕ Ο ΠΡΕΣΒΥΣ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ ΘΕΜΟΣ ΣΤΟΦΟΡΟΠΟΥΛΟΣ-ΤΟΝ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΟΥΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ, ΚΚΕ, ΛΑΖΑΡΟΣ ΜΑΥΡΟΣ

Ο κ. Στοφορόπουλος είναι ένας από τους ελάχιστους «μεγάλους διπλωμάτες» των δεκαετιών μετά τη μεταπολίτευση, που άφησε εποχή στο ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, διαχρονικά μαχητικός στην υπεράσπιση των ελληνικών θέσεων, δεν δίστασε να παραιτηθεί επί πρωθυπουργίας Ανδρέα Παπανδρέου, λόγω της «ελληνοτουρκικής προσέγγισης» στο Νταβός. 


Αιωνία του η μνήμη!




Του Λάζαρου Μαύρου από την Σημερινή

Την Τετάρτη 27.5.2020 στις 10 π.μ. πέθανε στο σπίτι του στην Αθήνα, νικημένος απ’ τον καρκίνο, ο ΠΡΕΣΒΥΣ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ όπως τον χαρακτήρισαν από το 1988 οι Κύπριοι, Ευθύμιος Στοφορόπουλος, 80 χρόνων.
Υπηρετούσε ως πρέσβυς της Ελλάδας στην Κύπρο, όταν το 1988, εκδηλώνοντας την σφοδρή διαφωνία του με την τότε στροφή του πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου στα ελλαδο-τουρκικά και την συμφωνία του “Νταβός-1” με τον Τούρκο πρωθυπουργό Τουργκούτ Οζάλ, ο Θέμος Στοφορόπουλος υπέβαλε την παραίτησή του και έφυγε από την Κύπρο.


Σε όλη την μετέπειτα πορεία του παρέμεινε, ακέραιος, πάντα υψηλόφρων, ευγενέστατος, ανιδιοτελής μαχητής υπέρ των δικαίων της Κύπρου και της Ελλάδος απέναντι στον επεκτατισμό της Τουρκίας και τον ιμπεριαλισμό.
Στην φωτογραφία το πρωτοσέλιδο της τότε εβδομαδιαίας εφημερίδος ΕΠΙΚΑΙΡΗ της Λευκωσίας 25ης Μαρτίου 1988 η οποία πρώτη είχε αποκαλύψει την απόφαση Στοφορόπουλου να παραιτηθεί.
Στην σύζυγό του Βαρβάρα και στους δύο υιούς τους, Τάσο και Χρήστο, απευθύνουμε θλιβόμενοι τα συλλυπητήριά μας.

Κίνημα της Χ.Δ:  

Ήταν Χριστιανός της άκρας συνέπειας και πραγματικός πατριώτης,  συνδρομητής της «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ» και φίλος του Κινήματος της Χ.Δ.. 

+Θέμος Στοφορόπουλος

Με αφορμή την εκδημία του πρέσβυ επί τιμή Θέμου Στοφορόπουλου, το Κίνημα της Χ.Δ. εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση:  

Θέμος Χ. Στοφορόπουλος: Από τους ξένους Κύκλωπες στους ντόπιους Λαιστρυγόνες

2013
Έφυγε από τη ζωή ο Πρέσβης επί τιμή, Θέμος Στοφορόπουλος : Ανιχνεύσεις
Συνέντευξη στον Μιχάλη Σιάχο. Μια από τις βασικές συνιστώσες όλης της περιόδου της μεταπολίτευσης (αλλά και προϋπόθεση για να αναλάβει ο Καραμανλής την πρωθυπουργία στην Ελλάδα το 1974) θεωρεί την εγκατάλειψη της Κύπρου ο Θέμος Στοφορόπουλος.
Συνταξιούχος πρεσβευτής σήμερα ο κ. Στοφορόπουλος διετέλεσε Πρέσβης της Ελλάδας στην Κύπρο κατά την περίοδο 1986-1988. Είναι συνεπώς σε θέση να γνωρίζει πολύ καλά τα ζητήματα που άπτονται του Κυπριακού, όχι μόνο στην ιστορική του διάσταση, αλλά και ως στοιχεία μιας πορείας που φτάνει μέχρι σήμερα. Στη συνέντευξη που παραχώρησε στον Δρόμο, σημειώνει «την όλο και μεγαλύτερη αποδυνάμωση των δύο αυτών κρατικών οντοτήτων (σ.σ. Ελλάδας και Κύπρου) μέχρι κατάλυσης όχι μόνον της πολιτικής τους κυριαρχίας, αλλά πλέον και της νομικής».
Από την Κύπρο ήρθε ένα ακόμη μεγάλο «όχι» μετά από εκείνο που απέρριψε το Σχέδιο Ανάν. Σε παλαιότερη τοποθέτησή σας είχατε πει ότι η Κύπρος εξακολουθεί να βρίσκεται μεταξύ της Σκύλλας -κάποιας παραλλαγής του Σχεδίου Ανάν (κάθε τέτοια παραλλαγή δεν μπορεί παρά να είναι ολέθρια)- και της Χάρυβδης -της διχοτόμησης. Μετά τις τελευταίες εξελίξεις η Σκύλλα και η Χάρυβδη πλαισιώνονται και από Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες;

Και τα δύο «όχι» ειπώθηκαν γιατί ο λαός πίεζε τις αστικές ιθύνουσες τάξεις. Γι’ αυτό οι πολιτικοί ηγέτες, εκφραστές των αρχουσών τάξεων, επανήλθαν αμέσως στη γραμμή της συμμόρφωσης προς τις επιταγές του Ιμπεριαλισμού.

Η διαφορά είναι ότι ο Αναστασιάδης δεν έσωσε την Κύπρο από το Μνημόνιο, ενώ ο Τάσσος Παπαδόπουλος, με τη βοήθεια, κυρίως, του ΚΚΕ, γλίτωσε την Κύπρο από το Σχέδιο Χάνυ («Ανάν»), πράξη θάρρους που ασφαλώς η Ιστορία θα του πιστώσει. Είναι όμως (και) ο Τάσσος που συνέβαλε στο να φθάσει η Κύπρος μέχρι το Σχέδιο, ενώ στη συνέχεια δεν την απομάκρυνε από την προοπτική ενός παρόμοιου.

Η απόρριψη του Σχεδίου «Ανάν» από τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων Κυπρίων (αλλά και από τους περισσότερους Κύπριους γενικά, ακόμα πιο πολλούς αν, όπως πρέπει, εξαιρεθούν οι έποικοι) αποτελούσε θαυμάσια ευκαιρία για να επανατοποθετηθεί το Κυπριακό στην πραγματική του βάση, ως ζήτημα εισβολής, κατοχής, εθνοκάθαρσης και εποικισμού, για να αρχίσει μακρόπνοος διπλωματικός αγώνας απελευθέρωσης της Κύπρου από τον «Αττίλα», από την παράνομη δημογραφική αλλοίωση (με εξαιρέσεις για ανθρωπιστικούς λόγους), από τις βάσεις και τα άλλα, όχι λιγότερο σημαντικά, στρατιωτικής φύσης δικαιώματα της Βρετανίας, αλλά και από τα επεμβατικά «δικαιώματα» (τις «εγγυήσεις») Τουρκίας και Βρετανίας (με τα ελλαδικά ως άλλοθι αυτών), καθώς και από τα «δικαιώματα» μη κυπριακής στρατιωτικής παρουσίας στο νησί (ΤΟΥΡΔΥΚ, με την ΕΛΔΥΚ πάλι ως άλλοθι). Οι δυσκολίες μιας τέτοιας προσπάθειας είναι φανερές. Θα εντασσόταν, όμως, σε έναν γενικότερο αντιιμπεριαλιστικό αγώνα Ελλάδας και Κύπρου (θα γινόταν προσπάθεια να μετάσχουν και οι Τουρκοκύπριοι) που θα άνοιγε το μέλλον. Προϋπόθεση, βέβαια, η ύπαρξη λαϊκών δυνάμεων στην εξουσία, σε Λευκωσία και Αθήνα, ιδεωδώς και στην Άγκυρα.