
Μέρος Β΄: Αλτουσέρ και Έλληνες διανοούμενοι
Τι είναι όμως εκείνο που νομιμοποιεί την απαίτηση της ηγεμονίας των διανοουμένων επί του προλεταριάτου αν όχι το γεγονός ότι αποτελούν τον εκπρόσωπο και τον φορέα της «φιλοσοφίας» και των «αντικειμενικών νόμων της ιστορικής κίνησης», απέναντι σε ένα προλεταριάτο που, στην καλύτερη περίπτωση –σύμφωνα με τον Λένιν του Τι να κάνουμε–, δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια ενός αυθόρμητου συνδικαλισμού;
Η πλέον πρόσφατη «φιλοσοφική» εκδοχή αυτής της απαίτησης υπήρξε ο αλτουσεριανός μαρξισμός, δηλαδή μια εκδοχή μαρξισμού προσαρμοσμένη στις ανάγκες μιας θεωρίας που δεν κυριαρχεί πλέον στο εργατικό κίνημα αλλά στα… Πανεπιστήμια. Γι’ αυτό και το πρόταγμα της «μαρξιστικής επιστήμης» θα πάψει να έχει ως σημείο αναφοράς τον Ιστορικό και Διαλεκτικό υλισμό του Ιωσήφ Στάλιν και θα αναφέρεται –τουλάχιστον στα ελληνικά Πανεπιστήμια– στο Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο του Λουί Αλτουσέρ.
Ο Λουί Αλτουσέρ, στα κείμενά του της δεκαετίας του 1960, χαρακτηρίζει ως «ιδεολογία», δηλαδή «ψευδή συνείδηση» και στρεβλή αναπαράσταση, όλες τις κοινωνικές, φιλοσοφικές, και λοιπές αντιλήψεις των ανθρώπων, εκτός από τον «επιστημονικό» μαρξισμό ο οποίος, και μόνον αυτός, συγκροτεί μία νέα «επιστήμη», την «επιστήμη της ιστορίας» και όχι πλέον κάποια ιδεολογία… [ ]
Μια ιδεολογική αναπαράσταση, ο αλτουσεριανός μαρξισμός, αυτοανακηρύσσεται σε φυσική επιστήμη και υποκαθιστά το αλάθητο των παλαιών θρησκειών. Στην πραγματικότητα, όλες οι κοσμοαντιλήψεις και κοσμοθεωρίες είναι ταυτόχρονα «επιστημονικές» –διότι εμπεριέχουν αληθινά στοιχεία, έστω και τα ελάχιστα– και κατ’ ανάγκην «ιδεολογικές», διότι δεν μπορεί να υπάρξει ανθρώπινη απόφανση η οποία να μη χρωματίζεται από την οπτική ή τα ιστορικά όρια αυτού που την εκφέρει. περιέχουν δηλαδή μεγαλύτερο ή μικρότερο μέρος αλήθειας και ψεύδους. Ακόμα και αν δεχθούμε ότι ο μαρξισμός υπήρξε, για κάποια ιστορική στιγμή, πλησιέστερα στην «επιστημονική» αλήθεια, δεν έπαυε ταυτόχρονα να αποτελεί μια ιδεολογία. Πρόκειται για μια πανθομολογούμενη κοινοτοπία, ωστόσο, σύμφωνα με τον Αλτουσέρ της δεκαετίας του 1960 και τους σημερινούς Έλληνες μαθητές του, κάτι τέτοιο ισχύει για όλες τις προηγούμενες φιλοσοφίες εκτός από τον μαρξισμό, που μόνος αυτός συνιστά την «καθαρή επιστήμη»:
Ολόκληρη η ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας δεν κυριαρχείται από το «πρόβλημα της γνώσης» αλλά από την ιδεολογική λύση, δηλαδή τη λύση που προκαταβολικά επιβάλλουν πρακτικά, ηθικά και πολιτικά «συμφέροντα», ξένα προς την πραγματικότητα της γνώσης (7).
Όλοι λοιπόν οι φιλόσοφοι επηρεάζονταν από την «ιδεολογία» τους εκτός από τους «μαρξιστές-επιστήμονες», για τους οποίους η «ιδεολογία αποτελεί την προϊστορία μιας επιστήμης» (8) και μόνο. Οι τελευταίοι μάλιστα δεν έχουν ανάγκη από το κριτήριο της πρακτικής, διότι η «Μαρξιστική Επιστήμη» έχει κατασκευάσει μια δική της πρακτική, τη «θεωρητική πρακτική», στο εσωτερικό της οποίας κρίνεται η επιστημονικότητα και όχι σύμφωνα με την αντιστοιχία της προς τη χυδαία πραγματικότητα:
Γιατί η θεωρητική πρακτική είναι η ίδια κριτήριο του εαυτού της, περικλείει τους απαιτούμενους τίτλους εγκυρότητας της ποιότητας του προϊόντος του[ ]. Η θεωρία του Μαρξ μπόρεσε να εφαρμοστεί με επιτυχία επειδή ήταν «αληθινή». Δεν είναι αληθινή επειδή εφαρμόστηκε με επιτυχία[ ]. Τους τίτλους γνώσης δεν τους δίνει στη γνώση που παρήγαγε ο Μαρξ η κατοπινή ιστορική πρακτική: το κριτήριο της αλήθειας των γνώσεων που παρήγαγε η θεωρητική πρακτική του Μαρξ το παρέχει η ίδια η θεωρητική του πρακτική, δηλαδή η αποδεικτική αξία, οι επιστημονικοί τίτλοι των μορφών που εξασφάλισαν την παραγωγή αυτών των γνώσεων (9).
















Με αφορμή την κρίση της επιδημίας γίναμε μάρτυρες της προσπάθειας κάποιων «γνωστών» θεολογικών και εκκλησιαστικών κύκλων για μία νέα μορφή προσέγγισης της Εκκλησίας προς τον κόσμο. Η αιχμή του δόρατος ήταν η αλλαγή του τρόπου της Θείας Μετάληψης, προκειμένου και να γίνει σεβαστή η αρχαία παράδοση και να μη θιγεί η ευαισθησία των κοσμικών χριστιανών.
