Αναφορικά με το μεταναστευτικό, το πολιτικό ζήτημα για την κυβέρνηση εντοπίζεται στις έντονες αντιδράσεις στα νησιά (μεσοπρόθεσμα και στην ηπειρωτική χώρα). Το παράλληλο "αόρατο" πρόβλημα, όμως, εξελίσσεται στις Βρυξέλλες με τα όσα περιέχει το Σύμφωνο Μετανάστευσης και Ασύλου και με την απόρριψη σχεδόν όλων των ελληνικών αιτημάτων.
Πηγές με γνώση του σχεδιασμού πολιτικής και των πρώτων αποφάσεων της Κομισιόν, υπό την πρόεδρο Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, σημειώνουν πως, πέρα από τις διπλωματικές αβρότητες και τα εγκώμια για τη νέα ελληνική νομοθεσία, τα μηνύματα προς την Αθήνα είναι αρνητικά ως προς τα ουσιώδη θέματα. Πρώτα απ’ όλα, στο επίπεδο των υπηρεσιακών παραγόντων, ξεκαθαρίζεται πως δεν πρόκειται να υπάρξει υποχρεωτικός μηχανισμός μετεγκατάστασης στο νέο Σύμφωνο Μετανάστευσης και Ασύλου, όπως δικαίως και διακαώς επιθυμεί η ελληνική κυβέρνηση.
Προστίθεται ότι εκτός ενδεχόμενων μεταβατικών διατάξεων, είναι ανεδαφική η εμμονή στην προώθηση υποχρεωτικού μηχανισμού, επειδή θα παραβίαζε τον πυρήνα της πολιτικής ασφάλειας και δικαιοσύνης των εθνικών κυβερνήσεων, και άλλωστε θα αποτύγχανε στην πράξη. Προς το παρόν, η Κομισιόν δίνει έμφαση αφενός στην ενίσχυση των ελέγχων στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ, αφετέρου στη στενότερη συνεργασία με τρίτες χώρες της Κεντρικής Ασίας και της Βόρειας Αφρικής, από τις οποίες προέρχεται η συντριπτική πλειονότητα των μεταναστών (και όχι προσφύγων).
Και οι δύο άξονες πολιτικής φαινομενικά είναι θετικοί για τα ελληνικά συμφέροντα, καθώς ελπίζεται ότι θα υπάρξουν ταυτόχρονη μείωση των εισόδων και αύξηση των επιστροφών παράνομων μεταναστών. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν επιτρέπεται μεγάλη αισιοδοξία. Η ενίσχυση των εξωτερικών συνόρων θα συνοδεύεται από περισσότερες δεσμεύσεις των χωρών πρώτης υποδοχής, όπως η Ελλάδα. Επίσης, οι επιστροφές, αν και έχουν κάπως αυξηθεί, θα απαιτήσουν μεγάλο χρόνο και δεν θα εξισορροπήσουν τις συνέπειες των μεγάλων εισροών.
Απόρριψη ελληνικών προτάσεων