Του Βασίλη Λαμπόγλου
Πετρούπολη, Αὔγουστος τοῦ 1811.
Ὁ Kόμης Καποδίστριας ἦρθε στὸ σπίτι μας ἐκεῖνο τὸ Σάββατο.
Ἦταν περισσότερο σοβαρὸς ἀπ' ὃ,τι συνήθως καὶ πολὺ λυπημένος.
Τὰ μάτια του, ὅταν μὲ κοίταζε -Θεὲ μου-, ἦταν τόσο θλιμμένα!
Ὅταν τελείωσε τὸ δεῖπνο μου ζήτησε νὰ πᾶμε στὸ δωμάτιο μουσικῆς, ὅπου καὶ τόσες ἄλλες φορὲς μοῦ ζητοῦσε νὰ παίξω στὸ πιάνο τὰ ἀγαπημένα του κομμάτια, κι ἐκεῖνος, βυθισμένος στὴν πολυθρόνα, ἄκουγε σὰν σὲ ἔκσταση.
Κάθισε πρῶτος ἐκεῖνος στὸ πιάνο καὶ ἄρχισε νὰ παίζει ἁπαλὰ ἕνα πολὺ μελαγχολικὸ κομμάτι, ποὺ μοῦ ἦταν ἐντελῶς ἄγνωστο. Τὸν ἄκουγα ἀπορημένη.
Ἡ ψυχὴ μου εἶχε πλημμυρίσει ἀπὸ ἕνα θλιβερὸ προαίσθημα.
Ἤξερα ὅτι οἱ μουσικὲς συνθέσεις ποὺ ἀγαποῦσε δὲν ἦταν χαρούμενες, δὲν εἶχαν στιγμὲς allegro καὶ vivace.
Οὔτε κἂν allegretto.
Ἐκεῖνο ὅμως τὸ Σάββατο ἦταν κάτι τὸ ξεχωριστό.
Σὰν νὰ ἔπαιζε μία ἐντελῶς δικὴ του σύνθεση. Ἕναν μουσικὸ αὐτοσχεδιασμό, ποὺ σκορποῦσε ἐπάνω στὰ πλῆκτρα τὴν μελαγχολία καὶ τὴν θλίψη τῆς δικῆς του καρδιᾶς.
Ὅταν τελείωσε μου παραχώρησε τὴ θέση στὸ πιάνο, χωρὶς νὰ μὲ κοιτάξει.
"Θέλω νὰ μου παίξεις, σὲ παρακαλῶ, τὸ τραγούδι τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ, ἀπὸ τὴν σονάτα τοῦ Μπετόβεν!", μου εἶπε.
Πετάχτηκα ὄρθια ἀπὸ τὴ θέση μου καὶ τὸν ρώτησα ἀνήσυχη:
Πὲς μου, σὲ παρακαλῶ, τὶ σημαίνουν ὅλα αὐτά;
Γιατὶ μου ζητᾶς εἰδικὰ αὐτὸ τὸ κομμάτι, ποὺ δὲν μου τὸ εἶχες ζητήσει ποτέ;
"Ὅταν παίξεις καὶ τὴν τελευταία νότα, τότε θὰ σου ἐξηγήσω" , ἦταν ἡ ἀπάντησή του.
Κάθισα στὸ πιάνο καὶ τὸ ἔπαιξα.
Τὰ δάχτυλά μου ἔτρεμαν.
Ἡ καρδιὰ μου χτυποῦσε ἀπὸ ἀγωνία.
Ἔβαλα ὅμως ὅλες τὶς δυνάμεις μου γιὰ νὰ τὸ ἀποδώσω ὅσο γινόταν πιὸ τέλεια.
Μὲ ἐκεῖνες τὶς λεπτὲς μουσικὲς ἀποχρώσεις τῆς ὕψιστης εὐαισθησίας τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ, ὅπως τὶς ζωγράφισε ὁ Μπετόβεν, μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἐκεῖνος γνώριζε.
Ὅταν τελείωσα, ἔμεινα ἀσυναίσθητα καθισμένη μπροστὰ στὸ πιάνο.
Σηκώθηκε, μὲ ἔπιασε ἁπαλὰ ἀπὸ τὸ χέρι καὶ μὲ ὁδήγησε νὰ καθίσω δίπλα του στὸν καναπέ.
Πέρασαν μερικὰ δευτερόλεπτα ἀπόλυτης σιωπῆς.
Καὶ ἔπειτα ἄρχισε νὰ μιλάει, ἔχοντας καρφωμένη τὴ ματιὰ του σὲ μιὰ ὡραιότατη εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ κρεμόταν στὸν ἀπέναντι τοῖχο.
Δῶρο τοῦ πατέρα μου σὲ κάποια γενέθλιά μου.
"Ρωξάνδρα, ὁ Tσάρος ὑπέγραψε ἐπιτέλους τὸ διάταγμα τοῦ διορισμοῦ μου στὴν πρεσβεία τῆς Βιέννης.
Πολὺ σύντομα θὰ πρέπει νὰ φύγω ἀπὸ τὴν Πετρούπολη.
Σου ἔχω εἰπεῖ πολλὲς φορὲς μὲ πόση ἀγωνία περίμενα νὰ διορισθῶ σὲ μιὰ κεντρικὴ Εὐρωπαϊκὴ χώρα καὶ ὅσο πιὸ νότια γινόταν, γιὰ νὰ ἠμπορῶ νὰ παρακολουθῶ τὴν ἐξέλιξη τῶν γεγονότων στὴν σκλαβωμένη Πατρίδα μας.
Ὁ διορισμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ θὰ ἤθελα.
Εἶναι ὅμως ἕνα πρῶτο βῆμα.
Ἐλπίζω ὅτι ἡ Θεία Πρόνοια θὰ μὲ βοηθήσει νὰ προχωρήσω.
Ἀπὸ τὴν πλευρὰ αὐτὴ εἶμαι ἱκανοποιημένος.
Ὑπάρχει ὅμως καὶ μιὰ ἄλλη πλευρά, ποὺ μὲ γεμίζει μὲ θλίψη καὶ πόνο.
Γιὰ αὐτὸ σου ζήτησα νὰ μου παίξεις τὸ τραγούδι τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ τοῦ Μπετόβεν. Ἦταν τὸ ἀντιφέγγισμα τῆς ψυχῆς μου.
Δὲν γνωρίζω πότε καὶ ποῦ θὰ ξανασυναντηθοῦμε.
Ὁ Θεὸς μονάχα τὸ γνωρίζει.
Ἐγὼ ὅμως πρέπει νὰ ἀκολουθήσω τὴν πορεία τοῦ καθήκοντος.
Τὴν πορεία τοῦ Χρέους ἀπέναντι στὴν Πατρίδα μας, τὴν Ἑλλάδα, ὅπου ἔχω τάξει τὴ ζωὴ μου".
Σώπασε μερικὰ λεπτά.
Σιωπὴ τάφου κρατοῦσα κι ἐγώ.
Μὲ ἔπιασε ἁπαλὰ πάλι ἀπὸ τὸ χέρι καθὼς σηκωνόταν.
"Πᾶμε τώρα στὸ σαλόνι νὰ συναντήσουμε τὴν ἄλλη συντροφιὰ", μου εἶπε.
Τὴν ἄλλη μέρα ἔφυγε.
Τὸν ξαναεῖδα ὅταν, λίγες ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴν ἀναχώρησή του γιὰ τὴν Βιέννη, ἦλθε νὰ μας ἀποχαιρετήσει.
Θεὲ μου!
Γιατὶ δὲν τοῦ εἶπα τότε τίποτα ἀπὸ ὅσα πλημμύριζαν τὴν καρδιὰ μου;
Εἶμαι σίγουρη ὅμως πὼς τὰ μάντεψε.
Ὅπως μάντεψα καὶ ἐγὼ αὐτὰ ποὺ ἤθελε νὰ μου εἰπεῖ καὶ δὲν μου τὰ εἶπε.
Τὰ μάτια του ἦταν τόσο θλιμμένα!
Γιατὶ σωπάσαμε καὶ οἱ δύο μας;
Γιατί, Θεὲ μου;
Ἰωάννης Α. Καποδίστριας - Ρωξάνδρα Σ. Στούρτζα
Μιὰ ἀνεκπλήρωτη ἀγάπη. Ἱστορικὴ Βιογραφία (Ἀπόσπασμα)
ΕΛΕΝΗ Ε. ΚΟΥΚΚΟΥ (2000)
1776 ήταν,10 Φλεβάρη στη Κέρκυρα που ερχόταν στον κόσμο ο γιατρός
που στις επισκέψεις κατ’ οίκον έβαζε διακριτικά κάτω από το μαξιλάρι του ασθενή χρήματα για τα φάρμακα.
Αυτός που έφτιαξε τακτικό στρατό, έθεσε τον στόλο στην δικαιοδοσία της κυβέρνησης, ίδρυσε την Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, οραματίστηκε το Πανεπιστήμιο,κατέστειλε την πειρατεία, ίδρυσε το Εθνικό Νομισματοκοπείο και καθιέρωσε τον φοίνικα ως εθνικό νόμισμα, οργάνωσε την πρώτη στατιστική υπηρεσία που διενήργησε την πρώτη απογραφή, ίδρυσε την εκκλησιαστική σχολή στον Πόρο, το ορφανοτροφείο και το πρώτο αρχαιολογικό μουσείο στην Αίγινα, εφάρμοσε την πρακτική της καραντίνας των κοινοτήτων που πλήττονταν από τις επιδημίες τύφου, ελονοσίας κλπ. και έθεσε σε λειτουργία πάνω από 100 σχολεία με 10.000 μαθητές μέσα σε μόλις τρία χρόνια.
Αυτός που εναντιώθηκε στη 200ετη γάγγραινα του τόπου,τον κοτζαμπασισμό (''στοχασθείτε, δεσπότη μου, ότι αι άθλιαι αυταί οικογένειαι πάσχουσιν εξ αιτίας των κλεπτιστάτων αρχόντων, υπουργών τε και καπιτάνων'') και τουs προκρίτουs,τα τοπικά
συμφέροντα και συγκρούστηκε με τουs Άγγλουs και την αξιούμενη ''κληρονομική μοναρχία'' τουs.
Αυτός που η υπονόμευσή τηs ''Κερκυραικήs κυβέρνησηs του'' απο΄Αγγλογάλλουs, πριμοδοτησε την Υδραίικη ανταρσία και οδηγησε τον Μιαούλη στην ανατιναξη τηs φρεγάταs ΕΛΛΑΣ(τι σημειολογία), στον Πόρο.
Ο μεγάλοs έρωταs τηs Ρωξάναs Στούρτζαs που ο φιλέλληναs Γκαίτε στο άκουσμα της δολοφονίας του κραυγάζει
« από σήμερα, παύω να είμαι Φιλέλλην….»
και η εφημερίδα της Ύδρας «Απόλλων»-όργανο του Μαυροκορδάτου-,
10 μέρες μετά την δολοφονία του θα κυκλοφορήσει το τελευταίο φύλλο της με τίτλο:
«Παύομεν την έκδοσιν της εφημερίδος μας, επειδή απολαύσαμεν τον σκοπόν μας - ο τύραννος δεν υπάρχει πλέον».
Αυτός που τον έθαψαν με τα ίδια ρούχα που φορούσε όταν δολοφονήθηκε, γιατί δεν διέθετε άλλα ρούχα!
Τα είχε εκποιήσει και αυτά μαζί με κάποια τελευταία του προσωπικά αντικείμενα για να πληρωθούν μερικά φορτία τροφίμων που είχαν φθάσει στο Ναύπλιο και ήταν να μοιραστούν σε χήρες και ορφανά της Επανάστασης.
Ακόμη και σήμερα, διχάζει ο Κυβερνήτης μια χώρα που ιδρύθηκε για να εξυπηρετεί συμφέροντα ολίγων, επιτηδείων και αλλοτρίων συμφερόντων.
23 φατρίες θίχτηκαν τότε ,καθώς έλεγε πως αυτές διαφεντεύουν τον τόπο , ανάλογα με τις βουλές τους.
Σήμερα που μια ακόμη φατρία λυμαίνεται τη Πατρίδα μας, πόσο οδυνηρά επίκαιρη ακούγεται έστω και η αναφορά στο όνομα του.
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.