Εἴπαμε ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ εἶναι μία ἐλευθερία
………………… Εἴπαμε, ἐπιπλέον, ὅτι τὸ θέλημα δὲν καταργεῖται, ἀλλὰ ἔχει ἁπλῶς νὰ διαλέξει ἂν θὰ γίνει θέλημα —ἐξουσία, κλείσιμο ἑπομένως στὸν ἑαυτό–, ἢ θὰ γίνει ἐλευθερία ὅπως κάνει ὁ Θεός, ἀναλογικὴ δηλαδὴ σχέση.Εἴπαμε ὅτι μέσα στὴν ἐλευθερία αὐτὴ ὡς κοινωνία ὁ ἄνθρωπος βρίσκει ἀκριβῶς τὸν ἑαυτό του , καὶ βρίσκει πραγματικὰ τὰ μέγιστα ἀγαθά , ἀκόμα καὶ θεοπτία. Τί εἶναι ὅμως ἡ θεοπτία ; Λέμε μερικὲς φορὲς «θεόπτης!», λέμε «εἶδε τὸ ἄκτιστο φῶς» !
Κάποτε μοῦ συνέβη ἕνα γεγονὸς μὲ τὸ ὁποῖο θὰ κλείσω. Ημουν νεαρὸς πρεσβύτερος καὶ διακονοῦσα σὲ κάποια χωριὰ ἔξω ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη καὶ ταυτόχρονα ἤμουν βοηθὸς ἑνὸς πολὺ μεγάλου θεολόγου στὴν Θεολογικὴ Σχολή.
Ζοῦσα τότε μία φοβερὴ ἀντίθεση. Ἀπὸ τὴ μία στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ εἶχα ἐπαφὴ μὲ τὰ μεγάλα τῆς θεολογίας καὶ παράδοξα καὶ τὰ δυσνόητα καὶ τὰ βαθυνόητα καὶ ἀπὸτὴν ἄλλη πήγαινα σὲ δέκα χωριά, ποὺ μοῦ εἶχε ἀναθέσει ὁ τότε ἐπίσκοπός μου, ὡς ἱεροκήρυκας. Ενιωθα φοβερὴ μοναξιά, διότι δὲν μὲ καταλαβαίνανε, ἢ μᾶλλον ἐγὼ εὐθυνόμουνα ποὺ δὲν μὲ καταλαβαίνανε.
Ἔλεγα λοιπὸν πέντε πράγματα, ἔβλεπα ὅτι ὁ κόσμος ἄκουγε ὅ,τι ἄκουγε , γύρναγε , ἔσκυβε τὸ κεφάλι καὶ συνέχιζε κανονικὰ τὴν ζωή του , σὰν νὰ μὴ συνέβαινε τίποτα. Ἡ μοναξιά αὐτὴ ἤτανε βαρὺ αἴσθημα.
Ελεγα «μὰ τί κάνω ἐγὼ σὰν παπὰς αὐτὴ τὴν στιγμή, τί νόημα ἔχει νὰ ξαναπάω τὴν Κυριακή καὶ νὰ ξαναμιλήσω στὸ τάδε χωριὸ καὶ πάλι» ; Λοιπόν, κάποια στιγμὴ μοῦ συνέβη τὸ ἑξῆς θαυμαστὸ γεγονός, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς μοῦ ἔμαθε μερικὰ πράγματα.
Μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς Κυριακές, τελείωσε ἡ θεία Λειτουργία καὶ μοῦ λέει ὁ παπάς, ἕνας ἁπλὸς παπὰς καὶ δύο ἁπλοί , ἁπλούστατοι ἐπίτροποι , ἀγράμματοι ἄνθρωποι : « Πᾶμε νὰπιοῦμε, πάτερ, ἕναν καφέ, προτοῦ φύγεις». Τελειώνει ἡ Λειτουργία , ἐγὼ πάντα μέσα στὴν μοναξιὰ κ.λπ.
Καὶ πᾶμε νὰπιοῦμε τὸν καφὲ στὴν πλατεία τοῦ χωριοῦ . Ἐκεῖ λοιπὸν ποὺπίναμε τὸν καφέ, ξαφνικὰ γυρίζει ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιτρόπους, μὲ κοιτάζει καὶ μοῦ λέει :





ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΑΛΕΚΟΣ















ΑΞΕΛΟΣ ΛΟΥΚΑΣ

ΣΑΡΗΓΙΑΝΝΙΔΗ ΕΥΓΕΝΙΑ

