Γιώργος Ιωάννου (1927-1985).
Από τη ιστοσελίδα: Parallaxi 16 Φεβρουαρίου 202
Γράφει ο Στέλιος Κούκος
Ο Γιώργος Ιωάννου δημιούργησε έναν λογοτεχνικό κόσμο από το μεδούλι της πόλης. Της γενέτειράς του. Της Θεσσαλονίκης. Και αυτό αποτελεί ένα τεκμήριο ή ένα εχέγγυο πως το λογοτεχνικό του αποτύπωμα ήταν και είναι γνήσιο. Χωρίς, βεβαίως, αυτό να σημαίνει πως προκρίνουμε το γραφικό, την γραφικότητα. Εξάλλου δεν έχει καμιά σχέση το έργο του Γιώργου Ιωάννου με γραφικότητες.
Και εδώ μου έρχεται κατά νουν ο στίχος «σιγανά και ταπεινά» που λέει και το νησιώτικο. «Σιγανά πατώ στην γη…», όπως και ελαφροπάτητα ήταν τα βήματά του Ιωάννου στην πόλη που διέσχισε και έκανε ποικίλες διαδρομές και στάσεις στους δρόμους, τα σοκάκια, τις πλατείες, τα καφενεία, τις ταβέρνες της πόλης. Όπως, επίσης και τις εκκλησιές της (Αχειροποίητο, Αγία Σοφία, Άγιο Δημήτριο…), το πανεπιστήμιο και τον λοιπό χώρο πέριξ όπου βρισκόταν το Εβραϊκό νεκροταφείο, τα κοιμητήρια της Ευαγγελίστριας, το κτίριο της Φιλανθρωπικής Αδελφότητος Ανδρών Θεσσαλονίκης, το δάσος του Σέιχ Σου…
Βεβαίως, όσον αφορά τα ελαφροπατήματα του Ιωάννου στην Θεσσαλονίκη θα πρέπει να πούμε πως όταν χρειάστηκε συγκρούστηκε και τα έβαλε γενναία με όσους πίστευε πως τον υπονόμευαν.
Ο ίδιος ήταν παιδί του κέντρου της πόλης και, βεβαίως, παιδί ξεριζωμένων από την Ανατολική Θράκη. Ο Γιώργος Ιωάννου φρόντισε να «ρίξει» βαθιές ρίζες στην Θεσσαλονίκη, ίσως για να νιώθει λιγότερο ξεριζωμένος. Μπορεί και να ήξερε καλά πως το παρόν μπορεί να δρα επιδέξια υπονομευτικά στο όλο σώμα της πόλης και τον κόσμο της και να προδιαγράφει γι’ αυτήν ένα άδηλο μέλλον.
Οπότε γι’ αυτόν ήταν απαραίτητο το σκάψιμο της Θεσσαλονίκης. Ή ακόμη και η καλλιέργεια της πόλης, η εύρεση και η συνάντηση μαζί της. Και μάλιστα μπορούμε να πούμε πως αυτό αποτέλεσε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνάντηση. Και όχι μόνον γι’ αυτόν.