Στο κεφάλαιο του Peter Brook για το «Ιερό Θέατρο» στο κείμενο του «Ο άδειος Χώρος» (1968), συναντά κανείς μια επείγουσα επιθυμία υπέρβασης: να αποκοπεί ο άνθρωπος από τη φθαρτότητα και την καθημερινότητα, να συγκλονιστεί, να μεταμορφωθεί. Ο Brook, επηρεασμένος από τη μυσταγωγία, τη λιτότητα και την πνευματική ένταση του Grotowski, συγκροτεί μια θεωρία για το θέατρο ως «χώρο του Αοράτου», ως συμβάν σχεδόν εσχατολογικό. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ηθοποιός γίνεται κάτι σαν ιερέας ή μύστης, και το κοινό, υποτίθεται, συμμετέχει σ’ ένα τελετουργικό εξαγνισμού.
Μα το θέατρο δεν είναι ούτε Ναός, ούτε λειτουργία, κι αν επιχειρήσει να γίνει τέτοιο, πέφτει στο πιο επικίνδυνο είδος ειδωλολατρίας: εκείνο που υποδύεται το Άγιο.
Στην Ορθόδοξη Παράδοση, το «Ιερό» δεν είναι μια ποιότητα που αναδύεται μέσα από αισθητική τελειότητα ή δραματουργική ένταση. Το Ιερό δεν είναι «ατμόσφαιρα», δεν είναι «παρουσία» επειδή ο φωτισμός είναι σωστός ή γιατί το βλέμμα του ηθοποιού σπάει πάνω στη σιωπή. Το Ιερό, λέει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, είναι ό,τι ξεφεύγει ριζικά από την αισθητηριακή πρόσληψη, ό,τι παραμένει ακατάληπτο ακόμα κι όταν αποκαλύπτεται· «μυστήριον εστί», και όχι θέαμα. Δεν έχει «κοινό». Έχει κοινωνία.
Ο Brook, όπως κι ο Grotowski, συγχέουν το τραύμα με τη θυσία. Νομίζουν ότι η έκθεση του ηθοποιού στα βλέμματα και η συναισθηματική του εξάντληση προσομοιάζει με την ιερή προσφορά. Αλλά η προσφορά, στην πνευματική έννοια, προϋποθέτει την άγνοια, την αποκοπή από την προβολή, το κρύψιμο· «μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου». Το θέατρο ως δομή και ως πρόθεση είναι ακριβώς το αντίθετο: είναι ορατότητα, προβολή, θέαση, η θεατρική «θυσία» είναι πάντοτε σκηνοθετημένη, αναγκαία ορατή για να νοηθεί. Η πνευματική θυσία, αντιθέτως, είναι κρυφή, και συχνά αόρατη ακόμα και στον ίδιο τον δρώντα.
Το θέατρο, όσο κι αν επιθυμεί να γίνει μέσο κάθαρσης ή πνευματικού συγκλονισμού, παραμένει ενταγμένο στην κοσμική οικονομία του αισθητού. Δεν μεταφέρει Χάρη. Δεν παρέχει Άφεση. Δεν βαφτίζει. Όποιος πάει στο θέατρο ψάχνοντας πνευματικότητα, είναι σαν να ψάχνει την Ανάσταση στο σινεμά. Βλέπει φως, αλλά δεν καίει καρδιά. Και όποιος θεωρεί τον ηθοποιό «προφήτη» – όπως γράφει ο Brook για τον Grotowski– παρανοεί ριζικά τη φύση του Προφήτη. Ο Προφήτης, στην Αγία Γραφή, είναι μάρτυρας της βουλής του Θεού, όχι της συνείδησής του. Ο Προφήτης δεν «παίζει»– κουβαλά λόγο και βάρος που του δόθηκε χωρίς να το ζητήσει, χωρίς να το επιδιώξει. Ο προφήτης δραπετεύει απ’ το βλέμμα, ο ηθοποιός το αναζητά.
Όποιος θέλει να συναντήσει την πνευματικότητα, ο πιο σίγουρος δρόμος για να μην τη συναντήσει, είναι να τη θεατρικοποιήσει. Το θέατρο μπορεί να σε ταρακουνήσει, αλλά δεν σε μεταμορφώνει. Μπορεί να σου δείξει το ψυχικό τραύμα, μα δεν στο θεραπεύει. Μπορεί να δώσει λόγο σε μια συλλογική εμπειρία, αλλά δεν κοινωνεί Πνεύμα. Στο θέατρο σώζεται η σκηνή, στην Εκκλησία, σώζεται το πρόσωπο.
Το Θείο δεν αναπαρίσταται. Ούτε ψιθυρίζεται με θεατρικά φωνήεντα, ούτε εισέρχεται στις μυσταγωγικές αισθητικές. Το Θείο έρχεται σε όποιον το αποζητά με τα γόνατα λυγισμένα και την καρδιά συντετριμμένη. Όχι σε όποιον ανεβαίνει στη σκηνή.
Ίσως γι’ αυτό και ο Άγιος Παΐσιος δεν πήγε ποτέ στο θέατρο κι ούτε χρειάστηκε να σκηνοθετήσει τίποτα για να μας συγκλονίσει.
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.