Του Μάνου Λαμπράκη
(Σημείωμα για τον Δημήτρη Λιαντίνη και την αυτοχειρία ως ερώτηση, όχι ως απάντηση.)
Όταν το σώμα αποχωρεί, η φωνή του έργου πρέπει να μένει. Όχι για να εξηγήσει την απουσία, αλλά για να αντισταθεί στη σιωπή της.
Σαν σήμερα, πριν από είκοσι επτά χρόνια, ο Δημήτρης Λιαντίνης, φιλόσοφος, φιλόλογος, δάσκαλος, ρηξικέλευθος σχολιαστής του ελληνικού και παγκόσμιου πολιτισμού, άφηνε πίσω του ένα σημείωμα και αποχωρούσε από τη ζωή, χωρίς σκάνδαλο, χωρίς σκηνοθεσία, με έναν τρόπο που ο ίδιος είχε ήδη περιγράψει στην πιο ριζική του γλώσσα: την πρόθεση να πεθάνει ως Έλληνας, να πεθάνει όρθιος, με τρόπο αρχαϊκό, και όχι σαν ένα «ανώνυμο θύμα του μηχανικού βίου».
Η πράξη της εξαφάνισης του σώματός του υπήρξε ακαριαία σημασιοδότηση για τα media, για τον δημόσιο μύθο, για τους ερμηνευτές του βίου. Και υπήρξε και το μέγιστο εμπόδιο στην ήρεμη πρόσληψη του έργου του. Από την ημέρα εκείνη, ο Λιαντίνης διαβάζεται ως υπόδειγμα αυτοχειριακής σκέψης, ως προοικονομία της εξαφάνισης. Το έργο του υποτάσσεται σε μια νεκρολογική ανάγνωση, λες και όλα του τα κείμενα ήταν απλώς ο προθάλαμος ενός «προαναγγελθέντος τέλους».
Όμως αυτή η πρόσληψη δεν είναι μόνο απλουστευτική.
Είναι αντιφιλοσοφική.
Διότι, ναι, η αυτοχειρία είναι μια πράξη με φιλοσοφική βαρύτητα. Αλλά δεν είναι εξ ορισμού φιλοσοφική. Ούτε κάθε φιλόσοφος που αυτοκτονεί αφήνει φιλοσοφική κληρονομιά με την πράξη του. Και το αντίστροφο: ούτε η αυτοκτονία ενός φιλοσόφου ακυρώνει ή σφραγίζει το έργο του.
Ο Δημήτρης Λιαντίνης δεν ήταν οπαδός της αυτοκαταστροφής.
Ήταν στοχαστής της χαμένης έντασης του ελληνικού λόγου.
Ήταν παιδαγωγός που αναμετρήθηκε με την έννοια της μορφής.
Και κυρίως: ήταν συγγραφέας που δεν διεκδίκησε μεταφυσική. Το αντίθετο:
χάραξε στοχασμό χωρίς καταφυγή.
Το έργο του, με κορυφαίο το «Γκέμμα» δεν είναι «προοίμιο αυτοχειρίας».
Είναι πραγματεία επίγνωσης:
Για την αποσύνθεση της πολιτισμικής Ευρώπης,
Για τον φθόνο της ηδονής απέναντι στο νόημα,
Για την απώλεια της ελληνικότητας ως μορφής του τραγικού και όχι ως «εθνικού αισθήματος».
Ο Λιαντίνης έγραφε, όχι για να προετοιμάσει τον θάνατο,
αλλά για να ανακατασκευάσει την ευθύνη της ζωής, όχι ως κατανάλωση, αλλά ως έλλειψη.
Έλλειψη νοήματος. Έλλειψη μορφής. Έλλειψη ρυθμού.
Η αυτοχειρία του, όσο συνειδητή κι αν ήταν, δεν πρέπει να γίνει ο φακός μέσα από τον οποίο διαβάζουμε το corpus του. Δεν είναι το κλειδί, ούτε ο υπερσύνδεσμος που εξηγεί τα πάντα. Είναι απλώς το σημείο λήξης μιας διαδρομής που είχε ήδη κατατεθεί με σαφήνεια, με αφοσίωση, και με μεγάλο κόστος. Το να κάνουμε την αυτοκτονία το επίκεντρο, είναι να αφαιρούμε από τον Λιαντίνη την ίδια του τη ρητορική επιλογή: να μην γίνει θύμα του θορύβου.
Ο σύγχρονος πολιτισμός, για να αντέξει τον θάνατο, τον μετατρέπει σε θέαμα. Και η αυτοχειρία, αντί να ιδωθεί ως μυστική διακοπή, εντάσσεται σε μια διαρκή οικονομία αναπαράστασης. Αυτό έγινε και με τον Λιαντίνη. Η εξαφάνισή του, αντί να τιμηθεί ως απόσυρση, καταναλώθηκε ως είδηση. Και το έργο του, αντί να διαβαστεί στη σιωπηλή του πυκνότητα, διαμελίστηκε σε αποσπάσματα πρόβλεψης ενός τέλους.
Αλλά η φιλοσοφία δεν είναι η πρόβλεψη.
Είναι η διάρκεια μετά τον λόγο.
Γι’ αυτό και οφείλουμε να ξαναδιαβάσουμε τον Λιαντίνη όχι ως τον άνθρωπο που «έγραψε για να φύγει»,
αλλά ως τον άνθρωπο που έφυγε για να μην φθείρει άλλο την παρουσία του λόγου.
Όχι ως προφήτη της παραίτησης,
αλλά ως στοχαστή του άκρου ορίου:
εκεί που η ζωή παύει να είναι επιβίωση, και γίνεται μονοπάτι της μορφής.
Και είναι αυτό το μονοπάτι που πρέπει να μας μείνει.
Όχι ο τρόπος που σταμάτησε.
Αλλά ο τρόπος που έγραψε μέχρι τέλους.
ΠΗΓΗ:
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.