Σάββατο 11 Μαΐου 2013

ΕΤΕΡΟΒΑΡΕΣ ΡΙΣΚΟ: Τα τρία βασικά στάδια του σπειροειδούς κύκλου των χρηματοπιστωτικών κρίσεων και η γενεσιουργός αιτία τους - έφτασε αλήθεια το τέλος της κρίσης ή μήπως βρισκόμαστε ακόμη στο ξεκίνημα της; (άρθρο μας από τις 26.04.2009)





 
Αθήνα, 26. Απριλίου 2009

Ακούγονται ήδη οι πρώτες φωνές, οι οποίες «ανακοινώνουν» ότι έφτασε το τέλος της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής «καταιγίδας» ή, τουλάχιστον, ότι έχει πλέον αρχίσει να φαίνεται το βάθος της κρίσης, «αφού δεχόμαστε θετικά μηνύματα από τις αγορές και ιδίως από αυτές των Η.Π.Α.».

Η θέση αυτή, «μεταφραζόμενη» οικονομικά, σημαίνει ότι η πιστωτική επέκταση, η οποία είχε δημιουργήσει τη σημερινή ευημερία στις «δυτικές» κοινωνίες, φτάνοντας σχετικά πρόσφατα στο ανώτατο σημείο της και ολισθαίνοντας προς την αντίθετη φορά (πιστωτική συρρίκνωση), σταθεροποιήθηκε και ενδεχομένως ανέκτησε την αρχική της θετική πορεία. Είναι όμως πράγματι έτσι ή μήπως αντικατοπτρίζει απλά τις επιθυμίες μας να εξέλθουμε γρήγορα από την κρίση;

Στην οικονομική θεωρία, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, υπάρχει μία περιγραφή του «πιστωτικού φαινομένου», η οποία επεξηγεί το μηχανισμό που οδηγεί στη διαρκή αύξηση της ποσότητας των χρημάτων. Σύμφωνα με αυτήν έχουμε τα εξής:  

(α)  Κάποιος καταθέτει στην Τράπεζα Α ένα ποσόν 1.000 €. Η τράπεζα διατηρεί τα 200 € στους λογαριασμούς της (ρεζέρβες) και δανείζει τα 800 € στην Τράπεζα Β.

(β)  Η Τράπεζα Β που δανείζεται τα 800 €, δημιουργεί διατηρεί αντίστοιχα τα 160 € στους λογαριασμούς της και δανείζει τα 640 € στην Τράπεζα Γ.

(γ)  Η Τράπεζα Γ που δανείζεται τα 640 € διατηρεί τα 128 € και δανείζει τα 512 € που «περισσεύουν» κοκ.

Με αυτόν τον τρόπο, έχουμε στο τέλος «καινούργιες» καταθέσεις συνολικά 5.000 €, από την αρχική κατάθεση των πραγματικών 1.000 €, ρεζέρβες αυτά τα 1.000 € και νέες πιστώσεις 4.000 €. Δηλαδή, τα 1.000 € που κατέθεσε ένας και μοναδικός πελάτης έγιναν 4.000 € πιστώσεις και 1.000 € ρεζέρβες – επομένως, «ως δια μαγείας» πολλαπλασιάστηκαν.

Στο ίδιο παράδειγμα και από την αντίθετη φορά, εάν ο αρχικός πελάτης ζητήσει από την Τράπεζα Α να του επιστρέψει τα 1.000 €, τότε αυτή θα ζητήσει από την Τράπεζα Β τα 800 € που της είχε δανείσει, συμπληρώνοντας τα  με τα 200 € που είχε διατηρήσει (ρεζέρβες) κ.ο.κ.

Έτσι λοιπόν, τα 4.000 € πιστώσεις και τα 1.000 € ρεζέρβες, συνολικά 5.000 €, θα ξαναγίνονταν 1.000 €. Φυσικά, όταν η οικονομία λειτουργεί ομαλά, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει πρακτικά, αφού εμφανίζονται συνεχώς νέοι καταθέτες, οι τράπεζες δανείζονται επί πλέον χρήματα κλπ.        

Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν είναι τόσο εύκολη η διαδικασία της επιστροφής χρημάτων, όσο αυτή του δανεισμού τους, ενώ εμπεριέχει πολλούς διαφορετικούς κινδύνους. Είναι λοιπόν πιθανόν, στο παράδειγμα μας, η Τράπεζα Β, η οποία για να επιστρέψει με τη σειρά της τα 800 € θα πρέπει να ζητήσει την αποπληρωμή των 640 € από την Τράπεζα Γ, να μην μπορέσει να το επιτύχει, επειδή η Τράπεζα Γ αντιμετωπίζει μεγάλα προβλήματα ρευστότητας και αδυνατεί να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της. Στην περίπτωση αυτή, η Τράπεζα Β είναι υποχρεωμένη (υπό κάποιες προϋποθέσεις φυσικά)
 

(α)  να ζητήσει από κάποιον άλλο «πελάτη» της τα 640 € και

(β) να δημιουργήσει προβλέψεις ζημιών, επίσης 640 €.

Αφ’ ενός μεν λοιπόν η πιστωτική επέκταση στην αντίθετη της φορά, διπλασιάζει το πρόβλημα, αφ’ ετέρου, επειδή ο «πελάτης» που επιστρέφει τελικά το δάνειο είναι συνήθως ο υγιέστερος της πιστωτικής αλυσίδας, δημιουργούνται διαστρεβλώσεις στις αγορές (πραγματική οικονομία) και «διαφοροποιημένα» προβλήματα.

Για παράδειγμα, ο αρχικός πελάτης μπορεί να ζητήσει την επιστροφή των χρημάτων του όχι γιατί πανικοβλήθηκε σε σχέση με την ασφάλεια των καταθέσεων του  (ο εφιάλτης των τραπεζών), αλλά γιατί έχει μειωθεί το εισόδημα του και θέλει να καλύψει τη διαφορά, για να διατηρήσει τις καταναλωτικές του συνήθειες. Στην περίπτωση αυτή έχουμε συρρίκνωση των αποταμιεύσεων, η οποία αναγκαστικά οδηγεί στη μείωση των επενδύσεων (αφού ο τράπεζες έχουν λιγότερα χρήματα για να δανείσουν σε επενδυτές ), στην ανεργία κλπ. 

Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι να πανικοβληθεί η Τράπεζα Β και να σταματήσει να δανείζει τους πελάτες της (ιδιώτες, επιχειρήσεις, άλλες τράπεζες), προσπαθώντας επί πλέον να περιορίσει την έκθεση της στον πιστωτικό κίνδυνο – να ερευνήσει δηλαδή τα υφιστάμενα δάνεια της, να διαπιστώσει προβλήματα, να δημιουργήσει βιαστικά μεγαλύτερες του σύνηθες προβλέψεις και να προσπαθήσει να εισπράξει όσα περισσότερα χρήματα γίνεται, από όποιους πελάτες μπορεί (από τους υγιείς συνήθως). Ο πανικός της τράπεζας Β μεταφέρεται στην υπόλοιπη αγορά (αυτό έχει συμβεί στην πραγματικότητα σήμερα), με αποτέλεσμα να ενταθεί το πρόβλημα. Και από εδώ λοιπόν προκαλείται μείωση των επενδύσεων, ανεργία κλπ  

Σύμφωνα όμως με τους ισχυρισμούς διαφόρων σήμερα, ο φόβος να λειτουργήσει περαιτέρω αντίστροφα η πίστωση έχει εξαλειφθεί, γεγονός που μεταξύ άλλων σημαίνει (στο παραπάνω θεωρητικό μοντέλο μας) ότι 

(α) ο αρχικός πελάτης δεν ζητάει πίσω τα χρήματα του – δεν έχει πανικοβληθεί δηλαδή, διαπιστώνοντας ότι οι αποταμιεύσεις (καταθέσεις) του δεν βρίσκονται στο θησαυροφυλάκιο της τράπεζας, αλλά έχουν δοθεί σαν δάνειο σε τρίτους και αυτός ενδεχομένως έχει αναλάβει εν αγνοία του το ρίσκο (προφανώς κανένας καταθέτης δεν θα εμπιστευόταν τα χρήματα του στις τράπεζες, εάν υποχρεωνόταν σε τέτοιο ρίσκο) και δεν έχει ανάγκη να συμπληρώσει το εισόδημα του,

(β) τα προβλήματα ρευστότητας της Τράπεζας Β έχουν αποκατασταθεί και

(γ) ο πανικός των τραπεζών, τουλάχιστον στις μεταξύ τους συναλλαγές, έχει εκλείψει, οι επενδύσεις θα συνεχίσουν να αυξάνονται κλπ   
      
Είναι όμως πράγματι έτσι ή μήπως βιαζόμαστε να χαρούμε, διακινδυνεύοντας την επανάληψη των ίδιων λαθών; Η αλλαγή των λογιστικών προτύπων στις Η.Π.Α. δεν είναι ουσιαστικά η «υπεύθυνη διαδικασία» που επανέφερε κάποιες τράπεζες στην κερδοφορία και όχι η εξάλειψη του κεντρικού προβλήματος των ενυπόθηκων δανείων μειωμένης εξασφάλισης; Μήπως τα διάφορα θετικά μηνύματα είναι συντονισμένες προσπάθειες «χειραγώγησης» των αγορών, με κίνδυνο να προκαλέσουν την κρίση των κρίσεων, την παγκόσμια δημοσιονομική;  
                 
Για να μπορέσουμε να απαντήσουμε στα ερωτήματα αυτά, οφείλουμε να περιγράψουμε πριν τα διάφορα στάδια μίας οποιασδήποτε χρηματοπιστωτικής κρίσης, η οποία μπορεί να συμβεί οποτεδήποτε και σε οποιαδήποτε μικρή ή μεγάλη χώρα (όπως στο Μεξικό, στην Αργεντινή, στη Ρωσία, στην Ταϊλάνδη κλπ στο παρελθόν). Χωρίς να αναλωθούμε σε πολλές λεπτομέρειες, τα βασικά στάδια είναι, κατά σειρά μίας «λογικής» προτεραιότητας, τα εξής:

1ο στάδιο: Οικονομικά προβλήματα των καταναλωτών (νοικοκυριών), τα οποία δημιουργούν αντίστοιχα προβλήματα στις τράπεζες (ενυπόθηκα δάνεια, πιστωτικές κάρτες, μεταχρονολογημένες επιταγές ειδικά στη χώρα μας κλπ) οι οποίες, τόσο από τις ζημίες, όσο και από τη μείωση των καταθέσεων (η πιστωτική επέκταση στην αντίθετη φορά της – τα 1.000 έγιναν 5.000 και τα 5.000 επιστρέφουν στα 1.000), υποχρεώνονται να περιορίσουν τα δάνεια στις εταιρίες, μεταφέροντας με τη σειρά τους το πρόβλημα στην «πραγματική» Οικονομία.

Για πρώτη φορά το πρόβλημα μεταφέρθηκε και στα κράτη παγκοσμίως, τα οποία αποφάσισαν, σε αντίθεση με την κρίση του 1929 (ο τότε Υπουργός Οικονομικών των Η.Π.Α. κ. Α. Μέλον είχε αποφασίσει «την εκκαθάριση της σαπίλας του συστήματος» και όχι τη διάσωση του), να στηρίξουν τις τράπεζες από το δημόσιο ταμείο τους (από τους φορολογουμένους), αποκαθιστώντας επί πλέον την εμπιστοσύνη μεταξύ τους (της μίας τράπεζας με την άλλη). Έτσι, εμποδίστηκε η είσοδος στο δεύτερο στάδιο οπότε, κατά την άποψη μας, η κρίση σήμερα ευρίσκεται σε αυτό ακριβώς το σημείο: στην «ισορροπία σε τεντωμένο σχοινί».

Πρόκειται λοιπόν για μία αμφιταλαντευόμενη ζυγαριά που εμείς τουλάχιστον δεν είμαστε σίγουροι ακόμη ούτε για το που τελικά θα κλίνει, αλλά ούτε και για τις συνέπειες της. Όπως συμβαίνει και στην Ιατρική, έτσι και στην Οικονομία τα φάρμακα έχουν πολλές φορές παρενέργειες, ενώ οι μέθοδοι που εφαρμόζονται με βάση την προηγούμενη εμπειρία προσπαθούν να γιατρέψουν παρελθόντες ιούς, οι οποίοι όμως έχουν ενδιάμεσα γίνει απρόσβλητοι στα αντισώματα.

Ας ελπίσουμε ότι η υπερβολική δόση «συμβατικών φαρμάκων» (τύπωμα νέων χρημάτων χωρίς αντίκρισμα) που δόθηκε στον σοβαρά πάσχοντα παγκόσμιο ασθενή (ήδη σήμερα αποκαλύφθηκε στη Γερμανία ότι οι τράπεζες της έχουν επισφάλειες άνω των800 δις €), θα τον θεραπεύσει, χωρίς να τον οδηγήσει ανεπιστρεπτί στο θάνατο.         

2ο στάδιο: Ολοκληρωτική απώλεια της εμπιστοσύνης όλων των συναλλασσομένων μεταξύ τους. Δηλαδή των καταναλωτών προς τις τράπεζες και αντίστροφα, των τραπεζών μεταξύ τους, των κρατών προς τις τράπεζες, των κρατών μεταξύ τους και ούτω καθ’ εξής.

Αυτό που σωστά βλέπουμε να συμβαίνει σήμερα (G20, G7, δηλώσεις προβεβλημένων ατόμων, χαμόγελα αισιοδοξίας των πολιτικών κλπ), δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία μεγάλη και συντονισμένη προσπάθεια για να μη συμβεί το μοιραίο: ο πανικός δηλαδή και η εξάπλωση του, για τον οποίο δεν υπάρχει απολύτως κανένα οικονομικό φάρμακο.

Σε κάθε περίπτωση, αυτοί που στην πραγματικότητα διατηρούν το σύστημα σήμερα σε ισορροπία είναι οι απλοί άνθρωποι, οι οποίοι δεν κατευθύνθηκαν μαζικά στις τράπεζες, για να αποσύρουν προστατεύοντας τις οικονομίες τους. Αντίθετα με αυτούς, οι ίδιες οι τράπεζες έπαψαν να δανείζουν ακόμη και τις συναδέλφους τους, προτιμώντας να αφήνουν τα χρήματα τους κατατεθειμένα στις κεντρικές τράπεζες για σιγουριά – παρά το ότι ενισχύθηκαν τα μέγιστα από τα κράτη.

Δυστυχώς, πάντοτε κατά την άποψη μας, αυτοί οι «απλοί άνθρωποι» που σήμερα στηρίζουν το παγκόσμιο σύστημα, θα είναι οι ίδιοι που θα κληθούν να πληρώσουν, στη θέση αυτών που το λήστεψαν (με αύξηση της φορολογίας, φοροεπιδρομές κλπ).


3ο στάδιο:  Υποτίμηση των νομισμάτων (αφού συνήθως έχει προηγηθεί η αθρόα εκτύπωση νέων), αύξηση των επιτοκίων για να προσελκυσθούν καταθέσεις, μεγάλη κάμψη της πραγματικής οικονομίας (δεν γίνονται επενδύσεις λόγω μειωμένης ζήτησης και ζημιογόνων τιμών πώλησης), υψηλή ανεργία, μείωση της φορολογικής βάσης λόγω περιορισμού του ΑΕΠ, εξ αυτής μείωση των δημοσίων επενδύσεων και δαπανών (κοινωνικό κράτος) κλπ. Στη συνέχεια  επαναλαμβάνεται το πρώτο στάδιο με αυξημένη ένταση («σπειροειδής» κύκλος) κ.ο.κ. 

Ο σπειροειδής (φαύλος) κύκλος μπορεί να ξεκινήσει από οποιοδήποτε από τα τρία βασικά στάδιά του (για παράδειγμα, σε ένα κράτος από την απώλεια εμπιστοσύνης στο νόμισμα του – 3ο στάδιο), ενώ σήμερα άρχισε από τις Η.Π.Α. και τους καταναλωτές της, από το 1ο στάδιο. Όταν πράγματι ξεκινήσει, είναι πολύ δύσκολο να σταματήσει η φορά του - πόσο μάλλον να αντιστραφεί, αφού σε κάθε στάδιο που ακολουθεί το προηγούμενο (στριφογυρίζει συνεχώς κατά κάποιον τρόπο), γίνεται όλο και πιο καταστροφικός (ανίατος).          

Ποια είναι όμως η γενεσιουργός αιτία της σημερινής χρηματοοικονομικής κρίσης, η οποία αυτή τη φορά δεν εμφανίσθηκε σε μία σχετικά μικρή χώρα, όπως κάποτε στην Ταϊλάνδη ή στη Βραζιλία, αλλά στη μεγαλύτερη Οικονομία του πλανήτη;

Κατά την άποψη μας, είναι η εμφάνιση του ιού του «ετεροβαρούς ρίσκου» («ηθικός κίνδυνος» στην οικονομική θεωρία - ένας όρος προερχόμενος από τις ασφάλειες), σε μία εξαιρετικά εξελιγμένη του παραλλαγή. Για να γίνει περισσότερο κατανοητό όμως, οφείλουμε να το αναλύσουμε από την αρχή.

Η έννοια «ετεροβαρές ρίσκο» που χρησιμοποιούμε εμείς εδώ, αναφέρεται σε οποιαδήποτε κατάσταση, στην οποία ένα πρόσωπο αποφασίζει πόσο ρίσκο θα αναλάβει, ενώ κάποιο άλλο πρόσωπο πληρώνει το κόστος, όταν τα πράγματα δεν εξελιχθούν θετικά και καταλήξουν σε ζημίες. 

Εξετάζοντας τη σημερινή χρηματοπιστωτική κρίση από το συγκεκριμένο πρίσμα, θα διαπιστώσουμε αμέσως ότι από το ξεκίνημα της (ενυπόθηκα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης στις Η.Π.Α.), η εσφαλμένη αξιολόγηση του «ετεροβαρούς ρίσκου» από τις τράπεζες ήταν εξαιρετικά βαρύνουσα. Με δεδομένο το ότι οι πελάτες των τραπεζών δανείζονταν χρήματα για την «κερδοσκοπική» αγορά ακινήτων, στο 100% της «αγοραίας» αξίας τους (πολλές φορές ακόμη και της μελλοντικής, αφού αναμενόταν η συνεχής αύξηση των τιμών πώλησης τους), χωρίς να συμμετέχουν με δικά τους κεφάλαια και χωρίς να εγγυώνται με άλλους τρόπους (για παράδειγμα με τις καταθέσεις ή με τους μισθούς τους), ο κίνδυνος που ανελάμβαναν ήταν μηδενικός ενώ, αντίθετα, η ευκαιρία μεγάλη.

Από την άλλη πλευρά, όλοι όσοι προωθούσαν τα δάνεια, αμειβόμενοι με ποσοστά «επί των πωλήσεων», χωρίς να είναι υπεύθυνοι για την είσπραξη των τοκοχρεολυσίων, κέρδιζαν σημαντικά ποσά, χωρίς να αναλαμβάνουν τον παραμικρό κίνδυνο. Στη συνέχεια οι τράπεζες, «εμπνευσμένες» από τα αποτελέσματα και «εφευρίσκοντας» τη δυνατότητα της μαζικής πώλησης αυτών των δανείων σε επενδυτικές εταιρείες, επίσης δεν αναλάμβαναν κανένα συνειδητό ρίσκο, έχοντας μόνο ωφέλεια. Οι επενδυτικοί οργανισμοί, ενώνοντας τα πάσης φύσεως δάνεια σε CDOs, δημιουργούσαν «ασφαλή» (μέσω των CDS) και «ποιοτικά» (ΑΑΑ από τις αμειβόμενες επί τούτου εταιρείες «αξιολόγησης») «χρηματοοικονομικά προϊόντα», πουλώντας τα περαιτέρω - έχοντας μόνο ωφέλεια και καθόλου κινδύνους.

Το «ετεροβαρές ρίσκο» έφτασε τελικά στο απόγειο του όταν, οι τελικοί αποδέκτες των δανείων μειωμένης εξασφάλισης (οι τράπεζες δηλαδή που ζήτησαν να εισπράξουν τις δόσεις από τους δανειολήπτες), διαπιστώνοντας ότι δεν ήταν ούτε ασφαλή (δεν μπορούσαν να εισπράξουν τις δόσεις), ούτε ασφαλισμένα (οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν πλήρωναν όλα αυτά που δεν μπορούσαν να πληρώσουν οι δανειολήπτες), αναγκάσθηκαν να τα αποσβέσουν από τους ισολογισμούς τους, εμφανίζοντας ως εκ τούτου τεράστιες ζημίες. 

Αμέσως μετά οι τράπεζες, για να καλύψουν τις τεράστιες ζημίες τους, κατέφυγαν στη βοήθεια των κρατών, μεταβιβάζοντας πλέον τον κίνδυνο στους πολίτες τους - χωρίς μάλιστα να αποδέχονται ούτε ευθύνες, ούτε και μειώσεις των αμοιβών των στελεχών τους (Golden Boys). Προφανώς, εμείς οι πολίτες δεν έχουμε τη δυνατότητα να συνεχίσουμε το πιστωτικό «παιχνίδι» τους (να μεταβιβάσουμε δηλαδή την ευθύνη της πληρωμής των ζημιών τους σε κάποιους άλλους), αφού είμαστε ο τελευταίος κρίκος της αλυσίδας (η βάση καλύτερα της μεγαλύτερης οικονομικής «πυραμίδας» τύπου Madoff που δημιούργησε ποτέ ο άνθρωπος).

Από τη στιγμή και μετά που τα κράτη ανέλαβαν τις ευθύνες χωρίς να έχουν καμία ωφέλεια, είτε εθνικοποιώντας τις τράπεζες, είτε με οποιουσδήποτε άλλους τρόπους (Bad Bank κλπ), το «ετεροβαρές ρίσκο» εδραιώθηκε δυστυχώς στο καπιταλιστικό σύστημα, με ανυπολόγιστες συνέπειες για το μέλλον του. Αρκεί να παρατηρήσουμε πόσες άλλες επιχειρήσεις ακολούθησαν ή σχεδιάζουν να ακολουθήσουν το παράδειγμα των τραπεζών (General Motors κλπ), για να καταλάβουμε τη σοβαρότητα του προβλήματος και τον πραγματικό «συστημικό» κίνδυνο που ελλοχεύει πίσω του (όχι τον δήθεν που συνήθως επικαλούμαστε – το υπερβολικό μέγεθος δηλαδή των τραπεζών)

Κατά την άποψη μας, η προοπτική της κατάρρευσης κάποιων μεγάλων τραπεζών δεν είναι η μεγαλύτερη απειλή του συστήματος, αφού υπάρχει μία απλούστατη λύση – η δημιουργία μίας νέας κρατικής τράπεζας σε κάθε χώρα που να εξασφαλίζει τις αποταμιεύσεις των ανθρώπων, χωρίς να είναι απαραίτητη η βοήθεια των όποιων ζημιογόνων ιδιωτικών τραπεζών.

Η μεγαλύτερη απειλή  του καπιταλιστικού συστήματος είναι αναμφίβολα η εξάπλωση του «ιού του ετεροβαρούς ρίσκου», ο οποίος φαίνεται αυτή τη στιγμή να έχει ξεπεράσει τα στενά όρια των επιχειρήσεων (τραπεζών, ασφαλειών κλπ), «καταλαμβάνοντας» τα ίδια τα κράτη, στις μεταξύ τους συναλλαγές.

Η αρχή άλλωστε έχει ήδη γίνει όταν, κυρίως μέσω της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας (Fed) και του τότε διοικητή της, ο «ιός» εξήχθηκε στις ευρωπαϊκές και λοιπές τράπεζες – άρα στα ανά τον κόσμο κράτη που εδρεύουν. Οι σημερινές ενέργειες των Η.Π.Α., έτσι όπως υποκειμενικά τις αξιολογούμε (τύπωμα χρημάτων, υποτίμηση του νομίσματος,υπερπληθωρισμός για τη μετατροπή των επισφαλών ενυπόθηκων απαιτήσεων των αμερικανικών τραπεζών σε ασφαλείς, υποτιμητική μείωση των ελλειμμάτων και του δημοσίου χρέους των Η.Π.Α. εις βάρος των δανειστών τους κοκ), συνεχίζουν να μεταφέρουν και μάλιστα επαυξημένο το πρόβλημα διεθνώς.

Στην προκειμένη περίπτωση δηλαδή οι Η.Π.Α., οι οποίες ωφελήθηκαν τα μέγιστα από τον πολλαπλασιασμό των χρημάτων μέσω της διόγκωσης των πιστώσεων (υπερκατανάλωση, αστρονομικές αμοιβές, υπερκέρδη κ.α.), δεν αναλαμβάνουν τον κίνδυνο των εσφαλμένων επιλογών τους, αλλά τον «μοιράζουν» διεθνώς, με τη βοήθεια της οικονομικής και λοιπής ισχύος τους. Γνωρίζοντας φυσικά ότι έχουν γίνει αντιληπτές από τους μέχρι σήμερα «συνεργάτες» τους (Ευρώπη, Κίνα, Ιαπωνία κ.α.), «ανοίγονται» σε καινούργιους, όπως αποδεικνύεται από τα συνεχή ταξίδια του Προέδρου τους (Λατινική Αμερική, Περσία κλπ).   

Είμαστε σχεδόν σίγουροι ότι, πολλές άλλες χώρες (Ανατολική Ευρώπη κλπ), ακολουθώντας το παράδειγμα των Αμερικανών,θα προσπαθήσουν με τη σειρά τους να αποφύγουν τα δικά τους προβλήματα, μεταφέροντας τα όπου βρεθεί κατάλληλο έδαφος, ακόμη και με κίνδυνο να απολέσουν την αυτονομία τους (το συναίσθημα της ασφάλειας σήμερα, η επιδίωξη της δηλαδή, είναι ισχυρότερο από αυτό της ελευθερίας). Δυστυχώς, κάποιες άλλες χώρες, όπως η δική μας, οι οποίες δεν έχουν σε καμία περίπτωση αυτά τα χαρακτηριστικά, θα κληθούν να πληρώσουν, με το πρόσχημα πλέον του «ετεροβαρούς ρίσκου», το οποίο θα επικαλεσθούν οι ηγέτιδες δυνάμεις των ευρύτερων διακρατικών ενώσεων.

Ποιες είναι όμως οι αιτίες αυτού του καινούργιου φαινομένου και πως αλήθεια δεν έγινε αντιληπτό, πριν ακόμη μεγεθυνθεί και φτάσει στο σημείο να απειλεί το πλέον αποτελεσματικό οικονομικό σύστημα, τον καπιταλισμό; Που βρίσκεται σήμερα η χώρα μας και τι ακριβώς θα πρέπει να κάνει επί πλέον, για να μην καταστραφεί εντελώς περιμένοντας, μάταια ίσως, βοήθεια από τρίτους;

Αφήνοντας τις απαντήσεις και την τεκμηρίωση τους για το επόμενο άρθρο μας, επειδή πιστεύουμε ότι ευρισκόμαστε στην πρώτη από τις τρείς φάσεις μίας χρηματοπιστωτικής κρίσης χωρίς φυσικά κάτι τέτοιο να σημαίνει ότι θα ακολουθήσει υποχρεωτικά η δεύτερη (έχουν ληφθεί αρκετά μέτρα από τα κράτη για να το εμποδίσουν να συμβεί), οφείλουμε

(α)  να ενεργήσουμε άμεσα, τόσο σαν άτομα, όσο και σαν κράτος, παίρνοντας τα μέτρα μας προς κάθε πιθανή κατεύθυνση, με ρεαλισμό και γνώση της «καθαρής μας θέσης», 

(β)  να μην απομονωθούμε από την ΕΕ, αναλαμβάνοντας υποχρεώσεις στις οποίες είναι αδύνατον να ανταποκριθούμε και, το σημαντικότερο,

(γ) να βρούμε τα σωστά κίνητρα για να δραστηριοποιηθούν και τα 5 εκ. εργαζομένων της χώρας μας (δημόσιο, υπάλληλοι, αγρότες, δημοσιογράφοι, επιχειρηματίες κλπ), με κοινό στόχο, μακριά από «προκαταλήψεις», με όραμα, συναινετικά και άκρως παραγωγικά.    

Οτιδήποτε άλλο μπορεί να αποδειχθεί καταστροφικό για το βιοτικό επίπεδο και την ελευθερία μας, ενώ όσο πιο γρήγορα συνειδητοποιήσουμε με τι ακριβώς είμαστε αντιμέτωποι, τόσο αποτελεσματικότερα θα είναι τα μέτρα που έτσι ή αλλιώς θα υποχρεωθούμε να πάρουμε. Η χώρα μας, όπως και πολλές άλλες σήμερα, χρειάζεται ένα μελλοντικό «μοντέλο» λειτουργίας. Εκτός από τη διεθνή κρίση, έχουμε αναμφίβολα και μία ελληνική κρίση, η οποία εκτείνεται σε όλους τους κλάδους και σε όλες τις πτυχές της οικονομίας μας - ακόμη περισσότερο στην πολιτική. Όπως έλεγε ο Keynes, όταν οι καιροί αλλάζουν, πρέπει να αλλάζουμε και εμείς.

Facebook   Twitter   Linked in   
                                           
    Το άρθρο μας αυτό δημοσιεύθηκε στις 26. Απριλίου του 2009, πολύ πριν εκλεγεί στην Ελλάδα η κυβέρνηση που την οδήγησε στο ΔΝΤ - ενώ ευρίσκεται στον πρώτο τόμο  του βιβλίου μας "Η κρίση των κρίσεων".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.