31 Ιανουαρίου 2026

Οι αρχαίοι, ο Χριστός και ο πολιτισμός της βαρβαρότητας

από Άρδην - Ρήξη 27 Ιανουαρίου 2026



του Σωτήρη Γουνελά, συγγραφέα* δημοσιεύτηκε στον νέο Ερμή τον Λόγιο τ. 27


Πριν αρχίσω, μια μικρή αναφορά στον Φαίδρο του Πλάτωνα. Λέει ο Σωκράτης για τον θεό Θευθ, που στην Αίγυπτο παρουσιάστηκε στον βασιλιά να του ανακοινώσει ότι βρήκε τη γραφή και τους αριθμούς. Τότε ο βασιλιάς του απαντάει ότι αυτό που βρήκε είναι «φάρμακον λήθης» και ότι οι άνθρωποι θα χάσουν τη μνήμη τους και, διαβάζοντας έργα άλλων, θα τα νομίζουν δικά τους και, αντί να γίνουν σοφοί, θα γίνουν δοκησίσοφοι. Είναι αυτό που συμβαίνει σήμερα.
Από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα, έχει περάσει πολύς καιρός, τόσος που η ζωή εκείνη έχει θαμπώσει, σχήματα θαμπά έρχονται ως εμάς, με εξαίρεση όλα εκείνα τα αιώνια πράγματα διατυπωμένα με λέξεις που δεν καταργούνται στον αιώνα τον άπαντα.

Γιατί υπάρχουν πράγματα που δόθηκαν μια κι έξω («εφάπαξ») και τα οποία διατηρούνται στον βαθμό που το ανθρώπινο γένος επικοινωνεί με τις φωτεινές θείες πηγές του. Όταν η επικοινωνία διακόπτεται, το γένος αυτό, το κατά Πλάτωνα και Λάχεσιν «θανατηφόρον» (δηλ. φορέας θανάτου), καταπέφτει και σχεδόν διαλύεται: τότε διανύεται σε όλη της τη λαμπρότητα η περίοδος της ύβρεως ή της αμαρτίας. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτή είναι η παρούσα περίοδος.
Όταν λοιπόν προσπαθούμε να «επιστρέψουμε» και να ξαναπιάσουμε επαφή με τα αιώνια και τα σπουδαία –σ’ αυτόν εδώ τον τόπο–, χρειάζεται πριν απ’ όλα να έχουμε αίσθηση αυτής της πραγματικότητας, η οποία απλώνεται παγκοσμίως και παρασύρει τους πάντες στη δίνη της.

Ξέρετε, στον κόσμο αυτόν χρειάζεται να διαλέξουμε δασκάλους. Να αρχίσουμε από τους Προσωκρατικούς, να συνεχίσουμε με Σωκράτη, Πλάτωνα, Αριστοτέλη, να περάσουμε στους Έλληνες Πατέρες αλλά και στα σύγχρονα ελληνικά και δυτικοευρωπαϊκά έργα, όχι για απόκτηση εγκυκλοπαιδικών ή εξειδικευμένων γνώσεων, αλλά για να βρούμε (ή να ξαναβρούμε) μέσα από αυτά τη Συνέχεια Λόγου και Ήθους ενός αρχαίου λαού, όπως είμαστε οι Έλληνες, που όμως φαίνεται, σήμερα, δεν πολυδίνουμε σημασία γι’ αυτά τα παλαιότερα, ούτε φαίνεται να φροντίζουμε τη μνήμη, έτσι ώστε να αντλούμε από τα αρχαία ελληνικά και χριστιανικά πρότυπα και μάλιστα όσα ξεχώρισαν και ξεχωρίζουν για την οικουμενική τους διάσταση. Τίθεται ζήτημα οικείωσης με τις αλήθειες, τα έργα, τα πρόσωπα, γιατί διαφορετικά δεν καταλαβαίνουμε τίποτε ούτε για τα περασμένα, ούτε για τα τωρινά.
Εάν αρχίζαμε από τον Ηράκλειτο, θα έπρεπε πριν απ’ όλα να σταθούμε στο απόσπασμα που λέει ότι ο Λόγος είναι κοινός, και είναι κοινός όχι μονάχα για τους ανθρώπους, για τα πάντα, γιατί είναι θείος. Όλα τα ρυθμίζει, καθώς «τρέφονται γαρ πάντες οι ανθρώπινοι νόμοι υπό ενός, του θείου». Γι’ αυτό, εξάλλου, λέει ότι ο Λόγος είναι αρμονιστής του σύμπαντος.

Ο Νίκος Γιανναδάκης, που είχε ιδιαίτερα ενδιατρίψει στα αρχαίες γραφές, σημειώνει ότι ο αρχαίος ελληνικός λόγος έχει ορισμένα χαρακτηριστικά που δεν προσεγγίζονται μέσα από επιστημονικές μεθόδους ή μεθόδους που ανέπτυξε ο νεωτερικός δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός. Πρέπει να κατανοηθεί ότι αυτός ο ίδιος ο αρχαιοελληνικός λόγος μάς υπαγορεύει τον τρόπο με τον οποίο θα τον διαβάσουμε, και ο τρόπος αυτός είναι μεταφυσικός, δεν είναι ρασιοναλιστικός ή, όπως μεταγράφουν πολλοί αυτό τον όρο, “ορθολογιστικός”. Δεν μπορεί μέσα από τη συλλογιστική λογοκεντρική διεργασία να δούμε, να γνωρίσουμε, να διαβάσουμε τι λένε οι αρχαίοι, και μάλιστα πρόσωπα όπως αυτά που προανέφερα – ένας Ηράκλειτος, ένας Παρμενίδης, ένας Αναξίμανδρος, και βεβαίως ο Σωκράτης, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Και τίθεται εδώ το ερώτημα: Ένας άνθρωπος που μας λέει ότι «Ήλιος ουχ υπερβήσεται μέτρα. Ή δε μη, Ερινύες μιν Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν», πώς μπορεί να είναι ο ιδρυτής της εξελικτικής θεωρίας, όπως λέει ο Μαρξ, τη στιγμή που δέχεται απαράβατη και αναλλοίωτη συμπαντική τάξη; Και ισχύει εδώ αυτό που διατύπωσε ο φιλόσοφος Χρήστος Μαλεβίτσης: «Όταν ο Ηράκλειτος λέει “ουκ εμού αλλά του λόγου ακούσαντας” (την φράση βρίσκουμε πανομοιότυπη στον Παύλο), εννοεί πως ο Λόγος είναι ανεξάρτητος από τον άνθρωπο, δεν είναι ο λόγος ή η λογική του ανθρώπου». Υπονοείται μια συν-ομολογία του ανθρώπου με τον υπερβατικό Λόγο.

Το ζήτημα είναι εξαιρετικής σημασίας, αλλά ελάχιστοι είναι οι διανοητές που το έθεσαν και το υποστήριξαν. Η παρεξήγηση μάλλον οφείλεται στην καθιέρωση μιας πλαστής πραγματικότητας. Ότι, δηλαδή, η δυτικοευρωπαϊκή Αναγέννηση είναι η συνέχεια και η ανανέωση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Ακόμη και πρόσφατα οι πρόεδροι Αμερικής και Γαλλίας, που επισκέφτηκαν την Ελλάδα, αναφέρθηκαν στους αρχαίους ως εκείνους τους φάρους που οδήγησαν Αμερική και Ευρώπη στα βήματά τους, έτσι ώστε να αναπτυχθούν κατά το πνεύμα εκείνων, το οποίο –υποτίθεται– ενστερνίστηκαν, και να καταστούν, κατά τη δική τους αντίληψη, ο ανώτερος πολιτισμός. Μα θα αρκούσε μονάχα η αναφορά στην αντίληψη που έχει για τον τόκο ο Αριστοτέλης, για να πάει περίπατο όλη αυτή η πλάνη. Δεν υπάρχει, λέει ο Αριστοτέλης, μεγαλύτερη διαστροφή από αυτήν: «το χρήμα να γεννά χρήμα». Πού αλλού στηρίζεται, εδώ και αρκετούς αιώνες, το λεγόμενο κεφαλαιοκρατικό σύστημα;

Η αρχαία Ελλάδα, οι προσωκρατικοί λεγόμενοι φιλόσοφοι –που ορισμένοι, αν όχι όλοι, είναι και ποιητές και θεολόγοι, όπως ο Ηράκλειτος, ο Παρμενίδης– αλλά και οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης είναι οι κοινωνοί μιας άλλης πραγματικότητας, είτε λέγεται «σπερματικός λόγος», είτε «φωνή Θεού», είτε «υπέρτατο Αγαθό», είτε «θείο Όραμα». Αλλά και σε άλλα μήκη και πλάτη της γης (στις Ινδίες, στην Κίνα, στην Περσία) παρουσιάστηκαν πρόσωπα που έφερναν φωτεινά μηνύματα από τον Ουρανό, έστω ανολοκλήρωτα. Η θεία περιοχή δεν έπαψε ποτέ να στέλνει σήματα και σημάδια, να στέλνει αυτό που λέει το Ευαγγέλιο «σημεία των καιρών», και υπάρχουν πάντα άνθρωποι που μπορούν να τα αναγνωρίσουν. Στην εποχή μας μοιάζει ο Ουρανός πιο κλειστός από άλλες εποχές. Οι άνθρωποι κατακλύζονται από τις επίγειες πραγματικότητες σε βαθμό κακουργήματος, ειδωλοποιούν τα πάντα και δεν αφήνουν, έστω μια στιγμή, να ανοίξει η καρδιά για να δεχτεί τον θείο σπόρο.

Και, για να τελειώνω με τον Ηράκλειτο, αναφέρω μία ακόμη ρήση του, που λέει ότι, αν και ο Λόγος είναι κοινός, «οι πολλοί ζώουσιν ως ιδίαν έχοντες φρόνησιν», που σημαίνει ότι οι πολλοί δεν έχουν επίγνωση του κοινού αυτού Λόγου και, δεύτερον, δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν ότι κάτι κοινό τους συνδέει όλους, άρα δεν μπορούν να σκεφτούν, να αναζητήσουν ή να υλοποιήσουν διάσταση ενότητας και αληθινής κοινωνίας. Η διατύπωση «ιδία φρόνησις» είναι κάτι σαν ατομικοποιημένη διάνοια, που εκφέρει κρίση ανεξαρτήτως αναφοράς στον Κοινό Λόγο. Πράγμα που επιτρέπει στον καθένα να κάνει του κεφαλιού του και αυτό να το θεωρεί ελευθερία ή αυτεξουσιότητα.

Παρμενίδης: Άφησε ένα ποίημα, που είναι και φιλοσοφία και θεολογία, με τίτλο Περί φύσεως. Και μιλάει για τις δύο οδούς που του αποκάλυψε η θεά. Προσωπικά, πιστεύω –όπως εξάλλου έχει πει περίπου ο φιλόσοφος και μάρτυρας Ιουστίνος (1ος-2ος αι. μ.Χ.)– ότι, προχριστιανικά, και δη αρχαιοελληνικά, υπάρχουν μικρές αποκαλύψεις –εκείνος τις λέει «σπερματικό λόγο»– και μία από αυτές είναι στον Παρμενίδη. Οι δύο οδοί λοιπόν είναι «η οδός της αλήθειας» και «η οδός της δοξασίας».

Μα, σε σχέση με τους δύο δρόμους, της «αλήθειας» και της «δοξασίας», έχω να επισημάνω και κάτι ακόμη: ότι αυτό που αποκαλύπτεται στον Παρμενίδη, αποκαλύπτεται κατά κάποιον τρόπο και στον Ηράκλειτο, ειδικά στη ρήση που ανέφερα προηγουμένως. Το ένα: «Αν και ο λόγος είναι κοινός, ζουν οι πολλοί σαν να είχαν δική τους νόηση» (λέει «ιδίαν φρόνησιν»). Αυτό λοιπόν το «ιδίαν φρόνησιν» ή «η δική τους ατομική νόηση» αντιστοιχεί στην οδό της δοξασίας, που είπε ο Παρμενίδης. Ενώ η διατύπωση «κοινός λόγος» αφορά στην οδό της αλήθειας.

Για να συνδέσω τα παραπάνω με τους Σωκράτη-Πλάτωνα, παραθέτω το απόσπασμα από την Πολιτεία (μιλά ο Σωκράτης για τη σχέση ψυχής και παιδείας, στον αντίποδα των Σοφιστών):
«Απεναντίας, η τωρινή διερεύνησή μας δείχνει αυτή τη δύναμη της γνώσης που καθένας έχει μέσα στην ψυχή του, κι επίσης το εργαλείο με το οποίο καθένας φθάνει στη μάθηση. Όπως ακριβώς αν δεν υπήρχε άλλος τρόπος να στρέψει κανείς τα μάτια του από το σκοτάδι στο φως παρά μόνο στρέφοντας ολόκληρο το σώμα (εννοεί τους δεσμώτες του σπηλαίου), έτσι πρέπει να στραφεί με ολόκληρη την ψυχή από την περιοχή του γίγνεσθαι προς την άλλη πλευρά, ώσπου να γίνει ικανή η ψυχή να αντέχει να αντικρίζει το ον και το πιο φωτεινό από το ον∙ και ισχυριζόμαστε ότι αυτό είναι το Αγαθό. […]».
Εάν αυτό έγινε στην αρχαιότητα μέσα στο πνεύμα των αρχαίων τραγικών ή των ανθρώπων που αποκλήθηκαν φιλό-σοφοι αλλά ήταν ταυτόχρονα ποιητές και θεολόγοι, αργότερα, μέσα από τον λεγόμενο βυζαντινό πολιτισμό και την προηγηθείσα Ενανθρώπηση του Λόγου, αυτές οι θείες καταβολές των αρχαίων περνούν, φιλτράρονται, εκχριστιανίζονται και αποκτούν τις πιο αληθινές και σαρκωμένες διαστάσεις τους.

Παραδείγματα: Το απόσπασμα του Γρηγορίου Νύσσης που μεθερμηνεύει ο Ευδοκίμωφ με τούτα τα λόγια:

 «Η σοφία του Θεού έχει περιορίσει όλα τα υπάρχοντα πράγματα στα δικά τους μέτρα, δίνοντας στο καθένα από αυτά το δικό του ρυθμό σε συμφωνία με την αρμονία ολόκληρου του σύμπαντος∙ αν τα όντα υπερβούν τα μέτρα αυτά, χάνονται».

Και το απόσπασμα του αγίου Μαξίμου από τα κεφάλαια Περί θεολογίας λέει:

 «Εάν όριο και μέτρο των όντων είναι ο λόγος, ό,τι ξεφεύγει από το όριο αυτό και από το μέτρο αυτός είναι εκτός λόγου και φυσικά παρά-λόγον. Εξίσου παρά-λογον είναι το να υπερβαίνει κανείς το όριο και το μέτρον. Όσοι εκτός ορίου και μέτρου κινούνται, χάνουν τη δυνατότητα κοινωνίας με το όντως Ον».

Με τη δυτικοευρωπαϊκή Αναγέννηση, οι αλήθειες αυτές αποχριστιανίστηκαν, θα έλεγε κανείς, και έγινε προσπάθεια να ξαναβρούν το αρχαίο κάλλος τους σαν ο κόσμος, για να προχωρήσει, να είχε ανάγκη από μια γιγάντια επιστροφή σε αρχαιότερη εποχή και σε αρχαιότερες πηγές. Μα στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθούν οι διαφορές βασικών όρων μεταξύ Ανατολής ή Ελλάδας, και Ορθοδοξίας και Δύσης: λόγος από τη μία, ratio από την άλλη· αλήθεια από τη μία, veritas από την άλλη· φύσις από τη μία, natura από την άλλη· ενέργεια από τη μία, actus από την άλλη.

Συμπληρωματικά, για μια γενικότερη εποπτεία νοημάτων και σημασιών, μας χρειάζονται τα παρακάτω αποσπάσματα:

«Ο ινδοευρωπαϊκός τύπος var έδωσε στις σλαβικές γλώσσες τη λέξη βέρα, που σημαίνει πίστη, όχι αλήθεια. Για τη λατινική γλώσσα, αντίθετα, η veritas (verité, verita), με τη νομική, τη φιλοσοφική, την επιστημονική της σημασία, δηλώνει πάντοτε μια βεβαιότητα, μια πραγματικότητα που εμπίπτει στη λογική μας. Ανάλογο φαινόμενο και με τη λέξη sacrament: στη Δύση, παραπέμπει στη θρησκευτική ιεραρχία, που μόνη αυτή μπορεί να προσδώσει στο σημαινόμενό της τον ιερό του χαρακτήρα. Για την Ανατολική Εκκλησία, το ίδιο πράγμα είναι πρωτίστως “μυστήριο”, “κάτι που ξεπερνά τις αισθήσεις μας και πηγάζει από ψηλά”, κατευθείαν από τον Θεό»

Αυτές εδώ οι παρερμηνείες ή διαστρεβλώσεις νοημάτων και σημασιών γεννούν έναν άλλο κόσμο και έναν άλλο πολιτισμό. Το βλέπουμε ακόμη καλύτερα και στο ακόλουθο απόσπασμα ορθόδοξου ιεράρχη:

«Σε ένα καθαρώς θεραπευτικό και διορθωτικό μυστήριο όπως η μετάνοια-εξομολόγηση εισάγεται εμμέσως, χωρίς κακή πρόθεση, μια απαράδεκτη έννοια ποινής (poena = ποινή), τιμωρίας. Αυτό δίνει αργότερα στους Διαμαρτυρόμενους ένα ισχυρό επιχείρημα, ώστε να κλονίσουν την εξαγιαστική θέση του μυστηρίου και να το αρνηθούν. Εφ’ όσον τους ήταν απαράδεκτη οποιαδήποτε επιβολή εξιλαστηρίων έργων από τον εξομολόγο ως ποινή, οδηγήθηκαν να δώσουν έμφαση στην πίστη και μόνο. Από την άλλη μεριά, η ατυχής και ανεπαρκής απόδοση του μυστηρίου της ιερωσύνης, κατ’ εξοχήν θεσμού χαρισμάτων και προερχομένου από την επιφοίτηση του αγίου Πνεύματος, με τον όρο ministerium παραπληροφορεί και εκθέτει στον κίνδυνο να παρανοηθεί η πραγματική έννοια, εφ’ όσον το ισοπεδώνει, το θέτει στην ίδια μοίρα με λειτουργήματα διοικητικά του νομικού κόσμου».
Εδραιώθηκε έτσι ένα είδος παντοδυναμίας του ανθρώπου, που το επεξεργάστηκε ο Διαφωτισμός, προωθώντας ταυτόχρονα ένα αντιχριστιανικό και αντικληρικαλιστικό πνεύμα. Δεν έχουμε ακόμη σ’ αυτήν εδώ τη χώρα αξιολογήσει και εκτιμήσει τις επιπτώσεις που είχε εκεί, στη Δύση, η διαμάχη ανάμεσα σε ρωμαιοκαθολικισμό και προτεσταντισμό. Ούτε το γεγονός ότι εμείς απουσιάζαμε από αυτή τη διαμάχη. Ωστόσο, οι επιπτώσεις, όπως και το όλο διαφωτιστικό πνεύμα, απλώθηκαν παντού και επηρέασαν και τα ορθόδοξα περιβάλλοντα ποικιλοτρόπως. Και στην εξέλιξή της, η δυτική κοινωνία σιγά σιγά άφησε πίσω της και χριστιανικά ιδεώδη και ιδανικά και πανανθρώπινες αλήθειες και βαθύτερες πνευματικές αναζητήσεις, και με στήριγμα τη ratio οδήγησε στο σημερινό πνεύμα που λέγεται Οικονομία της Αγοράς ή Παγκοσμιοποίηση ή Τεχνοκρατική Μονομέρεια. Ο κόσμος –εκεί που έφτασε σήμερα– δεν μπορεί να συνεχίσει παρά πλησιάζοντας ολοένα το βάραθρο της αβύσσου. Όταν θεωρείται εξέλιξη και πρόοδος η ύπαρξη ή κατασκευή πυρηνικών όπλων που μπορούν για πρώτη φορά να καταστρέψουν τον πλανήτη, δεν μπορεί κανένας να μιλά για «ανώτερο πολιτισμό» (όπως ισχυρίζεται ο δυτικός) ούτε για ξεπέρασμα των κρίσεων και των αδιεξόδων των σύγχρονων κοινωνιών. Ξεπέρασμα των κρίσεων και των αδιεξόδων δεν είναι δυνατόν να νοείται μονάχα οικονομικά, και όλα να κρέμονται από αποφάσεις μεγιστάνων της οικονομίας, αλλά –κανονικά– νοείται η ανύψωση των ανθρώπων σε επίπεδο ιδανικών και σε ανάπτυξη ήθους που να καλλιεργεί συμφιλίωση των λαών, σταθερή αυτογνωσία και υπέρβαση εαυτού.
Έχει διατυπωθεί –και όχι μονάχα μία φορά– ότι ο δυτικός πολιτισμός συνδέεται πολύ περισσότερο με τη δράση και με το χρήμα απ’ ό,τι ο ανατολικός βυζαντινός χριστιανικός. Ποιητές όπως ο Πόε, ο Μπωντλαίρ, ο Πάουντ, ο Σέλλεϋ, ο Έλιοτ, ο Χαίλντερλιν, ο Ρίλκε, ο Νοβάλις, ο Τρακλ βρίσκονται στους αντίποδες ενός πολιτισμού που κυνηγά την ευτυχία ή την ευζωία μέσα από το χρήμα και τον πλουτισμό, δεν πιστεύουν ότι ο άνθρωπος κερδίζει ως οντότητα, ως ύπαρξη θεοδημιουργημένη, βγάζοντας λεφτά και δουλεύοντας ασταμάτητα. Εξ ου και η απολύτως απρόσμενη φράση του Μπωντλαίρ (λογαριάστε πότε τη γράφει: το χίλια οκτακόσια τόσο…) «η ανάπτυξη του πολιτισμού δεν συνίσταται στο αεριόφως και στον εξηλεκτρισμό αλλά στην ελάττωση των ιχνών του προπατορικού αμαρτήματος». Μα και η άλλη: «Γιατί αληθινά, Κύριε, η καλύτερη μαρτυρία / που μπορούμε να δώσουμε για τον αυτοσεβασμό μας / είναι αυτός ο αψύς λυγμός που κυλά από γενιά σε γενιά / κι έρχεται να σβήσει στην όχθη της αιωνιότητάς Σου!».

Ο πολιτισμός δεν είναι μονόπλευρη ανάπτυξη της τεχνικής, που τείνει να πνίξει τον άνθρωπο και να τον παραμορφώσει, καλωδιώνοντάς τον ή τοποθετώντας στο σώμα του εμφυτεύματα, αλλά είναι η κορύφωση της υπαρξιακής αυτογνωσίας και η σε απόλυτο βαθμό, ει δυνατόν, βίωση του μυστηρίου της Αγάπης, όπως συμπυκνώνεται και εκπέμπεται από Αυτόν που θυσιάζεται στον σταυρό χάριν των ανθρώπων. Πρόκειται για την υπέρτατη θυσία, που στέκει στη μέση της Ιστορίας ως θεανθρωπία, που νικάει τον θάνατο και οικειώνει τον άνθρωπο με την αιωνιότητα και τη Βασιλεία των Ουρανών.

Πού βρισκόμαστε εμείς οι Έλληνες σήμερα σε σχέση με αυτόν τον Λόγο; Αυτό είναι το ερώτημα που έχουμε να διερευνήσουμε και να απαντήσουμε.

*Στον εμβληματικό τόπο της Αρχαίας Ολυμπίας, το Τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Πανεπιστημίου Αθηνών και ο Δήμος Αρχαίας Ολυμπίας, με την υποστήριξη του Δήμου Πύργου, διοργάνωσαν το Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2023 μία Ημερίδα – Κάλεσμα για τον ελληνικό Πολιτισμό ως τρόπου της Ανθρωπιάς, ευελπιστώντας να εξελιχθεί σε έναν διεθνή θεσμό, τα «Ολύμπια». Δημοσιεύουμε εδώ το μεγαλύτερο μέρος των εισηγήσεων της ημερίδας, συμβάλλοντας έτσι στον δημόσιο διάλογο που επιχειρούν να πυροδοτήσουν οι διοργανωτές του θεσμού αυτού.

ΠΗΓΗ:https://ardin-rixi.gr/archives/267761
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.