29 Ιουνίου 2025

ΛΟΥΙΤΖΙ ΠΙΡΑΝΤΕΛΛΟ

Του Κώστα Χατζηαντωνίου 

Μια νύχτα σαν κι αυτήν (28 Ιουνίου 1867), έπεφτε σαν πυγολαμπίδα κάτω από ένα μεγάλο μοναχικό πεύκο (δική του η παρομοίωση), στο Χάος του Αγκριτζέντο, σε μια περιοχή γεμάτη σαρακηνές ελιές, που προβάλλει στις άκρες ενός οροπεδίου με γαλάζια άργιλο, προς την αφρικανική θάλασσα, ο Λουίτζι Πιραντέλλο. Με την έκπληξη που νιώθει όποιος βρίσκεται πεταμένος καταγής, μόνος στο σκοτάδι ενός έρημου σιδηροδρομικού σταθμού (δική του κι αυτή η ιδέα), ο μέγας Ακραγαντίνος πάσχισε με τη ζωή και το έργο του να βρει νόημα σε αυτή την πτώση που όσο κι αν είναι πτώση για όλους, άλλο τόσο είναι και κλήση.

Από την τεράστια βιβλιογραφία του Λουίτζι Πιραντέλλο, επιλέγω εδώ να μιλήσω για τρία διηγήματά του, σύντομα (ούτε ένα τυπογραφικό έκαστο) που διαβάζονται με μια ανάσα αλλά, αν είσαι άνθρωπος που νιώθει τον κόσμο του μεγάλου Σικελού, σου κόβουν τη ζωή στα δύο. Εκδόθηκαν σχετικώς πρόσφατα από το Manifesto και νομίζω πως τόσο αρμονικά συλλειτουργούν, που θα μπορούσαν να είναι και ένα έξοχο σενάριο σπονδυλωτής κινηματογραφικής ταινίας, εφάμιλλο των τεσσάρων ιστοριών που έντυσαν το περίφημο "Χάος".

Ένας ηττημένος, γερασμένος πριν την ώρα του υπάλληλος που εκρήγνυται όταν το τρένο μιας φανταστικής ζωής σφυρίζει καλώντας τον σε ένα ονειρικό ταξίδι, πριν στη συνέχεια επιστρέψει στον καθημερινό του θάνατο, είναι ο πρωταγωνιστής του πρώτου διηγήματος ("Το τρένο σφύριξε" - "Il treno ha fischiato").

Ένας γάμος από ανάγκη και με μεγάλη διαφορά  ηλικίας είναι το θέμα του δεύτερου διηγήματος ("Πρώτη νύχτα" - "Prima Notte"), όπου η αλήθεια και η εντιμότητα των πρωταγωνιστών καιροφυλακτεί και λάμπει την πρώτη κιόλας νύχτα αυτού του γάμου: όταν η νεαρή Μαρία Στέλλα διακρίνει στο κοιμητήριο ένα φέγγος, ο δον Λουίτζι δέχεται ευθύς να πάνε εκεί, αυτός για να κλάψει στον τάφο της πρώτης του γυναίκας κι εκείνη του πατέρα της που την άφησε μόνη σε ένα κόσμο απάνθρωπο.

Κι έτσι, με θέα το κοιμητήριο, γλιστράμε στο τρίτο διήγημα που μοιάζει επιλεγμένο θαρρείς για να ολοκληρώνει την ευφυή αυτή άτυπη τριλογία. Το τρίτο διήγημα έχει ένα αγαπημένο του Πιραντέλο θέμα: την αυτοπαρατήρηση ενός μελλοθάνατου ή ενός νεκρού. 

Στο διήγημα "Από μόνος του" ("Da sé"), ο Ματέο Σινάγκρα, αποφασισμένος να απαλλαγεί εκουσίως από μια ζωή δίχως νόημα, για να μην επιβαρύνει τους συγγενείς του με τα έξοδα κηδείας, πηγαίνει νηφάλιος στο νεκροταφείο για να πάρει "από μόνος του" τη θέση που σε κάθε νεκρό, ζώντα ή πεθαμένο, ανήκει. Ελεύθερος πρώτη φορά, ο Σινάγκρα εισπνέει το προνόμιο που κανείς τύποις ζωντανός ή νεκρός δεν έχει: γνωρίζει, στον δρόμο προς το κοιμητήριο, μια μέρα γαλήνης, μια μέρα της αιωνιότητας.

Τρία κομψοτεχνήματα, μεταφραστικής δεξιοτεχνίας και εκφραστικής δύναμης από τον Θοδωρή Παντούλα, που ενσωματώνει ιδανικά στον ελληνικό γλωσσικό ουρανό τα αξεπέραστα πιραντελλικά σχήματα. Απάγκιο στους άγριους καιρούς μας και παρηγοριά αυτή η λογοτεχνία κι αυτή η εκδοτική. Κι ας έχουν πικρό δίκιο οι Σιτσιλιάνες γερόντισσες που λένε πως, "Εκατό λίρες μελαγχολίας δεν πληρώνουν το χρέος μιας δεκάρας".


ΠΗΓΗ: https://www.facebook.com/share/p/16YXbpTafZ/
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.