Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2019

Η διαμόρφωση της σκέψης του Ιωάννη Καποδίστρια

Αποτέλεσμα εικόνας για Ιωάννη Καποδίστρια
Του Γιώργου Καραμπελιά από τον νέο Λόγιο Ερμή τ. 12 
Τα πρώτα χρόνια
Ο Ιωάννης Καποδίστριας γεννήθηκε στην Κέρκυρα, στις 10 Φεβρουαρίου 1776, δευτερότοκο παιδί του δικηγόρου Αντωνίου-Μαρία Καποδίστρια και της Διαμαντίνας Γονέμη, κυπριακής καταγωγής, που είχαν ακόμα δύο αγόρια, τον Βιάρο και τον Ιωάννη-Αυγουστίνο, και τρία κορίτσια. Οι Καποδίστριες, που πιθανώς κατάγονταν από την Ίστρια της Αδριατικής (Capo d’Istria), έφεραν τον τίτλο του κόμη, που τους είχε απονείμει ο δούκας της Σαβοΐας, Κάρολος Εμμανουήλ Β΄, το 1689.
Ο Ιωάννης φοίτησε αρχικώς στο μοναστήρι της Αγίας Ιουστίνης, όπου έμαθε λατινικά, ιταλικά και γαλλικά ενώ εν συνεχεία, το 1794-1797, σπούδασε ιατρική και χειρουργική στην Πάδοβα· εκεί παρακολούθησε και μαθήματα φιλοσοφίας, αναφέρεται δε ότι μελέτησε τον Λοκ (Locke) και τον Κοντιγιάκ (Cοndillac) (1). Σύμφωνα με τον Δημήτριο Αρλιώτη, η επιλογή του να σπουδάσει ιατρική –και όχι νομικά όπως οι γόνοι των ευγενών της Κέρκυρας–, την οποία στη συνέχεια ασκούσε δωρεάν προς χάρη των ξωμάχων και των φτωχών, αποτελεί μια πρώιμη απόδειξη της μέριμνάς του για τον λαό και της αδιαφορίας του για τα χρήματα (2).
Όσο βρισκόταν ακόμα στην Πάδοβα, τα στρατεύματα του Βοναπάρτη εισέβαλαν στην Ιταλία, κατήργησαν τη Γαληνοτάτη Δημοκρατία και κατέλαβαν την Κέρκυρα, όπου ο νεαρός κόμης επέστρεψε και ασκούσε αμισθί την ιατρική· όμως, επειδή μέλη της οικογένειας Καποδίστρια συμμετείχαν σε αντιγαλλικές κινήσεις, το 1798, οι Γάλλοι τους συνέλαβαν, τους φυλάκισαν και καταδίκασαν τον γενάρχη, Αντώνιο, σε θάνατο. Ωστόσο, η γαλλική φρουρά, το 1799, συνθηκολόγησε και ο Ιωάννης διορίστηκε αρχίατρος του στρατιωτικού νοσοκομείου, που δημιουργήθηκε στην Κέρκυρα, ενώ συγκαταλεγόταν στους ιδρυτές της «Εταιρείας των Φίλων» και της «Εθνικής Ιατρικής Εταιρείας».
Όταν, το 1800, ιδρύθηκε η Δημοκρατία της Επτανήσου Πολιτείας, ο Αντώνιος ορίστηκε πρώτος Πρόεδρος της Γερουσίας, όμως, λόγω κωλύματός του, αντικαταστάθηκε από τον δευτερότοκο γιο του, ο οποίος πολύ σύντομα ενεπλάκη στη διακυβέρνηση της Επτανήσου Πολιτείας· παρενέβη κατευναστικά και κάποτε κατασταλτικά στις εσωτερικές κοινωνικές αντιθέσεις και δύο φορές, το 1800 και το 1802, απεστάλη στην Κεφαλονιά για να αποκαταστήσει την τάξη. Τον Απρίλιο του 1803, διορίστηκε «γραμματέας» των εξωτερικών υποθέσεων, εγκαινιάζοντας έτσι την ενασχόλησή του με τη διπλωματία, το δε 1805 συμμετείχε στη 10μελή επιτροπή η οποία ανέλαβε να συντάξει έκθεση με τις διατάξεις του Συντάγματος που θα έπρεπε να αναθεωρηθούν.
Στις εκλογές του 1806, ο τριαντάχρονος πλέον πολιτικός εξελέγη και εν συνεχεία χρημάτισε γραμματέας της Γερουσίας και εισηγητής της επιτροπής του νέου Συντάγματος, και παρότι διαφώνησε με τον πληρεξούσιο της Ρωσίας, κόμη Μοτσενίγο, οι προτάσεις του οποίου οδηγούσαν σε αναίρεση και των τελευταίων φιλελεύθερων διατάξεων υποχώρησε και εισηγήθηκε την ψήφιση του νέου Συντάγματος. Το Σύνταγμα παραχωρούσε τα Επτάνησα στην απόλυτη διάκριση του Τσάρου, γεγονός που επέτρεψε στη συνέχεια την παραχώρησή τους στον Ναπολέοντα και εν συνεχεία στους Εγγλέζους, χωρίς ποτέ να ρωτηθεί ο λαός.
Ο Καποδίστριας, ήδη σε νεαρή ηλικία, μεταξύ εικοσιπέντε και τριάντα χρόνων, κατέδειξε τις μεγάλες του πολιτικές ικανότητες και κατέστη σύντομα η δεύτερη πολιτική προσωπικότητα της Επτανήσου Πολιτείας. Παράλληλα όμως κατέδειξε και τα όρια και την ιδιοπροσωπία του πολιτικού του δαιμονίου: ο νεαρός κόμης δεν υπήρξε επαναστάτης, υπήρξε πάντοτε θεσμικός πολιτικός, χωρίς όμως να συνταχθεί με τους «αντιδραστικούς». Από τις σπουδές του, τη μέριμνά του για τις λαϊκές τάξεις, την αδιαφορία του για τη συσσώρευση πλούτου και τη συμπάθειά του για τους Έλληνες κλεφταρματολούς, έρεπε προς τη δημοκρατία· από την καταγωγή του όμως και τις συνάφειές του με τους ευγενείς και τη ρωσική διοίκηση, ήταν υποχρεωμένος να ανέχεται αντιδημοκρατικές και απολυταρχικές επιλογές, έστω και κάποτε παρά τη θέλησή του.

Η σύναξη της Λευκάδας
Η πρώτη εμφάνισή του στο ιστορικό προσκήνιο, ως ηγέτης όλων των Ελλήνων, θα πραγματοποιηθεί στην επαναστατική σύναξη της Λευκάδας, το 1807. Πρωταγωνιστές, οι Έλληνες, υπό τον Καποδίστρια και τον Κατσαντώνη, και οι Τούρκοι, υπό τον Αλή, σε συμμαχία με τους Γάλλους.
Είχε ήδη αρχίσει ο νέος ρωσο-τουρκικός πόλεμος (1806-1812). Έτσι, όταν «ο Αλής ο Τεπελενλής… άγων δισμυρίους Αλβανούς» (3) άρχισε, τον χειμώνα του 1807, την περικύκλωση της Λευκάδας, η διοίκηση της Πολιτείας έστειλε τον Ιωάννη Καποδίστρια να οργανώσει την άμυνα του νησιού. Επικεφαλής των τουρκικών δυνάμεων βρισκόταν ο Βελή πασάς, με πάνω από 11.000 στρατό, 18 μεγάλα πυροβόλα και Γάλλους τεχνικούς και πυροβολητές, ενώ ο Καποδίστριας αποβιβάστηκε στη Λευκάδα, στις 27 Μαΐου 1807, μαζί με τον μητροπολίτη Ιγνάτιο, ένα σώμα Σουλιωτών, υπό τον Περραιβό, και 300 Ρώσους στρατιώτες· αρχιστράτηγος ορίστηκε ο Έλληνας αντιστράτηγος του ρωσικού στρατού, Εμμ. Παπαδόπουλος.
Μία από τις πρώτες ενέργειες του νεαρού ηγέτη ήταν να απευθύνει έκκληση για βοήθεια στους οπλαρχηγούς της Ηπείρου και της Αιτωλοακαρνανίας. Στο κάλεσμά του θα ανταποκριθούν ο Βλαχάβας, ο Καραΐσκος, ο Νικοτσάρας, ο Αναγνωσταράς, ο Βαρνακιώτης, κ.ά. Επικεφαλής των Σουλιωτών ήταν ο «συνετός και ανδρείος» Κίτσος Μπότσαρης, ο Φώτος Τζαβέλας, ο Νότης Μπότσαρης κ.ά.
Ο Κατσαντώνης, που θα τεθεί επικεφαλής των κλεφταρματολών, θα φτάσει μετά από συνεχείς μάχες με τους Τούρκους (στο μοναστήρι της Τατάρνας, χάθηκε σε μια μάχη ο καπετάν Δίπλας) (4), ενώ ο Κολοκοτρώνης συμμετείχε ενεργά στην κινητοποίηση με το σκάφος του, που ανήκε στη ναυτική δύναμη της Επτανήσου Πολιτείας, αλλά ήλθε σε πρόσκαιρη αντιπαράθεση με τον Καποδίστρια, εξαιτίας κάποιων πειρατικών ενεργειών του. Στις 30 Ιουνίου 1807, συγκεντρώθηκαν όλοι σε μια ιστορική σύναξη, μαζί με τον Καποδίστρια, τον Ιγνάτιο, τον Λευκάδας Παρθένιο και τον Παπαδόπουλο, στην ακτή του Μαγεμένου, στη Νικιάνα Λευκάδας. Γράφει σχετικά ο Βαλαωρίτης:
Αλλά το μεγαλήτερον, το θαυμαστώτερον, το ελληνικώτερον κατόρθωμα του αειμνήστου Καποδιστρίου υπήρξεν η εν Λευκάδι συγκέντρωσις όλων των ενδοξωτέρων Καπετανάτων της Ρούμελης προς υπεράσπισιν της κινδυνευούσης Λευκάδος, και ο αδελφικός σύνδεσμος, όστις προέκυψεν εκ της συγκεντρώσεως ταύτης μεταξύ των σημαντικωτέρων οπλαρχηγών. Οι Κλέφται μετεμορφώθησαν εις Κλεφτουριάν, δηλαδή απέβαλον την ιδέαν της ατομικής και κεχωρισμένης κατά των εχθρών αντιδράσεως και συνησπίσθησαν και συνετάχθησαν υπό την αρχηγίαν του Κατζαντώνη εις στρατόν εθνικόν, εν και μόνον έχοντα σύνθημα, άσπονδον κατά των τυράννων της πατρίδος πόλεμον.[ ] Επί κεφαλής της τραπέζης εκάθισεν ο Καποδίστριας, εγερθείς δε πριν ή αποχωρισθώσιν, προέπιεν υπέρ της ανεξαρτησίας της ελληνικής φυλής. Επί τη προπόσει ταύτη οι γενναίοι της ελληνικής τιμής πρόμαχοι σύραντες τα ξίφη ώμοσαν ν’ αποθάνωσι μαχόμενοι υπέρ Πίστεως και Πατρίδος (5).
Ωστόσο, η σύγκρουση δεν θα λάβει χώρα και ο Αλής θα εγκαταλείψει τα σχέδιά του για κατάληψη της Λευκάδας· εξάλλου, με τη Συνθήκη του Τιλσίτ, στις 7 Ιουλίου, τα Επτάνησα θα εκχωρηθούν στη σύμμαχό του, Γαλλία. Αυτή η συγκέντρωση, υπό την ηγεσία του Καποδίστρια, κατά την κομβική στιγμή του μετασχηματισμού των κλεφταρματολών σε «ένοπλες δυνάμεις» του ελληνισμού–, προανήγγειλε τη συμμετοχή τους στην επερχόμενη Επανάσταση, επισφραγίζοντας και την ιδιαίτερη σχέση του Καποδίστρια μαζί τους. Σύμφωνα με τον Γουντχάουζ (6), οι λίγοι μήνες που έμεινε ο Καποδίστριας στη Λευκάδα και όλες οι προετοιμασίες που έγιναν για την αντιμετώπιση του Αλή πασά και των Γάλλων –οχυρωματικά έργα, εκγύμναση εντοπίων–, σε συνεργασία με τις ένοπλες δυνάμεις του γένους, μετέβαλαν οριστικά την οπτική του προς μια πανεθνική απελευθερωτική κατεύθυνση.
Μια ταξική ακτινογραφία του ελληνισμού
Ο Καποδίστριας αρνήθηκε τις προτάσεις συνεργασίας των Γάλλων, οι οποίοι κατέλαβαν τα Επτάνησα, κατήργησαν την Επτάνησο Πολιτεία και την προσάρτησαν στη γαλλική Αυτοκρατορία. Οι δεκαοκτώ μήνες που παρέμεινε στην Κέρκυρα, μετά τη μεταβίβαση της εξουσίας, τον έπεισαν οριστικά για την αδυναμία συνεργασίας τόσο με τους Γάλλους όσο και με τους Άγγλους, που εποφθαλμιούσαν τα Επτάνησα και θεωρούσαν τους Έλληνες ανταγωνιστές τους στη Μεσόγειο. Η Άρκτος ήταν η μόνη, μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ευνοϊκά τα ελληνικά αιτήματα, ενώ προωθούσε και τα εμπορικά συμφέροντα των Ελλήνων στη Μαύρη Θάλασσα και τη Μεσόγειο – εξάλλου την ίδια εποχή βρισκόταν εκ νέου σε πόλεμο με την Τουρκία. Έτσι, επέλεξε οριστικά το στρατόπεδό του και, τον Ιανουάριο του 1809, μετέβη στην Αγία Πετρούπολη: αρχικά επιτετραμμένος στο υπουργείο Εξωτερικών, εν συνεχεία ακόλουθος στη ρωσική πρεσβεία της Βιέννης, και πολιτικός σύνδεσμος της στρατιάς του Δούναβη, στο Βουκουρέστι.
Αν και γνωρίζουμε πλέον μάλλον επαρκώς τη ζωή και τη δράση του (7), εντούτοις, γύρω από την ιδεολογική συγκρότηση και τις πεποιθήσεις του, έχουν αναπτυχθεί έντονες ιδεολογικές διαμάχες που έχουν μάλλον συσκοτίσει παρά φωτίσει την ιδεολογική του φυσιογνωμία. Ιδιαίτερα στην παλαιότερη ιστοριογραφία της Αριστεράς, ο Καποδίστριας αντιμετωπίζεται ως ένας «αντιδραστικός» υπουργός του Τσάρου και «αυταρχικός» κυβερνήτης του ελληνικού κράτους. Και αυτή η παράδοση ίσως έχει ως αφετηρία τον Κοραή, ο οποίος, από την αρχική, φιλική στάση του όταν ανεδείχθη σε κυβερνήτη, θα στραφεί βίαια εναντίον του (8). Ο Κρις Γουντχάουζ περιγράφει πως το αρχικό ενδιαφέρον του για τον Καποδίστρια, που τον οδήγησε αργότερα και στη συγγραφή της σχετικής βιογραφίας του, «πυροδοτήθηκε» κατά τη διάρκεια της πορείας του μαζί με τον Ζέρβα και τον Βελουχιώτη προς τον Γοργοπόταμο: «το μόνο πράγμα που θυμάμαι λεπτομερώς» από τα λόγια του Άρη ήταν η εμμονή του στις επιθέσεις του ενάντια στους παλαιότερους κυβερνήτες της σύγχρονης Ελλάδας. Και δύο ονόματα αποτελούσαν κατεξοχήν ανάθεμα γι’ αυτόν. «Οι Γλύξμπουργκ… και ο Καποδίστριας, τον οποίο κατήγγελλε ως έναν αυταρχικό ξένο τύραννο που διέφθειρε τους Έλληνες και στέρησε τον ελληνικό λαό από την ανεξαρτησία για την οποία είχε πολεμήσει» (9). Εξάλλου, γνωρίζουμε τις δριμείες επιθέσεις του Κορδάτου εναντίον του.
Και παρότι η πλειοψηφία των Ελλήνων ιστορικών και δημοσιολόγων αποτιμούν μάλλον θετικά τη δράση και το έργο του, σε αντίθεση με την αρνητική στάση των Δυτικοευρωπαίων, ωστόσο δεν επιμένουν ιδιαίτερα στην ιδεολογική του συγκρότηση και πραγματεύονται κυρίως την πολιτεία του ως του πρώτου κυβερνήτη. Αυτή η συγκρότηση, όμως, αναδεικνύεται ανάγλυφα σε τέσσερα εκτενή κείμενά του (10).
Στο μάλλον εκτενές υπόμνημα για την κατάσταση της Ελλάδας και της Ιλλυρίας, το οποίο έγραψε στη Βιέννη, το 1811, και διαβιβάστηκε στον τσάρο, αποπειράται μια καταγραφή της ελληνικής πραγματικότητας που εκπλήσσει με την ειλικρίνεια και την ευθυκρισία της. Διότι, εάν είναι αναμενόμενη η σημασία την οποία αποδίδει στον ρωσικό παράγοντα, εκπλήσσει η θετική αναφορά του στη γαλλική Επανάσταση, σε υπόμνημα που απευθύνεται προς έναν Ρώσο τσάρο, έστω και αν αυτός είχε τη φήμη του φιλελευθέρου:
Πριν από τον πόλεμο του 1769, ο ελληνικός λαός ήταν τσακισμένος από τη μιζέρια και την άγνοια.[…] Η δυναμική φωνή της αυτοκράτειρας Αικατερίνης Β΄, εμψύχωσε με νέα ζωή τις ωραίες περιοχές της Ελλάδας και ενέπνευσε στους Έλληνες το ευγενικό αίσθημα να εκτιμήσουν όπως πρέπει τους προγόνους τους. […] Από τότε άρχισε η ηθική αναγέννηση αυτού του λαού. […] Η Γαλλική Επανάσταση και τα εξαιρετικά γεγονότα που άλλαξαν την όψη και τις σχέσεις των ευρωπαϊκών κρατών, η παρακμή της Τουρκικής Αυτοκρατορίας και η προτεραιότητα που δίνουν μερικές Δυνάμεις για την τύχη των υπολοίπων αυτής της αυτοκρατορίας, όλα αυτά και ένα πλήθος άλλα, κάνουν τους Έλληνες να αισθάνονται ότι σε λίγο η τύχη τους θ’ αλλάξει κι ότι μια μέρα θα μπορέσουν ν’ αποκτήσουν δική τους πατρίδα.
Η Ρωσία διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα σε σχέση με τις δυτικές δυνάμεις και δεν θα πρέπει να την προλάβουν:
Ο λαός αυτός φαίνεται άξιος της προσοχής της αυτοκρατορικής σας κυβέρνησης. Η Αγγλία και η Γαλλία ενδιαφέρονται για το θέμα αυτό. Κάνουν θυσίες για να λύσουν ευνοϊκά γι’ αυτές το πρόβλημα. Η Ρωσία χρειάζεται απλώς να διατηρήσει την ευεργετική της επιρροή.
Η υπηρεσία του στη ρωσική διοίκηση θα έπρεπε να εξυπηρετεί ταυτόχρονα και τα συμφέροντα της Ελλάδας. Αυτή η υπόμνηση προσελάμβανε και το νόημα μιας έμμεσης προειδοποίησης· θα συνέχιζε να υπηρετεί τη ρωσική κυβέρνηση αν τα συμφέροντά της συνέπιπταν με αυτά της πατρίδας του – γι’ αυτό και αποχώρησε το 1822 από την υπηρεσία του τσάρου:
Τα στοιχεία, που συγκεντρώθηκαν με προσοχή, [ ] τολμώ να τα υποβάλλω στη φωτισμένη κρίση της Μεγαλειότητάς σας, με σκοπό να εκπληρώσω, από τη μία το καθήκον του πιστού υπηρέτη της Ρωσίας και από την άλλη το καθήκον του πολίτη, που είναι προσδεμένος σταθερά στην τίμια υπόθεση της πατρίδας του.
Ακολουθεί ένα περιεκτικό και εύστοχο μνημόνιο, που έπεισε τον Αυτοκράτορα για τη σοβαρότητα και τις γνώσεις του, ήδη έμπειρου από τη θητεία του στα Επτάνησα, διπλωμάτη: «Οι Έλληνες στην Τουρκία αποτελούν πληθυσμό εννέα εκατομμυρίων», διηρημένο σε τέσσερεις τάξεις, τους «ιδιοκτήτες και τους ευγενείς· τον κλήρο και τους επιστήμονες, τους εμπόρους και τους ναυτικούς και τους εργαζόμενους κάθε κατηγορίας και τους ανθρώπους που δεν ξέρουν άλλη τέχνη πέρα από τα άρματα». Η «ταξική ανάλυσή» του αγγίζει μάλιστα ορισμένα άγνωστα σημεία, όπως το ξερίζωμα των τελευταίων Ελλήνων μεγαλοϊδιοκτητών μετά τα Ορλωφικά: «Σχεδόν όλοι οι Έλληνες στην Τουρκία είναι μικροϊδιοκτήτες γης. Σχεδόν κανένας δεν έχει μεγάλη περιουσία», διότι, «πριν από τον πρώτο Ρωσικό πόλεμο, υπήρχαν στο Μοριά και στις οθωμανικές επαρχίες της Μ. Θάλασσας μεγαλοϊδιοκτήτες, που η περιουσία τους ήταν πολύ σημαντική». Οι τουρκικές διώξεις υποχρέωσαν πολλούς «να γίνουν δυστυχείς, [ ] και άλλους να εκπατρισθούν αναγκαστικά», η δε έξωσή τους από «τις μεγάλες έγγειες ιδιοκτησίες» τους υποχρέωσε να στραφούν προς το εμπόριο.
Κατά συνέπεια, «η αριστοκρατία έχει μηδενιστεί και διατηρείται ακόμα εκείνη του Φαναριού». Παρότι αριστοκρατικής καταγωγής ο ίδιος, υποστηρίζει πως η «“αριστοκρατία” είναι απλώς ένα κενό όνομα, στείρο, πολλές φορές επικίνδυνο». Μόνον οι Φαναριώτες «προσδίδουν σ’ αυτόν μια πραγματική αξία», εξ αιτίας «της θέσης του Μεγάλου Δραγουμάνου», καθώς και εκείνης «του ηγεμόνα της Μολδαβίας και της Βλαχίας». τους χαρακτηρίζει δε «μορφωμένους», με «φιλότιμο» αλλά «κενόδοξους». Αντίθετα, οι «μικροϊδιοκτήτες» «μισούν τους Τούρκους» που ελπίζουν να ανακτήσουν τη γη τους.
Ως προς τον κλήρο –επηρεασμένος από τον Ιγνάτιο Ουγγροβλαχίας– θεωρεί πως υπέφερε από αμάθεια και «δεισιδαιμονία», την οποία μόλις έχει αρχίσει να ξεπερνά, μετά τον Ευγ. Βούλγαρι και τον Νικ. Θεοτόκη, Κερκυραίους που χρίσθηκαν μητροπολίτες από τη Μ. Αικατερίνη.
Έχει την πεποίθηση πως αποτελεί «ιερή υποχρέωση για τη Σύνοδο, να επιβάλει στους νέους που μπαίνουν στις ανώτερες εκκλησιαστικές τάξεις, να αφήνουν τα ράσα και τα γένια και να ταξιδεύουν στην Ιταλία, τη Γερμανία και τη Γαλλία, με σκοπό να μάθουν σύγχρονες γλώσσες και να καταπιαστούν με τις επιστήμες και τα γράμματα». Συντάσσεται με τη διαφωτιστική πτέρυγα της Εκκλησίας, και προβάλλει ως πρότυπα τους μητροπολίτες «Πρώιο Φιλαδέλφειας (επιθεωρητή των δημόσιων σχολείων)», Διονύσιο Σερρών και Θεόκλητο Σόφιας· αυτοί, αφού «ταξίδεψαν πολύ και με κοσμικό ένδυμα εντάχθηκαν στο πλήθος των μαθητών των πανεπιστημίων της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας», επέστρεψαν «στους κόλπους της εκκλησίας, για να πάρουν το αξίωμα του μητροπολίτη». Αλλά και «ιερείς μιμήθηκαν το παράδειγμά τους: ο Θεόφιλος [Καΐρης] απόθεσε τα ράσα του, πήγε στην Ιταλία και στη Γαλλία, όπου σπούδασε», για να επιστρέψει με «πολλά βιβλία και επιστημονικά όργανα», να ξαναβάλει τα ράσα και να δημιουργήσει «σχολή φιλοσοφίας στη Σμύρνη»· κάτι ανάλογο έπραξε και ο «Βενιαμίν [Λέσβιος], καθηγητής των επιστημών στις Κυδωνίες». Ο Δανιήλ Φιλιππίδης και ο Νεόφυτος Βάμβας, ενώ είχαν «χρηματίσει καθηγητές της φιλολογίας[…], διαπίστωσαν κάποτε με λύπη ότι αγνοούσαν την πραγματική μέθοδο διδασκαλίας» και «αποφάσισαν να γίνουν μαθητές. Απόθεσαν τα ράσα τους και σήμερα βρίσκονται στη Γαλλία». Εισέρχεται έτσι σε ευθεία αντίθεση με τον Αθανάσιο Πάριο (11), που θεωρούσε καταστροφική την επαφή των νέων με την Εσπερία και στηλίτευε ιδιαίτερα όσους ιερωμένους ακολουθούσαν πρακτικές «αποσχηματισμού» κατά τη διάρκεια της αποδημίας τους. Προφανώς ο Καποδίστριας επέκρινε ευθέως τις απόψεις του Παρίου, που στηλίτευαν τον Βενιαμίν, τον Θεόφιλο και τον Πρώιο.
Η σημασία που αποδίδει στο ζήτημα της εκπαίδευσης προσομοιάζει με εκείνη του Κοραή. Επιμένει ιδιαίτερα στην τάξη των λογίων η οποία έχει καταστεί «πολυάριθμη και αξίζει ιδιαίτερης εκτίμησης», απαριθμεί δε ονομαστικά «18 δημόσια σχολεία, κατά το πρότυπο των μικρών Πανεπιστημίων και Λυκείων της Ιταλίας και της Γαλλίας». Ωστόσο, από τον κατάλογό του απουσιάζει μάλλον σκανδαλωδώς η Χίος, που διέθετε την μεγαλύτερη σχολή του ελληνικού κόσμου – προφανώς επειδή ακόμα σχολαρχούσε σε αυτήν ο Πάριος! Στο υπόμνημά του περιλαμβάνονται στοιχεία για τους καθηγητές, το εκπαιδευτικό πρόγραμμα, τις βιβλιοθήκες, τις εκδόσεις και τη χρηματοδότηση των σχολείων· για τους σπουδαστές υποστηρίζει: «μπορώ να υπολογίσω ότι το κάθε σχολείο έχει γύρω στους 200 μαθητές και πρέπει να υπάρχουν συνολικά 3.600 μαθητές το χρόνο.» Παρότι οι επιστήμονες είναι «λίγο εγωιστές, άπληστοι για δόξα, συχνά φτωχοί, και πολλές φορές παθιασμένοι για χρήμα», εν τούτοις είναι «καλοί πατριώτες, επειδή δεν έχουν πατρίδα».
Τους εμπόρους της διασποράς τους εκτιμά γύρω στις 110.000: 90.000 στην Αυστροουγγαρία και «4.000-5.000 ψυχές» στη Ρωσία. «Διαφυλάσσουν την ιδέα για επιστροφή στη χώρα τους», «θεωρούν τους εαυτούς τους ξένους στις χώρες όπου έχουν τις περιουσίες τους», όμως, εξαιτίας του «πάθους του πλούτου», χαρακτηρίζονται από «μειωμένο πατριωτισμό», παρότι «μέρος των ποσών που διατίθενται για τα σχολεία, προέρχονται από τα ταμεία των εμπόρων».
Οι «Έλληνες κατέχουν 5.000 εμπορικά πλοία, κατασκευασμένα στα νησιά του Αρχιπελάγους (Αιγαίου) και σ’ όλη σχεδόν την υπόλοιπη Ελλάδα», στα οποία απασχολούνται «γύρω στους 50.000 ναύτες.» Θεωρεί ακριβή αυτόν τον υπολογισμό, δοθέντος ότι «τα Ιόνια, με τους 280.000 κατ. που είχαν στα χρόνια της Ιόνιας Δημοκρατίας, διέθεταν 500 εμπορικά πλοία» με 5.000 ναύτες, χωρίς να υπολογίζονται τα μικρά σκάφη.
Επιμένει ιδιαίτερα στο γεγονός πως «όλοι οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα έχουν όπλα και είναι σε θέση να τα χρησιμοποιούν με γενναιότητα», ενώ «οι άνθρωποι που είναι γνωστοί ως αρματολοί, μπορούν να υπολογιστούν σε 100.000 ψυχές».
Στο τέλος, εξετάζει τη στάση των Τούρκων και των μεγάλων δυνάμεων: Η στάση των πρώτων έχει αρχίσει να γίνεται ανεκτικότερη από «τις αρχές της βασιλείας του Σελίμ Γ΄», ενώ ένας «Τούρκος ελληνικής καταγωγής, ο Βαλιδέ Κεσκάγια», έπεισε τον σουλτάνο ότι, για «να στερήσει τη Ρωσική Αυτοκρατορία από την αφοσίωση των Ελλήνων», «θα έπρεπε η Τουρκία να τους παραχωρήσει» «όλα όσα τους παραχωρούσε και η Ρωσία». «Κάποιος τολμηρός» μάλιστα, «πρότεινε στην τουρκική κυβέρνηση να δεχτεί τους Έλληνες σε σημαντικές θέσεις της διοίκησης και του στρατού».
Η Γαλλία επιδιώκει να αποσπάσει τους Έλληνες από την επιρροή της Ρωσίας και «τα ταξίδια που έκαναν οι Γκυ, Σουαζέλ-Γκουφιέ, Σονίνι, Ολιβιέ και πολλοί άλλοι Γάλλοι σοφοί, ποτέ δεν ήταν καθαρά φιλολογικά», θεωρεί δε μισθοδοτούμενους από τη Γαλλία τον Κοραή, τον Κοδρικά κ.ά. Πάντως, «το γαλλικό κόμμα δεν μπορεί να αποκτήσει ευρύτητα, μια και ο κλήρος στέκεται πολέμιός του».
Ανάλογο χαρακτήρα έχουν και τα ταξίδια των Εγγλέζων, που προσπαθούν «να πείσουν τους Έλληνες, ότι η Ρωσία» δεν θα «εκδιώξει τους Τούρκους από την Ευρώπη: “Οι Ρώσοι θα σας εγκαταλείψουν τη στιγμή που δε θα έχουν την ανάγκη σας. Φυλαχτείτε λοιπόν”. Αυτό είναι το ρεφραίν των κυρίων Μοριέρ και Ληκ». Εν τούτοις, «οι Έλληνες δεν είναι αφοσιωμένοι στους Άγγλους» και η πρόσδεσή σε αυτούς «αποβλέπει μόνο στα προσωρινά πλεονεκτήματα που τους παρέχει» η Αγγλία. Αντίθετα, η «Ρωσία διαθέτει αποδείξεις για την αφοσίωση των Ελλήνων».
Όταν ο Καποδίστριας συνέτασσε την αναφορά του (12), η Ρωσία βρισκόταν ακόμα σε πόλεμο με την Τουρκία. Ήδη όμως κυκλοφορούσαν φήμες για μια ενδεχόμενη ανακωχή εξ ου και θα κλείσει το μνημόνιο παράτολμα και ελάχιστα «διπλωματικά», υπογραμμίζοντας πως λυδία λίθο για την επιβεβαίωση της εμπιστοσύνης των Ελλήνων θα αποτελέσει «η ειρήνη με την Τουρκία και η τύχη των Σέρβων»· αυτή και θα απαντήσει «σ’ ένα ερώτημα που βάζουν μεταξύ τους οι Έλληνες: “θέλει να μας προστατέψει η Ρωσία, ή θα μας εγκαταλείψει στους Τούρκους;”»!
Σε αυτή την εκτενή ραδιογραφία της Ελλάδας, οι στόχοι του αναδεικνύονται ανάγλυφοι: προβολή της οικονομικής και πληθυσμιακής ισχύος της, εμμονή στα «εκσυγχρονιστικά» και φιλελεύθερα χαρακτηριστικά της, υπογράμμιση της σημασίας της για το σύνολο των μεγάλων δυνάμεων, και τους Οθωμανούς, και έκκληση προς τον τσάρο να δράσει. Η ιδεολογική φυσιογνωμία του –σε μια εποχή που δεν βρίσκεται πλέον στην πρώτη νεότητα, είναι ήδη 35 ετών και μάλιστα σε επίσημη έκθεση–, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την εικόνα του «αντιδραστικού αριστοκράτη» που καλλιεργούσε μια κλασική «προοδευτική» αντίληψη – εν πολλοίς έντεχνα φιλοτεχνημένη από τους δυτικούς ιστοριογράφους του 19ου αιώνα (13).
Διαβάστε το δεύτερο μέρος του κειμένου εδώ: 

Η διαμόρφωση της σκέψης του Ιωάννη Καποδίστρια (Β΄μέρος)

Kapodistrias (1)
Ο Καποδίστριας σε νεαρή ηλικία
Του Γιώργου Καραμπελιά από τον νέο Λόγιο Ερμή τ. 12
Οι τύχες των Επτανήσων και η αγγλική κατοχή
Ο Καποδίστριας θα εκδιπλώσει τις μεγάλες πολιτικές του ικανότητες, αρχικώς, στην Ελβετία όπου συνέβαλε ενεργά στη δημιουργία του ελβετικού κράτους και τη θέσπιση ενός συντάγματος, που θεσμοθετούσε τα αυτόνομα καντόνια και συντασσόμενος με τους «δημοκρατικούς» ήλθε σε σύγκρουση με τους ευγενείς της Βέρνης και τον Αυστριακό απεσταλμένο (14).
Από εκεί επέστρεψε στη Βιέννη όπου, στις αρχές Οκτωβρίου του 1814, άρχισε το περιβόητο Συνέδριο· αρχικώς συμμετείχε ως απλό μέλος της ρωσικής αντιπροσωπείας αλλά, από τα τέλη του 1814 μέχρι τον Ιούνιο του 1815, χρημάτισε επίσημος αντιπρόσωπος της Ρωσίας· σύμφωνα δε με τον σύμβουλο του Μέττερνιχ, Φον Γκεντς, η τελική πράξη του Συνεδρίου υπήρξε δημιούργημα του Καποδίστρια και του ιδίου (15).
Εκεί θα προσκρούσει για πρώτη φορά στην απροθυμία του τσάρου να θέσει αποφασιστικά το ελληνικό ζήτημα, μη θέλοντας να συγκρουστεί με τις λοιπές μεγάλες δυνάμεις. Ιδιαίτερα οδυνηρή υπήρξε η εμπειρία του σχετικά με την τύχη των Ιονίων, τα οποία μετά την κατάρρευση του Ναπολέοντα είχαν ήδη καταλάβει οι Βρετανοί, χωρίς όμως να έχει ρυθμιστεί οριστικά το καθεστώς τους. Το ζήτημα τέθηκε για πρώτη φορά στη συνθήκη ειρήνης των Παρισίων (20 Μαΐου 1814), αλλά η πρόταση της Ρωσίας να καταστεί η Επτάνησος ανεξάρτητο και ουδέτερο κράτος, απορρίφθηκε από Αυστριακούς και Βρετανούς που υποστήριξαν ότι τα νησιά θα έπρεπε να παραχωρηθούν στην Αυστρία – ως νόμιμη διάδοχο της Βενετίας! Το ζήτημα παραπέμφθηκε για οριστική ρύθμιση στο Συνέδριο της Βιέννης, όπου θα παρέμβει και η Γερουσία των Επτανήσων, διεκδικώντας την επιστροφή στο status quo ante της «Επτανήσου Πολιτείας», ενώ εξουσιοδότησε τον Καποδίστρια να χειριστεί εν λευκώ. Αυτός, με υπόμνημα του προς τον τσάρο, στις 5-10-1814, πρότεινε ως ιδεωδέστερη λύση την ανασύσταση της Επτανησιακής Δημοκρατίας, υπό την προστασία των μεγάλων δυνάμεων, με αποκατάσταση του συνταγματικού χάρτη του 1803 ή του 1806 *(16).
Επειδή ο τσάρος έδειχνε απροθυμία να αντιπαρατεθεί με τη Βρετανία, ο Καποδίστριας πρότεινε τελικώς τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους, υπό το όνομα Πολιτεία των Επτά Ηνωμένων Νήσων, διατηρώντας τη σημαία που ήδη είχε, ενώ η Αγγλία θα ανελάμβανε απλώς την προστασία του και τη φρουρά των λιμένων. Αντίθετα, όμως, ο Κάσλρη (ο Καστελρήγος των Ελλήνων) επέμενε στην κατοχή των νήσων «εν πλήρει και αποκλειστική κυριαρχία» (in piena ed integra sovranita). Εντέλει επιτεύχθηκε μια συμβιβαστική λύση, στις 5 Νοεμβρίου 1815, με τη Συνθήκη των Παρισίων η οποία διασφάλιζε έναν βαθμό αυτονομίας στην κυβέρνηση των νήσων. Έτσι δημιουργήθηκε το «ενιαίο, ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος των Ηνωμένων Ιονίων Νήσων», αλλά η Αγγλία αποκτούσε το δικαίωμα να ορίζει τον Αρμοστή, για να διοικεί τη νήσο, και τον αρχηγό του στρατού.
Ο Καποδίστριας μάλλον εξαπατήθηκε έχοντας υποτιμήσει την αγγλική πανουργία. Το γεγονός καταδεικνύεται και από τη λανθασμένη εκτίμησή του για τη στάση του Άγγλου ταγματάρχη, Ρίτσαρντ Τσέρτς (Church), που υποστήριζε την προσάρτηση των Επτανήσων στην Αγγλία. Γράφει τωόντι σε επιστολή προς τον πατέρα του, Αντωνομαρία, τον Απρίλιο του 1815: «Ὁ Συνταγματάρχης Church ἀπέδωκεν δικαιοσύνην ἡμῖν καὶ ὑπῆρξεν τὰ μάλα ἐπωφελῆς δι’ ἡμᾶς» (17). Όπως όμως τονίζει ο Γουντχάουζ στην περισπούδαστη, ογκώδη βιογραφία του:
Θα δειχνόταν πολύ λιγότερο ενθουσιώδης αν γνώριζε τις αληθινές προθέσεις του Τσερτς, ο οποίος υπέβαλε δύο υπομνήματα προς τον Κάσλρη στα οποία επέμενε ότι σε καμία περίπτωση δεν θα έπρεπε να εγκαταλειφθούν τα νησιά. Η επιχειρηματολογία του στηριζόταν στην σημασία τους για τη ναυτική ισχύ των Βρετανών και για την ανάγκη να προστατεύεται η Οθωμανική Αυτοκρατορία εναντίον οποιασδήποτε πιθανής ρωσικής ή γαλλικής επιβουλής (18).
Eptanisos-politeia
Το έμβλημα της Επτανήσου Πολιτείας
Ο Καποδίστριας, καθ’ όλη την περίοδο από το 1806-1807, τη σύναξη της Λευκάδας, μέχρι και τον Νοέμβριο 1815, όταν θα επισφραγιστεί με τη Συνθήκη των Παρισίων η αποικιακή υπαγωγή των Επτανήσων στη Βρετανία, θα πασχίζει απεγνωσμένα να διατηρήσει ζωντανό το όνειρο της απελευθέρωσης των Ελλήνων, με μοχλό μια ανεξάρτητη επτανησιακή πολιτεία. Ήδη, σε υπόμνημά του προς τον τσάρο, τον Ιούλιο 1813, πρότεινε την επανεπιβεβαίωση της ρωσικής επιρροής στα Επτάνησα ώστε να εμποδιστεί μια βρετανική κατοχή της Κέρκυρας, την οποία θεωρούσε ως «το επίκεντρο μιας κομβικής σημασίας επιρροής στις υποθέσεις της Ανατολής» (19) και, στα τέλη του 1813, επανέρχεται τονίζοντας πως «εάν τα νησιά εγκαταλειφθούν στην Αγγλία ή στην απόλυτη ηγεμονία κάποιας άλλης ξένης προς τα συμφέροντά μας δύναμης, τότε μόνο με τη βία θα μπορέσει η Ρωσία να ξαναβρεί το δρόμο προς την Ελλάδα…» (20) Ο Καποδίστριας επιχειρούσε να λύσει το ζήτημα της εξόδου της Ρωσίας προς τις «θερμές θάλασσες», συνδέοντάς την άρρηκτα με τα ελληνικά συμφέροντα, μέσω των Επτανήσων. Δύο αιώνες αργότερα, αυτό το σχέδιο θα παραμένει άπιαστο όνειρο.
Εν τέλει, το επτανησιακό κράτος θα έχει δική του σημαία και στρατό, όμως, το Σύνταγμα του 1817, το οποίο επέβαλαν οι Άγγλοι, παρότι προέβλεπε Βουλή και Γερουσία, στην πραγματικότητα αναιρούσε την ανεξαρτησία των νησιών και εγκαθίδρυε την απόλυτη και τυραννική εξουσία των Βρετανών. Ο περιβόητος Τόμας Μαίτλαντ, πρώην αποικιακός αξιωματούχος των Ινδιών, πρώτος Αρμοστής έως το 1824, συγκέντρωσε όλες της εξουσίες και στην πράξη, τα Επτάνησα μεταβλήθηκαν σε βρετανική αποικία. Ο Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος περιγράφει αυτό το τερατούργημα:
Το υπό της Αγγλικής Προστασίας εγκαθιδρυθέν εις την Επτάνησον Σύνταγμα κατά το έτος 1817 ήτο μοναδικόν εις το είδος του και ιδιογενές εις την κατασκευήν του· αλλότριον εις την επιστήμην και εις την ιστορίαν […]. αλλόκοτόν τι κράμα ετεροειδών στοιχείων, θεμελιακών θεσμών, οργανικών νόμων και απλών κανονισμών, παραδόξως μεν, αλλ’ επιδεξίως συνδυασμένων.(21) .
Αργότερα, το 1819, μετά την παράδοση της Πάργας στον Αλή Πασά από τον Μαίτλαντ, ο Καποδίστριας αναφέρεται με οργή στη συμπεριφορά των Άγγλων:
Ὁ στρατηγὸς Μαίτλανδ μεταχειρίζεται τοὺς συμπατριώτας μου ὡς Ἰνδούς. Ἀλλ’ οὗτοι θὰ ἀντιδράσουν καὶ θὰ ἔχετε σοβαρὰς δυσχερείας εἰς ἥν στιγμὴν δὲν θὰ τὸ περιμένετε. Τέλος πάντων προσέξατε καὶ ὑπολογίσατε ἐκ τῶν προτέρων τοὺς καρποὺς τῆς ἀπελπισίας. Τὸ ἰδικὸν σας σύστημα κυβερνήσεως θέτει τοὺς γειτονεύοντας Ἕλληνας εἰς τὸ δίλημμα ἢ νὰ καταστραφοῦν ἢ νὰ λάβουν τὰ ὅπλα. Μοιραίως θὰ προστρέξουν εἰς τὸ τελευταῖον καὶ θὰ σᾶς ἐμβάλουν εἰς περιπλοκὰς (22).
Όταν ήλθε στην Κέρκυρα, τον Μάρτιο 1819, συνάντησε όλους τους αντιπάλους του Μαίτλαντ, ο οποίος μάλιστα τον υποπτεύτηκε ως υποκινητή της εξέγερσης των Λευκαδίων αγροτών που εκδηλώθηκε μερικούς μήνες αργότερα, και οργάνωσε την παρακολούθησή του, από κοινού με τους πράκτορες του Μέττερνιχ.
Ο Αρμοστής αυτός τα μένεα έπνεε κατά του Καποδιστρίου, και των οικείων του πάντων […]. Διό συνηνώθη ο Μαίτλανδ μετά της εν Βενετία αυστριακής αστυνομίας, και διέβαλλεν τον Καποδίστριαν και Μουστοξύδην, ως επιβούλως ενεργούντας εν τω Ιονίω και υποκινήσαντας την εν Λευκάδι στάσιν του 1819, και υποθάλποντας τας αντιπαθείας Μαυροβουνιωτών και Δαλματών κατά Αυστρίας. Εντεύθεν επείσθη ο αστυνόμος της Βενετίας να θέση κατάσκοπον. [ ] ο τότε εν Βενετία αστυνόμος Σελδνίτσκυς (Seldnisky), έγραφε προς τον Κυβερνήτην της Βενετίας τας 12 Ιανουαρίου 1820. – «Αι του λαού στάσεις εκκραγείσαι το παρελθόν έτος εις την Ιονικήν νήσον Αγίας Μαύρας [ ] υπάρχουσι τεκμήρια του να υποθέσωμεν ότι πρέπει να αποδοθώσι εις τας ραδιουργίας του γραμματέως του Ρωσσικού Κράτους κόμητος Καποδιστρίου, όστις το παρελθόν έτος μετέβη εις Κέρκυραν υπό πρόφασιν του να επισκεφθή την οικογένειάν του, και όστις δια τοιαύτης Ρωσσικής επιρροής ήθελε δυνηθή ν’ αποπειραθή, όπως φθάση με τον ίδιον σκοπόν του Μαυροβουνίου εις τας Ιονίους Νήσους και να περιλάβη τας περιχώρους Κατάρου και Ραγούσης και προς τούτοις και αυτήν την Δαλματίαν… Υπογεγραμμένος Σελδνίσκυς (23).
Την ίδια εποχή, σε υπόμνημά του προς τον Άγγλο υπουργό Πολέμου και Αποικιών, «Βαθούρστ» (Henry Bathurst) –«Περί της ενεστώσης καταστάσεως του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων νήσων», το Φθινόπωρο του 1819–, ο Καποδίστριας διεκτραγωδεί την κατάσταση των Επτανήσων και καταγγέλλει τον Μαίτλαντ για ανοικτή παραβίαση των συνθηκών. Σε σύγκριση μεταξύ της βρετανικής και των προηγουμένων διοικήσεων, η βρετανική κατοχή ήταν η απεχθέστερη, καθώς φαλκίδευε κάθε στοιχείο αυτοδιοίκησης.
kapodistriasΗ δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, έργο του Διονυσίου Τσόκου, 1850.
Ενετική κυβέρνησις
Επί της Ενετικής κυριαρχίας η Επτάνησος επλήρωνε τάλληρα 360.000. Δια την διοίκησιν αυτής […] εδαπανώντο τάλληρα 440.080. Οι κάτοικοι των Επτά Νήσων είχον όλην την δημοτικήν διοίκησιν των πόλεων. Αι πρόσοδοι του τόπου εδιοικούντο υπό επιχωρίου αρχής. Το ταμείον ήτο ωσαύτως επιτετραμμένον εις Ιόνιον υπήκοον. Οι υπάλληλοι, ως οι πρόεδροι ή σύνδικοι του τόπου, καθώς και άλλαι αρχαί εξελέγοντο ελευθέρως υπό των γενικών συμβουλίων[ ].
Επτανήσιος Πολιτεία
Η Επτάνησος επλήρωνε τάλληρα 329.213. Δια την διοίκησιν αυτής, περιλαμβανομένης και της στρατιωτικής υπηρεσίας, εδαπανώντο τάλληρα 101.294. […] Η υπερτάτη αρχή η τε νομοθετική και η διοικητική από του 1796 ανήκεν αποκλειστικώς εις τον τόπον. Ο πληρεξούσιος, τον οποίον η αυλή της Ρωσσίας εσύστησε, ήτο και αυτός Επτανήσιος. […] Παν το αφορών την εσωτερικήν Κυβέρνησιν, την δικαιοσύνην, την αστυνομίαν και τας προσόδους της πολιτείας ήτο πάντη αλλότριον του πληρεξουσίου της Ρωσσίας[…] Τα φρούρια των νήσων κατείχοντο υπό Ρωσσικής φρουράς, αλλ’ όμως η κυβέρνησις είχε τα στρατεύματά της υπηρετούντα ηνωμένως μετά των Ρωσσικών, είχε δε και τινά πολεμικά πλοία. Μισθώνουσα άπαντας τους δημοσίους υπαλλήλους, […] έχουσα τρεις υπουργούς εκτός του κράτους, τροφοδοτούσα Επτανήσια στρατεύματα, η Κυβέρνησις κατά το 1807 αφήκεν εις το ταμείον της 180.000 ταλλήρων […]. Η πολιτεία είχεν εμπορικόν ναυτικόν ακμάζον. Εις το βραχύ διάστημα 7 ετών η κυβέρνησις αυτής είχε δώσει υπέρ τας 400 σημαίας εις πλοία κατασκευασμένα εις τας νήσους. Η εμπορική σημαία του μικρού τούτου κράτους έχαιρε μεγάλην υπόληψιν. […] Αι Δυνάμεις της πρώτης τάξεως ετίμων την πολιτείαν με την εύνοιάν των.
Ηνωμένον Κράτος των Ιονίων Νήσων υπό την Βρεταννικήν Προστασίαν
…το πλείστον μέρος των δημοσίων θέσεων αφηρπάσθησαν από των ιθαγενών και εδόθησαν τοις αλλογενέσιν. Οι πόροι τους οποίους η ναυτιλία, το εμπόριον και η βιομηχανία εχορήγουν τοις Επτανησίοις είναι εις χείρας των ξένων ή κατεστράφησαν. Το Κράτος τέλος πάντων επλήρονεν ανέκαθεν και μέχρι των τελευταίων χρόνων 329.213 τάλληρα κατ’ έτος και ήδη πληρώνει 730.000.
Δικαιώματα ακυρωθέντα
Αι εκλογικαί συνελεύσεις δεν έχουσι το ελεύθερον δικαίωμα να εκλέγωσι τους αντιπροσώπους των, ουδέ την γενικήν κυβέρνησιν, αλλ’ ούτε αύτη έχει το ελεύθερον δικαίωμα να εκλέγη τους υπουργούς της, ούτε τους διοικητάς, ούτε τους δικαστάς, πάντες οι διορισμοί υπόκεινται εν τέλει εις την έγκρισιν του Αρμοστού.
Επαγγέλματα διδόμενα εις αλλογενείς
Η αρχική Γραμματεία της βουλής και της Γερουσίας, το γενικόν ταμείον, η κυβέρνησις των νήσων, το υπέρτερον δικαστήριον, πάσαι αι θέσεις αύται […] απονέμονται υπό του χάρτου εις Βρεταννικούς υπηκόους. […] Ο συνταγματικός χάρτης αφήνων εις τον αρμοστήν την διεύθυνσιν παντός ό,τι αφορά την αστυνομίαν, το υγειονομείον και την των λιμένων επιστασίαν, εις αυτόν μόνον δίδει ειδικώτερον το δικαίωμα του διορίζειν υπαλλήλους, και τούτους Βρεττανικούς υπηκόους. Τα αυτά και περί των τελωνείων.
Πόροι του εμπορίου και της ναυτιλίας
Η σιτοεμπορεία ήτο μεν ελευθέρα, τώρα δε υπόκειται εις μονοπωλείον. Μονοπώλης είναι ο εισπράκτωρ των προσόδων της Κερκύρας, ο συνταγματάρχης Ροβινσών […] οικειοποιήται πάσαν πραγματείαν φθάνουσα εις τον λιμένα, δίδων εις τον ιδιοκτήτην 15% υπεράνω της τιμής της αγοράς.[…] πάσα εμπορική επιχείρησις απενεκρώθη· πολλοί κεφαλαιούχοι εγκατέλιπον τας νήσους και επορεύθησαν αλλαχού να ζήσωσι. […] Ως δε προς την ναυτιλίαν, όχι μόνον αι νήσοι δεν έχουσι πλοία εμπορικά, αλλ’ επειδή η εσωτερική ναυτιλία είναι βεβαρυμένη από υπέρογκους φόρους, οι επιχώριοι ναύται ηναγκάσθησαν να εγκαταλείψωσι τα επιτηδεύματά των. […]
Διαχείρισις των οικονομικών
Των νήσων αι πρόσοδοι διοικούνται ανεξελέγκτως και ανευθύνως. […] Άλλοτε ενοικιάζοντο, και επομένως το εξαγόμενον αυτών ήτο γνωστόν, νυν δε, τουλάχιστον καθ’ όσον αφορά την Κέρκυραν, διαχειρίζονται υπό του συνταγματάρχου Ροβινσώνος. Ο υπάλληλος ούτος εξαρτάται κατ’ ευθείαν εκ του Αρμοστού μη υποκείμενος εις εγχώριον αρχήν (24).
Το υπόμνημα αυτό, εκτός από το ενδιαφέρον του για τα Ιόνια, μαρτυρεί και για το υψηλό επίπεδο των οικονομικών και δημοσιονομικών γνώσεών του, που τόσο θα λείψουν από τον ελληνισμό.
Η απελευθέρωσημέσω της παιδείας
Η αποτυχία του να ρυμουλκήσει τον τσάρο –και την Ευρώπη– σε μια ευνοϊκή για τα ελληνικά συμφέροντα τοποθέτηση, υπήρξε καθοριστική για τη μελλοντική ιδεολογική του εξέλιξη και την τοποθέτησή του έναντι της Φιλικής Εταιρείας. Ο Καποδίστριας πείστηκε πως οι διεθνείς συγκυρίες ήταν τόσο αρνητικές ώστε δεν επέτρεπαν οποιαδήποτε άμεση πολιτική κίνηση, γι’ αυτό και θα στραφεί προνομιακά προς την προσπάθεια της ενίσχυσης της εκπαίδευσης. Υποτροφίες, ενδιαφέρον για τα σύγχρονα εκπαιδευτικά συστήματα (25), ενίσχυση στο παιδευτικό έργο του Ιγνάτιου, προπαντός δε –κορωνίδα των προσπαθειών του– η δημιουργία της Φιλομούσου Εταιρείας στη Βιέννη. Αυτή η διάσταση αναδεικνύεται και από τη σχετική στιχομυθία του με τον τσάρο, ο οποίος του έδωσε την άδεια να ιδρύσει την Εταιρεία:
–Τι δυνάμεθα να πράξωμεν όπως αποδείξωμεν την συμπάθειάν μας προς τους Έλληνας; Εν Βιέννη ουδέν εκ των ζητημάτων των δύναται να ρυθμιστή…
–Δυνάμεθα παρά ταύτα, Μεγαλειότατε, χωρίς να εξέλθωμεν της γραμμής ήν εχαράξατε, να πράξωμεν κάτι τι δι’ αυτούς (τους Έλληνες). Οι Άγγλοι ίδρυσαν ήδη εν Αθήναις εταιρείαν με τον φαινομενικόν σκοπόν της συλλογής και της διατηρήσεως των αρχαιοτήτων. Ας ακολουθήσωμεν το παράδειγμα τούτο, εφαρμόζοντες αυτό ουχί προκειμένου περί του παρελθόντος, αλλά περί του παρόντος και του μέλλοντος, και παρέχοντες βοήθειαν τινά εις τους πτωχούς Έλληνας νέους τους διψώντας παιδείας (26).
Η Εταιρεία των Φιλομούσων, χωρίς να προκαλεί άμεσες αντιδράσεις, μπορούσε να διαφωτίζει την κοινή ευρωπαϊκή γνώμη για τις συνθήκες διαβίωσης του ελληνικού λαού· ανέλαβε τη διάδοση της παιδείας και διενεργούσε εράνους για να σπουδάζουν οι Έλληνες στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Πρώτος συνδρομητής της υπήρξε ο τσάρος Αλέξανδρος, ο οποίος προσέφερε διακόσια δουκάτα ετησίως, ακολούθησε η αυτοκράτειρα, ενώ πολλοί ηγεμόνες, ευγενείς, υπουργοί και διπλωμάτες έσπευσαν να μιμηθούν το παράδειγμα του τσάρου (27), ακόμα και ο ίδιος ο Μέττερνιχ! Όλα τα μέλη της εταιρείας έφεραν «μετ’ ιδιαιτέρας τιμής τον χρυσόν δακτύλιον, τον φέροντα εγχάρακτον το όρνεον της Αθηνάς και τον Κένταυρον» (28).
Παρά ταύτα, οι Αυστριακοί δεν πείστηκαν ποτέ για τις αγαθές προθέσεις του. Σύμφωνα πληροφοριοδότη της αυστριακής αστυνομίας στις 5/2/1815, ο Καποδίστριας μιλούσε για την Εταιρεία και, σε ερώτηση του συνομιλητή του για τη στάση των Τούρκων, απάντησε:
Δεν λέγουν τίποτε, αλλ’ όταν ξυπνήσουν μία μέρα και θα σφάξουν μερικούς – οι άλλοι θα σωθούν. Η Εταιρεία όμως θα εξαπλωθή και σιγά-σιγά θα μπορέση η Ελλάς να εγερθή. Το Έθνος είναι πάντοτε το αυτό, δεν αναπνέει παρά δια την Ελευθερίαν. Έλληνες σκλάβοι δεν υπάρχουν εκτός από εκείνους των Πριγκιποννήσων, (δηλαδή οι Φαναριώται). Αυτοί οι αξιολύπητοι που θέλουν να πλουτήσουν και ν’ ανέβουν και καταλήγουν να χάσουν το κεφάλι τους όταν γίνουν ισχυροί. Οι άλλοι Έλληνες των βουνών είναι ένα άλλο είδος ανθρώπου. Και ακριβώς εις αυτούς στηρίζεται και απευθύνεται το εν Αθήναις Λύκειον της Εταιρείας των Φιλομούσων (29).
Επειδή η Εταιρεία επεκτάθηκε και στο Σεμλίνο (Ζεμούν), όπου υπήρχε ισχυρή ελληνική παροικία, ο ταγματάρχης της Εθνοφρουράς, Ιωσήφ Τσέρβενκα, σε έκθεση του, στις 16/2/ 1816, παρουσιάζει τη δράση της και όσα πληροφορήθηκε για τις προθέσεις του Καποδίστρια:
… η βάσις επί της οποίας θέλει να στηρίξη εκ νέου την ευτυχίαν και την δόξαν των συμπατριωτών του είναι η απόλυτος πολιτική αυτονομία της Ελλάδος. Η Ελλάς πρέπει κατά τον Καποδίστριαν να κηρυχθή ομοφώνως υφ’ όλων των Δυνάμεων χώρα αφιερωμένη αποκλειστικώς και μόνον εις τα επιστήμας και την διαφώτισιν του ανθρωπίνου γένους, το έδαφός της να κηρυχθή εκ των έξω απρόσβλητον, εσωτερικώς δε να κρατηθή μακράν πάσης ξένης αναμίξεως. Κειμένη μεταξύ Ασίας και Ευρώπης ευκόλως θα κατανοή η Ελλάς το νόημα της μυστικοπαθούς ζωής της Ανατολής, ενώ από την άλλην πλευράν θα δέχεται το εκλεπτυσμένον πνεύμα των Ευρωπαίων, δημιουργούσα κατ’ αυτόν τον τρόπον μίαν δι’ ολόκληρον την ανθρωπότητα σωτήριον ισορροπίαν (30).
kapodistrias
Δύο τακτικές
Η εξαιρετικά εχθρική στάση των Άγγλων απέναντι σε οποιαδήποτε φιλελληνική κίνηση, ερχόταν να προστεθεί στο γενικότερο αποπνικτικό κλίμα που είχε διαμορφώσει η Ιερά Συμμαχία. Επιπλέον, η ευθυγράμμιση του τσάρου με την πολιτική του Μέττερνιχ είχαν πείσει τον Καποδίστρια πως οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν θα υποστήριζαν ένα επαναστατικό διάβημα των Ελλήνων. Εξ ου και η αρνητική στάση του απέναντι σε οποιοδήποτε άμεσο εγχείρημα, διότι θεωρούσε τη στήριξη της Ρωσίας απαραίτητη. Εξάλλου, είχε δοκιμάσει πολλές φορές να επηρεάσει θετικά τη ρωσική πολιτική έναντι της Ελλάδας, αλλά προσέκρουε στην άρνηση του τσάρου.
Το 1815-1816, είχε προσπαθήσει να τον πείσει για την ανάγκη αναθεώρησης της Συνθήκης του Βουκουρεστίου (1812) ώστε να επιβληθεί η δημιουργία μιας ομοσπονδίας μεταξύ Μολδαβίας, Βλαχίας και Σερβίας, υπό την εγγύηση των δυνάμεων, κατ’ εξοχήν της Ρωσίας, που θα τις ανεξαρτητοποιούσε και θα άνοιγε τον δρόμο για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Ο Αλέξανδρος όμως απάντησε πως:
Αι σκέψεις αύται είναι πολύ λογικαί, αλλά διά να τας εκτελέση τις πρέπει να προσφύγη εις το τηλεβόλον, τουθ’ όπερ δεν επιθυμώ. Αρκετούς πολέμους έσχομεν επί του Δουνάβεως.[…] Αφ’ ετέρου η ειρήνη της Ευρώπης δεν έχει εισέτι στερωθή, οι δε υποκινηταί των επαναστάσεων ουδέν θα επεθύμουν τόσον όσον να με ιδούν εις ρήξιν προς τους Τούρκους. Καλή ή κακή η σύμβασις του Βουκουρεστίου πρέπει να τηρηθή. Πρέπει να την δεχθώμεν, ιδίως ίνα οι Τούρκοι μη μας ενοχλούν δια των αξιώσεων αυτών επί της ασιατικής ακτής (31).
Ο τσάρος, απέναντι στον ιδεαλισμό του Καποδίστρια δεν αντιτάσσει μόνο τον αντιδραστικό πραγματισμό της Ιεράς Συμμαχίας, αλλά εισάγει και μία παράμετρο που συνήθως αγνοείται: τον φόβο αντιπερισπασμού της Τουρκίας στον Καύκασο, ίσως και στην Κριμαία, όπου οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί δεν είχαν αποδεχτεί την πρόσφατη ρωσική κατάκτηση και βρίσκονταν σε συνθήκες ενδημικής εξέγερσης καθ’ όλον τον 19ο αιώνα, έως το 1864 τουλάχιστον· το 1817, μάλιστα, θα ενταθούν οι συγκρούσεις των Ρώσων με τις φυλές του Καυκάσου.
Η ρωσική άρνηση και η εδραίωση της Ιεράς Συμμαχίας, σε πλήρη αντίθεση με την αυξανόμενη αδημονία των Ελλήνων, θα οδηγήσουν σε μια πρόσκαιρη ρήξη ανάμεσα στις πιο ριζοσπαστικές πατριωτικές πτέρυγες –κατ’ εξοχήν τη Φιλική Εταιρεία– και τις ελίτ του ελληνικού κόσμου· ο Κοραής, ο Ιγνάτιος, ο Καποδίστριας, το Πατριαρχείο, επιμένουν μάλλον στην εκπαιδευτική «προετοιμασία». Την «εκπαιδευτική στροφή» του Καποδιστρία, αποτυπώνει η «Εγκύκλια επιστολή με παρατηρήσεις πάνω στα “μέσα” βελτίωσης της μοίρας των Ελλήνων», στις 6/4/1819, προς τον Πρόξενο της Ρωσίας στην Πάτρα. Πλέον, ο προβληματισμός του στρέφεται στην επιδίωξη μιας «σύνθεσης» ανάμεσα στη θρησκευτική και ηθική παράδοση των Ελλήνων και την παιδεία και τις φιλελεύθερες ιδέες:
Τέκνα της Αγίας Μητέρας μας Εκκλησίας, είμαστε όλοι αδελφοί· […] Η φιλολογική μόρφωση, παρ’ όλα αυτά, δεν είναι η μόνη την οποία έχουμε ανάγκη· η πατρίδα αναζητά και κάποια άλλη. Είναι η ηθική για την οποία τίθεται θέμα (32).
Οι Έλληνες απέτυχαν να απελευθερωθούν και «οι καιροί, όταν όλα υπόσχονταν στην πατρίδα μας το πιο τιμητικό και ευτυχές μέλλον, παρήλθαν παρασύροντας μαζί τους τις καλύτερες ελπίδες μας»· αυτό οφείλεται πρωτίστως στο ότι «τα άτομα από τα οποία έπρεπε να έχει συντεθεί η πατρίδα, δεν ήταν ακόμη ώριμα, […] λίγα φώτα, καμιά απολύτως εμπειρία, καμιά επικοινωνία με τον κόσμο». Η απελευθέρωση δεν επετεύχθη και προφανώς δεν θα επιτευχθεί παρά μόνο εάν προηγηθεί μία σύνθεση μεταξύ ηθικής και φιλελευθέρων ιδεών, θρησκείας και παιδείας.
…υπάρχει πάντοτε μεγάλο ενδιαφέρον να είναι το έθνος ολοκληρωτικά αφοσιωμένο στην Εκκλησία του […]. Να εξομοιωθεί η δημόσια εκπαίδευση με εκείνη του κλήρου και η μια να μην μπορέσει ν’ αποδεσμευθεί ποτέ από την άλλη. Ευνοώντας την εκπαίδευση της νεολαίας και προσελκύοντας […]τα διαπλασμένα στα σχολεία του πανεπιστημίου και του κόσμου άτομα, θα πρέπει να φροντίζουμε πολύ μη επιτρέποντας να παίρνουν αντίθετη απέναντι στην εκκλησία θέση.
Είναι προφανές πως ο Έλληνας πολιτικός φοβάται μία ρήξη μεταξύ των διαφωτιστών διανοουμένων και των επαναστατών με την Εκκλησία και τον κλήρο, που φαινόταν πιθανή εκείνη την εποχή. Συνεχίζοντας, διευκρινίζει τη σκέψη του και προτείνει στους Έλληνες να κινηθούν προς μία σύνθεση Ανατολής και Δύσης!
Στη Ρωσία μπορούμε να διαπιστώσουμε πως η εθνική ευημερία και η πρόοδος του πολιτισμού πηγάζουν από την Εκκλησία. Στην Ελβετία, την Αγγλία και την Αμερική μπορούμε να διδαχτούμε την επιστήμη και την τέχνη της ελευθερίας. […] μερικοί νέοι να τύχουν μιας καλής διαπαιδαγώγησης στη Ρωσία, την Ελβετία, την Αγγλία και την Αμερική.
Τέλος, στρέφεται για μια ακόμα φορά, έμμεσα, ενάντια σε οποιαδήποτε «τυχοδιωκτική ενέργεια». Οι τύχες της Ελλάδας δεν πρέπει να πέσουν στα χέρια τυχοδιωκτών, διότι τότε «τα επακόλουθα των σφαλμάτων» θα πέσουν «πάνω στις κεφαλές» όλων.
Οι μορφωμένοι άνθρωποι ανάμεσα μας που έχουν καλή θέληση και είναι ειλικρινείς χριστιανοί μπορούν να απαρτίσουν το κέντρο. […] Τη μέρα που θα αποστούμε από τη γραμμή αυτή, ασπαζόμενοι μια διαφορετική θεωρία, οι θυσίες μας θα προσθέσουν συμφορές στην πατρίδα μας. Δεν θα πρόκειται πια για το γενικό καλό.
Όλες οι αρνητικές διπλωματικές του εμπειρίες εδραίωσαν την πεποίθηση πως δεν είχαν ωριμάσει ακόμα οι συνθήκες για την απελευθέρωση των Ελλήνων. Όπως αφηγείται, το 1818, οι Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και Πανταζόγλου, απεσταλμένοι των ηγεμόνων της Βλαχίας και της Μολδαβίας, στο Κισίνιεφ της Βεσσαραβίας, για να υποβάλουν τα σέβη τους στον Αυτοκράτορα, «προσεπάθησαν να μοι αποδείξουν ότι η διατήρησις της μετά των Τούρκων ειρήνης ήτο αδύνατος, και ότι, ως Έλληνες, ήσαν ανυπόμονοι να μάθουν ότι τα Ρωσικά στρατεύματα ήσαν έτοιμα να διαβούν τον Προύθον». Η απάντησή του ήταν πως «η κοινή ημών πατρίς ευρίσκεται ακόμη μακράν» από την ελευθερία, ο δε «Αυτοκράτωρ έχει την σταθεράν και αμετάτρεπτον πρόθεσιν να στερεώση την μετά των Τούρκων ειρήνην» (33). Είναι γνωστή (34) η απόρριψη των προτάσεων του Γαλάτη να αναλάβει την αρχή της Εταιρείας, για τις οποίες πληροφόρησε και τον ίδιο τον τσάρο, φοβούμενος ίσως την εμπλοκή του σε κάποια πλεκτάνη εναντίον του.
Ωστόσο, για τις επόμενες επαφές του με τη Φιλική Εταιρεία, κατ’ εξοχήν εκείνη με τον Ξάνθο, τον χειμώνα του 1820, δεν αναφέρει τίποτε στην Επισκόπησή του. Και γνωρίζομε τουλάχιστον μία ακόμα κρούση που του έγινε από την Εταιρεία, το 1818, όπως αποκαλύφθηκε από επιστολή του Θεόδωρου Νέγρη, η οποία βρίσκεται στα αρχεία της αυστριακής αστυνομίας (35). Είχε, άραγε, αρχίσει να αμφιβάλλει και ο ίδιος για την ορθότητα της γραμμής του; Πάντως, δεν φαίνεται να αποδοκίμασε με ιδιαίτερη ζέση –αν την αποδοκίμασε καθόλου, όπως ισχυρίζεται (36)– την πρόθεση του Υψηλάντη να αναλάβει την ηγεσία, μετά τη δική του άρνηση. Εάν ήθελε να εμποδίσει τον Υψηλάντη, θα μπορούσε να ειδοποιήσει τον τσάρο, ή να απειλήσει ο ίδιος τον Υψηλάντη, και δεν έκανε τίποτε από τα δύο. Και μέχρι το 1822 προσπαθούσε να πείσει τον τσάρο για την ανάγκη επέμβασης της Ρωσίας υπέρ της Ελλάδας, και μόνο όταν απέτυχε οριστικά, υπέβαλε την παραίτησή του.
Το 1821, κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου του Λάιμπαχ, έφθασε η είδηση για την είσοδο στη Μολδοβλαχία του Υψηλάντη, ο οποίος και απέστειλε επιστολή στον τσάρο ζητώντας βοήθεια. Η απάντηση του Αλεξάνδρου Α΄ ήταν η καταδίκη της Επανάστασης, η απόταξη του Υψηλάντη και η άδεια εισόδου των Τούρκων στις Ηγεμονίες, ενώ ο Καποδίστριας έδωσε μάχη ώστε τουλάχιστον να μην αποσταλεί βοήθεια προς την Τουρκία και οι δυνάμεις να τηρήσουν ουδετερότητα.
Ωστόσο, ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ και οι σφαγές των Ελλήνων θα οδηγήσουν σε ένα γενικευμένο κύμα συμπάθειας υπέρ των ομοδόξων, εξ ου και το τελεσίγραφο που επέδωσε ο Ρώσος πρεσβευτής στον Σουλτάνο. Στην Επισκόπηση, ο Καποδίστριας περιγράφει αναλυτικά την ύστατη προσπάθειά του –από τον Αύγουστο του 1821 μέχρι τον χειμώνα του 1821-1822– να πείσει τον Αλέξανδρο να παρέμβει με στρατό στις παρίστριες ηγεμονίες, να κινητοποιήσει τον στόλο στον Εύξεινο Πόντο και να απαιτήσει την εγγύηση της ζωής και της ασφάλειας των Ελλήνων, των Σέρβων, των Μολδαβών και των Βλάχων· οι σχετικές διπλωματικές ενέργειες όμως κατέληξαν σε αποτυχία εξ αιτίας και της ανάμειξης της Αυστρίας και της Αγγλίας:
…επανηρχόμην κατ’ επανάληψιν εις τας ιδιαιτέρας συνομιλίας μου μετά του Αυτοκράτορος επί της απαραιτήτου ανάγκης να δράσωμεν. Η αναβολή της δράσεως θα συνεπλήρωνε την δήωσιν και καταστροφήν των παριστρίων ηγεμονιών· οι Έλληνες θα έπαυον ευρισκόμενοι εντός της σφαίρας της ρωσσικής επιρροής, τα συμφέροντα της Ρωσσίας εν Ανατολή θα ευρίσκοντο εν προφανεί κινδύνω· τότε η Α. Μεγαλειότης θα ηναγκάζετο να προστατεύση ταύτα ουχί μόνο έναντι της τυφλής ωμότητος των Τούρκων αλλά και έναντι του εμπορικού εγωισμού της Αγγλίας και της ζηλοτύπου ανησυχίας της Αυστρίας… (37)
Τα επιχειρήματα και οι θέσεις του υπήρξαν προφητικές. Η αδυναμία της Ρωσίας να δράσει στο πλευρό των Ελλήνων έμελλε να ανοίξει τον δρόμο στην αγγλική διείσδυση, με αποτέλεσμα να αποκοπεί οριστικά η διέξοδος της Ρωσίας στη Μεσόγειο και να κουτσουρευτεί το νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Και παρότι, προς στιγμήν φάνηκε να πείθει τον Αλέξανδρο (38), εν τούτοις θα ηττηθεί και, τον Αύγουστο του 1822, θα εγκαταλείψει οριστικά τη ρωσική υπηρεσία. Για μια ακόμα φορά είχε ελπίσει, ματαίως, πως θα μετέστρεφε τη ρωσική πολιτική. Το ότι διατηρούσε ακόμα ελπίδες φαίνεται καθαρά από το σπαρακτικό υπόμνημα του προς τον Ιγνάτιο, τον Ιούλιο του 1821:
Ἡ Ἐπανάστασις ἄρχισε νὰ κάμνῃ ταχείας προόδους· μόνον κακοὶ ἢ ἀμαθεῖς ἠμποροῦν νὰ θεωρήσουν τὰ εἰς τὰς Ἡγεμονίας γινόμενα ὡς δεῖγμα τῶν γενησομένων εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἢ Ἀλβανίαν, ἢ εἰς τὰς Νήσους τοῦ Ἀρχιπελάγους. Οἱ Μολδαυοὶ καὶ Βλάχοι ἔμειναν δι’ ὅλου ξένοι εἰς τὴν ἐπανάστασιν. Πλὴν τί κοινὸν εἶναι μεταξὺ τούτων καὶ τῆς καταστάσεως τῆς Πελοποννήσου, τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἀρχιπελάγους; Ὁ κάθε ἄνθρωπος, ὅστις ἐπῆρε τὰ ὄπλα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἔχει ἕνα τάφον, μίαν οἰκίαν, μίαν γενεὰν νὰ ὑπερασπισθῇ· ὁ κάθε ναύτης, εἰς τὴν παροῦσαν τῶν πραγμάτων κατάστασιν, ἔχει ἢ νὰ νικήσῃ ἢ νὰ ἀποθάνῃ, [ ] Δὲν βλέπω λοιπὸν πιθανότητα διαλλαγῆς μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ Τούρκων· ἡ μόνη, ἡ ὁποία ἤθελε φανῇ ὀλίγον δυνατή, ἤθελεν εἶναι ἀποτέλεσμα ξένης μεσιτείας, καὶ μάλιστα ἂν ἡ Ρωσία ἦτον ἡ μεσιτεύουσα. Ἔξω τούτου, πρέπει νὰ νικήσωμεν ἢ ν’ ἀποθάνωμεν. […] οἱ ἐδικοί μας θέλουν μὲ εἴπει: Διὰ τί λοιπὸν δὲν διαμοιράζεσαι; ἢ διὰ τί δὲν δίδεσαι ὁλόκληρος εἰς τὴν πατρίδα σου; Ἡ ἀπόκρισίς μου εἶναι εὔκολος· (Ἀον) εἶμαι μικρός, διὰ νὰ μοιρασθῶ, καὶ μοιραζόμενος ἤθελα ἀξίζει ὀλιγώτερον τοῦ μηδενὸς ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων, ἤθελα τοὺς βλάψει. (Βον) μένω εἰς τὸν τόπον μου καὶ θέλω μείνει ἐν ὄσῳ θέλω ἐλπίζει νὰ τοὺς εἶμαι ὠφέλιμος. Ὁποίαν ἡμέραν ἴδω, ὅτι τὰ χρέη τοῦ ὑπουργήματός μου εἶναι ἀσυμβίβαστα μὲ τὰ χρέη τὰ ὁποῖα μὲ ἀπαιτεῖ ἡ πατρίς, πιστεύσατε μέ, Κύριέ μου, ὅτι δὲν θέλω ἀναβάλει οὐδεποσῶς ν’ ἀκολουθήσω τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον πρέπει ν’ ἀκολουθήση πᾶς τίμιος ἄνθρωπος (39).
Μέχρι το 1822 θα συνεχίσει, άραγε, να τρέφει αυταπάτες για τη δυνατότητα να μεταπείσει τον τσάρο, ή μήπως δεν τολμούσε να κάνει το απαραίτητο βήμα ώστε να δοθεί «ὁλόκληρος εἰς τὴν πατρίδα» του, που εκείνη τη στιγμή τον χρειαζόταν περισσότερο από ποτέ; Ο Καποδίστριας ήταν μεγάλος πολιτικός και πατριώτης αλλά δεν ήταν δυστυχώς ο επαναστάτης ηγέτης που χρειαζόταν εκείνη τη στιγμή η Ελλάδα. Και όμως, την ίδια στιγμή είχε συνείδηση πως η «πανουργία της ιστορίας» τον είχε μεταβάλει, άθελά του, σε όργανο της επαναστατικής αφύπνισης των συμπατριωτών του. Σε επιστολή του προς την κόμισα Στούρτζα-΄Εντλινγκ, στις 5/11/1821, υπερηφανεύεται πως «χωρίς να θέλω να παρακινήσω τους Έλληνας εις την αποτίναξιν του ζυγού, τους ώθησα εν τούτοις χωρίς να το γνωρίζω και χωρίς να το θέλω εις ότι σήμερον πράττουσιν. Είμαι ένοχος δια τούτο;… ελπίζω ότι όχι» (40).
Οι Έλληνες δεν θα ξεχάσουν τον ευπατρίδη πατριώτη και θα τον καλέσουν να αναλάβει τις τύχες ενός παραπαίοντος κράτους. Δεν είχε θελήσει να ηγηθεί στην Επανάσταση, και ίσως ήταν ο μόνος που διέθετε το κύρος και την ικανότητα να επιβάλει μια ενιαία ηγεσία, εν τούτοις τώρα θα θέσει στην υπηρεσία του νεοσύστατου κράτους, στη δύσκολη στιγμή της γέννησής του, την ανιδιοτέλεια και το κύρος του.
Η συνέχεια του ελληνικού έθνους
Τον Απρίλιο του 1823, αφού είχε πλέον ολοκληρώσει τη θητεία του υπό τη ρωσική διοίκηση (41), απογοητευμένος από αυτήν και ενθουσιώδης υποστηρικτής της Επανάστασης, σε νέα επιστολή του προς τον Ιγνάτιο, μας αποκαλύπτει μια σχετικά άγνωστη πτυχή της δραστηριότητας και της ιδεολογίας του (42): «…Ἤδη ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους ἡ ἰδέα πονήματος τινὸς περὶ τῆς ἐνεστώσης καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῶν τερπνοτέρων ἀσχολήσεών μου καὶ τῶν εὐχῶν μου». Για να ετοιμάσει το σύγγραμμά του, «ἐξηκολούθησ(ε) ὑπὸ τὴν σοφὴν διεύθυνσιν τοῦ φίλου (των) Μουστοξύδου ν’ ἀναγινώσκ(ῃ) τὰ παλαιὰ καὶ νέα συγγράμματα, ὅσα πραγματεύονται περὶ τῆς Ἑλλάδος». Όμως, την ίδια εποχή, έφτασε στη Γενεύη ο Ιακωβάκης Ρίζος Νερουλός, ο οποίος του «ἐκοινοποίησε τὸ σύγγραμμα, τὸ ὁποῖον ἐτελείωσε, μὲ τὸν ἀξιότιμον σκοπόν τοῦ νὰ καταδείξῃ τὰς αἰτίας, αἴτινες ἐπέφερον τὴν ἐνεστώσαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος μας». Δηλαδή, ο Ρίζος είχε ήδη προβεί στη συγγραφή ενός ανάλογου βιβλίου με εκείνο που έγραφε ο Καποδίστριας και συμφώνησε να «συγχωνευθῇ τὸ σύγγραμμά του μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖο ἔχω ἀνὰ χείρας» «ὑπὸ τὸν ὄρον τοῦ νὰ ἐπιδοκιμάσῃ ἡ Ὑμετέρα Πανιερότης τὸ σχέδιον καὶ νὰ συγκατανεύσῃ νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσίν του». Εν συνεχεία, ο Καποδίστριας αναφέρεται στο περιεχόμενο και τις κατευθύνσεις του ήδη γραφέντος, εν μέρει τουλάχιστον, πονήματός του, που επιτρέπει να ολοκληρώσουμε τη σκιαγράφηση της ιδεολογικής του ταυτότητας.
Σκοπεύει τωόντι να καταδείξει πως «ἡ ἐνεστώσα κατάστασις τῆς Ἑλλάδος εἶναι συνέπεια ἀναγκαία ὅλων τῶν καταστάσεων, δι’ ὧν ἐξῆλθεν ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τῆς πτώσεως τῆς Αὐτοκρατορίας μέχρι τῶν ἡμερῶν μας». Ο Καποδίστριας δεν εξετάζει τη νεώτερη ελληνική ιστορία με αφετηρία την Άλωση του 1453, αλλά το 1300, όταν δηλαδή οι Οσμανλήδες έχουν καταλάβει τη Μικρά Ασία, ενώ ο ελληνισμός συνέχιζε να μάχεται εναντίον των Φράγκων.
Πρὸς ἐπίτευξιν τούτου τὸ πόνημα θέλει διαιρεθῇ εἰς τρία βιβλία. Τὸ πρῶτον θέλει δείξει τὴν κατάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς προόδου τοῦ Ὀθωμανικοῦ κράτους ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἐν Ασίᾳ, ἤγουν ἀπὸ τοῦ 1300 μέχρι τοῦ 1574. Τὸ δεύτερον θέλει δείξει ὡσαύτως τὴν κατάστασιν τοῦ Ἑλληνικού ἔθνους ἐπὶ τῆς έποχῆς τῆς παρακμῆς τοῦ Όθωμανικοῦ κράτους, ἤγουν ἀπὸ τοῦ 1574 μέχρι τοῦ 1823…
Οι Έλληνες συγκροτούσαν ένα έθνος πριν και μετά την οθωμανική κατάκτηση: «οὐδέποτε ἔπαυσαν νὰ ἀποτελῶσιν ἕν ἔθνος· διότι α) διέσωσαν καθαρὰν τὴν κοινήν καταγωγήν των· β) ἐσυλλογίσθησαν καὶ ὡμίλησαν εἰς τὴν γλώσσαν τῶν πατέρων αὐτῶν· γ) καὶ ὑπήκουσαν εἰς μίαν μόνην καὶ ἀμετάβλητον έξουσίαν, είς τὴν ἐξουσίαν τῆς Ἐκκλησίας των. Οὗτοι δὲ οἱ τρεῖς ὅροι εἶναι οἱ μόνοι, οἵτινες ἐκ μιᾶς συνενώσεως ἀνθρώπων ἀποτελοῦσιν ὅ,τι καλεῖται ἕν ἔθνος». [ ] Όπως επισημαίνει η Κωνσταντίνα Ζάνου, η αντίληψη του Καποδίστρια, του Μουστοξύδη και του Νερουλού διαφέρει ουσιωδώς από εκείνη του Κοραή (43). Για τον τελευταίο, ο ελληνισμός είναι οιονεί νεκρός μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση, εκτός από ελάχιστες εκλάμψεις και εξαιρέσεις, και «αναγεννάται», κυριολεκτικώς, μετά την έκδοση, το 1766, της πρώτης πειραματικής Φυσικής (!), τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή και τη γαλλική Επανάσταση. Αντίθετα, για τον Καποδίστρια και τους ομοϊδεάτες του, το ελληνικό έθνος δεν παύει να υπάρχει, ακόμα και κατά τους πιο σκοτεινούς χρόνους της Τουρκοκρατίας, όταν δε η οθωμανική Αυτοκρατορία παύει να επεκτείνεται, μετά το 1574, αρχίζει η ανάκαμψή του που θα οδηγήσει στην Επανάσταση. Η «Αναγέννηση» του ελληνισμού για τον Καποδίστρια και τον Νερουλό αποτελεί απλώς την περίοδο της ανθοφορίας ενός πάντα ζωντανού κορμού. Είναι ένας από τους πρώτους, μετά τον Καταρτζή, που διατυπώνει θεωρητικά την ιστοριογραφική αντίληψη της συνέχειας του ελληνικού έθνους.
Αυτή η αντίληψη, που περιλαμβάνεται διαγραμματικά στην επιστολή-σχέδιο του Καποδίστρια προς τον Ιγνάτιο, διαπνέει και το βιβλίο του Νερουλού που εξεδόθη στα γαλλικά, το 1828 (44). Αποτελεί άραγε ένα κοινό πόνημά τους, («Ὁ Κύριος Ρῖζος θέλει τὸ δημοσιεύσει είς τὸ ὄνομά του. Εἶναι ὁ ἀπαραίτητος ὅρος τῆς μετά ἀπεριορίστου εὐχαριστήσεως προσφερομένης συμπράξεώς μου») ή μήπως αυτή η σύμπραξη δεν ολοκληρώθηκε; Δυστυχώς, ένα τόσο σημαντικό ζήτημα που θα φώτιζε ικανοποιητικότερα την πνευματική φυσιογνωμία του και θα εξηγούσε ίσως αρκετές από τις κινήσεις του μελλοντικού Κυβερνήτη δεν έχει διερευνηθεί όσο θα έπρεπε. Πάντως, κατ’ εξοχήν στον πνευματικό χώρο των Ιονίων νήσων θα αναπτυχθεί, ίσως συστηματικότερα από οπουδήποτε αλλού, η θεωρία της συνέχειας του ελληνισμού, από τον Καποδίστρια και τον Μουστοξύδη μέχρι τους Ζαμπέλιους, τον Βαλαωρίτη και τους Επτανήσιους ριζοσπάστες. Καθόλου τυχαία, ο Μουστοξύδης –ίσως ο στενότερος φίλος και συνεργάτης του Καποδίστρια– υπήρξε ο άνθρωπος που συνέδραμε ουσιωδώς τον Φωριέλ στην έκδοση των δημοτικών τραγουδιών (45), ενώ εξέδωσε και το περιοδικό Ελληνομνήμων, στην Κέρκυρα (1843-1853), το πρώτο που ασχολείται συστηματικά με το ύστερο Βυζάντιο και την πρώιμη Τουρκοκρατία.
Κλείνοντας εδώ την αναφορά στον Ιωάννη Καποδίστρια, δεν μπορούμε παρά να αναλογιστούμε για μια ακόμα φορά τον ανολοκλήρωτο χαρακτήρα της συγκρότησης του ελληνισμού, τον «καημό της ρωμιοσύνης», τις «καρβουνοσακούλες» που, σύμφωνα με τον Γιώργο Σεφέρη, σκεπάζουν τον ουρανό του (46). Ο μόνος άνθρωπος που είχε τη δυνατότητα να ενώσει τα διεστώτα μέλη του ελληνικού κόσμου κατά την Επανάσταση, ο μόνος που ήταν αναγνωρισμένος ανεπιφύλακτα από όλες τις πτέρυγες του και θα είχε ίσως τη δυνατότητα να σιγάσει τους δαίμονες του εμφυλίου, ήταν τραγικά απών στο μεγαλύτερο μέρος του αγώνα και θα έλθει μόνο στο τέλος του για να διασώσει την ξέπνοη επανάσταση, έργο ακόμα και τότε καθοριστικό, παρότι έμελλε να πέσει θύμα του εμφυλίου που υποδαύλιζε η Αλβιών.

Σημειώσεις
1. C. M. Woodhouse, Capodistria: The Founder of Greek Independence, Oxford UP, Λονδίνο 1973, σσ. 9· Adre Papadopoulo-Bretos, Mémoires biographiques-historiques sur le président de la Grèce, le comte Jean Capodistrias, τ. Ι, Παρίσι 1837.
2.  Demetrio Arliotti, La vita di Giovanni conte Capodistria, Scritta nel 1833, Κέρκυρα 1859, σ. 3.
3.  Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, «Μία κατά τον Β΄ προ Χριστού αιώνα εθνική εν Λευκάδι συνέλευσις», Εστία, τ. 4, τχ. 98, Αθήνα 1877, σσ. 725-730.
4.  Βαλαωρίτης, ό.π., σ. 730· Γιώργος Σκλαβούνος, «Η άμυνα της Λευκάδας ως πρόβα τζενεράλε του 1821», 19/3/2011, http://anadrastos.blogspot.com/2011/03/1821. html.
5.  Α. Βαλαωρίτης, ό.π., σ. 729.
6.  C. M. Woodhouse, Capodistria, ό.π., σσ. 35-46.
7.  Βλ. σχετικά και Δημήτριος Βερναρδάκης, Καποδίστριας και Όθων, 1η έκδ. 1874, Γαλαξίας, Αθήνα 1962· Τρύφων Ευαγγελίδης, Ο Ιωάννης Καποδίστριας, Αθήναι 1894· Ανδρέας Ιδρωμένος, Ο Κυβερνήτης της Ελλάδος Καποδίστριας, Αθήναι 1900· Δημήτριος Γατόπουλος, Ιωάννης Καποδίστριας, Αθήνα 1923· Ι. Βασδραβέλλης, Η Φιλική Εταιρεία, ο Καποδίστριας και η ρωσική πολιτική, ΕΜΣ, Θεσ/νίκη 1968· Π. Ζούβας, Ιωάννης Καποδίστριας. Η διπλωματική του δραστηριότης και η Ελληνική Επανάστασις, Αθήναι 1972· Παύλος Πετρίδης, Η διπλωματική δράσις του Ιωάννου Καποδίστρια υπέρ των Ελλήνων 1814–1831, ΙΔΔΔ, Θεσ/νίκη 1974· Εμμ. Πρωτοψάλτης, Ιωάννης Καποδίστριας, Εταιρεία Φίλων του Λαού, Αθήνα 1977· Αλέξ. Δεσποτόπουλος, Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η απελευθέρωση της Ελλάδος, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1996· Ελένη Κούκου, Ιωάννης Καποδίστριας. Ο άνθρωπος, ο διπλωμάτης (1800–1828), Πατάκης, Αθήνα 2005.
8.  Αδαμάντιος Κοραής, Τι συμφέρει εις την ελευθερωμένην από Τούρκους Ελλάδα να πράξη εις τας παρούσας περιστάσεις, διά να μη δουλωθή εις Χριστιανούς τουρκίζοντας: Διάλογος δύο γραικών, Παρίσι 1830· Aδ. Κοραής, Τι συμφέρει εις την ελευθερωμένην από Τούρκους Ελλάδα να πράξη εις τας παρούσας περιστάσεις, διά να μη δουλωθή εις Χριστιανούς τουρκίζοντας: Διάλογος δύο γραικών δεύτερος, Παρίσι 1831· Απ. Δασκαλάκης, Κοραής και Καποδίστριας, Αθήνα 1958.
9.  C. M. Woodhouse, Capodistria, ό.π., σ. vii.
10.  Το πρώτο είναι το «Υπόμνημα περί της σημερινής καταστάσεως των Ελλήνων», Βιέννη 1811 (βλ. ΑΙΚ-ΕΚΣ, τ. Ζ΄, Κέρκυρα 1986, γαλλικό κείμενο, σσ. 188-207, ελληνικό κείμενο, σσ. 208-232). Το δεύτερο είναι η «Εγκύκλια επιστολή με παρατηρήσεις πάνω στα “μέσα” βελτίωσης της μοίρας των Ελλήνων» (Κέρκυρα, 6/18 Απριλίου 1819), [Βλ. ΑΙΚ-ΕΚΣ, τ. ΣΤ΄, Κέρκυρα 1985, σσ. 11-20. Το γαλλικό πρωτότυπο δημοσιεύτηκε από τον G. Waddinglon, A visit to Greece in 1823 and 1824, Λονδίνο 1825, σσ. XXXIV – XLVI·  Ελ. Πρεβελάκης, «Η εγκύκλια επιστολή του Ιωάννη Καποδίστρια της 6/18 Απριλίου 1819», Πρακτικά του 3ου Πανιονίου συνεδρίου, 1967, σσ. 228-328.] Το τρίτο αποτελεί επιστολή που έστειλε από τη Γενεύη προς τον Ιγνάτιο, στην Πίζα, στις 12/24 Απριλίου 1823. Το ημιτελές γαλλικό πρωτότυπο του «Αρχείου Μουστοξύδη», δημοσιεύτηκε από την Κων. Ζάνου [«Ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο Ιακωβάκης Ρίζος Νερουλός και η Νεότερη ιστορία της Ελλάδας», Μνήμων, τχ. 30, Αθήνα 2009, σσ. 141-177]· στα ελληνικά, δημοσιεύτηκε στην εφημ. Αιών (30/9/1850). Το τέταρτο, και γνωστότερο κείμενο είναι η Αυτοβιογραφία. Η «Επισκόπησις της πολιτικής μου σταδιοδρομίας από του 1798 μέχρι του 1822» (Aperçu de ma carrière publique depuis 1798 jusqu’ à 1822), ήταν υπόμνημα που υπέβαλε το 1826 στον Νικόλαο Α΄, όταν ζήτησε να γίνει δεκτή η εκκρεμής από τον Αύγουστο του 1822 παραίτησή του από τη ρωσική υπηρεσία. Ο καθηγητής Μιχ. Λάσκαρις, που την μετέφρασε, την απέδωσε εύστοχα ως «Αυτοβιογραφία». [Βλ. Ι. Καποδίστριας, Αυτοβιογραφία, Αθήναι 1962. Στο ΑΙΚ-ΕΚΣ, τ. Α΄, Κέρκυρα 1976, σσ. 1-83.]
11.  Βλ. Αθανάσιος Πάριος, Περί της αληθούς φιλοσοφίας, ή Αντιφώνησις προς τον παράλογον ζήλον των από της Ευρώπης ερχομένων φιλοσόφων και επί αφιλοσοφία το ημέτερον γένος ανοήτως οικτειρόντων. Τούτοις προσετέθη και Παραίνεσις προς τους αδεώς πέμποντας εις Ευρώπην τους παίδας. Αμφότερα συγγραφέντα υπό Ναθαναήλ Νεοκαισαρέως του εν τω Αγίω Όρει ησυχάζοντος, Τεργέστη 1802.
12.  Το πρωτότυπο είναι αχρονολόγητο· η ρωσική μετάφραση έχει ημερομηνία 25/11-7/12/1811.
13.  Γράφει ο Γιάννης Κορδάτος: «Ο Καποδίστριας… συντηρητικός ως το κόκκαλο και πιστός υπηρέτης της ρωσικής πολιτικής» (Γ. Κορδάτος, Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας, τ. Β΄, σ. 592). «Τέτοιος ήταν ο Καποδίστριας. Αντιδραστικός ως το κόκκαλο» (στο ίδιο, σ. 599). Και πιο κάτω: «Σχετικά με την κυβερνητική δράση του Καποδίστρια, οι ξένοι ιστορικοί ομόφωνα την καταδικάζουν. Από τους Έλληνες ερευνητές μερικοί έχουν αντίθετη γνώμη, γι’ αυτό χαρακτηρίζουν τον Καποδίστρια σαν έναν καλό κυβερνήτη που πρόσφερε μεγάλες υπηρεσίες στον τόπο. Η αντίληψη αυτή δεν έχει κανένα στήριγμα στις πηγές. Ο Καποδίστριας ήταν όπως είπαμε αντιδραστικός και το πέρασμά του δεν σημείωσε εποχή» (ό.π., σ. 601).
Σημειώσεις 
14.   Γρ. Δαφνής, Ιωάννης Α. Καποδίστριας, η γένεση του ελληνικού κράτους, Ίκαρος, Αθήνα 1975, σσ. 270-272· Σ. Θ. Λάσκαρις, «Ο Ιωάννης Καποδίστριας ως Ρώσος διπλωμάτης και υπουργός των εξωτερικών», ΗΜΕ, τ. 11, Αθήνα 1932, σσ. 100-102· Αυτοβιογραφία Ιωάννου Καποδίστρια, Γαλαξίας, Αθήνα 1971, σσ. 38-55.
15.  Σ. Θ. Λάσκαρις, ό.π., σ. 107· Χαρ. Νικολάου, Διεθνείς πολιτικές και στρατιωτικές συνθήκες-συμφωνίες και συμβάσεις, Στρατηγικές εκδόσεις, Αθήνα 1996, σσ. 58-59.
16.  ΑΙΚ-ΕΚΣ, τ. Ε΄, Κέρκυρα 1984, σσ. 3-9.
17.  Βιέννη, 30 Μαρτίου / 11 Απριλίου 1815, Βλ. ΑΙΚ, ό.π., τ. Γ΄, 1980, σσ. 284, 285.
18.  C. M. Woodhouse, Capodistria, ό.π., σ. 117.
19.  Βλ. Vneshniaia politika Rosii xix I nachala xx veka, t. VII, Μόσχα 1970, σσ. 310-312.
20.  Patricia Kennedy Grimsted, Foreign ministers of Alexander I, California UP, Μπέρκλεϋ – Λ. Άντζελες 1969, σ. 231.
21.  Ηλίας Ζερβός-Ιακωβάτος, Η επί της αγγλικής προστασίας Επτάνησος Πολιτεία και τα κόμματα, επιμ. Χρίστου Θεοδωράτου, Αθήνα 1969, σ. 9.
22.  Αρχείον Ιωάννου Καποδίστρια, τ. Α΄, Κέρκυρα 1976, σσ. 57-58.
23.  Βλ. Π. Χιώτης, Ιστορία του Ιονίου Κράτους, Από Συστάσεως Αυτού Μέχρις Ενώσεως (Έτη 1815-1864), τ. 2, Ζάκυνθος 1874, σσ. 303-304.
24.  Βλ. Π. Χιώτης, Ιστορία του Ιονίου Κράτους…, ό.π., σσ. 257-262· Ανδρέας Ιδρωμένος, Ο υπέρ εθνικής αποκαταστάσεως αγών των Επτανησίων 1815-1864, Πολιτική Ιστορία της Επτανήσου  επί της Αγγλικής προστασίας, Κέρκυρα 1889, σσ. 10-19.
25.  Στην Ελβετία, το 1814, μελέτησε τα πρωτοπόρα εκπαιδευτικά συστήματα των Πεσταλότσι και Φέλλενμπεργκ και έγραψε μάλιστα ένα εκτενές μνημόνιο για τον τσάρο, το οποίο κυκλοφόρησε με τη μορφή βιβλίου, βλ. Jean Capodistria, Rapport présenté à Sa Majesté l’Empereur Alexandre sur les établissements de M. de Fellenberg à Hofwyl, en Octobre 1814, Παρίσι-Γενεύη 1815.
26.  Αυτοβιογραφία…, ό.π., σσ. 57-59.
27.  Βλ. Comtesse Edling, née Stourdza, Mémoires, Μόσχα 1888, σ. 211.
28.  Βλ. Ε. Κούκου, Ο Καποδίστριας και η παιδεία (1803-1822) – Α΄ Η Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης, δδ, Αθήνα 1958· Γ. Λάιος, «Η «Φιλόμουσος Εταιρεία» της Βιέννης (1814-1820). Νέα έγγραφα», ΕΜΑ 12 (1962)· Εμμ. Πρωτοψάλτης, Ιγνάτιος, μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας 1766-1828, ΜΕΙ, ΑΑ, Αθήνα 1959-1962, τχ. Ι, σσ. 127-164, τχ. ΙΙ, σσ. 55-62.
29.  Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, Ρήγας-Υψηλάντης-Καποδίστριας, Έρευναι εις τα αρχεία της Αυστρίας, Γερμανίας, Ιταλίας, Γαλλίας και Ελλάδος, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα 1965, σ. 184.
30.  Πολ. Ενεπεκίδης, Ρήγας-Υψηλάντης…, ό.π., σσ. 196-197.
31.  Ι. Καποδίστριας, Αυτοβιογραφία, ό.π., σ. 79.
32.  «Εγκύκλια επιστολή με παρατηρήσεις πάνω στα “μέσα” βελτίωσης της μοίρας των Ελλήνων», ό.π.
33.  Καποδίστριας, Αυτοβιογραφία, ό.π., σσ. 99-100.
34.  Καποδίστριας, Αυτοβιογραφία, ό.π., σσ. 82-87.
35.  Ενεπεκίδης, Ρήγας-Υψηλάντης…, σσ. 203-204.
36.  Καποδίστριας, Αυτοβιογραφία, ό.π., σ. 131.
37.  Καποδίστριας, Αυτοβιογραφία, ό.π., σ. 152.
38.  Βλ. Μέρος Δ΄, κεφ. ΙΙΙ, σσ. 601-603.
39.  «Υπόμνημα περί της τύχης της Ελλάδος» (17 Ιουλίου 1821), ΑΙΚ, τ. Στ΄, ΕΚΣ, Κέρκυρα 1984, σσ. 176-177.
40.  Νέα Ημέρα Τεργέστης, 1/14 Σεπτεμβρίου 1901.
41.  Μετά το 1822, είχε αποσυρθεί στην Ελβετία, παρότι παρέμενε ακόμα τυπικά στην υπηρεσία της ρωσικής διοίκησης.
42.  «Επιστολή προς τον μητρ. Ιγνάτιο», 12/24 Απριλίου 1823, Αιών, Αθήνα 30–9–1850.
43.  Βλ. Κ. Ζάνου, «Ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο Ιακωβάκης…», ό.π. Για τις σχέσεις μεταξύ Μουστοξύδη και Καποδίστρια, βλ. Κ. Θ. Δημαράς, «Καποδίστριας–Μουστοξύδης–Κουτλουμουσιανός (Βιβλιογραφικές και άλλες αναζητήσεις)», Θησαυρίσματα/ Thesaurismata, τχ. 1, Βενετία 1962, σσ. 14-62.
44.  Βλ. Iacovaky Rizo Nérοulοs, Histoire Moderne de la Grèce depuis la chute de l’ empire d’ Orient, Γενεύη 1828. Βλ. σχετικά M. B. Σακελλαρίου, «Νεοελληνικές Ιστορικές Σπουδές. Ιστορικό και κριτικό σχεδιάγραμμα», Nέα Eστία, 33 (1943) σσ. 26-31, 102-106, 158-162, 233-236, 290-295, 359-364, 435-440, 495-498, 548-552, 615-618, 804-813, εδώ, σ. 105· Γιάννης Κουμπουρλής, «Η Επανάσταση του 1821 και η δημιουργία του ελληνικού εθνικού κράτους στις πρώτες μεγάλες αφηγήσεις της νεότερης ελληνικής ιστορίας: από την πολυπαραγοντική ανάλυση στο σχήμα της εθνικής τελεολογίας», στο Πέτρος Πιζάνιας (επιμ.), Η ελληνική Επανάσταση του 1821. Ένα ευρωπαϊκό γεγονός, Κέδρος, Αθήνα 2009, σσ. 351-374.
45.  Βλ. Miodrac Imbrovac, Claude Fauriel et la fortune Européenne des poésies populaires Grecque et Serbe, Librairie Marcel Didier, Παρίσι 1966 και Αλέξης Πολίτης, Η ανακάλυψη των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών, Θεμέλιο, Αθήνα 1984. Για τον Μουστοξύδη, βλ. Ευάγγελος Μανής, Ανδρέας Μουστοξύδης (1785-1860), ο επιστήμων, ο πολιτικός, ο εθνικός αγωνιστής, δδ, Πανεπιστήμιο Αθηνών 1960· Δ. Αρβανιτάκης, εισαγ. στο Ανδρέας Μουστοξύδης-Αιμίλιος Τυπάλδος, Αλληλογραφία (1822-1860), Εκδ. Κότινος, Αθήνα 2005· Κ. Ζάνου, Διανοούμενοι-“γέφυρες” στη μετάβαση από την προεθνική στην εθνική εποχή, Ανάτυπο από το περ. Τα Ιστορικά, τχ. 58, Αθήνα Ιούνιος 2013.
46.  Γιώργος Σεφέρης, Δοκιμές, Α΄ (1936-1947), Ίκαρος, Αθήνα 1974, σ. 210.

ΠΗΓΗ:http://ardin-rixi.gr/archives/198579
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.