Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018

Μακεδονικό - "Παραμύθι χωρίς όνομα"- του Βασίλη Ασημακόπουλου


Αποτέλεσμα εικόνας για ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ

 - Ορισμένες πτυχές του ζητήματος στη σύγχρονη εκδοχή του, κάποιες από τις οποίες έχουν πολλαπλώς εκτεθεί από πολλούς στο δημόσιο λόγο, άλλες πάλι λιγότερο και η άποψή μου 

[Προς διευκόλυνση της ανάγνωσης ενός αρκετά μακροσκελούς κειμένου, ακολουθείται η ακόλουθη δομή σε πέντε επιμέρους κεφάλαια : Α) Εισαγωγή, Β) Όψεις της εσωτερικής διάστασης, Γ) Επισημάνσεις της συζήτησης για το εθνικό φαινόμενο, Δ) Συγκυρία του σύγχρονου Μακεδονικού και εσωτερική πολιτική διαχείρηση, Ε) Εξωτερική πολιτική – Ζητήματα ιστορίας και προοπτικές ]

Αντί άλλου τίτλου : Παραμύθι χωρίς όνομα 

Πηνελόπης Δέλτα, 1910 


Α) Εισαγωγή


Το γνωστό αλληγορικό παραμύθι αναφέρεται σε μια χρεοκοπημένη χώρα, όπου μέσα από εσωτερικές ανακατατάξεις και τριβές εντός της κυρίαρχης πολιτικής τάξης, αναδεικνύεται η κατάλληλη ηγεσία, η οποία οδηγεί - μετά από συγκρούσεις - τη χώρα στην αναδιοργάνωσή της και στην υπέρβαση των δυσκολιών, που φάνταζαν ανυπέρβλητες.
Το βιβλίο αντανακλά τις προσδοκίες ενός τμήματος της κοινωνικής ελίτ του παροικιακού ελληνισμού (όπου ζούσε η Δέλτα) για την ανόρθωση της χώρας, τη θετική αγωνιστική κίνηση που εκπέμφθηκε με το Κίνημα στου Γουδή το 1909 και το αναγκαίο ανορθωτικό έργο που τέθηκε σε εφαρμογή με έναυσμα την αναθεωρητική Βουλή του 1910-1911. Μια πορεία που το ιστορικό εκκρεμές του ελληνικού χωροχρόνου κινήθηκε από την ήττα του 1897 και την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου στην ανορθωτική βενιζελική κίνηση (στην εσωτερική και εξωτερική της διάσταση), σε μια εποχή που διεθνώς χαρακτηριζόταν από την έντονη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και τη δυναμική τάση διεθνοποίησης του καπιταλισμού, την κορύφωση των διαδικασιών εθνικής αφύπνισης ή αυτοδιάθεσης, τη ραγδαία ανάπτυξη και οργάνωση του εργατικού κινήματος, την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων που θα οδηγήσουν στο ξέσπασμα του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, την τελική υποχώρηση και έξοδο της οθωμανικής αυτοκρατορίας από το βαλκανικό χώρο που θα κορυφωθεί με τους δύο βαλκανικούς πολέμους, όλα τα ανωτέρω σε μια ενιαία πυκνή αντιφατική κίνηση της ιστορικής διαδικασίας. Οι δυναμικές της ανορθωτικής κίνησης στον ιστορικό χώρο του ελληνισμού των αρχών του 20ου αιώνα συμπυκνώθηκαν σε δύο ζητήματα (στο πλαίσιο της συγκεκριμένης εξέλιξης του Ανατολικού Ζητήματος), το Μακεδονικό και το Κρητικό Ζήτημα, που ανέδειξαν και δύο σημαίνουσες – και αντίπαλες- πολιτικές μορφές, τον Ίωνα Δραγούμη και βέβαια τον Ελευθέριο Βενιζέλο αντίστοιχα, με τους οποίους συνδέθηκε η Πηνελόπη Δέλτα. Χαρακτηριστική του βάρους των ζητημάτων της εθνικής απελευθέρωσης-αποκατάστασης συγκεκριμένων ιστορικών χώρων του ελληνισμού στον εγχώριο πολιτικό αγώνα και τη γενικότερη κοινωνική κίνηση, είναι η γνωστή αποστροφή του Ίωνα Δραγούμη - ενός ριζοσπάστη διανοούμενου των αρχών του 20ου αιώνα, μέλους της αστικής αθηναϊκής τάξης, ο οποίος στάθηκε κριτικά απέναντι τόσο στον Αθηναϊσμό ως κυρίαρχη διαμορφούμενη μορφή κρατικής συγκρότησης, όσο και σταθερά απέναντι στον βενιζελισμό, που διακηρύσσει «Να ξέρετε πως αν τρέξουμε να σώσουμε την Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώσει». 

Το σύγχρονο Μακεδονικό, που συμπυκνώνεται στο ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ, αλλά δεν είναι προφανώς μόνον αυτό, έχει για τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό τη δική του εσωτερική και εξωτερική διάσταση οι οποίες αλληλοδιαπλέκονται (και πρέπει κατά τη γνώμη μου να εξετάζονται μέσα απ’ αυτή την οπτική) σε ορισμένες όψεις των οποίων θα αναφερθούμε στο κείμενο που ακολουθεί 

Β). Όψεις της εσωτερικής διάστασης 


Το σύγχρονο Μακεδονικό, εσωτερικεύεται από τις εγχώριες πολιτικές δυνάμεις τη δεκαετία του ‘90, ως ένα επανεμφανιζόμενο ζήτημα, που είχε μείνει ουσιαστικά παγωμένο (ως προς τις διακρατικές του πτυχές) για 40 χρόνια λόγω των διεθνών συνθηκών του Ψυχρού Πολέμου και της ενδιάμεσης/ αδέσμευτης διεθνοπολιτικά θέσης της μεταπολεμικής – τιτοϊκής- σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας και έρχεται στην επιφάνεια στις νέες συνθήκες που καθορίζονται από τις διαδικασίες εμπόλεμης διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας, το δράμα των λαών της, με την – ενεργό- συμμετοχή (ευρω-γερμανική) έως και ανοιχτή (από αέρος) επέμβαση του ιμπεριαλιστικού-ΝΑΤΟϊκού παράγοντα, προκαλώντας μια γενικευμένη γεωπολιτική κινητικότητα και ως εκ τούτου αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων. Στην ελληνική κοινωνία αποτελεί συγκεκριμένη εκδήλωση της κεντρικότητας των ζητημάτων ταυτότητας, αυτοπροσδιορισμού, συλλογικής αυτογνωσίας, ιστορίας, με τη χώρα να βρίσκεται στο πλευρό των νικητών του Ψυχρού Πολέμου (με συρρίκνωση έως αποδιάρθρωση των ελληνικών πληθυσμών και κοινοτήτων εκτός εθνικών συνόρων), ενταγμένη οργανικά στις δυτικές υπερεθνικές πολιτικο-οικονομικές και στρατιωτικές συμμαχίες, με τμήματα της εγχώριας οικονομίας σε άνοδο (τραπεζικό κεφάλαιο-τριτογενής τομέας- συνεχιζόμενη άνοδος του καταναλωτικού επιπέδου), αλλά και διευρυμένη αναπαραγωγή των δομικών οικονομικών αδυναμιών του συστήματος Ελλάδα λόγω του τρόπου εσωτερίκευσης της διαδικασίας διεθνούς ενσωμάτωσης (δημοσιονομικά ελλείμματα-αποπαραγωγικοποίηση πρωτογενούς/δευτερογενούς τομέα, βλ. ειδικώς για τα ζητήματα αυτά τα βιβλία του Τάκη Φωτόπουλου, Εξαρτημένη ανάπτυξη- Η ελληνική περίπτωση, εκδ. Κουκκίδα 2017 και Η Ελλάδα ως προτεκτοράτο της Υπερεθνικής Ελίτ-Η ανάγκη για άμεση έξοδο από την Ε.Ε. και για μια αυτοδύναμη οικονομία, εκδ. Γόρδιος, 2010), ενώ η χώρα για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της γίνεται τόπος υποδοχής οικονομικών μεταναστών κυρίως βαλκανικών χωρών τη δεκαετία του ’90 (σε συνθήκες έντονης εκμετάλλευσης της προσφερόμενης φτηνής εργατικής δύναμης), σε μια εποχή που η κυρίαρχη τάση του υπεριμπεριαλιστικού (νεο)φιλελεύθερου καπιταλισμού έρχεται σε σύγκρουση με την τάση της δημοκρατικής εθνικο-λαϊκής κυριαρχίας, ως αποτέλεσμα των συγκεκριμένων δυναμικών της κορύφωσης των διαδικασιών συσσώρευσης κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα, της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης (Για το ζήτημα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης από την περίοδο 2007-2008 και τους σύγχρονους όρους κίνησης του διεθνοποιημένου καπιταλισμού, η βιβλιογραφία εγχώρια και διεθνής είναι προφανώς ογκωδέστατη. Θα επισημάνω στο σημείο αυτό την πολύ ενδιαφέρουσα – δυστυχώς αδημοσίευτη ακόμα- ανάλυση για τα ζητήματα αυτά του φίλου και συντρόφου Θέμη Δελβιζόπουλου ‘Ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και παγκόσμια γεωστρατηγική’). 

Οι κομματικοί σχηματισμοί-πολιτικοί χώροι την περίοδο 1990-2015 


Τα κόμματα, ως σχηματισμοί συνάρθρωσης σχέσεων εκπροσώπησης (κοινωνικών τάξεων) – σχέσεων νομιμοποίησης (καπιταλιστικού κράτους), τη δεκαετία του ’90 έχουν μετατραπεί σε ιδεολογικούς (και υλικούς) μηχανισμούς του κράτους, με την έννοια ότι έχουν οργανικά αποδεχθεί τους προσανατολισμούς της άρχουσας τάξης της χώρας (με διαφορές έμφασης μεταξύ τους και με την ιδιότυπη αλλά διακριτή στάση του ΚΚΕ). Η διαδικασία (σχεδόν απόλυτης) κυριαρχίας των σχέσεων νομιμοποίησης έναντι των σχέσεων εκπροσώπησης που αρχίζει να καταγράφεται με διάφορες μορφές από το 1996 και μετά θα εκφραστεί ως κρίση εκπροσώπησης και ριζική ανατροπή κομματικών συσχετισμών στην συγκυρία 2010-2012, όταν οι σχέσεις εκπροσώπησης θα βρεθούν από υφιστάμενη αλληλοσυμπληρωματική σε αλληλοαποκλειόμενη τροχιά έναντι των σχέσεων νομιμοποίησης, ως συνέπεια της έντασης της οικονομικής κρίσης, πρακτικά της αδυναμίας διευρυμένης κοινωνικής αναπαραγωγής του «συστήματος Ελλάδα» με τα μέχρι εκείνη την περίοδο χαρακτηριστικά του (διευρυμένη αναπαραγωγή μικροϊδιοκτητικής κοινωνικής δομής-αυτοαπασχόλησης και ελεύθερων επαγγελματιών, καθώς και σταθερή άνοδο των αποδοχών μισθωτής εργασίας- κυρίως της εξασφαλισμένης, με περαιτέρω δανεισμό από τους μηχανισμούς του αποεδαφοποιημένου χρηματιστικού κεφαλαίου). 

Η Νέα Δημοκρατία


Η πολιτική δεξιά, η παράταξη της μετεμφυλιακής εθνικοφροσύνης-αμερικανοσύνης και του μεταπολιτευτικού ευρωπαϊσμού, οδηγείται σε διάσπαση την περίοδο 1992-1993 λόγω Μακεδονικού. Η ομάδα Σαμαρά εκφράζει μια γραμμή αστικού εθνικισμού (εθνικό χωρίς το κοινωνικό, αβερωφική δεξιά) με τάσεις διακριτότητας από τον ευρωπαϊκό (όχι τον αμερικάνικο) υπεριμπεριαλισμό (σκληρή γραμμή στο Μακεδονικό με ευθύνες όμως στην κρίσιμη απόφαση της συνόδου των υπ.εξ. των κρατών-μελών της ΕΟΚ στην αναγνώριση της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας, 12ος/1991), ενώ η ομάδα Μητσοτάκη είναι οργανικά ενταγμένη στο ευρωατλαντικό υπεριμπεριαλιστικό προτσές (αποδοχή του σχεδίου Βανς-Οουεν 5ος/1993, το λεγόμενο μεγάλο πακέτο και της γραμμής της διπλής ονομασίας- Nova Makedonija για όλες τις επίσημες ανάγκες, όπως ρητώς αναγράφεται στο αρ. 5 του σχεδίου). Ήταν τα πρώτα βήματα της ελληνικής δεξιάς στις μεταψυχροπολεμικές συνθήκες. Η Ν.Δ. θα επικρατήσει έναντι της ΠΟΛ.ΑΝ. στον ενδοδεξιό ανταγωνισμό, αλλά εντός της Ν.Δ. θα έχει μείνει ο – πλειοψηφικός- ενδιάμεσος χώρος, μια κοινή συνισταμένη της δεξιάς παράταξης που εκφράζει τόσο τις στρατηγικές επιλογές του ελληνικού αστισμού στις συνθήκες μετά το ’74, όσο και μια παραδοσιακή πατερναλιστική κουλτούρα λαϊκής δεξιάς, ο καραμανλισμός. Ο ίδιος ο Κώστας Καραμανλής κινούμενος εντός των πλαισίων της παράταξής του με έμπρακτη διάθεση αυτονομίας από το υπεριμπεριαλιστικό κέντρο – μια τέτοια εκδοχή (όχι η μοναδική) ήταν η ρητή απειλή χρήσης veto στο Βουκουρέστι 4ος/2008 και η διατύπωση της λεγόμενης και εθνικής κόκκινης γραμμής, σύνθετη ονομασία (περιλαμβανομένου του όρου Μακεδονία) με γεωγραφικό προσδιορισμό για όλες τις χρήσεις (erga omnes) – χωρίς εγχώριο αστικό μπλοκ να τον στηρίζει σε μια τέτοια γραμμή και χωρίς ανάλογο πολιτικό υποκείμενο (με ευθύνες για απώλεια ελέγχου στα δημοσιονομικά το κρίσιμο διάστημα 2008-9, καθώς η κυβέρνησή του είχε αποδιοργανωθεί, για διάφορους λόγους, από τον Σεπτέμβριο 2008 και μετά) οδηγήθηκε στην έξοδο, σε μια περίοδο που η καλπάζουσα παγκόσμια οικονομική κρίση μπλόκαρε τις διαδικασίες αναπαραγωγής της ελληνικής κανονικότητας και αντικειμενικά λειτούργησε ως αποσταθεροποιητικός παράγοντας, μιας υποθηκευμένης στους διεθνείς πιστωτές και στο άυλο χρηματιστικό κεφάλαιο των χρεωγράφων εγχώριας οικονομίας. Στη μάχη της διαδοχής στη Ν.Δ. συγκρούστηκαν μια εκδοχή της νεοφιλελεύθερης υπεριμπεριαλιστικής τάσης της κομματικής ελίτ (Μπακογιάννη) με μια εκδοχή του αστικού εθνικισμού της Ν.Δ. (Σαμαράς). Σε επίπεδο κομματικής διαδρομής συνεκτιμήθηκε το συγκυριακό γεγονός της πτώσης της κυβέρνησης ’90-’93 απέναντι στο βάρος μιας παραδοσιακής κουλτούρας της δεξιάς παράταξης. Το γεγονός που έτεμνε το συγκυριακό επεισόδιο της πτώσης μιας κυβέρνησης με ένα δομικό στοιχείο της παραδοσιακής παραταξιακής κουλτούρας ήταν το Μακεδονικό. Και τελικά επικράτησε η παράδοση της παράταξης και όχι του κομματικού μηχανισμού με τη στενή έννοια. Και προφανώς η μεθόδευση (πιθανόν καραμανλική) να εκλεγεί ο νέος πρόεδρος από ανοιχτή μαζική απ’ ευθείας εκλογική διαδικασία και όχι με έμμεση εκλογή από συνέδριο (όπως είχε αρχικά αποφασιστεί) οδήγησε στην επικράτηση της κουλτούρας της παράδοσης έναντι της κουλτούρας του κόμματος (11ος/2009). Η γραμμή του σαμαρικού αστικού εθνικισμού (εθνικό χωρίς κοινωνικό) ταλαντεύθηκε μεταξύ αντιμνημονιακής ρητορείας και μνημονιακής κυβερνητικής πρακτικής. Η μεταστροφή γίνεται την περίοδο 2011-2012, όταν οξύνεται κατακόρυφα ο κοινωνικός αγώνας και οι μάζες παρεμβαίνουν σχεδόν αδιαμεσολάβητα στον πολιτικό ανταγωνισμό- πλατείες 6ος/2011, απεργίες-καταλήψεις δημοσίων κτιρίων 10ος/11, εξεγερσιακές πρακτικές στις 28 Οκτωβρίου 2011, διαδηλώσεις κατά 2ου μνημονίου 2ος/2012 και αυτό μόνον συμπτωματικό δεν είναι. Πρόκειται για την επιβεβαίωση της παραδοσιακής αντίληψης της δεξιάς για το έθνος. Έθνος χωρίς λαό (υπεριστορική κοινότητα). Το γεγονός της ανυπαρξίας ‘εθνικής’ αστικής τάξης, κοινωνικού μπλοκ δηλαδή που θα στήριζε μια αστική αντιμνημονιακή γραμμή επίσης υπήρξε καταλυτικής σημασίας στο μνημονιακό συμβιβασμό και την ήττα της σαμαρικής γραμμής του αστικού εθνικισμού. Η εκλογή Κυριάκου Μητσοτάκη (12ος/2015) – και μάλιστα με απευθείας εκλογή έναντι μιας πιο κομματικής-γραφειοκρατικής υποψηφιότητας όπως του Μεϊμαράκη- αποτελεί έκφραση της κυριαρχίας της νεοφιλελεύθερης υπεριμπεριαλιστικής τάσης. Η ήττα και υποταγή στον υπεριμπεριαλισμό με την υπογραφή του 3ου μνημονίου (7ος-8ος/2015) από τον ΣΥΡΙΖΑ (και τους ΑΝΕΛΛ) προσέφερε την απαιτούμενη λαϊκή νομιμοποίηση και αποδοχή αυτής της εξέλιξης. 

Το ΠΑΣΟΚ- κεντροαριστερά


Το ΠΑΣΟΚ στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και ιδίως την αντιπολιτευτική περίοδο ’90-’93 (αλλά και στην ύστερη ανδρεοπαπανδρεϊκή κυβερνητική εμπειρία 1993-1995) βρίσκεται σε μια γραμμή που επιχειρεί να συμπυκνώσει σ’ ένα ενιαίο ιδεολογικο-πολιτικό σχήμα αντινεοφιλελευθερισμό (στο κοινωνικο-συνδικαλιστικό επίπεδο), δημοκρατικό πατριωτισμό (στο ιδεολογικό επίπεδο, αλλά και στα πεδία της εξωτερικής πολιτικής) και εκσυγχρονισμό (στο οικονομικό πεδίο). Μια τάση αναθέρμανσης της Εθνικής Λαϊκής Ενότητας (2η σύνοδος ΚΕ ΠΑΣΟΚ, 2ος/78), σε συνθήκες διεθνούς και εγχώριας ήττας της αριστεράς στα τέλη της δεκαετίας του ’80, με άρνηση της γραμμής του εθνικού δρόμου για το σοσιαλισμό (και της σοσιαλιστικής επαγγελίας γενικότερα), στο υπονομευμένο έδαφος ενός κρατικοποιημένου κόμματος. Τα στοιχεία αυτά σε συνδυασμό με το ισχυρό πρόσημο που είναι ο εκσυγχρονισμός καθώς θεμελιώνεται επί των κυρίαρχων υλικών και δευτερευόντως ιδεολογικών όρων κίνησης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού (και με δεδομένη την αναθεωρητική στρατηγική στις θεωρητικές επεξεργασίες και τα κομματικά ντοκουμέντα του ΠΑΣΟΚ ήδη από την περίοδο 1986-1988), θα οδηγήσουν στην επικράτηση της εκσυγχρονιστικής μερίδας της κρατικο-κομματικής γραφειοκρατίας έναντι της παραδοσιακής στο 4ο συνέδριο, που έκρινε τη διαδοχή του Α.Π. (6ος/1996). Στην ύστερη πολιτική του περίοδο ο Α.Π. παραμένει σε μια γραμμή ενότητας εθνικού-κοινωνικού (λ.χ. η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν έπεσε μόνον μέσα από την αντι-νεοφιλελεύθερη πάλη στο κοινωνικό όπως έχει την τάση να θεωρεί ο ΣΥΡΙΖΑ και ένα τμήμα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, αλλά και από την λαϊκο-πατριωτική πάλη με αιχμή το Μακεδονικό, στην ενότητά τους. Βασικό άλλωστε σύνθημα του ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1992-93 είναι ‘η Ελλάδα είναι αδιαπραγμάτευτη’, με το γνωστό οπτικοποιημένο τηλεοπτικό αφήγημα των 3000 χρόνων του ιστορικού χώρου του ελληνισμού, της ελληνικότητας, με μουσική υπόκρουση τους Δρόμους της Φωτιάς (βλ. ανάρτηση στο f/b – Μακεδονικό-4). Αυτό βέβαια αποτυπώνει τη διαφορετική θεώρηση του εθνικού ανάμεσα σε διαφορετικά ιδεολογικά ρεύματα της αριστεράς, ζήτημα σημαντικό στο οποίο θα επανέλθουμε. Ο Α.Π. ξεκίνησε την πολιτική του διαδρομή με το σύνθημα «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» σε ανοιχτές λαϊκές συγκεντρώσεις το ‘64-‘65 και την ολοκληρώνει με το σύνθημα σε μαζικές προεκλογικές συγκεντρώσεις «τ’ όνομά μας είναι η ψυχή μας» το ‘93-’94 (υιοθετώντας τη φράση από την ανοιχτή επιστολή των 6 προς την ΕΟΚ, Ελύτης, Γεωργάκης, Αρβελέρ, Μάνεσης, Μερκούρη, Τσάτσος) . Ο λαός ως το έθνος. Στην κατεύθυνση αυτή η τελευταία κυβέρνηση Α.Π. (‘93-‘95), εκτός του εμπάργκο προς την ΠΓΔΜ (2ος/1994), προχώρησε σε ακόμα δύο ενέργειες με έντονα συμβολικό περιεχόμενο που συνάντησαν στην πορεία των χρόνων την έντονη διαφοροποίηση τάσεων της κομμουνιστογενούς και ανανεωτικής αριστεράς και κυρίως τμημάτων της διανόησής της. Την αναγνώριση της 19ης Μαϊου ως ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου (2ος/1994) και την ανακίνηση του ζητήματος των γερμανικών οφειλών (11ος/1995). 

Η εκσυγχρονιστική τάση συνιστά την αταλάτευντη κατεύθυνση της κομματικής γραφειοκρατίας στην κυρίαρχη υπεριμπεριαλιστική τάση που εκφράζει διεθνώς η γραμμή της νέας σοσιαλδημοκρατίας, του νέου αναθεωρητισμού. Διαχωρισμός εθνικού-κοινωνικού. Το εθνικό υπάρχει και νοείται ως οικονομικός εθνικισμός-διείσδυση επιχειρήσεων/τραπεζών στα Βαλκάνια, εθνική στρατηγική είναι ο εξευρωπαϊσμός - χωρίς τις καταδικασμένες από τους εκσυγχρονιστές ανδρεοπαπανδρεϊκές αμφιθυμίες ως προς την Ε.Ε. (βλ. Σημίτης Κ., Δρόμοι ζωής, εκδ. Πόλις, σελ. 552) - στην υπηρεσία του οποίου θυσιάζονται ή δικαιολογούνται ή αξιολογούνται τα πάντα. Είναι η εποχή που ακούγεται στο 5ο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ (3ος/1999) το σημιτικό σύνθημα Πρώτα η Ελλάδα (για να δικαιολογήσει το βρώμικο ρόλο της κυβέρνησής του στην παράδοση Οτζαλάν, αλλά και τη συμφωνία στους ΝΑΤΟϊκούς βομβαρδισμούς της Σερβίας που επίκεινται. (Για την ιστορία το Πρώτα η Ελλάδα ήταν κεντρικό σύνθημα του ΠΑΣΟΚ και στις ευρωεκλογές του 1984, αλλά με τελείως διαφορετικό περιεχόμενο, συνόψιζε την προτεραιότητα της χώρας έναντι των κατευθύνσεων της ΕΟΚ σε μια πολιτική διακριτότητας εντός ΕΟΚ, στοιχείο που καταγράφει τη μεγάλη ιδεολογικο-πολιτική μεταστροφή του κόμματος στο πέρασμα των χρόνων). Το κοινωνικό, είναι η πρακτική του ενσωματωμένου συνδικαλιστικού ρεφορμισμού της εξασφαλισμένης μισθωτής εργασίας του ευρύτερου δημοσίου τομέα, με σταδιακή άνοδο των μισθών και συναίνεση των οργανωμένων τμημάτων της νέας μικροαστικής τάξης αλλά και στρωμάτων της εργατικής αριστοκρατίας στην κατεύθυνση της ΟΝΕ. Το ΠΑΣΟΚ είναι το κόμμα της υπεριμπεριαλιστικής τάσης νεοσοσιαλδημοκρατικής έμπνευσης. Στην κατεύθυνση αυτή θα καρατομηθεί – χωρίς εσωκομματικές αντιδράσεις- ο Κ. Λαλιώτης (6ος/2003) λόγω του καλέσματός του υπό την ιδιότητα του Γραμματέα της Κ.Ε. του κόμματος προς τα μέλη του ΠΑΣΟΚ να συμμετάσχουν στις κινητοποιήσεις κατά της αμερικάνικης εισβολής στο Ιράκ (2ος/2003) και θα αναλάβει γραμματέας ο Μιχ. Χρυσοχοϊδης. Το ΠΑΣΟΚ θα πάρει σαφή θέση, με διάγγελμα του προέδρου του Γ. Παπανδρέου, υπέρ του Σχεδίου Ανάν στο Κυπριακό (4ος/2004), λίγες ώρες πριν το προαναγγελθέν (και ιστορικής σημασίας όπως αποδείχθηκε) διάγγελμα του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσου Παπαδόπουλου, ενώ θα είναι το 1ο μνημονιακό κόμμα το 2010. 

Η εκσυγχρονιστική διανόηση θεωρεί την εποχή της διαμάχης του Μακεδονικού μια αναχρονιστική εθνικιστική αφύπνιση που απομακρύνει την Ελλάδα από την Ευρώπη, στην κατεύθυνση ενός εθνικού αναχωρητισμού κοινοτιστικού χαρακτήρα, η «εθνική μας μοναξιά», σύμφωνα με το γνωστό τραγούδι... (Για μια χαρακτηριστική παρουσίαση της συγκεκριμένης εκτίμησης, αποφεύγοντας προσεκτικά τις απολυτότητες και προβάλλοντας τις διαμορφούμενες τάσεις, βλ. Βούλγαρης Γ., Η μεταπολιτευτική Ελλάδα 1974-2009, εκδ. Πόλις, 2013 σελ. 404 επ.) Είναι ενδεικτική η άποψη χαρακτηριστικού εκπροσώπου της εκσυγχρονιστικής διανόησης, ότι τα συλλαλητήρια του 1992 εθνικιστικού χαρακτήρα για το Μακεδονικό ανασυγκρότησαν την ακροδεξιά στην Ελλάδα μέσα από τα σχήματα του ΛΑΟΣ και της Χρυσής Αυγής (Λιάκος Α., Το Μακεδονικό είναι ελληνικό ζήτημα, περ. Χρόνος, τχ. 56-57/2018). Κάτι όμως που δεν ισχύει, καθώς οι πολιτικές συνέπειες των συλλαλητηρίων για το Μακεδονικό είχαν σαν αποτέλεσμα την πολιτική πίεση προς τη νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση Μητσοτάκη, τη συγκρότηση της ΠΟΛ.ΑΝ., την πτώση της κυβέρνησης της Ν.Δ. (οι εκλογές της 10ης-10-1993 ήταν πρόωρες για την αντιμετώπιση εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας, κατ’ άρθρο 41 παρ. 2 του Συντάγματος με τυπικό – και ουσιαστικό στον προεκλογικό αγώνα- το θέμα των Σκοπίων) και την τελευταία εκλογική νίκη του Α.Π. Ο ΛΑΟΣ συγκροτήθηκε 10 χρόνια μετά τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό, το 2002, σε τελείως διαφορετική συγκυρία, ενώ η Χ.Α. προϋπήρχε των συλλαλητηρίων για το Μακεδονικό, ξέφυγε όμως από το ακροδεξιό περιθώριο και μαζικοποιήθηκε εκλογικά στη μνημονιακή συγκυρία (2012), 20 χρόνια μετά τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό... 

Ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ και ο καλούμενος χώρος της ριζοσπαστικής-ανανεωτικής αριστεράς (ευρωκομμουνιστικής – κατά βάση- έμπνευσης και προέλευσης) μετά το πρωπατορικό αμάρτημα της συγκυβέρνησης Τζαννετάκη, προχώρησε σε μια ρήξη στην εννοιολόγηση της παραδοσιακής αντίληψης της αριστεράς για το εθνικό, τουλάχιστον από την εποχή του λαϊκομετωπισμού του 1934-35 ή του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και μετά, της προδικτατορικής ΕΔΑ (ιδίως στο Κυπριακό) και του αντιδικτατορικού αγώνα. Η νέα γραμμή ουσιαστικά συνιστά στο ζήτημα αυτό μια αλλαγή παραδείγματος με πρακτικές συνέπειες. Ήδη από το 1994-1995 ο ΣΥΝ κινείται στην κατεύθυνση συμβιβαστικής επίλυσης για το όνομα της ΠΓΔΜ, τοποθετούμενος αρνητικά στην επιβολή εμπάργκο. Από την αρχή της σύγχρονης φάσης του Μακεδονικού, το 1992-93 είχαν διατυπωθεί κριτικές και διαφορετικές προσεγγίσεις σε σχέση με τη γραμμή ούτε Μακεδονία, ούτε παράγωγα, που είχε αποδεχθεί η ηγεσία του ΣΥΝ στη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών, 4ος/1992, εντός του πολιτικο-διανοητικού χώρου του ΣΥΝ και της ανανεωτικής αριστεράς (βλ. ενδεικτικά περ. Ο Πολίτης Η Ελληνική Μακεδονία είναι ελληνική, τχ. 120ο/1992, Αφιέρωμα στο Μακεδονικό-Ειδική Έκδοση των «Ενθεμάτων» της Αυγής σε συνεργασία με την εφημερίδα Εποχή, όπου περιλαμβάνονται κείμενα της περιόδου 1992-93 των Φίλιππου Ηλιού, Άγγελου Ελεφάντη, Μιχάλη Παπαγιαννάκη και η συλλογική Διακήρυξη που συνυπογράφουν 358 με τίτλο ‘Να ξεπεράσουμε τη διεθνή απομόνωση και την εθνικιστική αμετροέπεια’ εφημ, Αυγή της Κυριακής, 4-2-2018). Μια δεκαετία περίπου αργότερα, η πλειοψηφία της Κ.Π.Ε. του ΣΥΝ αποφασίζει κατά πλειοψηφία υπέρ του σχεδίου Ανάν (Για την εξέλιξη του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο 1992-2012, βλ. Μπαλάφας Γ., 20 χρόνια χρειάστηκαν. Το χρονικό του εγχειρήματος του Συνασπισμού, εκδ. Νήσος, 2012). Το 2008 τμήματα του κόμματος, μαζί με οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς θα διαδηλώνουν στα Σκόπια και στην Αθήνα υπέρ της αναγνώρισης της συνταγματικής ονομασίας του κράτους (Δημοκρατία της Μακεδονίας), υπογράφοντας κείμενα, σε μια περίοδο όπου στην ηγεσία της ΠΓΔΜ είναι ο δεξιός εθνικιστής Γκρούεφσκι που κατασκευάζει τα γνωστά ιστορικώς απαράδεκτα και αισθητικώς άθλια αγάλματα...

Η αντιμνημονιακή πάλη την περίοδο 2010-2012 δείχνει να επανεπιβεβαιώνει τα σχήματα των θεωριών της εξάρτησης και να αδυνατίζει τα αντι-εξαρτησιακά σχήματα που είχαν κυριαρχήσει σε χώρους της ανανεωτικής-ριζοσπαστικής διανόησης από το ’90 και μετά, ενώ και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται να υιοθετεί σχήματα εθνικο-λαϊκά προκειμένου να εκφράσει το κοινό αίσθημα όπως εκδηλώνεται, επιχειρώντας να συντονιστεί με τη λαϊκή χορδή που ακούγεται μαζικά στις πλατείες της χώρας και ιδίως του Συντάγματος (Για μια επιβεβαίωση της συγκεκριμένης ιδεολογικοπολιτικής μετατόπισης από έναν πολέμιό της, βλ. Πανταζόπουλος Α., Ο αριστερός εθνικολαϊκισμός 2008-2013, εκδ. Επίκεντρο, 2013 και του ιδίου Ο αριστερός εθνικολαϊκισμός. Από την αντιπολίτευση στην εξουσία, εκδ. Επίκεντρο 2016). Είναι η στιγμή της συνάντησης ΣΥΡΙΖΑ λαϊκών και μικροαστικών μαζών και της θυελλώδους ανόδου του κόμματος την περίοδο Μαρτίου-Ιουνίου 2012. Την περίοδο που ακολουθεί το 2012-2014, το εσωκομματικό τοπίο προσδιορίζεται από την πάλη μεταξύ της αντιιμπεριαλιστικής και αντικαπιταλιστικής αιχμής, όπως αντικειμενικά σχηματοποιούνται. Οι δύο κεντρικές διαδικασίες της Συνδιάσκεψης (11ος-12ος/12) και του 1ου Συνεδρίου (7ος/13) θα ολοκληρωθούν με την σταθεροποίηση της γραφειοκρατίας του παραδοσιακού ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ στην κομματική ηγεσία και την επικράτηση της αντικαπιταλιστικής-ρεφορμιστικής πτέρυγας που προέκρινε τη γραμμή της αντι-λιτότητας χωρίς ρήξη με το ευρώ έναντι μιας πιο παραδοσιακής αντιιμπεριαλιστικής-αντιμονοπωλιακής γραμμής που προέκρινε την πάλη ενάντια στο ευρώ. Η εθνικολαϊκή γραμμή αποδεκατίζεται για διάφορους λόγους. Είναι ενδεικτικό ότι στο συνέδριο εκείνο τα κείμενα του προσυνεδριακού διαλόγου με τις τροπολογίες που είχαν προταθεί για θέματα εξωτερικής πολιτικής, εθνικά ζητήματα κλπ δεν θα συζητηθούν καθόλου, ούτε θα τεθούν σε ψηφοφορία, αφαιρούμενα από το σώμα των κειμένων προς ψήφιση, με ευθύνη και πρωτοβουλία του κεντρικού κομματικού μηχανισμού. Ο δημόσιος λόγος του κόμματος ήδη από το 2013-2014 είναι εκείνος ενός σοσιαλδημοκρατικού ρεφορμιστικού κόμματος. Το δημοψήφισμα (7ος/2015) είναι αποτέλεσμα της αντιφατικής γραμμής «καταγγελία του μνημονίου εντός ευρωζώνης» και θα ολοκληρωθεί με την εκκαθάριση του ΣΥΡΙΖΑ από τα στοιχεία που επέμεναν σε μια αντιμνηνονιακή-αντιιμπεριαλιστική γραμμή (Για την εξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο 2012-2015, βλ. Ασημακόπουλος Β., ΣΥΡΙΖΑ : Στοιχεία μιας ερμηνευτικής απόπειρας, περ. Τετράδια, τχ. 66-67/2016). Η κυβέρνηση που αναδεικνύεται από τον Σεπτέμβριο 2015 είναι μια μνημονιακή κυβέρνηση της κυρίαρχης υπεριμπεριαλιστικής τάσης του σύγχρονου καπιταλισμού σε όλα τα επίπεδα. 

Το ΚΚΕ μετά την ατυχή επιλογή του ενιαίου ΣΥΝ και το τυχοδιωκτικό εγχείρημα της συγκυβέρνησης Τζαννετάκη σε μια περίοδο ηγεμονικού γκορμπατσωφισμού και υποταγής του ‘σοσιαλιστικού στρατοπέδου’ στον δυτικό ιμπεριαλισμό, προχωρά στη συνέχεια σε εκκαθαριστικές κινήσεις επανεπιβεβαίωσης της παραδοσιακής κομμουνιστικής του ταυτότητας (13ο και 14ο συνέδριο, 1991). Για το Μακεδονικό είναι το πρώτο κόμμα- και μοναδικό την περίοδο 1992-1993- που έχει μια γραμμή συμβιβασμού για το όνομα, ενταγμένη σ’ ένα ευρύτερο αντι-νατοϊκό πλαίσιο. Στο 15ο συνέδριο (1996) προκρίνεται η γραμμή της πλατιάς κοινωνικής συμμαχίας του Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου (ΑΑΔΜ), μια κατεύθυνση που υλοποιείται και συναντά τη λαϊκή αποδοχή στις κινητοποιήσεις ενάντια στους ΝΑΤΟϊκούς βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας (1999). Το Κόμμα καταγράφει σημαντική άνοδο στις Ευρωεκλογές 1999, ενώ ως υλοποίηση της γραμμής πλατιών κοινωνικών συμμαχιών και της αντιιμπεριαλιστικής-πατριωτικής κατεύθυνσης συμμαχεί στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2002 με πασοκογενή σχήματα (ΔΗΚΚΙ-Δ.Π.Ε./Μ. Χαραλαμπίδης). Το ΚΚΕ σταδιακά θα διαφοροποιηθεί στην ανάλυσή του για τη θέση της Ελλάδας ως εξαρτημένης καπιταλιστικής χώρας και θα προσχωρήσει στην άποψη της ιμπεριαλιστικής Ελλάδας (ή κυρίαρχες όψεις αυτής) από το 17ο συνέδριο και μετά (2005), υιοθετώντας ένα μοντέλο κινητοποίησης και οργανωμένης παρέμβασης του συνδικαλιστικού ΠΑΜΕ (1999) με στενές κοινωνικές συμμαχίες (Για το ζήτημα αυτό βλ. την αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή Ελευθερίου Κ., Η στρατηγική του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας στην ύστερη Μεταπολίτευση : Μεταξύ δύο μοντέλων κινητοποίησης, Αθήνα, 2017). Η πορεία αυτή θα ολοκληρωθεί στο 18ο συνέδριο του Κόμματος (2008), όπου ο χαρακτηρισμός της εξαρτημένης Ελλάδας εξαφανίζεται και ο ελληνικός καπιταλισμός θεωρείται αναβαθμισμένος λόγω της θέσης του στον βαλκανικό χώρο (Για το ζήτημα αυτό βλ. Λιόσης Β., Ιμπεριαλισμός και εξάρτηση. Η προσέγγιση του Λένιν, η περίπτωση της Ελλάδα και η κριτική του σχήματος της αλληλεξάρτησης, εκδ. ΚΨΜ, 2012). Το Κόμμα κλείνεται σε μια στενή ταξική προσέγγιση. Είναι ιδεολογικο-πολιτικά προετοιμασμένο να απέχει ουσιαστικά απο την έντονη αντιμνημονιακή πάλη της περιόδου 2010-2012. Η στενή ταξική θεώρηση και η υποβάθμιση του εθνικοανεξαρτησιακού χαρακτήρα της πάλης περνά και στην αυτοκατανόηση και στον αναστοχασμό από το Κόμμα της ιστορικής του πορείας, σε κομβικές στιγμές της πάλης του, όπως ο εμφύλιος (Βήλου Α.- Ελευθερίου Κ., Η «κομματική ιστορία» ως μέρος της κομματικής στρατηγικής. Χρήσεις του «Εμφυλίου» στον πολιτικό και ιστορικό λόγο του ΚΚΕ 1991-2017, περ. Τετράδια, τχ. 70-71/2018). 

Τμήματα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου, την περίοδο μετά το 1990 κινούνται σε γραμμή θεώρησης της Ελλάδας ως ιμπεριαλιστικής δύναμης στο χώρο των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου, με έντονη πολεμική στις θεωρίες της εξάρτησης και εχθρότητα απέναντι στο εθνικό φαινόμενο, απολυτοποιώντας υπαρκτές επιμέρους δυναμικές τάσεις του ελληνικού καπιταλισμού, οι οποίες στο χρόνο αποδείχθηκαν αναστρέψιμες και πήλινες. 

Β). Επισημάνσεις της συζήτησης για το εθνικό φαινόμενο 


Κομβικό στοιχείο στον πολιτικό ανταγωνισμό, αλλά και στην ιδεολογικο-πολιτική διαπάλη αναδεικνύεται το εθνικό φαινόμενο. Και είναι απολύτως λογικό και επόμενο αυτό για δύο κατά βάση λόγους. Κατά πρώτον λόγω των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών της κίνησης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού ως κυρίαρχου-κυριαρχούμενου μέσα από τη διπλή διαδικασία διεθνούς ενσωμάτωσης και εσωτερίκευσης της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, με αποτέλεσμα η πάλη των τάξεων στη χώρα, ο πολιτικός ανταγωνισμός να λαμβάνει σε στιγμές όξυνσεις αντιθετικά χαρακτηριστικά γεωπολιτικής κατεύθυνσης (Για το ζήτημα αυτό ως στοιχείο μιας ελληνικής ιδιαιτερότητας εντός του δυτικο-ευρωπαϊκού πεδίου, βλ. Ασημακόπουλος Β., Πρώτη φορά αριστερά. Αντιθέσεις, αντιφάσεις, εσωτερικές συγκρούσεις στο ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1974-1990 και οι βάσεις του πολιτικού μεταμορφισμού του, εκδ. A.P. Publications, 2017). Κατά δεύτερον το εθνικό φαινόμενο τίθεται στο επίκεντρο των δοσμένων συνθηκών από το 1989-90 και μετά λόγω της κυρίαρχης αντίθεσης υπεριμπεριαλισμός- εθνικολαϊκή κυριαρχία (Για το υπεριμπεριαλιστικό σχήμα, βλ. Κάουτσκι Κ., Ο Υπερ-ιμπεριαλισμός, Χατζηαντωνίου Γ., Η θέση του Καρλ Κάουτσκι για τον Υπερ-ιμπεριαλισμό και η αξία της σήμερα, αμφότερα στο περ. Τετράδια, τχ 70-71/2018). 

Για το εθνικό φαινόμενο έχουν προταθεί ουσιαστικά δύο αναλυτικά σχήματα. Η αντίληψη που θέλει το έθνος προϊόν μιας ιδεολογίας, του εθνικισμού και έπεται της συγκρότησης του καπιταλιστικού κράτους. Είναι μια κλειστή (με τον απόλυτο τρόπο που τίθεται), αστική, υποκειμενική, ιδεαλιστική, «δεξιά» υπ’ αυτήν την έννοια θεώρηση του εθνικού φαινομένου. Το έθνος ως επινόηση, κατασκευή της εθνικιστικής ιδεολογίας, μια ‘φαντασιακή κοινότητα’ σύμφωνα με μια εμβληματική ορολογία (Για το ζήτημα υπάρχει εκτενέστατη βιβλιογραφία. Βλ. ενδεικτικά Γκελνέρ Ε.., Έθνη και εθνικισμός, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1992, Άντερσον Μπ., Φαντασιακές κοινότητες, εκδ. Νεφέλη, 1997, Hobsbawm E., Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα : Πρόγραμμα, Μύθος, Πραγματικότητα, εκδ. Καρδαμίτσας, 1994, Kedourie Ε., Ο εθνικισμός, εκδ. Παπαζήση, 2017, Λέκκας Π., Η εθνικιστική ιδεολογία : Πέντε υποθέσεις εργασίας στην ιστορική κοινωνιολογία, εκδ. Κατάρτι,1996).

Για θεωρητικές προσεγγίσεις στο χώρο της αριστεράς που εκτιμούν την ύπαρξη έθνους πριν από τη συγκρότηση (καπιταλιστικού) κράτους, ειδικότερα σε σχέση με το ελληνικό έθνος (όχι με την έννοια της μοναδικής περίπτωσης ύπαρξης έθνους πριν τη συγκρότηση σύγχρονου κράτους), είτε στην αρχαιότητα, είτε στην ιστορική του διαμόρφωση βλ. Καστοριάδης Κ., Η ελληνική ιδιαιτερότητα, τ. Β΄, Η πόλις και οι νόμοι. Σεμινάρια 1983-1984, εκδ. Κριτική, 2008, Σβορώνος Ν., Το ελληνικό έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του νέου ελληνισμού, εκδ. Πόλις, 2004, Ψυρούκης Ν., Ιστορικός χώρος και Ελλάδα, εκδ. Επικαιρότητα, 1983, Ροδάκης Π., Η διαμόρφωση του ελληνικού έθνους, εκδ. Γόρδιος, 1994. 

Εκτός από την ιδεαλιστική αντίληψη για το έθνος, της κατασκευής και της επινόησης, υπάρχει και η υλιστική, διαλεκτική και ταξική θεώρηση του εθνικού φαινομένου. Το έθνος ως μια ιστορική κατηγορία που εξελίσσεται στο χώρο και τον χρόνο μέσα από την αλληλεπίδραση υλικών όρων και ιδεών, από τη διαλεκτική σχέση αντικειμενικών συνθηκών και υποκειμενικού παράγοντα. 
(Για τη συγκεκριμένη θεώρηση βλ. Λεβί Μ., Το εθνικό ζήτημα από τον Μάρξ μέχρι σήμερα, εκδ. Στάχυ, 1993, Smith A., Εθνική ταυτότητα, εκδ. Οδυσσέας, 2000, Πουλαντζάς Ν., Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, εκδ. Θεμέλιο, 2001, Πρόλογος Αμίν Σ., στο Βεργόπουλος Κ., Το Αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα- Η κοινωνική ενσωμάτωση της γεωργίας, εκδ. Εξάντας, 1975, Αμίν Σ., Τάξη και έθνος, εκδ. Ηρόδοτος, 1996, Ψυρούκης Ν., Το εθνικό ζήτημα, εκδ. Αιγαίον-Κουκίδα, 2003, Νούτσος Π., Κόμβοι στη συζήτηση για το έθνος, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2006). 

Ως εκ τούτου σύμφωνα με την ταξική θεώρηση του έθνους αναπτύσσονται δύο αντιπαραθετικές ιδεολογίες, η αστική-εθνικιστική-σοβινιστική και η εργατική-εθνιστική-διεθνιστική (βλ. Σεραφετινίδου Μ., Εισαγωγή στο Νίκος Ψυρούκης : Κύπρος. Από την αυτοδιάθεση σην κατοχή, εκδ. Αιγαίον-Κουκίδα, 2005). Ας πούμε προκαλώντας λίγο τη συζήτηση η αναφορά του Μίκη Θεοδωράκη στη σύντομη συνέντευξή του στον τηλεοπτικό σταθμό Σταρ, δύο μέρες μετά το συλλαλητήριο της Αθήνας, περί της πατρίδας των Χρυσαυγιτών που αγαπάνε με τρόπο εριστικό την πατρίδα τους σε βάρος των πατρίδων των άλλων (αυτό είναι σοβινισμός/ρατσισμός) και της πατρίδας του Μίκη Θεοδωράκη – του έθνους των εργαζομένων ουσιαστικά θα συμπληρώναμε- που αγαπά τις πατρίδες όλων των άλλων λαών. Μια δήλωση που υπέστη την κοπτοραπτική στο πλαίσιο της οργανωμένης χυδαιότητας που εκτοξεύθηκε στο πρόσωπο του Μίκη Θεοδωράκη από εξουσιαστικά κέντρα και παράκεντρα και αναπαρήχθηκε κομμένη και ραμμένη και από ανθρώπους που προφανώς δεν έχουν σχέση με τέτοιους μηχανισμούς, αλλά μέσα στη δίνη του ιδεολογικο-πολιτικού φανατισμού. 

Σύμφωνα με μια άλλη συγγενική θεώρηση, στο χώρο του μαρξισμού για το εθνικό ζήτημα διαμορφώνονται τρεις τάσεις. Η πρώτη επικεντρώνεται και απολυτοποιεί την αξία της ταξικής συνείδησης στην οποία δίνει ένα διεθνικό χαρακτήρα πλήρως αντιτιθέμενο σε κάθε μορφής εθνικισμό. Η δεύτερη ακολουθεί μια επιλεκτική πολιτική στήριξης των εθνικών κινημάτων και της αυτοδιάθεσης. Η τρίτη κινείται στην κατεύθυνση ενός ‘εθνικού μαρξισμού’, όπου η θεωρία συνδέεται με τα ιδιαίτερα εθνικά χαρακτηριστικά (βλ. Walker C., The national question in marxist-leninist theory and strategy, Princeton University Press, 1984, όπως αναφέρεται στο Αξελός Λ., Η Αριστερά απέναντι στο Έθνος. Μεταφορά ενός ζωντανού προβλήματος και στον 21ο αιώνα, περ. Τετράδια, τχ. 68-69/2017, σελ. 78)

Την δεκαετία του ’80 κυοφορούνταν η αλλαγή παραδείγματος στη σχέση εθνικού-κοινωνικού στο χώρο της αριστερής διανόησης, η οποία λάμβανε τη μορφή της πολεμικής απέναντι στη θεωρία της εξάρτησης (περιοδικά Θέσεις, Σχολιαστής) ή της αντι-λαϊκιστικής θεώρησης (περιοδικό Ο Πολίτης). Υπήρχαν όμως και πολιτικά περιοδικά στον ευρύτερο χώρο της αριστεράς που κινούνταν περί τη θεωρίας της εξάρτησης (Μηνιαία Επιθεώρηση, ελληνική έκδοση του διεθνούς ανεξάρτητου σοσιαλιστικού περιοδικού Monthly Review) ή την ενότητα εθνικού-κοινωνικού (Τετράδια). Στη γραμμή της ενότητας εθνικού/κοινωνικού με έμφαση στα ζητήματα της ενότητας του ιστορικού χώρου του ελληνισμού, από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, προστίθεται το περιοδικό Άρδην. 

Την περίοδο μετά το 1990 και με δεδομένη την γενικότερη αλλαγή της πολιτικο-ιδεολογικής ατμόσφαιρας αλλά και των υλικών όρων κίνησης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, παρατηρείται ουσιαστικά μια αλλαγή παραδείγματος σε πολλούς πολιτικο-μορφωτικούς χώρους της εγχώριας αριστεράς σε σχέση με το εθνικό φαινόμενο. Οι πολιτικές δυνάμεις, οι ιδεολογικοί χώροι και διανοούμενοι που συνδέονται με κομματικούς σχηματισμούς και οργανώσεις της κομμουνιστογενούς, της ανανεωτικής-ριζοσπαστικής, αλλά και της εκσυγχρονιστικής αριστεράς – και πολλοί απ’ αυτούς εισέρχονται στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους - αποδέχονται τα αναλυτικά σχήματα του έθνους ως επινόησης- κατασκευής της αστικής τάξης και του κράτους, ένα τεχνητό εν πολλοίς δημιούργημα του 19ου αιώνα, το οποίο αποτελεί ανάχωμα στον καθαρό ταξικό αγώνα (κομμουνιστογενής-ριζοσπαστική εκδοχή), είτε στην ενσωμάτωση στην υπεριμπεριαλιστική-υπερεθνική κίνηση (εκσυγχρονιστική τάση). Συνεπώς είναι αναγκαίος ο διαχωρισμός εθνικού-κοινωνικού, όπου το εθνικό αποτελεί μια αστική ιδεολογική μορφή που δεν επιδέχεται μετασχηματισμό ή συνάρθρωση με την ταξική-σοσιαλιστική θεώρηση (Για το ζήτημα της δυνατότητας ή μη μετασχηματισμού του εθνικού φαινομένου από τμήμα της αστικής ιδεολογίας σε στοιχείο του σοσιαλιστικού λόγου, ο Νίκος Πουλαντζάς διαφοροποίησε την αρχικά αρνητική του θέση όπως αναλύεται στο βιβλίο του Φασισμός και Δικτατορία – για την οποία δέχεται κριτική από τον Ερνέστο Λακλάου στο Πολιτική και Ιδεολογία στη Μαρξιστική Θεωρία, εκδ. Σύγχρονα Θέματα, 1983, σελ. 110 επ. - σε τελικά θετική όπως αναλύεται στο μεταγενέστερο βιβλίο του η Κρίση των Δικτατοριών). Πρέπει συνεπώς κατά την άποψη αυτή να οξυνθεί η πολεμική κατά του εθνικού φαινομένου, η προσπάθεια αποδόμησής του, η παραχώρησή του στην πολιτική δεξιά και την αστική τάξη, ακόμα και στην άκρα δεξιά. Προς την κατεύθυνση αυτή επιχειρείται ο υποβιβασμός της αντιιμπεριαλιστικής διάστασης του πολιτικού αγώνα. Ενδεικτική ακριβώς της κατεύθυνσης αυτής είναι η σκληρή ιδεολογική αντιπαράθεση στη συγκυρία που πυροδοτήθηκε το 1999 (παράδοση Οτζαλάν 2ος/99, νατοϊκή βομβαρδισμοί στη Γιουγκοσλαβία 3ος-4ος/99, επίσκεψη Κλίντον 11ος/99), μεταξύ μελών της Σ.Ε. του περιοδικού Θέσεις, Δ. Μπελαντή από τη μία και Δ. Δημούλη και Α. Γαβριηλίδη από την άλλη, που θα οδηγήσει τον Δ. Μπελαντή στην αποχώρηση από τις Θέσεις λόγω σοβαρών ιδεολογικών διαφωνιών (Μπελαντής Δ., Επικίνδυνες σχέσεις : Ιστορική αριστερά και εθνικισμός. Διανόηση και αντιιμπεριαλιστικό κίνημα, περ. Θέσεις, τχ. 72/2000, Δημούλης Δ., Σκέψεις για την ανάγκη αντιπαράθεσης στο έθνος, περ. Θέσεις, τχ. 73/2000, Γαβριηλίδης Α., «Αυτοτέλειες» και ιδιοτέλειες, περ. Θέσεις τχ. 73/2000, Μπελαντής Δ., Αριστερά και έθνος. Σκέψεις μετά την κρίσμιμη καμπή του γιουγκοσλαβικού πολέμου, περ. Θέσεις, τχ. 74/2001). 

 Ο Δημήτρης Μπελαντής θα εξελίξει περαιτέρω την προβληματική του για το εθνικό φαινόμενο στην κατεύθυνση μιας λαϊκής-αντιιμπεριαλιστικής θεώρησης του εθνικού, μένοντας πάντα στο πεδίο της ταξικής ανάλυσης (βλ. ενδεικτικά Μπελαντής Δ. Αναζητώντας τον ‘εσωτερικό εχθρό’ εκδ. Προσκήνιο, 2004 και τον Πρόλογό του στο Ασημακόπουλος Β., Πορεία Αριστερά. Επισημάνσεις και εκτιμήσεις για την εξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ και άλλες ιστορίες... εκδ. Γόρδιος, 2016). 

Δ). Συγκυρία Μακεδονικού και εσωτερική πολιτική διαχείριση 


Με επισπεύδοντα τον αμερικανικό παράγοντα παρατηρείται έντονη κινητικότητα γύρω από το ζήτημα της ένταξης της ΠΓΔΜ στους ευρωατλαντικούς μηχανισμούς και στο πλαίσιο αυτό την επίλυση του ζητήματος της ονομασίας. Το πολιτικό σύστημα, κυβέρνηση και αντιπολίτευση αιφνιδιάστηκαν από την μαζική λαϊκή συμμετοχή στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης. Κυβέρνηση και αντιπολίτευση ενταγμένες στην κυρίαρχη υπεριμπεριαλιστική τάση του σύγχρονου καπιταλισμού βρέθηκαν αντιμέτωπες με μια κινητοποίηση ταυτοτικού τύπου και μαζικού χαρακτήρα, που ακουμπά σε ζητήματα ιστορίας, θέτοντας εμμέσως θέμα εθνικο-λαϊκής κυριαρχίας. Η μαζική παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα στον πολιτικό ανταγωνισμό, ιδίως όταν τείνει να αμφισβητεί τις σχέσεις νομιμοποίησης, όπως στην προκειμένη περίπτωση είχαν διαμορφωθεί στη θέση της σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό πριν τον όρο Μακεδονία για όλες τις χρήσεις, οδήγησε σε κινητικότητα τα κόμματα, οξύνοντας την πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση. 

Ο ΣΥΡΙΖΑ κινήθηκε σε μια γραμμή συγκρότησης του μπλοκ στη βάση αριστεράς-δεξιάς μέσα από το διαχωρισμό κοινωνικού-εθνικού (κοινωνικό η αριστερά, εθνικό η δεξιά. Για μια θετική πρόσληψη της γραμμής διαχωρισμού εθνικού-κοινωνικού βλ. Αφιέρωμα στο Μακεδονικό- Ενθέματα σε συνεργασία με την Εποχή, εφημερίδα Αυγή της Κυριακής, 11-2-2018. Για μια πολεμική απέναντι στη γραμμή διάσπασης εθνικού-κοινωνικού και υπέρ της ενότητάς τους ως κίνησης των ‘από κάτω’, βλ εφημερίδα Ο Δρόμος της Αριστεράς, 10-2-2018). Προχώρησε- ο ΣΥΡΙΖΑ- σε μια συστηματική ιδεολογική και ψυχολογική προπαγάνδα προκειμένου να ενοχοποιήσει στο δημοκρατικό και αριστερό κόσμο μια ενδεχόμενη λαϊκο-πατριωτική αφύπνιση με αφορμή το Μακεδονικό. Στη γραμμή αυτή στοχοποιήθηκε και χτυπήθηκε βάναυσα ο Μίκης Θεοδωράκης. Είναι γνωστό ότι ο Μίκης έχει πει και έχει κάνει πολλά κατά καιρούς από το Καραμανλής ή τανκς το ’74 – διατυπώνοντας περιεκτικά τη λεγκαλιστική γραμμή των δύο Κ.Κ. στη μεταβατική συγκυρία της μεταπολίτευσης-, τη συμμετοχή στην κυβέρνηση Μητσοτάκη και τον παθιασμένο αντι-ανδρεϊσμό του της περιόδου 89-91 – φυσική προέκταση της συμμετοχής του ΣΥΝ στη συγκυβέρνηση Τζαννετάκη- , τη στάση του το 1999 στην υπόθεση Οτζαλάν όταν προσέφερε ανεκτίμητη βοήθεια και υποστήριξη στην άγρια κλυδωνιζόμενη τότε κυβέρνηση Σημίτη. Στην παρούσα συγκυρία όμως ο Μίκης αποτέλεσε στόχο των μηχανισμών της κυβερνητικής προπαγάνδας στην κατεύθυνση ψυχολογικής ενοχοποίησης ενός δημοκρατικού-αριστερού κόσμου που έχει λαϊκο-πατριωτικές μνήμες και εθνικοανεξαρτησιακές αναφορές, όπως έδειξε η διετής αντιμνημονιακή πάλη της περιόδου 2010-2012. Ουσιαστικά μετά την επιτυχή κινητοποίηση από άποψη μαζικότητας του συλλαλητηρίου της Θεσσαλονίκης και εν όψει του συλλαλητηρίου της Αθήνας, ο κυβερνητικός μηχανισμός είχε φτιάξει ένα κάδρο σύμφωνα με το οποίο όσοι κινητοποιούνται για τη Μακεδονία εντάσσονται στη δεξιά ή την ακροδεξιά και σε μια ακόμα πιο φιλόδοξη προοπτική το συγκεκριμένο ζήτημα ν’ αποτελέσει τη νέα διαιρετική τομή μεταξύ προοδευτικών και συντηρητικών δυνάμεων (όπως άλλωστε διατυπώθηκε από κεντρικά συριζοκυβερνητικά στελέχη μεταξύ των δύο συλλαλητηρίων, αποτυπώνοντας και ένα ιδεολογικό κλίμα στο οποίο κινούνται πιο άνετα σε σχέση με το πιο αντιφατικό – κατ’ εκείνους – και πλέον χρεοκοπημένο, από τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ πρωτίστως, αντιμνημονιακό εγχείρημα). Η παρουσία του Μίκη ακύρωνε τον κυβερνητικό προπαγανδιστικό σχεδιασμό του ακροδεξιού κάδρου, επαναφέροντας τη γραμμή ενότητας εθνικού-κοινωνικού, εθνικού-διεθνικού (‘είμαι πατριώτης διεθνιστής’ όπως είπε χαρακτηριστικά στην ομιλία του, διατρανώνοντας μια βασική αλήθεια - με την κυριολεκτική έννοια της αλήθειας / όχι στη λήθη - της πολιτικής κίνησης των υποτελών τάξεων της χώρας μας, μια κουλτούρα της αριστεράς της γενιάς του, αυτή άλλωστε που τον ενέπνευσε να δημιουργήσει τα μουσικά του αριστουργήματα). Η ίδια παρουσία δημιουργούσε πρόβλημα και στην ακροδεξιά, καθώς δεν έμενε ανενόχλητη προκειμένου να επιδοθεί στην πατριδοκαπηλία και τη φασιστική στρατηγική της. Αυτό άλλωστε σηματοδότησε και το βαθιά προσβλητικό περιεχόμενο του μηνύματος Κασιδιάρη μετά το συλλαλητήριο της Αθήνας για την παρουσία του Μίκη, που εντόνως αναπαρήγαγε ηλεκτρονικά ο φιλο-κυβερνητικός μηχανισμός. Η παρουσία του Μίκη- ανεξαρτήτως της ομιλίας του που δεν ήταν κατά περιεχόμενο η ευτυχέστερη στιγμή- ακύρωνε τη γραμμή τόσο της κυβερνώσας και οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, όσο και της ακροδεξιάς, γιατί ακριβώς εμποδίζει το διαχωρισμό εθνικού-κοινωνικού, διεκδικώντας μια δημοκρατική εθνικο-λαϊκή και διεθνική εκδοχή της πλατείας. Γενικότερα για τη δημοσιολογία περί Μίκη Θεοδωράκη, βλ. και την από 6-2-2018 ανάρτηση του Δημήτρη Μπελαντή στο f/b ‘Μην πυροβολείτε τον πιανίστα’.

Στο ζήτημα της παραχώρησης του εθνικού στη δεξιά έχει γίνει συστηματική και σε βάθος δουλειά 25-30 χρόνων στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους και σε διάφορα επίπεδα. Αυτό δεν έγινε το 1992-93 λόγω της κυρίαρχης γραμμής της ενότητας εθνικού-κοινωνικού που εξέφραζε σ’ εκείνη τη φάση κυρίως το ΠΑΣΟΚ και ο Α.Π. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο κομματικός σχηματισμός που είχε κατ’ εξοχήν οργανικές σχέσεις με την εργατική τάξη της χώρας μέχρι εκείνη την περίοδο, το ΠΑΣΟΚ, πρωτοστατεί τόσο στις μαχητικές συνδικαλιστικές-κοινωνικές συγκρούσεις με αντινεοφιλελεύθερη γραμμή (με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση της ΕΑΣ- Αστικά Λεωφορεία), όσο και στις κινητοποιήσεις για το Μακεδονικό οξύνοντας ιδιαίτερα και συνολικοποιώντας στο σημείο αυτό την αντιπολιτευτική του αιχμή, χωρίς αυτό ουδόλως να εκλαμβάνεται ως αντιφατικό, αλλά απεναντίας ως λογικό και επόμενο ή ως το ένα προϋπόθεση του άλλου. Είναι η εφαρμοσμένη γραμμή της ενότητας εθνικού-κοινωνικού, σταθερά της ανδρεοπαπανδρεϊκής γραμμής καθ’ όλη την περίοδο του πολιτικού του βίου (1964-1995), εκφράζοντας ακριβώς την κίνηση των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων στην πάλη τους ενάντια στην άρχουσα τάξη ή ορθότερα το άρχον συγκρότημα εξουσίας (το περίφημο κατεστημένο κατά τον προδικτατορικό Α.Π.) 

Μια παρένθεση με αφορμή το ζήτημα ακριβώς του εθνικού-κοινωνικού. Η θεώρηση της διαλεκτικής σχέσης του αγώνα εθνικής – κοινωνικής απελευθέρωσης, με την οποία εμβολιάστηκε κυρίως η αριστερή νεομαρξιστική-αντιιμπεριαλιστική εσωκομματική – πασοκογενής αντιπολίτευση στο ΠΑΣΟΚ, ειδικότερα στις προσεγγίσεις του Μακεδονικού σε διάφορες φάσεις διατυπώνει τις πιο ‘σκληρές γραμμές’ (χρησιμοποιώντας ένα δημοσιογραφικό, περιγραφικό, αλλά επιφανειακό όρο) σε σχέση με το εξουσιαστικό-γραφειοκρατικό ΠΑΣΟΚ (βλ. ενδεικτικά ΑΣΚΕ/ Ν. Καργόπουλος, Η Μακεδονία και το ψευδώνυμο κράτος των Σκοπίων, έκδοση ΑΣΚΕ, 2007, Χαραλαμπίδης Μ., Μακεδονικότητα-Ελληνικότητα-Οικουμενικότητα. Κεντρική Βαλκανική Δημοκρατία, εκδ. Στράβων, 2018). Οι θεωρήσεις αυτές αποτυπώνουν ένα ιδεολογικό κλίμα, μια ατμόσφαιρα του αριστερόστροφου τμήματος του διάχυτου κόσμου του ΠΑΣΟΚ. Είναι ακριβώς μια διάσταση που εξηγεί εν μέρει την αδυναμία συμπόρευσης της αριστερής πτέρυγας του ΠΑΣΟΚ με τμήματα της ανανεωτικής-ριζοσπαστικής αριστεράς σε όλη την περίοδο από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και μετά. Από την άλλη εξηγεί εν μέρει την ιδεολογική επιρροή του πασοκικού εκσυγχρονισμού στο χώρο της ανανεωτικής (αλλά και της ριζοσπαστικής) αριστεράς, καθώς η αντιπολίτευση στην κυβερνητική μορφή του εκσυγχρονισμού κινούνταν διαρκώς στην αντίφαση μεταξύ πολιτικής διαφωνίας-ιδεολογικής σύγκλισης (με διαφορές έμφασης). Οι δύσκολες σχέσεις αριστερών σοσιαλιστών- ανανεωτικής/ριζοσπαστικής αριστεράς καταγράφηκαν στη συγκυρία της αντιμνημονιακής πάλης όπως ειδικότερα μορφοποιήθηκαν διαδικασία οικοδόμησης του κοινού εγχείρηματος ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ την περίοδο 2012-2013, που τελικά οδήγησε στην αποστασιοποίηση της πλειοψηφίας των αριστερόστροφων πασόκων (Σακοράφα, Μητρόπουλος, Νέος Αγωνιστής) από τον οργανωμένο ΣΥΡΙΖΑ το 2015, ενώ και αριστερόστροφα πασοκογενή στελέχη που παρέμειναν στο ΣΥΡΙΖΑ και κινούνταν σε μια ατμόσφαιρα ενότητας εθνικού-κοινωνικού προβαίνοντας σε σχετικές ενέργειες (Κασιμάτη, λ.χ. καταψήφιση της τροπολογίας του ΚπολΔ που επαναφέρει την αναγνώριση της Τουρκικής Ένωσης Ξάνθης) συνάντησαν στα θέματα αυτά την έμπρακτη εχθρότητα τμημάτων του κομματικού μηχανισμού. Υπάρχουν βέβαια και στελέχη προερχόμενα από το ΠΑΣΟΚ που προσέγγισαν το ΣΥΡΙΖΑ μετά την περίοδο 2012-2013 ή ακόμα και από το 2015 και μετά που δεν θέτουν τέτοια ζητήματα, δεν έχουν σχετικές ανησυχίες. Ούτε στο ΠΑΣΟΚ έθεταν...

Αυτό που δεν έγινε το 92-93 λόγω της ηγεμονικής γραμμής του ανδρεϊκού πασοκ, της ενότητας εθνικού-κοινωνικού με όρους μαζικής παρέμβασης, μπορεί να γίνει τώρα, με την επιδιωκόμενη διάσπαση και διαχωρισμό του εθνικού με το κοινωνικό. Άλλωστε προφανώς υπάρχουν τάσεις και όψεις παραδοσιακού εθνικισμού στα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία. Στην κατεύθυνση αυτή, του διαχωρισμού εθνικού-κοινωνικού, συναντιούνται και η πραγματιστική κυρίαρχη προεδρική τάση του κυβερνώντος κόμματος περισσότερο ως τακτική επίλογη στη συγκυρία (χωρίς να αρνείται τη συγκεκριμένη κατεύθυνση και σε στρατηγικό επίπεδο, αλλά ιεραρχεί ως σημαντικότερα τα ζητήματα τακτικής) και η εσωκομματική αντιπολίτευση που υποστηρίζει και θεωρητικά- στρατηγικά τη γραμμή η αριστερά το κοινωνικό, η δεξιά το εθνικό. Ο αρμόδιος Υπ.Εξ βρίσκεται εκτός κομματικών τειχών και έχει διαφορετική διαδρομή. Στο διαχωρισμό κοινωνικού-εθνικού η συριζαιϊκη γραμμή συναντιέται και με τμήματα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, που εκδηλώνονται δυναμικά στη συγκυρία του Μακεδονικού, μέσα από την προτεινόμενη κατεύθυνση των αντι-εθνικιστικών μετώπων, αλλά και την προσπάθεια διαχωρισμού των συμμετεχόντων στις αντιμνημονιακής κινητοποιήσεις, τις πυκνές της περιόδου 2010-2012 και της πολύ πιο αραιές στη συνέχεια, με τα συλλαλητήρια για την Μακεδονία, παραγνωρίζοντας το στοιχείο ενότητας εθνικού-κοινωνικού και μορφοποιώντας το θεωρητικό – και αποδεκό από τις συγκεκριμένες οργανώσεις - σχήμα της διάσπασής του. Είναι δηλωτική στην κατεύθυνση αυτή το από 3-2-2018 κείμενο που συνυπογράφουν 12 οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς (τροτσκιστικής κυρίως έμπνευσης) οι οποίες καταγγέλουν το συλλαλητήριο ως (a priori) εθνικιστικό που αντιστρατεύεται το λαϊκό εργατικό κίνημα και την αριστερά. Ενδιαφέρον για τη σχέση εθνικού-κοινωνικού (παρά τον έντονο πλατφορισμό και την τάση απολυτότητας του γενικότερου κειμένου) έχει η επισήμανση ότι η εθνική μορφή του αγώνα είναι ‘προβληματική’ επειδή το υποκείμενο των υποτελών τάξεων δεν συγκροτείται πλέον σε εθνική βάση λόγω των αλλοεθνών (προσφύγων και μεταναστών) που αποτελούν σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης στη χώρα (βλ. Σωτήρης Π., 10 δογματικά σημεία περί Αριστεράς, έθνους και λαού, στην ιστοσελίδα Παντιέρα Αντικαπιταλιστική Ενημέρωση, 7-2-2018).

Η ηγεσία της Ν.Δ. οργανικά κινείται σε υπεριμπεριαλιστική τροχιά. Αρκεί κανείς να δει τα κείμενα του προσφάτου συνεδρίου της (Έτοιμοι να αλλάξουμε την Ελλάδα-Συμπεράσματα Προσυνεδρίων) για να διαπιστώσει ότι τα εθνικά ζητήματα απλά δεν υπάρχουν στους καταγεγραμμένους προγραμματικούς της άξονες, άλλως υπάρχουν στο προτελευταίο κεφάλαιο με τον εύγλωτο τίτλο Για ένα Νέο Πατριωτισμό (έννοια που εισήχθηκε στην πολιτική φιλολογία της χώρας την περίοδο του γιωργοπαπανδρεϊκού πασοκ), όπου απουσιάζουν παντελώς ακόμα και οι λέξεις Τουρκία, Κύπρος, ΠΓΔΜ, ενημερωνόμαστε δε ότι για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που δημιουργεί ο λαϊκισμός και ο ευρωσκεπτικισμός σε σχέση με την ευρωπαϊκή ενοποίηση, προτείνεται «... ενσωμάτωση στο πρόγραμμα σπουδών της Δευτεροβάθμιας Εκαπίδευσης βασικών γνώσεων για την ιστορική πορεία του εγχειρήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Τούτου δοθέντος η Ν.Δ. βρέθηκε σε προφανή αμηχανία, αφενός λόγω του μαζικού χαρακτήρα της κινητοποίησης για το Μακεδονικό, αφετέρου της απόδοσης με έμφαση σε εκείνη από την κυβέρνηση της εθνικής συνιστώσας του ζητήματος. Η Ν.Δ. επιχείρησε να τροποποιήσει ελαφρώς τη θέση της και παράλληλα να αφήνει (μέχρι σήμερα) ανοιχτή τη στάση της για το θέμα του ονόματος, προσπαθώντας να καλύψει τις ευαισθησίες ενός τμήματος του κόσμου που κινητοποιούνταν γύρω από το ζήτημα, τονίζοντας το θέμα της ενδοκυβερνητικής διαφωνίας και προσπαθώντας να αποφύγει την επανάληψη της μέχρι πριν λίγων εβδομάδων σαφούς θέσης της. Ουσιαστικά σε μεγάλο βαθμό η τελική στάση της κατά τη γνώμη μου θα διαμορφωθεί από δύο παράγοντες. Αν διατηρηθεί η μαζικότητα της κινητοποίησης και ως εκ τούτου η άσκηση πίεσης για το θέμα και αν ο διεθνής παράγοντας θα ασκήσει μεγάλες πιέσεις, αναλόγως και του υπολοίπου κοινοβουλευτικού συσχετισμού όπως θα έχει διαμορφωθεί. 

Το νεοσύστατο Κίνημα Αλλαγής επιχείρησε να ισορροπήσει μεταξύ της ανοιχτής καταγγελίας των συλλαλητηρίων (Ποτάμι) και της ασθενούς επιβίωσης εντός του σχήματος όψεων παραδοσιακής πασοκικής κουλτούρας (συμμετοχή στα συλλαλητήρια). Επικέντρωσε την αντιπολιτευτική κριτική σε ζητήματα διαδικαστικού χαρακτήρα στη διαχείριση της συνεννόησης μεταξύ των κομμάτων, προτείνοντας μια γραμμή επίλυσης του ονοματολογικού-αλυτρωτικού αντικαθιστώντας το ζήτημα της ‘δύσκολης’ συνταγματικής αλλαγής της ΠΓΔΜ (που δεν τίθεται ως προαπαιτούμενο και από το διεθνή παράγοντα σύμφωνα με τις προτάσεις Νίμιτς) με το πιο εύπλαστο όρο των ‘ισχυρών δεσμεύσεων’ εξοπλισμένο θεωρητικά με το κύρος του συνταγματολόγου Ευάγγελου Βενιζέλου, προδιαγράφοντας ένα επίπεδο συνεργασίας – παράθυρο ευκαιρίας με τον ΣΥΡΙΖΑ (Για την προοπτική συνεργασίας κεντροαριστεράς-συριζα ως το αντιδεξιό υποσύστημα της εσωτερικευμένης υπεριμπεριαλιστικής τάσης, βλ. Ασημακόπουλος Β., Σοσιαλδημοκρατία-κεντροαριστερά. Ελλείπων ανταγωνιστικός κρίκος ή οργανικό στοιχείο της υπεριμπεριαλιστικής τάσης του σύγχρονου καπιταλισμού ; εφημ. Αυγή της Κυριακής, 12-11-2017). 

Τελικά το πολιτικό σύστημα καλύτερα προετοιμασμένο στο σύνολό του, επιχείρησε να προσαρμοστεί στη διαλεκτική του παλλαϊκού-μη παλλαϊκού χαρακτήρα του συλλαλητηρίου. Η έντονη πολεμική κατά των συμμετεχόντων και η πολωτική διάθεση εκ μέρους του κυβερνητικού μηχανισμού, έδωσε γρήγορα τη θέση της στο ζήτημα διαφθοράς (Novartis) που αίφνης κατέφθασε στη Βουλή την επομένη του συλλαλητηρίου της Αθήνας, που ανεξαρτήτως της βασιμότητας ή μη των κατηγοριών, στόχος του κυβερνητικού επιτελείου ήταν η εσπευσμένη αλλαγή της πολιτικής ημερήσιας διάταξης, έτσι ώστε να επανέλθει η πολιτική αντιπαράθεση στα συνήθη των κομματικών σχηματισμών, με τους πολίτες στην τηλεόραση και όχι στο πεζοδρόμιο. Προφανώς το ζήτημα έχει αντικειμενική σημασία λόγω της εκτόξευσης της φαρμακευτικής δαπάνης της δεκαετίας που προηγήθηκε της ένταξης της χώρας στο μνημονιακό μηχανισμό και της πίεσης στα δημόσια οικονομικά, με δεδομένη τη λειτουργία και τους στόχους των πολυεθνικών μονοπωλιακών ομίλων στο χώρο της υγείας, με την υποσημείωση ότι αν οι κατηγορίες αποδειχθούν βάσιμες οι ένοχοι πρέπει αυτονοήτως να τιμωρηθούν, αλλά αν οι κατηγορίες αποδειχθούν αβάσιμες, τότε η ευθύνη εκείνων που σπιλώνουν ανθρώπους και υπολήψεις είναι τεράστια. Διαφορετικά ειπωμένο, εμμένω σε μια γενική αρχή του ποινικού δικαίου, που διδαχθήκαμε στα φοιτητικά μας χρόνια, καλύτερα 10 ένοχοι έξω, παρά 1 αθώος στη φυλακή. Η συνέχεια θα δείξει. 

Τρία ακόμα θέματα 


1). Ακούστηκε στο δημόσιο λόγο και με δόση ελιτίστικης απαξίωσης ότι το πεζοδρόμιο ή το συναίσθημα του κόσμου δεν πρέπει να ασκεί εξωτερική πολιτική. Στις δημοκρατίες το τεκμήριο αρμοδιότητας το έχει ο λαός, η λαϊκή κυριαρχία, υπενθυμίζοντας ότι το ίδιο το Σύνταγμα στα άρθρα 41 παρ. 2 και 44 παρ. 2 προβλέπει προώρες εκλογές και δημοψήφισμα αντίστοιχα για την αντιμετώπιση κρίσιμου εθνικού θέματος. Στις δημοκρατίες που λειτουργεί η αρχή της αντιπροσώπευσης οι πολίτες διαδηλώνουν, συμμετέχουν, ψηφίζουν. Η κυβέρνηση ασκεί την πολιτική της και η αντιπολίτευση τον έλεγχο. Τα βασικά. Η εκάστοτε εξουσία αντιμετωπίζει από επιφυλακτικά έως αρνητικά την παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα, όταν γίνεται μαζικά και με όρους αντίθεσης προς την προτεινόμενη πολιτική γραμμή. Είναι χαρακτηριστική η απέχθεια και ίσως ισχυρότερα αισθήματα με την οποία αντιμετωπίζουν τα στελέχη της κεντροαριστεράς την κινητοποίηση του λαϊκού παράγοντα στις πλατείες (6ος/2011), ακριβώς γιατί αυτή η κίνηση σηματοδότησε την ρήξη των σχέσεων εκπροσώπησης ενός μαζικού τμήματος των κυριαρχούμενων τάξεων με το ΠΑΣΟΚ και τον υποβιβασμό του συγκεκριμένου κομματικού σχηματισμού και κυρίως των στελεχών του σε δευτερεύοντες ρόλους και θέσεις. Είναι όμως και βαθιά υποκριτικό τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ (που στήριζε την ενσώματη πολιτική παρέμβαση, που κατέκρινε τη λογική της ανάθεσης και διάφορα τέτοια) σήμερα να στέκονται σχεδόν από θέση αρχής απέναντι στην παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα. Ίσως πάλι να είναι και αναπόφευκτο, λόγω κυριαρχίας ενός ρεύματος κυβερνητισμού σε έναν μηχανισμό εξουσίας. 

2). Η αντιμνημονιακή αριστερά, το πλατύ αντιφατικό κίνημα που ξεπήδησε από την αντιμνημονιακή πάλη των λαϊκών και μικροαστικών στρωμάτων την περίοδο 2010-2012, τη μαζική – και με σημαντικό βαθμό αυτονομίας μέχρι το 2012- είσοδο των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων στον πολιτικό ανταγωνισμό, έχοντας υποστεί ένα καίριο πλήγμα με τη μνημονιακή συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ το 2015, φαίνεται να πνέει τα λοίσθια – σε συνάρτηση βεβαίως της διάρκειας του βάθους της ιδεολογικο-πολιτικής διαπάλης- στη συγκυρία του Μακεδονικού, μέσα από τη γραμμή της οιονεί οργανικής διανόησης των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων που καταγγέλουν μεγάλα τμήμα των λαϊκών τάξεων και μικροαστικών στρωμάτων που κινητοποιούνται ή δείχνουν να ευαισθητοποιούνται πλατιά από το Μακεδονικό (ή με αφορμή αυτό). Καταγγέλουν τις συγκεκριμένες ιδεολογικές πρακτικές και υλικές μορφές αγώνα ως αντεπαναστατικές και αντιδραστικά εθνικιστικές στο σύνολό τους, a priori και δομικά ηγεμονευόμενες από την ακροδεξιά. Όπως ίσως θα έλεγε και ένας κορυφαίος επαναστάτης των αρχών του 20ου αιώνα, σύντροφοι αισθανθείτε την εργατική τάξη, όχι μόνον να διαβάζετε γι’ αυτήν... 

3). Τέλος, σε ότι αφορά την εσωτερική διάσταση και τον πολιτικό ανταγωνισμό, είναι στρατηγικής σημασίας ζήτημα για έναν κοινωνικό σχηματισμό όπως ο ελληνικός, ο διαχωρισμός του εθνικού με το κοινωνικό για την κυρίαρχη υπεριμπεριαλιστική τάση. Εθνικό χωρίς το κοινωνικό είναι αστικός εθνικισμός. Κοινωνικό χωρίς εθνικό είναι συνδικαλισμός (ρεφορμιστικός ή ριζοσπαστικός), δεν είναι αγώνας για την εξουσία με την έννοια της κοινωνικής ανατροπής και της προοπτικής ρήξης με τους μηχανισμούς του υπεριμπεριαλισμού και της εξάρτησης. Δεν υπάρχει ρήξη με την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ μόνο με τη γραμμή του κοινωνικού. Ο αγώνας είναι εθνικός ως προς τη μορφή, κοινωνικός ως προς το περιεχόμενο. Η εργατική τάξη, τα λαϊκά και μικροαστικά στρώματα έχουν πατρίδα και εθνική συνείδηση, ριζωμένη στο χώρο και το χρόνο, ιστορικότητα ενός εδάφους και εδαφικοποίηση μιας ιστορίας, για να χρησιμοποιήσουμε τη σχετική ορολογία του Νίκου Πουλαντζά ή το νόημα των υπέροχων στοίχων που μελοποίησε στη μουσική διαδρομή του ο Μίκης Θεοδωράκης. Με βάση τη διεθνή εμπειρία των επαναστάσεων του 20ου αιώνα δεν υπήρξε εγχείρημα μετάβασης με διαχωρισμένο το εθνικό από το κοινωνικό. Αλλά και στην εγχώρια εμπειρία της ταξικής πάλης όταν το εθνικό ενώθηκε με το κοινωνικό η αριστερά ήταν μαζική ή και ηγεμονική δύναμη (ΕΑΜ-ΕΛΑΣ 41-44, ΕΔΑ ’58, ΠΑΣΟΚ 74-95, ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ 2012), όταν το κοινωνικό διαχωρίζεται από το εθνικό τότε η αριστερά δεν είναι μαζική δύναμη (ΚΚΕ στο μεσοπόλεμο) ή υπογράφει μνημόνια... 


Ε) Εξωτερική πολιτική – Ζητήματα ιστορίας και προοπτικές 


Η εξωτερική πολιτική ενός κράτους είναι ο σχεδιασμός της παρουσίας ενός εθνικού κοινωνικού σχηματισμού και η υλοποίηση του σχεδίου στο συγκεκριμένο χωροχρόνο, ως αποτέλεσμα της ειδικής μορφής που λαμβάνει ο κοινωνικός συσχετισμός δυνάμεων, η υλική συμπύκνωση αυτού, στις διεθνοπολιτικές σχέσεις των δοσμένων συνθηκών, με προσδιορισμένα όρια και συγκεκριμένες κάθε φορά δυνατότητες. Μια σύντομη ιστορική αναδρομή-υπενθύμιση της διαμόρφωσης του Μακεδονικού από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά, ίσως είναι απαραίτητη.


Περίοδος 1850-1989


Στην ιστορική του εξέλιξη ιδίως το 2ο ήμισυ του 19ου αιώνα και αρχές 20ου, το Μακεδονικό ζήτημα για τον ελληνικό λαό, αποτέλεσε ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο ενός επώδυνου και μακρόσυρτου εθνικού και κοινωνικού γίγνεσθαι, τμήμα της διαδικασίας εθνικής ενοποίησης, του ελληνικού risorgimento, στο ευρύτερο διεθνοπολιτικό πλαίσιο του Ανατολικού Ζητήματος, της υποχώρησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, της διαδικασίας εθνογέννεσης ή εθνικής αφύπνισης των λαών της Βαλκανικής, της ανάπτυξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και των παραγωγικών δυνάμεων ευρύτερα, της επιταχυνόμενης σύγκρουσης των Μεγάλων Δυνάμεων, που τελικά θα οδηγήσει στους Βαλκανικούς Πολέμους και στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (Για τα ζητήματα της κίνησης των λαών στα Βαλκάνια, των κοινωνικών σχηματισμών και της εθνογέννησης, βλ. Σταυριανός Λ., Τα Βαλκάνια, από το 1453 και μετά, εκδ. Βάνιας, 2007, Τοντόρωφ Ν., Η βαλκανική πόλη 15ος-19ος αιώνας εκδ. Θεμέλιο, 2003) 

Μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1854-1856) και ως αποτέλεσμα αυτού, η Ρωσία εγκαταλείπει τη γραμμή του προστάτη των υπόδουλων ορθοδόξων λαών απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία προκειμένου να επιτύχει την έξοδό της στη Μεσόγειο και διαπιστώνοντας την κυριαρχία της Αγγλίας κυρίως και δευτερευόντως της Γαλλίας στην ελληνική χερσόνησο (κρίση στο κράτος, υποχώρηση ρωσόφιλου κόμματος, πτώση του Όθωνα και άνοδος της δυναστείας των Γλυκσβούργων) υιοθετεί το σχήμα του πανσλαβισμού, το οποίο ωθεί και συμπληρώνει την διαδικασία εθνικής αφύπνισης των σλαβικών βαλκανικών λαών. Επίσης η Γερμανία, όπως και η Αυστροουγγαρία παρεμβαίνουν ενεργά την ίδια περίοδο στη Βαλκανική, διεκδικώντας σφαίρες επιρροής και παρουσίας. Η εθνική αφύπνιση στη Βαλκανική, λαμβάνει θρησκευτικές μορφές, διαιρέσεις και σχίσματα. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, προκειμένου να αποδυναμώσει το ελληνικο-πατριαρχικό στοιχείο, που είχε πιο ανεπτυγμένη εθνική συνείδηση και αστική συγκρότηση, ευνοεί την αυτονόμηση της βουλγαρικής εκκλησίας μέσα από τη νομιμοποίηση της Εξαρχίας. Η βουλγαρική μεγάλη ιδέα λαμβάνει σάρκα και οστά με την εφήμερη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο (1878), η οποία ανακαλείται ουσιαστικά με τη συνθήκη του Βερολίνου (1878) λίγους μήνες μετά. Η πολυεθνική γεωγραφική περιοχή της ιστορικής Μακεδονίας, τμήμα της υποχωρούσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γίνεται πεδίο εθνικού ανταγωνισμού μεταξύ Σέρβων, Βουλγάρων, Ελλήνων και Τούρκων (των σύνοικων δηλαδή εθνικών κοινοτήτων της περιοχής), μέσα από την παρέμβαση και τον ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων που εντείνεται. Ο εθνικός ανταγωνισμός εκφράζεται μέσα από τις θρησκευτικές διαιρέσεις (χριστιανοί-μουσουλμάνοι και εντός ορθοδόξων πατριαρχικοί-εξαρχικοί). Οι πιο ισχυρές κοινότητες που συγκρούονται είναι η ελληνική-πατριαρχική (με ισχυρή παρουσία στα αστικά κέντρα) και η βουλγαρική-εξαρχική (με ισχυρή παρουσία στον αγροτικό χώρο). Υπάρχει και μια ενδιάμεση πληθυσμιακή – αγροτική κατά βάση- κοινότητα η οποία είναι σλαβική (αλλά όχι σερβική), η γλώσσα της μοιάζει πιο πολύ με τη βουλγάρικη, αλλά είναι πατριαρχική. Είναι η Σλαβομακεδονική κοινότητα την οποία προσπαθούν να την πάρουν με το μέρους τους τόσο η ελληνική κοινότητα, όσο και η βουλγαρική, κυρίως μέσα από το θρησκευτικό ανταγωνισμό και τους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς (σχολεία). Μέσα από αυτό τον ανταγωνισμό και την ενδιάμεση-διαφοροποιμένη κατάσταση θρησκείας-γλώσσας διαμορφώνεται η σλαβομακεδονική εθνότητα. Την τελευταία 10ετία του 19ου αιώνα και ενώ αναλαμβάνουν σταδιακά δράση στο χώρο της υπό Οθωμανική κατοχή περιοχή της Μακεδονίας η ελληνική Εθνική Εταιρεία (1894-1895) και η βουλγαρική Βερχοβ Κομιτέτ στη Βουλγαρία (Ανώτατη Επιτροπή, 1895), ο βουλγαρικός εθνικισμός, προκειμένου να πάρει με το μέρος του τη σλαβομακεδονική κοινότητα και τα σχετικά εδάφη στην κατεύθυνση της υλοποίησης της μεγάλης βουλγαρικής ιδέας, προχωρά στη συγκρότηση πέντε ΕΜΕΟ (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση, Θεσσαλονίκης, Μοναστηρίου, Σκοπίων, Στρωμνίτσας, Σερρών - Θράκης), στην οποία συμμετέχουν Βούλγαροι εθνικιστές, Σλαβομακεδόνες και Βούλγαροι σοσιαλιστές. Διακηρύσσεται ο στόχος της αυτονόμησης της περιοχής της Μακεδονίας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, με σύνθημα η Μακεδονία στους Μακεδόνες. Ουσιαστικός στόχος του βουλγαρικού εθνικού κινήματος, που διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στις ΕΜΕΟ είναι μετά την αυτονόμηση η ενσωμάτωση της περιοχής της Μακεδονίας στη Βουλγαρία, όπως είχε συμβεί με την περιοχή της Ανατολικής Ρωμυλίας το 1885. Στο πλαίσιο αυτό και μετά από αρκετά ένοπλα επεισόδια οργανώθηκε η εξέγερση του Ίλιντεν (Αϊ-Λιά, 20-7-1903) στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας, που κατεστάλη από την Οθωμανική Διοίκηση. Αμέσως μετά και καθ’ όλη την περίοδο 1904-1907 αναλαμβάνουν δράση ένοπλα βουλγαρικά σώματα (Κομιτατζήδες) που συγκρούονται με ελληνικά ένοπλα σώματα (ο Παύλος Μελάς ανθυπολοχαγός πυροβολικού σκοτώνεται σε μάχη από τουρκικό απόσπασμα που τον περικύκλωσε στην περιοχή της Σιάτιστας, στις 13-10-1904), ενώ το ελληνικό κράτος που βρίσκεται σε μια φάση απόλυτου διεθνούς οικονομικού ελέγχου και έχει υποστεί μεγάλη στρατιωτική ήττα το 1897, διστάζει επισήμως να αναλάβει δράση (απεναντίας ενεργό ρόλο στο Μακεδονικό Αγώνα αναλαμβάνουν ορισμένοι ιεράρχες της Εκκλησίας όπως ο μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης, ο μητροπολίτης Δράμας Χρυσόστομος- που κατόπιν ως μητροπολίτης Σμύρνης μαρτύρησε το 1922- ο μητροπολίτης Μοναστηρίου Ιωακείμ Γ΄ κ.α.). Ο Μακεδονικός αγώνας ουσιαστικά είναι μια αιματηρή σύγκρουση μεταξύ των δύο πιο δυναμικών εθνικών κοινοτήτων στη γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας που τελούσε υπό Οθωμανική κατοχή, Ελλήνων και Βουλγάρων με ενίσχυση ενόπλων σωμάτων από τα αντίστοιχα ελεύθερα εθνικά κράτη. Αυτή ακριβώς η σύγκρουση Ελλήνων και Βουλγάρων με επίκεντρο τη λίμνη των Γιαννιτσών περιγράφεται με υποδειγματικό – κατά τη γνώμη μου- συγγραφικά τρόπο στο κλασικό βιβλίο παιδικής λογοτεχνίας της Πηνελόπης Δέλτα (1937), Στα μυστικά του βάλτου, αποτυπώνοντας βέβαια την ελληνική οπτική. Το σερβικό εθνικό στοιχείο δεν διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στη σύγκρουση καθώς έχει περιοριστεί εκτός της γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας, ούτε το σλαβομακεδονικό. Τα αστικά κινήματα των Νεοτούρκων- Κομιτάτο Ένωση και Πρόοδος (1908) και του Στρατιωτικού Συνδέσμου στου Γουδή (1909), όπως και η άνοδος του αρμενικού εθνικού κινήματος, το οποίο επίσης βρίσκεται σε μεγάλη κινητικότητα ήδη από την τελευταία 10ετία του 19ου με έντονο αστικό στοιχείο, επαναπροσδιορίζουν τις δυναμικές διαχείρισης του Ανατολικού Ζητήματος τις εθνικές και τις κοινωνικές συμμαχίες. Στο πλαίσιο αυτό ξεσπά ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος μεταξύ των Βαλκανικών εθνικών κρατών (Σερβία-Βουλγαρία-Ελλάδα) που συνασπίζονται απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και ακολούθως ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος μεταξύ των νικητών και συμμάχων του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου , Σερβία και Ελλάδα απέναντι στη Βουλγαρία (Ενδιαφέροντα στοιχεία για την κατάσταση στα Βαλκάνια εκείνης της περιόδου περιλαμβάνονται στο Τρότσκι Λ., Τα Βαλκάνια και οι βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913, εκδ. Θεμέλιο, 1993). Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι αποτελούν ουσιαστικά μια μεγάλη στρατιωτική, πολιτική και διπλωματική νίκη κυρίως της Ελλάδας (του ανορθωτικού βενιζελικού κινήματος). Με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913) η γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας διαμοιράζεται μεταξύ τριών βαλκανικών κρατών. Η Ελλάδα ενσωματώνει το 51% της γεωγραφικής Μακεδονίας, η Σερβία το 38% και η Βουλγαρία το 11%. Ουσιαστικά η κατανομή αυτή αντιστοιχεί στη σχετική (όχι απόλυτη) πλειοψηφία που είχε το ελληνικό στοιχείο στη γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας, που αντακλούσε τις κοινωνικές συμμαχίες που πραγματοποιούσαν σε εθνική βάση η αστική τάξη με τους αγροτικούς πληθυσμούς. Αυτή είναι μια σημαντική κοινωνική διάσταση του Ανατολικού Ζητήματος. Όπου η αστική τάξη έχει τη δυνατότητα να προχωρά σε κοινωνικές συμμαχίες με εθνική μορφή με τα αγροτικά στρώματα επικρατούν οι δυνάμεις εθνικής απελευθέρωσης και αστικο-δημοκρατικού μετασχηματισμού, όπου αδυνατούν να συγκροτήσουν κοινωνικές συμμαχίες σε εθνική βάση (όπου λ.χ. η αστική τάξη είναι αρμένικη ή ελληνική και η αγροτιά έχει τουρκική εθνική συνείδηση) εκεί επικρατούν οι ανασυγκροτημένες δομές του ασιατικού τρόπου παραγωγής με το εποικοδόμημα της κεμαλικής ολοκληρωτικής γενοκτονικής στρατοκρατίας.    

Στη συγκυρία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η σύγκρουση βενιζελισμού/αντιβενιζελισμού (εθνικός διχασμός, 1915) θα λήξει με την επικράτηση του βενιζελικού Κινήματος της Εθνικής Άμυνας (1916-17) με την ανοιχτή στρατιωτική ενίσχυση των αγγλο-γάλλων, την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό των δυνάμεων της Ανταντ και ως αποτέλεσμα αυτού, στον ανταγωνισμό με τη Βουλγαρία, εκτός της εδραίωσης της κυριαρχίας της Ελλάδας στα εδάφη της Μακεδονίας που είχαν απελευθερωθεί με τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913) και κατοχυρωθεί με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913), της παραχώρησης της περιοχής της Δυτ. Θράκης από την ηττημένη Βουλγαρία (που είχε ενταχθεί και πολεμούσε με το μέρος των κεντρικών αυτοκρατοριών, επιδιώκοντας να ανατρέψει τα σε βάρος της αποτελέσματα των Βαλκανικών πολέμων στη γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας) με τη συνθήκη του Νεϊγύ (1919), τον αποκλεισμό της Βουλγαρίας από την έξοδο στο Αιγαίο (όπως και της Σερβίας ως αποτέλεσμα των Βαλκανικών Πολέμων) και την ανταλλαγή πληθυσμών Ελλήνων και Βουλγάρων. 

Το βουλγαρικό εθνικιστικό κίνημα δεν παραιτείται από τις διεκδικήσεις του. Η ρωσική επανάσταση (Οχτώβρης 1917) και η σταθεροποίηση του μπολσεβίκικου καθεστώτος κατά την περίοδο του πολεμικού κομμουνισμού (1918-1920), οδήγησε στη συγκρότηση της 3ης Διεθνούς (κομμουνιστικής, 1919), σε ένα γενικευμένο ρεύμα επαναστατικής ανόδου των εργατικών και λαϊκών μαζών μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τα Κ.Κ. συγκροτούνται ουσιαστικά ως τμήματα-παραρτήματα της Κ.Δ. (αποδοχή των 21 όρων, 2ο συνέδριο Κ.Δ., 1920). Στη Βουλγαρία το 1923 ξεσπά ίσως η τελευταία εξέγερση (στην οποία συμμετέχουν οπαδοί του ισχυρού στη Βουλγαρία Αγροτικού Κόμματος και μέλη του Β.Κ.Κ.) που πυροδότησε το επαναστατικό κύμα του ’17, η οποία καταστέλεται από τη βουλγαρική δεξιά. Το μπολσεβίκικο καθεστώς σταδιακά μετατρέπει την Κ.Δ. σε τμήμα εξωτερικής πολιτικής μιας μεγάλης δύναμης, που επιδιώκει τη σταθεροποίηση του νέου επαναστατικού καθεστώτος στο εσωτερικό, την ανατροπή της καθεστηκύιας κατάστασης στο εξωτερικό, την εξακολούθηση μιας μεγαλοκρατικής πολιτικής και των γεωπολιτικών σταθερών της. Όλα αυτά σε συνδυασμό με τη γραφειοκρατικοποίηση του κόμματος-κράτους. Συνέχειες και ασυνέχειες με την τσαρική περίοδο συνυπάρχουν, όπως και τακτικές συμμαχίες με δυνάμεις που καμία σχέση δεν έχουν με τις στρατηγικές της κοινωνικής απελευθέρωσης, αλλά απεναντίας αποτελούν δυνάμεις αντεπαναστατικής ανασυγκρότησης των δομών ιμπεριαλιστικής εξάρτησης στην περιοχή (λ.χ. το σύμφωνο Μπολσεβίκων -Κεμαλικών, 1921). Στο πλαίσιο αυτό και λόγω της ισχυρής παρουσίας του ΒΚΚ εντός της Κομιντερν διαμορφώνεται η γραμμή της ανεξάρτητης Μακεδονίας και ανεξάρτητης Θράκης στο πλαίσιο μιας διακηρυσσόμενης Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας. Η γραμμή αυτή αντανακλά μια νέα γραμμή πανσλαβισμού υπό κομμουνιστικό μανδύα για έξοδο στο Αιγαίο, αντανακλώντας την ισχυρή παρουσία του Β.Κ.Κ. και την προσπάθεια περαιτέρω ενίσχυσής του με τμήματα της βάσης του Αγροτικού Κόμματος. Έτσι με νέες μορφές αναδύεται εκ νέου η γραμμή της (υπό βουλγαρικής ηγεμονίας) ΕΜΕΟ, περί μακεδονικού έθνους και αυτονόμησης της ενιαίας γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας (και της Θράκης). Ανατροπή ουσιαστικά των αποτελεσμάτων των Βαλκανικών πολέμων και του Α΄ παγκοσμίου πολέμου. Το ΚΚΕ αποδέχεται τη γραμμή της Κ.Δ. για ανεξάρτηση Μακεδονία και Θράκη το 1925, γεγονός που θα οδηγήσει στελέχη του όπως ο ιστορικός και πρώην Γ.Γ. του Κόμματος Γιάνης Κορδάτος, το μέλος της Κ.Ε. Αποστολίδης σε αποχώρηση από το ΚΚΕ, σε σύγκρουση με τους προσφυγικούς πληθυσμούς που έχουν εγκατασταθεί (εκτός της περιοχής Αθηνών-Πειραιώς) στις περιοχές της Μακεδονίας-Θράκης μετά τον ξεριζωμό από την Ιωνία και τον Πόντο (1922-23) - καθώς και με την έξοδο του μουσουλμανικού στοιχείου με την υπογραφή συνθήκης ανταλλαγής πληθυσμών (1923)- έχουν ανατραπεί άρδην τα δημογραφικά δεδομένα και το ελληνικό στοιχείο κυριαρχεί συντριπτικά στις περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης (που έχουν ενταχθεί στην Ελλάδα) και τελικά σε σκληρές πολιτικές διώξεων των μελών του ΚΚΕ με τη θέσπιση του ιδιωνύμου (1929). Το ΚΚΕ θα αλλάξει γραμμή το 1934-35 αναγνωρίζοντας τη πληθυσμιακή πραγματικότητα στις περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης (εμμένοντας σε μια πολιτική αναγνώρισης μειονοτικών δικαιωμάτων στο Σλαβομακεδονικό στοιχείο), αποκαθιστώντας οργανικές σχέσεις με το προσφυγικό στοιχείο στο κοινωνικό επίπεδο και με τμήματα του αριστερού βενιζελισμού στο πολιτικό επίπεδο (εφαρμογή της γραμμής της Κ.Δ. περί λαϊκού μετώπου ή με την ορολογία ενός απηνή διώκτη των αριστερών βενιζελικών και των κομμουνιστών την περίοδο 34-35, του Κονδύλη, οι βενιζελοκομμουνιστές), μια γραμμή που θα γεννήσει στη συγκυρία της κατοχής το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, το ΕΑΜ. 

Την περίοδο της τριπλής γερμανο-ιταλο-βουλγαρικής κατοχής, ο εθνικοαπελευθερωτικός αντιστασιακός αγώνας στη Μακεδονία, λαμβάνει άμεσα και τα χαρακτηριστικά της σύγκρουσης με τον βουλγαρικό εθνικισμό, που επιδιώκει μέσω της συμμαχίας του με τις δυνάμεις του Άξονα, να ανατρέψει τα τετελεσμένα των συνθηκών του Βουκουρεστίου (1913) και του Νεϊγύ (1919). Κορυφαία στιγμή της πάλης του ελληνικού λαού, της εθνικής αντίστασης υπό την καθοδήγηση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ήταν το πανεθνικό-παλλαϊκό συλλαλητήριο της 22ας-7-1943 ενάντια στην απόφαση των Γερμανικών δυνάμεων κατοχής για επέκταση της βουλγαρικής ζώνης κατοχής στη Μακεδονία (υπάρχουν τα ονόματα των πεσόντων στη διαδήλωση εκείνη στη συμβολή των οδών Πανεπιστημίου και Ομήρου, στην Τράπεζα της Ελλάδος, όπως και μνημείο για την Παναγιώτα Σταθοπούλου, την 17χρονη Επονίτισσα που έτρεξε να πάρει την ελληνική σημαία από το νεαρό που την κρατούσε και είχε πέσει ήδη νεκρός από τους πυροβολισμούς ενός γερμανικού τεθωρακισμένου, το οποίο τη συνέθλιψε. Το μνημείο της ηρωϊδας της Εθνικής Αντίστασης Παναγιώτας Σταθοπούλου, βρίσκεται κοντά στον τόπο κατοικίας της στην περιοχή Γκύζη, στην οδό Βαλτινών- δίπλα στη στάση του λεωφορείου 046, μέρος γνωστό ιδίως για τους συναδέλφους δικηγόρους). Ήταν τέτοια η παλλαϊκή κινητοποίηση που η απόφαση θα ανακληθεί. Το μακεδονικό ζήτημα, ήταν μια βασική αιτία που δεν προχώρησε η συγκρότηση κοινού βαλκανικού στρατηγείου την περίοδο 1943-1944, όπως επεδίωκε ο ηγέτης των γιουγκοσλάβων παρτιζάνων Τίτο. Στο πλαίσιο της αντιστασιακής διοίκησης στην κατεχόμενη Γιουγκοσλαβία ο Τίτο είχε συγκροτήσει ήδη από το 1942 το Αντιφασιστικό Συμβούλιο της Λαϊκής Απελευθέρωσης της Μακεδονίας, που ήταν η πρώτη δομή της μετέπειτα Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας ως ομόσπονδου κρατιδίου της Ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας. Το βουλγαρικό Κ.Κ. αντιδρά καθώς διαβλέπει επεκτατικές τάσεις των γιουγκοσλάβων κομμουνιστών στη γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας που έχει ενσωματωθεί στη Βουλγαρία. Ομοίως το 1944 ο ΕΛΑΣ διέλυσε τα ένοπλα τμήματα σλαβομακεδόνων που είχαν ενταχθεί στις γραμμές του. Τόσο ο έντονα λαϊκός εθνικοαπελευθερωτικός χαρακτήρας του ΕΑΜ-ΚΚΕ την περίοδο 41-44, όσο και η παρουσία δύο επιφανών προσώπων σε κρίσιμες θέσεις προερχόμενων από το χώρο του αριστερού βενιζελισμού (Σαράφης, αρχηγός του ΕΛΑΣ, Σβώλος Πρόεδρος της ΠΕΕΑ), οδήγησαν το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στην κατεύθυνση αυτή. Το 1945 η Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας (σημερινή ΠΓΔΜ) γίνεται ομόσπονδο κρατίδιο της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας. Ο Τίτο μέσω του ιδεολογήματος του ενιαίου μακεδονικού έθνους ουσιαστικά επιδιώκει την ενσωμάτωση της Μακεδονίας του Πιρίν (Βουλγαρία) και της Μακεδονίας του Αιγαίου (Ελλάδα), ενώ αποδυναμώνει και εξισορροπεί την ισχύ της Σερβίας εντός Γιουγκοσλαβίας μη εντάσσοντας την περιοχή των Σλαβομακεδόνων στη Σερβία (η τακτική αυτή θα ολοκληρωθεί με την αναγνώριση της Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Μακεδονικής Εκκλησίας, σχισματικής σε σχέση με την Ορθόδοξη Εκκλησία του Βελιγραδίου). Στη στρατηγική του Τίτο σλαβομακεδονικά τμήματα θα ενταχθούν στις γραμμές του Δ.Σ.Ε. και προς το τέλος του Εμφυλίου, η 5η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ θα λάβει την απόφαση για πλήρη εθνική αποκατάσταση του (σλαβο) μακεδονικού λαού, που θα δώσει τροφή για ξενοκίνητη αριστερά από τη δεξιά στην Ελλάδα, εκτελέσεις και βασανισμούς αριστερών. 

Η ρήξη Τίτο-Στάλιν το 1948, η υποστήριξη του ΚΚΕ στον Στάλιν και η διακοπή υποστήριξης του ΔΣΕ από τους γιουγκοσλάβους κομμουνιστές, θα οδηγήσει αφενός στην ταχύτερη επικράτηση της δεξιάς στον εμφύλιο, αλλά και στην άμεση ανάπτυξη διπλωματικών σχέσεων που θα φτάσουν και σε υπογραφές τριμερούς συμφωνίας μεταξύ Γιουγκοσλαβίας-Ελλάδας-Τουρκίας (1954) στο πλαίσιο προσέγγισης Γιουγκοσλαβίας -ΝΑΤΟ. Αποτέλεσμα των διακρατικών σχέσεων όπως διαμορφώνονται μετά το 1950, είναι η μη προβολή αλυτρωτικών διαθέσεων από πλευράς σλαβομακεδόνων, αλλά η αμείωτη εξακολούθηση στο εσωτερικό της χώρας αναπαραγωγή του εθνικού μακεδονικού ιδεολογήματος (στην κατεύθυνση του ενιαίου μακεδονικού έθνους που έχει διαχωριστεί σε τρια όμορα κράτη και πρέπει να επανενωθεί). Έχοντας τα ανωτέρω υπ’ όψιν του ο Ανδρέας Παπανδρέου, το 1976 θα δηλώσει ότι «Στην επόμενη εικοσαετία το αργότερο θα εμφανισθεί το ‘Μακεδονικό πρόβλημα’. Ξεχάστε αυτό που σας είπα, αλλά θα με θυμηθείτε σε λίγα χρόνια» (Κούλογλου Σ., Στα ίχνη του τρίτου δρόμου. ΠΑΣΟΚ 1974-1986, εκδ. Οδυσσέας, 1986, σελ. 81). Το 1982 η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επέτρεψε και τον τελευταίο επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων του Εμφυλίου Πολέμου, αλλά μόνον όσων ήταν Έλληνες το γένος (εξαιρώντας με τον τρόπο αυτό τους Σλαβομακεδόνες) και το 1986 στη Βουλή ο Α.Π. ως πρωθυπουργός θα δηλώσει (απαντώντας σε σχετικές πιέσεις των Γιουγκοσλάβων που εκείνη την περίοδο είχαν ενταθεί) ότι όχι μόνον δεν υπάρχει ‘μακεδονική μειονότητα’ στην Ελλάδα, αλλά ούτε ‘μακεδονικό έθνος’ στα Βαλκάνια. 

Παράλληλα διαφοροποιούνται και οι σχέσεις Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας. Ενώ το Β.Κ.Κ. λόγω και της ήττας της Βουλγαρίας στον Β΄ Παγκ. Πόλεμο, έτεινε να αποδεχθεί αρχικά το ιδεολόγημα του μακεδονισμού, στη συνέχεια και ως αποτέλεσμα της ρήξης Τίτο-Στάλιν, διαφοροποιήθηκε σταδιακά. Η πλήρης επικράτηση και σκληρή πολεμική εναντίον της ύπαρξης μακεδονικού έθνους διατυπώνεται την περίοδο Ζίβκωφ από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 και μετά. Η Βουλγαρία του Ζίβκωφ θα έχει μια ‘σκληρή’ πολιτική και σε σχέση με την Τουρκία και ειδικότερα με τη μουσουλμανική μειονότητα στη Βουλγαρία, που θα τη φέρει σε προστριβές με την Τουρκία τη δεκαετία του ’80 (Για το πολύ ενδιαφέρον ζήτημα των σχέσεων Γιουγκοσλαβίας -Βουλγαρίας την περίοδο 1944-1989 σε σχέση με το Μακεδονικό, βλ. Μαρίνοφ Τ., ‘Δεν μπορούμε να αρνηθούμε την ιστορία μας’, περ. Άρδην, τχ, 110ο/2017).


Περίοδος 1990-2018


Η κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και τη Σοβιετική Ένωση, δεν άφησαν, όπως καλώς γνωρίζουμε, ανεπηρέαστη την ενιαία Γιουγκοσλαβία. Οι εθνικές διαφορές των επιμέρους κρατιδίων που είχαν συναποτελέσει την Ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία, δεν είχαν ξεπεραστεί και εκδηλώθηκαν με ιδιαίτερη ένταση στη συγκυρία της δεκαετίας του ’90, λαμβάνοντας τη μορφή της εμπόλεμης διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας. Η (ενωμένη πλέον) Γερμανία αντιμετώπισε τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης ως χώρο επέκτασης του γερμανικού καπιταλισμού, αλλά και ως παραδοσιακή σφαίρα επιρροής. Από κοντά και ο αμερικανικός παράγοντας, θριαμβευτής του Ψυχρού Πολέμου, ενώ η Ρωσία αποχωρούσε (προσωρινά) από τα Βαλκάνια, λόγω της ήττας της ΕΣΣΔ και της διάλυσής της. 

Το μακεδονικό εμφανίζεται αρχικά στη Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΔΑΣΕ, 1990) όπου η (τότε ακόμα) γιουγκοσλαβική αντιπροσωπεία θέτει θέμα παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων της μακεδονικής εθνικής μειονότητας στην Ελλάδα. Ο Έλληνας αντιπρόσωπος στη ΔΑΣΕ (πρέσβης Σταθάτος) απαντά εμπεριστατωμένα αντικρούοντας τις γιουγκοσλαβικές αιτιάσεις. Το 1991 η «Δημοκρατία της Μακεδονίας» ανακηρύσσει την ανεξαρτησία της και ψηφίζει το Σύνταγμά της, το οποίο αναπαράγει όλο το ιδεολόγημα του μακεδονικού έθνους και του αλυτρωτισμού περί ενοποίησης των 3 μακεδονικών περιοχών σ’ ένα κράτος, το μακεδονικό. Η «Δημοκρατία της Μακεδονίας» αιτείται την αναγνώρισή της από την τότε ΕΟΚ. Στη Σύνοδο Υπ.Εξ. των κρατών μελών της ΕΟΚ στις 16-12-1991 με πρόταση του Έλληνα Υπ. Εξ, Α. Σαμαρά η σύνοδος αποφασίζει ομόφωνα να ζητήσει «από κάθε γιουγκοσλαβική Δημοκρατία, πριν από την αναγνώριση, να δεσμευτεί ότι θα υιοθετήσει συνταγματικές και πολιτικές εγγυήσεις που εξασφαλίζουν ότι δεν έχει εδαφικές διεκδικήσεις κατά γειτονικού κράτους-μέλους της Κοινότητας και ότι δε θα διεξάγει εχθρική προπαγάνδα εναντίον γειτονικού κράτους-μέλους, συμπεριλαμβανομένης και της χρήσης ονομασίας που συνεπάγεται εδαφικές διεκδικήσεις». Ήταν μια απόφαση ανοιχτή σε ερμηνείες και σε εκδοχές. Η ελληνική κυβέρνηση σ’ εκείνη την κρίσιμη συνεδρίαση τότε ή έπρεπε να επιβάλει μια πιο άμεση και ευθεία απόφαση στο ζήτημα της ονομασίας της μετέπειτα ΠΓΔΜ ή έπρεπε να απειλήσει με βέτο στην απόφαση αναγνώρισης της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας από την τότε ΕΟΚ. Η Γερμανία όμως πίεζε. Ορίζεται η επιτροπή Μπατεντέρ από μέρους της τότε ΕΟΚ προκειμένου να διαπιστωθεί αν το κράτος των Σκοπίων πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισης. Τα Σκόπια προβαίνουν σε κάποιες επιμέρους συνταγματικές αλλαγές στα επίμαχα άρθρα 3 και 49, αφήνοντας αναλλοίωτο το προοίμιο. Η Επιτροπή Μπατεντέρ γνωμοδοτεί ότι «η Δημοκρατία της Μακεδονίας ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που τέθηκαν από τις Κατευθυντήριες Γραμμές … της 16ης Δεκεμβρίου 1991» και ότι «η χρήση του ονόματος Μακεδονία δε θα μπορούσε να υπαινίσσεται καμία εδαφική διεκδίκηση έναντι άλλου κράτους». Η ελληνική κυβέρνηση διαφωνεί με τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Μπατεντέρ με σχετική επιστολή του Υπ. Εξ. (Σαμαράς). Από το σημείο αυτό και μετά η ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ των διαθέσεων της ελληνικής κοινής γνώμης που ήδη κινητοποιείται, της από 16/12/1991 απόφασης των Υπ. Εξ των κρατών-μελών της ΕΟΚ, των πραγματικών διαθέσεων της ηγετικής ομάδας της τότε ΕΟΚ (και κυρίως της Γερμανίας) που καταγράφονται στην Γνωμοδότηση Μπατεντέρ, των καταστάσεων και δυναμικών που διεθνοπολιτικά διαμορφώνονται. Έτσι διατυπώνεται το λεγόμενο «πακέτο Πινεϊρο» (1-4-1992) όπου για πρώτη φορά προτείνεται σύνθετη ονομασία που θα περιλαμβάνει το όρο Μακεδονία ή παράγωγό του. Σ’ αυτό κλίμα συνέρχεται το συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών υπό τον ΠτΔ Κων/νο Καραμανλή όπου εξαγγέλεται η θέση ούτε Μακεδονία, ούτε παράγωγα (13-4-1992). Αμέσως μετά αποπέμπεται ο Σαμαράς από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, που κινείται σε μια πιο ‘σκληρή’ γραμμή από τον πρωθυπουργό, αλλά με βασική ευθύνη για την απόφαση της 16ης-12-1991. Ο πρωθυπουργός Κων/νος Μητσοτάκης κινείται σε μια γραμμή συμβιβασμού. Στο Γκιμαράες στο Συμβούλιο των Υπ.Εξ. (5ος/92) λαμβάνεται απόφαση σύμφωνα με την οποία το κράτος των Σκοπίων θα αναγνωριστεί από την ΕΟΚ υπό όνομα το οποίο θα είναι αποδεκτό από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Ο πρωθυπουργός, προφανώς δεχόμενος πιέσεις από το διεθνή παράγοντα κινείται στην κατεύθυνση της διπλής ονομασίας (αρχικά χωρίς τον όρο Μακεδονία στις επίσημες χρήσεις) για την αναγνώριση του κράτους από την τότε ΕΟΚ και όνομα επιλογής του κράτους, δεχόμενος να αυτοαποκαλείται επισήμως το κράτος στις εσωτερικές χρήσεις με όποια ονομασία επιλέξει. Τον Απρίλιο 1993 η ελληνική κυβέρνηση δια του Υπ Εξ (Μ. Παπακωνσταντίνου) με επιστολή της αποδέχεται τη συμβιβαστική θέση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για αναγνώριση του κράτους με την προσωρινή ονομασία στο πλαίσιο του ΟΗΕ Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ-FYROM) μέχρι τη διευθέτηση της διαφοράς (απόφαση 817 Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ). Πρόκειται για την πρώτη αναγνώριση από ελληνικής πλευράς. Ακολούθως ορίζονται υπεύθυνοι διαπραγματευτές οι Βάνς και Όουεν, οι οποίοι θα υποβάλλουν ένα σχέδιο συμφωνίας (5ος/1993) όπου προτείνεται στο άρθρο 5 η διπλή ονομασία υπό την ακόλουθη διατύπωση «Η Δημοκρατία της Nova Makedonija συμφωνεί να χρησιμοποιεί αυτό το όνομα για όλες τις επίσημες ανάγκες». Ο πρόεδρος της ΠΓΔΜ Γκλιγκόρωφ απορρίπτει με επιστολή του την ονομασία Nova Makedonija, ενώ η ελληνική κυβέρνηση με επιστολή της αποδέχεται τη συμφωνία (το λεγόμενο μεγάλο πακέτο- διπλή ονομασία) ως ικανοποιητική βάση αντιπροτείνοντας αντί της Nova Makedonija την Σλαβομακεδονία.

Μετά τις εκλογές της 10ης-10-1993 και τη νίκη του ΠΑΣΟΚ αρχίζει μια προσπάθεια επαναδιαπραγμάτευσης σε νέα βάση. Ήδη κράτη-μέλη της Ε.Ε. αναπτύσσουν διμερείς διπλωματικές σχέσεις με ΠΓΔΜ (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Δανία, Ιταλία, Ολλανδία), ενώ η νέα κυβέρνηση δηλώνει ότι τέτοιες ενέγειες κλονίζουν την εμπιστοσύνη και την αλληλεγγύη. Τον 2ο/1994, οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν την ΠΓΔΜ και η Ρωσία την αναγνωρίζει με το συνταγματικό της όνομα (Δημοκρατία της Μακεδονίας). Στις 16-2-1994 η ελληνική κυβέρνηση προβαίνει σε κλείσιμο του προξενείου στην ΠΓΔΜ και εμπάργκο προϊόντων (πλην τροφίμων και φαρμάκων). Η Ε.Ε. και κυρίως το γαλλογερμανικό διευθυντήριο αντιδρά έντονα και πιέζει την κυβέρνηση να άρει το εμπάργκο. H Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχωρά στη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας. Το ΔΕΚ απορρίπτει τα ασφαλιστικά μέτρα της Ε.Ε. (C-120/94). Οι πιέσεις του διεθνούς παράγοντα προς την ελληνική πλευρά εξακολουθούν. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ αναλαμβάνει ενεργό δράση μέσω του Ρίτσαρντ Χολμπρουκ. Τελικά υπογράφεται η Ενδιάμεση Συμφωνία (13-9-1995) με διαπραγματευτές τους Σάυρους Βανς και Μάθιου Νίμιτς. Η Ενδιάμεση Συμφωνία, αποτελεί ουσιαστικά το λεγόμενο μικρό πακέτο, δηλαδή μια μεταβατική συμφωνία χωρίς επίλυση του ζητήματος της ονομασίας, αλλά με αναγνώριση της πλευράς της ΠΓΔΜ ότι η ονομασία του κράτους θα αποτελέσει προϊόν διαπραγμάτευσης με την Ελληνική Δημοκρατία (αρ. 5 Ενδιάμεσης Συμφωνίας). Είναι η πρώτη φορά που η ΠΓΔΜ αποδέχεται κάτι τέτοιο. Λέγεται επίσης στο δημόσιο λόγο ότι με την ενδιάμεση συμφωνία η Ελλάδα έχει αναγνωρίσει την ΠΓΔΜ που περιέχει τον όρο Μακεδονία. Κατ’ αρχάς αυτό έχει συμβεί από το 1993 στο επίπεδο του ΟΗΕ, κατά δεύτερον αυτή η ονομασία ρητώς αναφέρεται ως προσωρινή (όπως και το 1993). Κατά τα λοιπά η ΠΓΔΜ προβαίνει σε ερμηνεία των συνταγματικών της διατάξεων (αρ. 3, 49 και προοίμιο) σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχουν αλυτρωτικές διαθέσεις, διακηρύσσεται το απαραβίαστο συνόρων, μη παρέμβαση στα εσωτερικά του άλλου κράτους, μη χρησιμοποίηση συμβόλων ιστορικής ή πολιτιστικής κληρονομιάς του άλλου συμβαλλόμενου μέρους (αρ. 6 και 7 Ενδιάμεσης Συμφωνίας). Στο πλαίσιο αυτό καταργείται η σημαία του Ήλιου της Βεργίνας ως σημαία της ΠΓΔΜ. Η Ελλάδα αίρει το εμπάργκο και τα αμφότερα τα μέρη δεσμεύονται ότι θα απόσχουν από αντίστοιχες ενέργειες (αρ. 8 Ενδιάμεσης Συμφωνίας). Επίσης η Ελλάδα δεσμεύεται να μην προβάλει αντιρρήσεις σε αίτηση συμμετοχής της ΠΓΔΜ σε διεθνείς οργανισμούς που η ίδια συμμετέχει, επιφυλασσόμενη να προβάλει αντιρρήσεις σε οποιαδήποτε αίτηση συμμετοχής αν η ΠΓΔΜ πρόκειται να αναφερθεί σε τέτοιους διεθνείς οργανισμούς με διαφορετική ονομασία από την αναγνωρισμένη στην υπ’ αριθ. απόφαση 817 Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (αρ. 11 Ενδιάμεσης Συμφωνίας). Την παραβίαση αυτού του άρθρου επικαλέστηκε η πλευρά της ΠΓΔΜ και προσέφυγε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

Η Ενδιάμεση Συμφωνία ήταν ένας συμβιβασμός με θετικά και αρνητικά σημεία (Για περισσότερα για την ενδιάμεση συμφωνία, βλ. Ροζάκης Χ., Πολιτικές και νομιμές διαστάσεις της μεταβατικής συμφωνίας της Νέας Υόρκης μεταξύ Ελλάδας και ΠΓΔΜ, εκδ. Ι. Σιδέρης, 1996). Από το 1996 και μετά η ελληνική πλευρά υποβίβασε το θέμα, ούτε επιδίωξε να το εντάξει με έμφαση σε μια διαδικασία επίλυσης στο πλαίσιο της διεύρυνσης της Ε.Ε. στα Βαλκάνια, το 2003. Πιθανόν να ιεράρχησε το ζήτημα της ένταξης Κύπρου στην Ε.Ε. ως πρωτεύον και ορθά. Πλην όμως τούτο δεν αναιρεί το γεγονός της υποβάθμισης του ζητήματος, όπως άλλωστε μαρτυρεί και ο αρμόδιος διπλωμάτης στις διαπραγματεύσεις για το ζήτημα του ονόματος, Χρήστος Ζαχαράκης. Άλλωστε η κυβέρνηση Σημίτη γενικότερα δεν κινήθηκε στην κατεύθυνση μιας αυτόνομης παρουσίας στα Βαλκάνια, σε μια εποχή αναδιαμόρφωσης και επανασύνδεσης (αντικειμενικά) της Ελλάδας με τις υπόλοιπες χώρες της Χερσονήσου του Αίμου. Σαφής απόδειξη της κυβερνητικής αντίληψης αυτής είναι η υπανάπτυξη σε επίπεδο υποδομών της Βόρειας Ελλάδας, σε μια εποχή μεγάλων δημοσίων έργων στην Αττική. Η βαλκανική πολιτική κρινόταν στην περιφερειακή ανάπτυξη της Βόρειας Ελλάδας. Η κυβέρνηση κινήθηκε στον ορίζοντα των τριών πλατείων του αθηναϊκού κέντρου, της τραπεζικής διείσδυσης και των «μικρών λευκών» του ευρωατλαντισμού. 

Η πρόταση Νίμιτς που εμφανίζεται το 2005, διατυπώνει τη θέση για διπλή ονομασία και προτείνεται το «Republika Makedonija» για εσωτερική χρήση (χωρίς να αποκλείονται οι διμερείς σχέσεις) και το «Republika Makedonija-Skopje» για χρήση εντός ΟΗΕ. (εφημ. Ελευθεροτυπία, 13-4-2005). Η κυβέρνηση Καραμανλή δηλώνει ότι είναι βάση διαπραγμάτευσης. Η 2η πρόταση Νίμιτς είναι ακόμα χειρότερη από την προηγούμενη καθώς προβλέπει διπλή ονομασία μόνον για τις σχέσεις Ελλάδας – ΠΓΔΜ (με την επωνυμία Μακεδονία-Σκόπια), ενώ για όλες τις άλλες χρήσεις προτείνει τη συνταγματική ονομασία (Δημοκρατία της Μακεδονίας). Ο Υπ. Εξ. Π. Μολυβιάτης χαρακτηρίζει την πρόταση Νίμιτς απαράδεκτη. Στη συνέχεια θα αντικατασταθεί από την Ντ. Μπακογιάννη. Η κυβέρνηση των Η.Π.Α. αναγνωρίζει την ΠΓΔΜ με τη συνταγματική της ονομασία (Δημοκρατία της Μακεδονίας). 

Εν όψει της Συνόδου των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι και μετά από νέο γύρο διαπραγματεύσεων ο Νίμιτς επανέρχεται με την ακόλουθη πρόταση. Η ΠΓΔΜ θα έχει το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας» για εσωτερική χρήση και τις διμερείς σχέσεις με τρίτες χώρες, ενώ για τους διεθνείς οργανισμούς και τις διμερείς σχέσεις με την Ελλάδα προτείνει 5 σύνθετες ονομασίες: «Συνταγματική Δημοκρατία της Μακεδονίας», «Δημοκρατική Δημοκρατία της Μακεδονίας», «Ανεξάρτητη Δημοκρατία της Μακεδονίας», «Νέα Δημοκρατία της Μακεδονίας» και «Δημοκρατία της Άνω Μακεδονίας» (εφημ. Το Βήμα, 22-2-2008). Υπό τις συνθήκες αυτές διατυπώνεται η απειλή χρήσης βέτο από την κυβέρνηση Καραμανλή (4ος/2008) σε περίπτωση που επιχειρηθεί να προσκληθεί η ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, εφόσον προηγουμένως δεν έχει επιλυθεί το ζήτημα του ονόματος, οπότε και διαμορφώνεται η λεγόμενη εθνική γραμμή για το ζήτημα, η οποία είναι αναρτημένη στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εξωτερικών "σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό πριν από τη λέξη «Μακεδονία» που θα ισχύει έναντι όλων (erga omnes), για κάθε χρήση, εσωτερική και διεθνή". 

Η πρόταση Νίμιτς (Βήμα, 4-2-2018) επαναλαμβάνει ουσιαστικά τα περί σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό ή χρονικό προσδιορισμό, προτείνοντας ενδεικτικά (στη σλαβική γραφή) τα ονόματα τα «Δημοκρατία της Ανω Μακεδονίας», «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας», «Δημοκρατία της Μακεδονίας του Βαρδάρη», «Δημοκρατία της Νέας Μακεδονίας» και «Δημοκρατία της Μακεδονίας (Σκόπια)», παραμένοντας όμως ανοιχτός και σε άλλες προτάσεις. Σύμφωνα με το δημοσίευμα δεν υπάρχει αναφορά σε υποχρεωτική αλλαγή του Συντάγματος της ΠΓΔΜ προκειμένου να αλλάξει η σημερινή συνταγματική ονομασία ή άλλα σημεία που κατά ορισμένους έχουν αλυτρωτικό περιεχόμενο. Η κυβέρνηση της ΠΓΔΜ είναι η αρμόδια να κρίνει ποιες θα είναι οι «δεσμευτικές, αξιόπιστες και αμετάκλητες εθνικές διαδικασίες» για την εφαρμογή της λύσης.

Σύμφωνα με την πρόταση Νίμιτς η υιοθέτηση μιας νέας και μόνιμης ονομασίας για την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (πΓΔΜ), η οποία θα ισχύει erga omnes τόσο διεθνώς όσο και στο εσωτερικό της χώρας, συνδέεται ευθέως και μόνο με την ένταξη του γειτονικού κράτους στην Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ). Τούτο σημαίνει ότι το σημερινό συνταγματικό όνομα («Republika Makedonija» - «Δημοκρατία της Μακεδονίας») θα παραμείνει σε ισχύ στο εσωτερικό της χώρας (και στις διμερείς σχέσεις) μέχρι εκείνη τη στιγμή. Ουσιαστικά η πρόταση Νίμιτς επαναλαμβάνει τις προτάσεις του διεθνούς παράγοντα όπως έχουν διαμορφωθεί από το 1993. Διπλή ονομασία (όχι απλά σύνθετη) με γεωγραφικό ή χρονικό προσδιορισμό στον όρο Μακεδονία.


Η άποψη μου 


Στο ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ συγκρούεται το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού, με το δικαίωμα στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά ενός ονόματος, το ζήτημα της ταυτότητας, τα αλυτρωτικά ζητήματα που έχουν τεθεί, η σταθερότητα και η ειρήνη στην περιοχή, ο διεθνής παράγοντας και ο ρόλος του, οι αναθεωρητικές δυνάμεις στην περιοχή.

Στο πλαίσιο της σύγκρουσης Ευρωατλαντισμού-Ρωσίας, ο αμερικάνικος παράγοντας είναι επισπεύδων στη διαδικασία επίλυσης του ζητήματος της ονομασίας της ΠΓΔΜ για την ομαλή και οργανική ένταξή της στους ευρωατλαντικούς μηχανισμούς και την αποκοπή της από ενδεχόμενη επιρροή της Ρωσίας. Αυτή την περίοδο η κυβέρνηση της ΠΓΔΜ είναι φίλα προσκείμενη σε μια τέτοια προοπτική. Η ελληνική κυβέρνηση έχει δεδομένες σχέσεις – όχι απλά συμμετοχής- αλλά απόλυτης εξάρτησης από τον ευρωατλαντικό παράγοντα (διεθνοπολιτικά και οικονομικά). Δηλώνεται άλλωστε εμφατικά και δημοσίως απ’ όλα τα μέρη.

Στην περιοχή των Βαλκανίων υπάρχουν αναθεωρητικές δυνάμεις λόγω οικονομικού και δημογραφικού δυναμισμού των κοινωνιών τους και αυτές είναι κατά πρώτο λόγο η Τουρκία, κατά δεύτερο η Αλβανία. Η Βουλγαρία βρίσκεται σε μια ενδιάμεση κατάσταση, πάντως αυτή την ιστορική περίοδο δεν εμφανίζεται ως αναθεωρητική δύναμη, απεναντίας έχει ισχυρή μουσουλμανική μειονότητα στο εσωτερικό της, ενώ δεν αποκλείεται να αντιμετωπίσει και ζήτημα με ενδεχόμενη σλαβομακεδονική μειονότητα, δημογραφικά δε και οικονομικά βρίσκεται σε κάμψη. Η Σερβία είναι απομωνομένη, εγγύτερα στη Ρωσία, έχοντας δεχθεί πολύ σκληρά χτυπήματα από τον ιμπεριαλισμό (ΗΠΑ-Γερμανία). Η ΠΓΔΜ και ειδικότερα η Σλαβομακεδονική κοινότητα, η οποία είναι πλειοψηφική (ακόμα), δεν έχει – κατ’ αρχάς- αναθεωρητικές βλέψεις προς την Ελλάδα, αλλά μάλλον επιδιώκει τη σταθεροποίηση του κράτους υπό την κυριαρχία της, κάτι που είναι θετικό για την Ελλάδα. Παράλληλα η εκκρεμότητα του ονόματος της ΠΓΔΜ δίνει τη δυνατότητα στην Τουρκία, που είναι ο βασικός αναθεωρητικός και ως εκτούτου αποσταθεροποιητικός παράγοντας στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, να καλύπτει τα ελληνικά κενά και να επιχειρεί συμμαχίες περικύκλωσης της Ελλάδας (που θεωρεί βασικό ανταγωνιστή της στο Αιγαίο, τη Θράκη και την Κύπρο) με Αλβανία και ΠΓΔΜ. Ήδη η διαδικασία αυτή είναι δυναμική και βρίσκεται σε εξέλιξη. Παράλληλα η ισχυρή και αναπτυσσόμενη δυναμικά δημογραφικά αλβανική μειονότητα μπορεί να λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά στην ΠΓΔΜ και πάντως ασκεί σοβαρό έλεγχο στην κατεύθυνση και τις επιλογές του κράτους. 

Τούτων δοθέντων και με δεδομένο ότι βρισκόμαστε σε φθίνουσα πορεία του Νέου Ελληνισμού, χρησιμοποιώντας την ορολογία του Κ.Θ. Δημαρά, το ερώτημα είναι αν το ζήτημα του ονόματος πρέπει να επιλυθεί και αν πρέπει να επιλυθεί με οποιοδήποτε τίμημα. Με δεδομένο ότι η μη λύση είναι προτιμότερη από μια κακή λύση, όχι όμως με την κατηγορηματικότητα που έχει – κατά τη γνώμη μου - το ανωτέρω αξίωμα στην περίπτωση του Κυπριακού, λόγω της διαφορετικής φύσης και των όρων του ζητήματος (Για την εξέλιξη του Κυπριακού Ζητήματος, βλ. Σακελλαρόπουλος Σ., Ο κυπριακός κοινωνικός σχηματισμός , 1191-2004. Από τη συγκρότηση στη διχοτόμηση, εκδ. Τόπος, 2017), παραθέτω τις τελευταίες σύντομες σκέψεις.

Σύνθετη ονομασία χωρίς τον όρο Μακεδονία ή παραγωγά, λ.χ. το από 11-2-2018 άρθρο του Μανώλη Γλέζου στην Καθημερινή : «Υπογράφουν γραμμάτια που δεν μπορούν να εξοφλήσουν- Βγάλτε λοιπόν από τον νου σας τη λέξη Μακεδονία με οποιαδήποτε μορφή», ή η πρόταση του Μιχάλη Χαραλαμπίδη για την ονομασία της ΠΓΔΜ, Κεντρική Βαλκανική Δημοκρατία, 2ος/1994 (που υιοθετήθηκε από Παμμακεδονικές Ενώσεις της διασποράς, 6ος/2017). Πρόταση σαν του Μ.Χ. θα ήταν ευκταία, αν κατ’ αρχάς η ελληνική πλευρά την είχε εισαγάγει στις διαπραγματεύσεις, κάτι που - αν εξαιρέσει κανείς την περίοδο 1994-95 (που και εδώ με την Ενδιάμεση Συμφωνία αφήνεται ανοιχτό το ζήτημα του συμβιβασμού στο όνομα, αλλά και η ΠΓΔΜ θέτει σε διαπραγμάτευση την ονομασία της) - οι ελληνικές κυβερνήσεις ουδέποτε έκαναν αφού κινήθηκαν εκ των προτέρων είτε στη λογική της διπλής ονομασίας (Μητσοτάκης), είτε στην υποβάθμιση έως αδιαφορία για το ζήτημα (Σημίτης), είτε στην κατεύθυνση της σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό πριν από τη λέξη Μακεδονία που θα ισχύει για όλες τις χρήσεις (Καραμανλής). Η σύνθετη ονομασία χωρίς τον όρο Μακεδονία ή παράγωγα θα είχε ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν είχε συνομιλητές από την άλλη πλευρά. Κάτι που δεν έχει μέχρι σήμερα προκύψει, ούτε κανείς δούλεψε γι’ αυτό, μολονότι αντανακλά ακόμα και μια εθνολογική και γεωγραφική πραγματικότητα στην ΠΓΔΜ. 

Μακεδονικό έθνος δεν υφίσταται. Σλαβομακεδονικό όμως υφίσταται, τουλάχιστον από τα τέλη του 19ου αιώνα, που προφανώς καμία σχέση δεν έχει με τους αρχαίους Μακεδόνες, που είναι τμήμα της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς και ιστορίας, του ιστορικού χώρου του ελληνισμού, της ελληνικής οικουμενικότητας. Έχει δικαίωμα στο κράτος του, τον αυτοπροσδιορισμό του, ως αυτό που είναι όμως. Όχι ως κάτι άλλο. Στο πλαίσιο αυτό λύση με διπλή ονομασία, όπως αυτή που προτείνεται από το διεθνή παράγοντα σταθερά από το 1992-93, μία για επίσημες χρήσεις (ΝΑΤΟ) και μία για τις υπόλοιπες (Δημοκρατία της Μακεδονίας), δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή, καθώς αποφεύγεται η αλλαγή της συνταγματικής ονομασίας, γιατί ουσιαστικά αυτό ισχύει και τώρα (ΠΓΔΜ στον ΟΗΕ και Δημοκρατία της Μακεδονίας στις διμερείς σχέσεις, πλην Ελλάδας) και απλά θα οριστικοποιηθεί και με την υπογραφή της Ελλάδας και ουσιαστικά θα επιβληθεί η Δημοκρατία της Μακεδονίας (όπως de facto συμβαίνει τώρα). 

Η λύση της σύνθετης ονομασίας erga omnes με γεωγραφικό προσδιορισμό πριν τον όρο ‘Μακεδονία’ πρέπει να αλλαξει ως προς το εξής. Ο γεωγραφικός προσδιορισμός πρέπει να είναι η Μακεδονία και ο εθνολογικός το άλλο μέρος της σύνθετης ονομασίας. Διαφορετικά ο όρος Μακεδονία παραμένει εθνολογικός, οπότε ο αλυτρωτισμός επίσης παραμένει καθώς η ονομασία στην προκειμένη περίπτωση- όπως ορθά έχει επισημανθεί- είναι βασικό όχημα αλυτρωτισμού. Θα πρέπει η ελληνική κυβέρνηση από κοινού με την κυβέρνηση της ΠΓΔΜ να κινηθούν σε έναν συμβιβασμό που θα αντανακλά την εθνολογική και γεωγραφική πραγματικότητα για κάθε χρήση (erga omnes) και με προηγούμενη συνταγματική αλλαγή (όχι φτηνιάρικους συνδικαλισμούς, δήθεν ισχυρές δεσμεύσεις τώρα, αργότερα συνταγματική αλλαγή του ονόματος), με αντίστοιχη προσαρμογή στο χαρακτηρισμό της ταυτότητας-γλώσσας και την απαλοιφή των αλυτρωτικών στοιχείων στο Σύνταγμα, ήτοι τη συνταγματοποίηση των ήδη συμφωνηθέντων στο ζήτημα αυτό στην Ενδιάμεση Συμφωνία, με τη δυσκολία που θα έχει και η κυβέρνηση της ΠΓΔΜ να πείσει τους πολιτες της χώρας αυτής να αποδεχθούν μια τέτοια λύση, μετά από 80 σχεδόν έτη κρατικής προπαγάνδας. Στην περίπτωση αυτή μια λύση θα μπορούσε να ήταν Σλαβομακεδονία ή Σλαβική Μακεδονία, μία ονομασία για όλες τις χρήσεις, στη σλαβική γραφή. Θα ήταν μια επιλογή ιστορικά δίκαιη, εθνών και λαών αποφασισμένων να ζήσουν ειρηνικά στην ευρύτερη περιοχή, θεμέλιο μιας ελληνο-σλαβικής φιλίας στο Βαλκανικό χώρο. Οι άλλες είναι επιλογές που οδηγούν σε διαιρέσεις, στην κυριαρχία του ιμπεριαλισμού και στην ενδυνάμωση του τουρκικού επεκτατισμού, στην τάση επιστροφής του οθωμανισμού με σύγχρονους όρους στα Βαλκάνια. 



Ο δικός μας όμως δρόμος είναι εκείνος του περιφερειακού διεθνισμού, της εθνικής αυτοδιάθεσης, της λαϊκής κυριαρχίας, των δικαιωμάτων των λαών και των εθνών, του δημοκρατικού σοσιαλισμού, του Μίκη Θεοδωράκη του Επιτάφιου, του Άξιον Έστι, της Ρωμιοσύνης, της μπαλάντας του Μαουτχάουζεν, των τραγουδιών του αγώνα, της πατρίδας που αγαπά όλες τις πατρίδες του κόσμου, του Θόδωρου Αγγελόπουλου των ελληνικών και βαλκανικών τοπίων και ανθρώπων, του Κυρίλλου και του Μεθοδίου θεμελιωτών του σλαβικού αλφάβητου, του Ρήγα Βελεστινλή πρωτοπόρου διανοούμενου, αγωνιστή και μάρτυρα της εθνικοαπελευθερωτικής πάλης των λαών των Βαλκανίων και της ενότητάς τους, του Σέρβου αγωνιστή και φιλοσόφου Μιχαήλο Μάρκοβιτς, του Βούλγαρου ιστορικού Νικολαϊ Τοντόρωφ, του Αλέξανδρου Παπαναστασίου πρωτοπόρου οραματιστή αλλά και έμπρακτου διαμορφωτή του εγχειρήματος της βαλκανικής συνεννόησης, ως τμήματος μιας απελευθερωτικής στρατηγικής και πάλης των λαών της Ανατολικής Μεσογείου απέναντι στις δυνάμεις του υπεριμπεριαλισμού, της καταστροφής, της ιστορικής οπισθοδρόμησης και του πολέμου. Ας αγωνιστούμε για τη νίκη των λαών, ‘με τα μακεδονίτικα πουλιά και τ’ αρμενάκια’ όπως λέει ο ποιητής...


ΠΗΓΗ-Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου