Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2019

Έγκλημα και Τιμωρία: το πλαίσιο του αριστουργήματος του Ντοστογιέφσκι


Τον Σεπτέμβριο του 1865 ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι ζούσε στο Βισμπάντεν της Γερμανίας και δεν μπορούσε να πληρώσει το ενοίκιό του. Μία σειρά από αποτυχίες στην χαρτοπαιξία τον είχαν φέρει κοντά στην οικονομική καταστροφή, μία κατάσταση που δεν ήταν άγνωστη για τον κορυφαίο Ρώσο μυθιστοριογράφο (βλέπε το μυθιστόρημά του «Ο παίκτης»). Ήλπιζε ότι με μία χρηματική βοήθεια από τον εκδότη του θα μπορούσε να αλλάξει την τύχη του. Έγραψε λοιπόν στον Μιχαήλ Κατκόβ, ζητώντας του 300 ρούβλια και σε αντάλλαγμα υποσχόταν ότι θα του παραχωρούσε τα δικαιώματα για το νέο έργο που επρόκειτο να γράψει, αυτό που στη συνέχεια ονομάστηκε «Έγκλημα και Τιμωρία». Για να τον πείσει ότι η συμφωνία είναι συμφέρουσα, του εξηγούσε την πλοκή του έργου:

«Πρόκειται για ένα ψυχολογικό έργο, για ένα έγκλημα. Η δράση είναι επίκαιρη, έχει τεθεί στην τρέχουσα χρονιά. Ένας νεαρός φοιτητής της κατώτερης μεσαίας τάξης, ο οποίος έχει αποβληθεί από το πανεπιστήμιο και ζει στην απόλυτη φτώχεια, υποκύπτει – και έλλειψη ισχυρών πεποιθήσεων – σε ορισμένες περίεργες, “ελλιπείς” ιδέες που κυκλοφορούν στον αέρα και αποφασίζει να βγει από τη δυστυχία του μια για πάντα…»

Οι «ιδέες που κυκλοφορούν στον αέρα» ήταν ένα σύνολο ιδεών, που εισήχθησαν από τη Δυτική Ευρώπη και θα καθόριζαν στη συνέχεια τις αρχές της ριζοσπαστικής ρωσικής σκέψης της δεκαετίας του 1860. Οι Ρώσοι μαθητές, όπως ο αντιήρωας του «Εγκλήματος και Τιμωρία», ο 23χρονος Ρασκόλνικοφ, βομβαρδίζονταν τότε με κάπως διαστρεβλωμένες και μπερδεμένες εκδοχές του αγγλικού «κοινού καλού», του γαλλικού ουτοπικού σοσιαλισμού και του Δαρβινισμού. Το συνονθύλευμα αυτό δημιουργούσε ένα ιδεολογικό κλίμα που, κατά την εκτίμηση του Ντοστογιέφσκι, έθετε υπερβολικό υλικό στην ικανότητα της επιστήμης και της λογικής να εξηγήσει την ανθρώπινη συμπεριφορά.

Οι θεωρίες της «κοινωνικής βελτίωσης» αποτυπώθηκαν και προσαρμόστηκαν για το ρωσικό ακροατήριο στο έργο του Νικολάι Τσερνισέφσκι, του οποίου το μυθιστόρημα ιδεών «What’s to Be Done» (1863) έγινε ο κύριος εκφραστής της φιλοσοφίας που αργότερα θα χαρακτηριζόταν ως «ορθολογικός εγωισμός». Ο ορθολογικός εγωισμός στηρίχθηκε στην ιδέα ότι οι άνθρωποι, καθοδηγούμενοι από το «φωτισμένο προσωπικό συμφέρον», τελικά θα επέλεγαν να ζήσουν σε μια δίκαιη και ισότιμη κοινωνία. Η ιδέα ενέπνευσε μια γενιά νεαρών Ρώσων που μεγάλωσαν κατά τη διάρκεια των «μεγάλων μεταρρυθμίσεων» του Τσάρου Αλεξάνδρου ΙΙ, μία γενιά που ήθελε να προωθήσει τη ρωσική κοινωνία πιο γρήγορα, μέσα από την επαναστατική αναμόρφωση των ίδιων των ανθρώπων και των επιθυμιών τους.

Ο Ντοστογιέφσκι, από την άλλη πλευρά, δεν μπορούσε να ασπαστεί την επιστημονική αναμόρφωση της επιθυμίας, πιστεύοντας ότι οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν γιατί επιθυμούν τα πράγματα που επιθυμούν. Πίστευε ότι οι άνθρωποι δεν είναι από τη φύση τους λογικοί, κρίνοντας και από τις προσωπικές του τάσεις προς τα τυχερά παιχνίδια, την αναβλητικότητα και τις καθημερινές ροπές στην αυτοκαταστροφή.

Ο Ντοστογιέφσκι ήταν ιδιαίτερα αρνητικός στον ισχυρισμό του Τσερνισέφσκι ότι οι ενέργειες που επιδιώκουν μια καλύτερη κοινωνία ήταν εξαρχής καλές. Είδε σε αυτή την φαινομενικά αθώα θεωρία μια πιθανή δικαιολογία για τη βία.


Ο φόνος της κακιάς τοκογλύφου, που κακοποιούσε την αδελφή της, θα μπορούσε να ήταν προς όφελος μίας καλύτερης κοινωνίας, ενός “μεγαλύτερου αγαθού”;

Ο Ντοστογιέφσκι αναγνώριζε στη θεωρία της «κοινωνικής βελτίωσης» την ίδια προβληματική που είχε αναγνώσει στους μηδενιστές και τους αναρχικούς, οι οποίοι από τη δεκαετία του 1870 και του ’80 είχαν στραφεί στη βία και την τρομοκρατία για να επιτύχουν τους σκοπούς τους.

Το «Έγκλημα και Τιμωρία» ήταν η από-νομιμοποίηση κάθε μορφής βίας (προσωπικής και συλλογικής) για κάθε “μεγάλο σκοπό”. 

Η εποχή του γράφτηκε το έργο ήταν εκείνη της μεγάλης ανόδου των βίαιων εγκλημάτων στην Αγία Πετρούπολη. Μετά την κατάργηση του θεσμού της δουλοπαροικίας το 1861 (μόλις πέντε χρόνια πριν τη δημοσίευση του μυθιστορήματος), η τότε ρωσική πρωτεύουσα βίωνε τη μαζική εισροή ανθρώπων που αναζητούσαν εργασία. Ο υπερπληθυσμός και οι περιορισμένες ευκαιρίες απασχόλησης άφηναν πολλούς σε κατάσταση απελπισίας. Τα ποσοστό δολοφονιών αυξανόταν και ο ρωσικός τύπος ανέφερε φρικιαστικά εγκλήματα με γραφικές λεπτομέρειες. Το πλήθος, η πορνεία, οι ασθένειες, η ανεργία και τα εγκαταλελειμμένα παιδιά διέγραφαν τη φύση της ρωσικής πραγματικότητας στη δεκαετία του 1860, μία φύση ερεβώδη που αμφισβητούσε κάθε λογική πρόταση εξόδου από το αδιέξοδο.

Το μίσος, η ντροπή και ο φόβος οδηγούσαν (μήπως ακόμα δεν οδηγούν;) τους ανθρώπους σε παράλογες επιλογές και αβάσιμες απόψεις. Το «Έγκλημα και Τιμωρία» θα βρίσκεται για πάντα στο ράφι της ανθρωπότητας για να υπενθυμίζει την ανάγκη να παίρνουμε στα σοβαρά τον παραλογισμό και την αυθαίρετη αυτοκαταστροφή, που δεν γεννάται μόνο από την ατομική επιλογή, αλλά και από τις κοινωνικές δυνάμεις που διαδραματίζουν πολύ μεγαλύτερο ρόλο από όσο συνήθως τους αναγνωρίζουμε.

MIKΡΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ


Ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι γεννήθηκε στη Μόσχα το 1821. Ο πατέρας του εργαζόταν ως γιατρός στο «Νοσοκομείο των Φτωχών» της Μόσχας και ο μικρός Φίοντορ με τον μεγαλύτερο αδελφό του μεγάλωσαν ανάμεσα σε ασθενείς που προέρχονταν από τα πιο αδύναμα στρώματα της μοσχοβίτικης κοινωνίας. Η μητέρα του πέθανε το 1837 όταν ο Φιόντορ ήταν 15 ετών και την ίδια εποχή έφυγε από το σχολείο για να σπουδάσει στο Ινστιτούτο Στρατιωτικής Μηχανικής «Νικολάιεφ». Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε ως μηχανικός και για λίγο καιρό έβγαζε αρκετά χρήματα, μεταφράζοντας βιβλία. Στα μέσα της δεκαετίας του 1840 έγραψε το πρώτο του μυθιστόρημα «Φτωχός Λαός» που τον έβαλε στους λογοτεχνικούς κύκλους της Πετρούπολης. Το 1849 συνελήφθη ως μέλος λογοτεχνικής ομάδας που συζητούσε απαγορευμένα βιβλία εναντίον της τσαρικής Ρωσίας και καταδικάστηκε σε θάνατο αλλά η ποινή δεν εκτελέστηκε την τελευταία στιγμή. Εξορίστηκε για τέσσερα χρόνια σε στρατόπεδο της Σιβηρίας. Στα επόμενα χρόνια ο Ντοστογιέφσκι εργάστηκε ως δημοσιογράφος, εξέδωσε διάφορα περιοδικά και μια συλλογή από τα δικά του γραπτά. Άρχισε να ταξιδεύει στη Δυτική Ευρώπη και ανέπτυξε έναν εθισμό στα τυχερά παιχνίδια, ο οποίος τον οδήγησε σε οικονομικές δυσκολίες. Για ένα διάστημα έπρεπε να ζητιανεύει για χρήματα, αλλά τελικά έγινε ένας από τους πιο γνωστούς και αναγνωρισμένους Ρώσους συγγραφείς. Τα έργα του έχουν επηρεαστεί από μια μεγάλη γκάμα φιλοσόφων και συγγραφέων, μεταξύ των οποίων οι: Πούσκιν, Γκόγκολ, Αυγουστίνος, Σαίξπηρ, Ντίκενς, Μπαλζάκ, Ουγκό, Πόε, Πλάτωνας, Θερβάντες, Καντ και άλλοι. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε 170 γλώσσες, με τις πρώτες μεταφράσεις για την Ελλάδα να έχει κάνει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, στου οποίου τα έργα είναι εμφανείς οι επηρεασμοί από τον Ρώσο συγγραφέα της «ψυχολογίας του ανθρώπου».


Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.